Το κρυφό σχολειό στην Κρήτη

 

Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι που αμφισβητούν την ύπαρξη του κρυφού σχολείου, απαντήσεις σε αυτό το θέμα δίνει ο πρωτοπρεσβύτερος Ευάγγελος Παχυγιαννάκης, μέσα από το βιβλίο Ο ΙΕΡΌΣ ΚΛΉΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, που εκδόθηκε το 1984.

«Αυτάρκησεν αυτόν έν γή ερήμω, έν δίψει καύματος έν γη άνύδρω’ έκύκλωσεν αυτόν καί έπαίδευσεν αυτόν καί διεφύλαξεν αυτόν ώς κόρην όφθαλμοϋ».

(Δευτ. 32.10).

Επειδή, τα τελευταία χρόνια, στην ενορχηστρωμένη δίωξη της Εκκλησίας και του Κλήρου, πού άρχισε μια μερίδα αρνητών, στρατευμένων στη συστηματική αθεϊστική προπαγάνδα, προστέθηκε και ή αμφισβήτηση του Κρυφού Σχολείου, θα παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες για την ύπαρξή του. Αν και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για τα περισσότερα συμβάντα της εποχής εκείνης, δεν μπορεί να οδηγεί ως argumentum ex silendio («επιχείρημα εκ της σιγής»), πού είναι το πιο επικίνδυνο είδος συλλογισμού. Δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί στην «έκ σιγής» απόδειξη και να φτάσει στο συμπέρασμα ότι το Κρυφό Σχολειό είναι μύθος και να προβάλλεται μάλιστα ως «πόρισμα τής ιστορικής επιστήμης»! Και μόνο ή επιβίωση του όρου «Κρυφό Σχολειό» σε τοπωνύμια και παραδόσεις, αλλά και σε έργα Τέχνης, αρκεί ως μαρτυρία ακατάβλητη για την ύπαρξή του, για κάθε, φυσικά, αντικειμενικό και απροκατάληπτο μελετητή. Αλλά κανείς δεν μπορεί να μπει μέσα στους Ιερούς χώρους τής ιστορίας χωρίς πνευματικό συντονισμό προς τα γεγονότα πού προσεγγίζει. Ο δεσμώτης τής ύλης μπροστά στο θαύμα – και το γεγονός ότι δεν χάσαμε την φυσιογνωμία μας σαν έθνος και φτάσαμε ως το 1821, είναι, στο σύνολό του, ένα θαύμα – θα στέκεται δυστυχώς θλιβερός ανατόμος, με κριτήρια αποκλειστικά τής ψυχρής λογικής. Ή εθνική μας Παλιγγενεσία είναι θαύμα. Και το θαύμα αυτό, όπως και κάθε θαύμα, έγινε με την πίστη. «Όμως, ο άπιστος πώς και που να το συναντήσει; Ούτε καν το υποψιάζεται.

«Τα Κρυφά Σχολειά λειτουργούσαν μυστικά μακριά από τα βλέμματα των αγάδων στα απόκρυφα κελιά των μοναστηριών και σε άλλα απομονωμένα μέρη». Τα ερειπωμένα κελιά των μοναστηριών υπήρξαν «οι πρόμαχοι της σωτηρίας κατά τούς ζοφερούς χρόνους τής ενετοκρατίας και τής τουρκοκρατικής δουλείας, διότι οι αδελφότητες των μονών διατήρησαν τα ζωπυρά τής παιδείας άσβεστα και την λυχνίαν την πνευματικήν και καλλιτεχνικήν ακοίμητον. Διότι εις ταύτα τα κελιά τα τόσον πενιχρά κατεβίωσαν άλλοτε πότε ευσεβείς μοναχοί, λόγιοι, ηγούμενοι, αντιγραφείς και καλλιγράφοι, εικονογράφοι, και γενικώς καλλιτέχνες μεγαλόπνευστοι, εις τα αυτά κελιά εδίδαξαν σοφοί διδάσκαλοι, τα γράμματα, την πίστην και την γλώσσαν του έθνους».

«Μέσα εις τα ερημοκκλήσια και τα εξωκκλήσια και τα μοναστήρια, τα όποια ηγίασαν την ελληνικήν γην, εσφυρηλατείτο ή συνείδησις τής υπεροχής του «Ελληνος έναντι του Δυνάστου και συνειδητοποιείτο η μεγάλη αποστολή, δια την οποίαν ή θεία Πρόνοια και πάλιν προόριζε το Γένος των Ελλήνων».

Μοναδικά φωτεινά κέντρα κατά τα διακόσια χρόνια τής μαύρης τουρκικής σκλαβιάς, στην Κρήτη, τα μοναστήρια του νησιού φεγγοβολούσαν μέσα στα σκότη τής εχθρικής βαρβαρότητας και τής λαϊκής αθλιότητας. Εκεί «ή ελληνική νεότης εδιδάσκετο τα ελληνικά γράμματα και διαπαιδαγωγείτο υπό το φως των χριστιανικών και εθνικών ιδεωδών».

Ποτέ μέσα στο φοβερό αυτό σκοτάδι δεν έλειψε το φως. «Ταπεινοί διδάσκαλοι και Ιερείς, με το «κρυφό σχολειό» εργάζονται δια να αναρριπίσουν την κρυμμένην σπίθα, δια να ξαναδώσει μίαν ή μέραν την φλόγα τής νέας ζωής του «Έθνους». Απ’ τη βαθιά νύχτα δεν έλειψαν τ’ αστέρια και τ ωχρό φεγγάρι οδηγούσε κάποτε το βράδυ τα βήματα του ελληνόπουλου, πού τραγουδούσε σιγόφωνα:

Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να πορπατώ, να πηγαίνω στο σκολειό, να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράματα.

«Μέσα στα απλά και λαγαρά νοήματα του εύκολα ο μελετητής διακρίνει την παρουσία τής Εκκλησίας, καθώς και κάποια συνωμοτικότητα: Το σκλαβόπουλο παρακαλεί το φεγγάρι να τού φέγγει στο δρόμο του για το σχολειό του, όπου, εξόν από λίγα γραμματάκια και λίγα πράματα τα όποια αφορούν το θεό του, πού το σουλτανικό κράτος επέτρεπε τη λατρεία του, τίποτε άλλο δεν μάθαινε.

Και πραγματικά τίποτε άλλο δε μάθαινε. Γιατί τ άλλα, πού του φλόγιζαν τον πόθο για λευτεριά, δεν τα μάθαινε, τα αισθανόταν. Τα Ένιωθε μ έναν τρόπο ανεξήγητον γι’ αυτό να τού ζεσταίνουν την καρδιά μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα τής σκλαβιάς. Να του θαμπώνουν τα μάτια μ’ ένα λαχταριστό φως μέσα στο διπλοσκόταδο τής σκλαβιάς και τής νύχτας και να θεριεύει όλο και πιο πολύ μέσα του ο πόθος, πότε να μεγαλώσει και ν ανεβεί πάνω στα βουνά ή να καβαλήσει τα κύματα, για ν απολαύσει μ’ όλες τις αισθήσεις του – να δει, ν’ ακούσει, να μυρίσει, να γευτεί, να ψηλαφίσει, να χαρεί – αυτό το φως πού ο παπαδάσκαλός του, με κομμένη τη φωνή από συγκίνηση και με πλημμυρισμένα στο δάκρυ μάτια το έλεγε λευτεριά!…

Και φουντώνει το κλαρί στα βουνά μας και φουσκώνει το κύμα στις θάλασσες μας, ώσπου κάποτε ξεσπάει το μεγάλο μας Εικοσιένα. Για τούτη την προσφορά τής Εκκλησίας μας δε θα πω τίποτε, θ’ αφήσω στον αναγνώστη να τη μετρήσει, αν έχει μέτρο, και να τη χαρακτηρίσει, αν μπορεί να βρει τα κατάλληλα λόγια. «Ένα μόνο θα πω: Πώς τα «Κρυφά Σχολειά» μας υπήρξαν και, μ αυτή τη μορφή, ας τα ερευνήσουν οι Ιστορικοί μας».

Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, στο ορατόριο του «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» (Αθήνα 1981), ξεσπά σ’ έναν υπέροχο ύμνο για τα «Κρυφά Σχολειά», πού διατήρησαν και συνέχισαν μεταδίδοντας την πεμπτουσία τής διαχρονικής παρουσίας του ελληνισμού – πού ερχόταν κατιφορίζοντας απάνω από τα λευκά μαλλιά του ‘Ομήρου – στα σκλαβωμένα ελληνόπουλα, μέσα σε μια ανείπωτη Ιερή μυσταγωγία:

«Ήτανε τα “Κρυφά Σχολειά ”, όπου μέσα τους, “χιονισμένο, βρεγμένο” συνάζονταν όλο το Έθνος.

Και το κιτρινισμένο ράσο του παπά, το υφασμένο πριν απ την Άλωση, μύριζε σμύρνα από κείνα πού οι μάγοι οδοιποροϋντες επήγαν και φιλέψανε τον Ιησού.

Μια σταγόνα ήλιον καθισμένη απάνω σε ένα κερί, εθαμπόφεγγε γύρω τον, πότε τα μάτια, πότε το μέτωπο, πότε τα μάγουλα των παιδιών, πού καθόταν στο μισοσκόταδο.

Κι όπως πάντοτε, όλοι τους, ήταν, πάλι, παρόντες: ο Σοφοκλής, ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας και ο Κυναίγειρος.

Ανασκούμπωνε ό Πλάτων το ράσο και τούς έδειχνε με το δάχτυλο τη φωνή τους στο συναξάριο.

Κι εκείνα την άκουγαν, καθώς εμουρμούριζαν όλα μαζί την πανάρχαιη Αλφαβήτα, πού ή αδρή της συρμή ήτανε το μακρύτερο ζων ύδωρ του κόσμον.

Πού διασχίζοντας χιόνια και νύχτες και στίφη βαρβαρικά και λουμπάρδες, ερχόταν κατηφορίζοντας απάνω από τα λευκά μαλλιά του Ομήρου».

Στη μονή Τοπλοΰ «οι Ιερομόναχοι εδίδαοκον τούς υποψηφίους «Ελληνας Ιερείς τα Ιερά γράμματα, οι όποιοι κατόπιν, διωρίζοντο διδάσκαλοι εν τοις χωρίοις των. Ή κατάστασις αυτή διετηρήθη και επί Τουρκοκρατίας μέχρι τής απελευθερώσεως μικρού τμήματος τής σημερινής Ελλάδος, ότε, συσταθέντων ιών Σχολείων εν Αθήναις, πολλοί Κρήτες πρόσφυγες εσπούδαζον εν αύτοϊς· είτα κατερχόμενοι εις Κρήτην διωρίζοντο διδάσκαλοι υπό των Κοινοτήτων…».

Στη Νεάπολη Λασιθίου, στη θέση Απάνω Γειτονιά, το 1972 στήθηκε μαρμάρινο μνημείο με πρωτοβουλία του ζεύγους Μανόλη και Μαρίας Πιτυκάκη, για να θυμίζει στις ερχόμενες γενιές ότι στον τόπο αυτόν υπήρχε τα χρόνια τής σκλαβιάς μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. «Σ’ αυτή την εκκλησία λειτουργούσε ένα από τα πιο καλά οργανωμένα Κρυφά Σχολειά. Οι Τούρκοι τής περιοχής το είχαν επισημάνει και στα 1770, επωφελούμενοι τής ευκαιρίας, με την επανάσταση του Δασκαλογιάννη. μπήκαν ένα βράδυ και σφάξανε τον Ιερέα κι όλους τούς χριστιανούς. Το αίμα πλημμύρισε το εσωτερικό τής εκκλησίας και ξεχύθηκε στο προαύλιο από τότε λέγεται: “Άι- Γιώργης, ο καταματωμένος”. Στην ίδια εκκλησία, στις 25 Μαρτίου του 1821, υψώνεται ή σημαία τής Επαναστάσεως με την ένδειξη: «ΘΕΕ ΣΩΣΕ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗΝ». Την εκκλησία αυτή κατεδάφισε ο Κωστής Άδοσίδης πασάς το 1867 και με τα οικοδομικά υλικά της χτίστηκε το δεύτερο κλίτος του ομώνυμου σημερινού ενοριακού ναού, πού τιμάται στο όνομα του Αγίου Παντελεήμονα».

«Στη μονή Κρεμαστών λειτουργούσε, κατά την πρώτη περίοδο τής τουρκοκρατίας Κρυφό Σχολειό! Αργότερα μετετράπη σε Κοινοτικό με δασκάλους κληρικούς. Σ’ αυτό φοίτησε και ο λαϊκός ποιητής και Ιστορικός ερευνητής Διαλλινομιχάλης».

Στη μονή Φανερωμένης λειτουργούσε το φημισμένο και οργανωμένο άριστα Κρυφό Σκολειό, «πού ή αίθουσα του σώζεται ακόμη και σήμερα στο νοτιοδυτικό μέρος τής μονής, δεξιά από την κεντρική πύλη. Ή είσοδος σ αυτήν “σχηματίζεται» εσωτερικά τού περιβόλου και δεξιά, ως προς τον εισερχόμενο, τού κυλινδρικού θόλου, πού καλείται “Διαβατικό”. Ή σημερινή είσοδος είναι των τελευταίων χρόνων, όπως φαίνεται. Την παλαιά εποχή κατέβαιναν από το προαύλιο του καθολικού με πέτρινη σκάλα στο κτίριο, πού είναι μπροστά από την αίθουσα για την οποία μιλούμε, το όποιο χρησιμεύει τώρα ως φούρνος, και ύστερα με μια πόρτα από ξεστούς λίθους έμπαιναν στην αίθουσα του Κρυφού Σχολειού. Ή αίθουσα έχει σχήμα επίμηκες και είναι καμαροσκέπαστη. Οι τοίχοι της είναι παχείς. Φωτίζεται με δύο κιγκλιδόφρακτα παράθυρα, πού βρίσκονται στη βορινή πλευρά και πού τα χρησιμοποιούσαν, προφανώς, για πολεμίστρες. Στη γωνιά υπάρχει ημικυκλική πολεμίστρα.

Τα αντικείμενα αυτής τής αίθουσας διδασκαλίας, όπως σε κάθε Κρυφό Σχολειό, ήταν φτωχά. Φτωχά ήταν και τα αντικείμενα των μαθητών.

Ή επίπλωση τής αίθουσας ήταν πρωτόγονη. Θρανία δεν υπήρχαν. Οι μαθητές κάθονταν σε σχήμα ημικυκλικό και σταυροπόδι γύρω από τον δάσκαλο, πάνω σε χαλάκια και προβιές κι έγραφαν στο γόνατο. Ο δάσκαλος καθόταν στο ψηλότερο μέρος τής αίθουσας, δυτικά, σε ένα σκαμνί.

Φτωχές ήταν και οι πνευματικές δυνάμεις του παπά-δάσκαλου. Είχε φυλάξει όμως μέσα του, σα σε θησαυροφυλάκιο, το ένα, το “τιμιώτατο” του Πλωτίνου: και στην Ελλάδα… ο παπάς μάθαινε στα παιδιά τα έκκλησιαστικά γράμματα, τα κολλυβογράμματα, όπως πρώτος ο Νικ.Σοφιανός αποκαλεί τα ελάχιστα γράμματα,ή ορθότερα, τα κολοβογράμματα, δηλ. κολοβά και ατελή γράμματα.

Εκεί στο μελιχρό φως του λυχναριού ή του καντηλιού, ο ταπεινός μοναχός έλεγε στα παιδιά για την αρχαία δόξα, για το Μεγαλεξανδρο και τη Γοργόνα, για τον “Μαρμαρωμένο Βασιλιά” και για ένα ξημέρωμα πού θα ρθει με “το φεγγοβόλο αστέρι της αυγής».

«Στο Κρυφό Σχολειό τής Φανερωμένης», γράφει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ‘Ιεραπυτνης και Σητείας κ. Φιλόθεος, «οι μαθητές μάθαιναν ότι ή ευσέβεια είναι εκείνη πού καθαγιάζει και ευλογεί και συγκροτεί και τονώνει την εθνική μας ζωή και ότι ή πίστη προς το θεό ενισχύει και αναπτερώνει την αγωνιστική διάθεση του σκλάβου και μεγαλώνει και δυναμώνει τον πόθο του για την ελευθερία».

Τη μονή Φανερωμένης είχαν σχολείο ευσέβειας και πατριωτισμού πολλοί πρόγονοί μας. Ή προφορική παράδοση λέει πώς στο Κρυφό Σχολειό τής Φανερωμένης φοίτησε ή Κριτσωτοπούλα Ροδάνθη (κόρη του πρωτόπαπα τής Κριτσάς), για την οποία ο Διαλλινομιχάλης συνέθεσε το ομώνυμο επικό στιχούργημα. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι «ο Διαλλινομιχάλης, πού σεβόταν απόλυτα την Ιστορική αλήθεια, δε δίστασε να υποβληθεί στην ταλαιπωρία να περιοδεύσει σχεδόν όλη την επαρχία Βιάννου με τα πρωτόγονα τότε μεταφορικά μέσα, για να μάθει από γέροντες αγωνιστές λεπτομέρειες για τη ζωή και τα κατορθώματα τής Ροδάνθης».

Το ίδιο – όπως στην παραπάνω μονή – και στη μονή τής Παναγίας «Κεράς» Πεδιάδας (Καρδιώτισσας), σώζεται ή αίθουσα, όπου λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό, και δείχνεται στους επισκέπτες.

«Σε απόσταση 1.500 περ. μέτρων από το χωριό Μεσελέροι τής επαρχίας *Ιεράπετρας, βρίσκεται το ξωκλήσι του ‘Αγίου Γεωργίου. Στη τονική πλευρά του είναι ένα κτίσμα 20 τετρ. μέτρων με θολωτή οροφή. Στους τοίχους υπάρχουν θυρίδες, όπου οι μαθητές τοποθετούσαν ή φύλασσαν τα βιβλία τους», αδιάψευστοι μάρτυρες Κρυφού Σχολείου της περιοχής.

Ή μονή τής Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων στα Χανιά «ήκμασε και επί Τουρκοκρατίας, διετήρει σχολείον και ενίσχυε τα γράμματα».

Ή μονή τής Παναγίας Όδηγητρίας Γωνιάς στην Κίσαμο, επίσης, που ανέδειξε κατά τους ίδιους χρόνους μεγάλους δασκάλους τής Θρησκείας, τής ηθικής και τής φιλοπατρίας διατηρούσε σχολείο και καλλιεργούσε με κάθε τρόπο και μέσο τα χριστιανικά και ελληνικά γράμματα. Επίσης, στα Παλιά Ρούματα Κισάμου, στο παλιό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, με πρόναο, χτισμένο στα 1580, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι λειτουργούσε «Κρυφό Σχολειό».

Ή μονή του Προφήτη Ηλία στα Ρουστικα Ρεθύμνης υπήρξε «φυτώριον Εθνικής συσπειρώσεως και αναδημιουργίας», «όπου οι καλόγεροι προσεπάθησαν μέσα στα σκότη τής καταπιέσεως και του αφανισμού, εξ αιτίας τής αβάστακτου τουρκικής κατοχής, να διασώσουν την χριστιανικήν πίστιν, να βοηθήσουν και να περιθάλπουν την έθνικήν συνείδησιν και να συμβάλλουν στην απόσεισιν ενός επάρατου ζυγού».

Στη μονή τής Καρδαμούτζας, που βρίσκεται ανατολικά και σε μικρή απόσταση από το χωριό Καρύδι Μεραμβέλου, φαίνεται να λειτουργούσε κι εκεί «Κρυφό Σκολειό».

Όλα γενικά τα μοναστήρια τής Κρήτης στάθηκαν τα ζώπυρα τής ελληνικής Παιδείας, με τα λίγα έστω κολλυβογράμματα των ταπεινών μοναχών, όπως τής Κρουσταλλένιας στο Λασίθι, του αγίου Ιωάννου Θεολόγου και της Παναγίας τής «Κεράς» στην Κριστά, του αγίου Γεωργίου του «Βραχασώτη», τής Αγίας Μονής στη Βιάννο κ.ά., κι ανάδειξαν λόγιους άνδρες, στα μαύρα αυτά χρόνια, όπως τον Γεράσιμο Καλογνώμονα, επίσκοπο Χερρονήσου κ.ά.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter
Click to rate this post!
[Total: 1 Average: 5]

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το κρυφό σχολειό στην Κρήτη

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!