21 Ιουλίου 2024

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Βιογραφίες

Η ιστορία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο επονομαζόμενος και Τεπελενλής, είναι από τις μεγαλύτερες μορφές της νεότερης ιστορίας, με όλα τα θετικά και αρνητικά του στοιχεία.

Η πληθώρα των παρωνύμιων που του αποδόθηκαν μαρτυρούν και το μέγεθος της αμφιλεγόμενης προσωπικότητάς του. Έτσι, αποκαλείται: Διαμάντι, τύραν­νος, Φάλλαρις, Κιαφίρ (άπιστος), σατράπης, θηριώδης, το ρομαντικότερο τέρας της ιστορίας, ο μωαμεθανός Βοναπάρτης, μοναδικός κολοσσός, μεγαλοφυΐα, δικτάτορας, βεζύρης, λιοντάρι, τίγρης, θρύλος, βασι­λιάς, δίκαιος, αιμοβόρος, φιλοπρόοδος, αιμοσταγής, φιρμανλής και τόσα άλλα.

Κυβέρνησε για τριάντα δύο χρόνια (1788-1822) ένα μεγάλο κράτος, που ο ίδιος «έστησε» και το οποίο περιλάμβανε την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Μακεδονία (ως τη Θεσσαλονίκη), τμήμα των Σκοπιών, την Πελοπόννη­σο (εκτός Μάνης), τη Β. Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία.

Ο Αλή Πασάς ήταν γιος του Βελή και της Χάμκως (κόρη του Ζένηλ Μπέη, από την Κόνιτσα) και γεννήθη­κε το 1741 στο Τεπελένι της Αλβανίας (Αρβανιτιάς). Σκιπετάρης, Αρβανίτης λοιπόν, με μακρινή τουρκική καταγωγή. Αδελφή του ήταν η περιβόητη Χατνίτσα. Σύμφωνα με την παράδοση, κάποτε πέρασε από το σπίτι του ο Κοσμάς ο Αιτωλός και βλέποντας τη Χάμκω να κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό Αλή, της προέβλεψε ότι θα γίνει μεγάλος και τρανός και θα κυβερ­νήσει τον κόσμο. Λέγεται ότι η Χάμκω τότε ρώτησε τον Άγιο, αν ο γιος της θα πάει και στην Κωνσταντινούπο­λη, οπότε της απάντησε, ότι θα πάει, αλλά με κόκκινα γένια. Άλλη παράδοση όμως λέει, πως την ερώτηση αυτή την έκανε στον Άγιο Κοσμά ο ίδιος ο Αλής αργό­τερα. Όπως όμως και να έχει, η προφητεία του Αγίου επαληθεύτηκε, αφού το κόκκινο από τα αίμα του κεφαλιού του Αλή έβαψε τα γένια του και πήγε αργότερα στην Πόλη!

Δεκάχρονος ακόμα έμεινε ορφανός από πατέρα, κληρονομώντας μονάχα μια άθλια τρύπα (για σπίτι), λίγα φτωχοχώραφα κι ένα …ντουφέκι! Ζωηρή κι ανή­συχη φύση, δυνατός, ανυπότακτος, πανούργος, ευέξα­πτος, μαχητικός, ακολούθησε την «αντάρτισσα» μητέρα του Χάμκω, αρχηγό δικής της συμμορίας, στις ληστρι­κές επιδρομές. Η δράση της Χάμκως όμως γέννησε φοβερές έχθρες. Έτσι, κάτοικοι του Χόρμοβου και του Γαρδικίου συνέλαβαν τη Χάμκω, τη βασάνισαν, τη βία­σαν και την εξευτέλισαν! Το γεγονός αυτό τη σημάδεψε βαθιά για πάντα, τη γέμισε με φοβερό μίσος, το οποίο διοχέτευσε και στα παιδιά της, ορκίζοντάς τα να εκδικηθούν κάποτε τους βασανιστές και βιαστές της!

Ο Αλής, ζώντας σε περιβάλλον αναρχίας και ληστοκρατίας, παιδί ληστών ο ίδιος, δεν έμενε παρά να γίνει και κείνος λήσταρχος. Έκλεβε και λήστευε από παιδί. Σκοπός και ιδανικό του το χρήμα, η δύναμη, η περιουσία. Έξυπνος, σκληρός, γενναίος πολεμιστής, ανέ­λαβε νέος ακόμα υπηρεσία κοντά στον Πασά της Εύβοιας. Από κει εξορμούσε στη Θεσσαλία, ληστεύο­ντας πλουσίους. Επιστρέφοντας στην Αρβανιτιά το 1768, ως αρχηγός συμμορίας, συνέχισε με πάθος την ίδια περιπετειώδη και ταραχώδη ζωή, ερχόμενος συχνά σε σύγκρουση με τον Κουρτ Πασά του Μπερατίου.

Το 1768 παντρεύτηκε την Εμινέ, κόρη του Καπλάν Πασά του Δελβίνου, γεγονός που του προσέδωσε ιδιαίτερη αίγλη και γόητρο. Με την Εμινέ απόκτησε δυο γιους, τον Μουχτάρ (1769) και τον Βελή (1771). Γιος του Αλή, από άλλη γυναίκα, ήταν και ο Σαλήχ. Ο Αλής δεν κατόρθωσε να πάρει τη θέση του πεθερού του και να γίνει πασάς στο Δέλβινο, όταν εκείνος, βοηθούντος και του Αλή, αποκεφαλίστηκε στο Μοναστήρι. Τη θέση πήρε ο γιος του Καπλάν, Αλή Μπέης, ο οποίος παντρεύτηκε τη Χαϊνίτσα. Αργότερα ο Αλή Μπέης δολοφονήθηκε με σχέδιο του Αλή Τεπελενλή. Την ίδια τύχη είχε κι ο μετέπειτα πασάς του Δελβίνου Σελήμ, προκειμένου ο Τεπελενλής να γίνει πασάς.

Ως επόπτης των Δερβενίων της Ρούμελης αργότερα πλούτισε απ’ τις δωροδοκίες και τις ληστείες. Με μηχανορραφίες και γενναία πεσκέσια κατόρθωσε στη συνέχεια και διορίστηκε απ’ τον Σουλτάνο, Πασάς στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, όπου εξόντωσε τους Αγάδες, τους Μπέηδες, τους αρματολούς και τους ληστές της περιο­χής, με το πρόσχημα της αποκατάστασης της τάξης. Το πασαλίκι των Τρικάλων του απέφερε μεγάλο πλούτο, μέρος του οποίου δώρισε σε υπουργούς μα και στον ίδιο τον Σουλτάνο, κερδίζοντας έτσι τον διορισμό του, ως διοικητής μεγάλου στρατιωτικού σώματος.

Το όνειρο του Αλή ήταν να γίνει πασάς στα Γιάννι­να κι έκανε το παν για να το πετύχει. Έτσι το 1788, με τη βοήθεια φίλων του πρακτόρων στην Κωνσταντινού­πολη και μερίδας Τουρκογιαννιωτών, κατόρθωσε να καταλάβει τα Γιάννινα, πραξικοπηματικά. Αργότερα έλαβε και νόμιμο διορισμό από την Υψηλή Πύλη. Ως Πασάς των Ιωαννίνων οργάνωσε το κράτος του, έχο­ντας κοντά του πιστούς κι αφοσιωμένους συμπατριώ­τες Αρβανίτες και μορφωμένους Έλληνες, όπως τον Ιωάννη Βηλαρά, που ήταν και προσωπικός του για­τρός, τον Θανάση Βάγια, τον Σταύρο Τσαπαλάμο, τον Αλέξη Νούτσο, τον Μάνθο Οικονόμου, τον Ιωάννη Κωλέττη, τον Αθανάσιο Ψαλλίδα, τον Γραμματικό κ.ά.

Πρώτη του έγνοια ήταν να τιμωρήσει παραδειγματι­κά τους Χορμοβίτες και τους Γαρδικιώτες για την κακοποίηση της μητέρας του Χάμκως. Άπληστος, δημιουργικός κι ασιγούρευτος όλο κι επεξέτεινε το πασαλίκι του προς τα Τρίκαλα, την Άρτα κι ακόμα παραπέρα, όλο κι αύξαινε τη δύναμή του και συσσώ­ρευε πλούτο. Στην παντοδυναμία του η περιουσία του υπολογίζεται σε 924 τσιφλίκια, τα χρήματά του σε 30 εκατομμύρια φράγκα και η αξία των πολύτιμων αντι­κειμένων σε 50 εκατομμύρια φράγκα.

Στα επεκτατικά του σχέδια και στην εμπέδωση της απόλυτης κυριαρχίας του συνάντησε ένα μεγάλο εμπό­διο: ΤΟ ΣΟΥΛΙ! Αλλ’ εκείνος δεν ορρωδούσε προ ουδενός. Έτσι ύστερα από πολυετή σκληρό πόλεμο (1790- 1803) βαριές απώλειες και από τις δυο μεριές και ηρωικά κατορθώματα των σκληροτράχηλων Σουλιω­τών, κατόρθωσε να καταλάβει το Σούλι, στις 12 Δεκεμ­βρίου 1803. Τρομερός, τραγικός και ηρωικός επίλογος υπήρξε η ανατίναξη του Κουγκίου από τον φλογερό καλόγερο ΣΑΜΟΥΉΛ και η πτώση των Σουλιωτισσών, μαζί με τα παιδιά τους στο ΖΑΛΟΓΓΟ, στις 18-12-1803, χορεύοντας περήφανα το τραγούδι του θανάτου, το περίφημο:

Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή
και ου, δύστυχη πατρίδα,
έχε γεια παντοτινή.
Έχετε γεια βρυσούλες,
λόγγοι, βουνά, ραχούλες.
Στη στεριά δεν ζει το ψάρι,
ούτε ανθός στην αμμουδιά
κι οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
δίχως την ελευδεριά!

Η πράξη αυτή είναι το συγκλονιστικότερο και ηρω­ικότερο γεγονός του εθνικού αγώνα και το πλέον χαρα­κτηριστικό παράδειγμα αυτοθυσίας και ηρωισμού κι είναι αυτό που ενέπνευσε τον εθνικό μας ποιητή Διο­νύσιο Σολωμό:

Τις εμάζωξε στο μέρος του Ζαλόγγου τ’ ακρινό της ελευθεριάς ο έρως και τις έμπνευσε χορό…

Αλλά και η καταστροφή των Σουλιωτών στη Μονή Σέλτσου, τον Απρίλιο του 1804, ήταν συγκλονιστική. Οι Σουλιώτες όλα αυτά τα χρόνια ξεπέρασαν κάθε ανθρώπινο όριο, πολεμώντας για τη λευτεριά.

Σπουδαίες μορφές αναδείχτηκαν ο Γιώργος Μπότσαρης, ο Λάμπρος κι ο Φώτος Τζαβέλλας, η Μόσχω Τζαβέλλα, η Δέσπω Μπότσαρη, ο Κουτσονίκας κ.ά. Το παράδειγμα του Λάμπρου Τζαβέλλα, που προτίμησε να θυσιάσει τον γιο του Φώτο, παρά να προδώσει το Σούλι, γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην ιστορία.

«Αλή Πασά, χαίρομαι που γέλασα έναν δόλιο σαν κι εσένα. Είμαι εδώ για να προστατέψω το Σούλι από ’ναν κλέφτη. Ο γιος μου θα θανατωθεί, αλλά εγώ θα εκδικηθώ πριν πεθάνω. Αν ο γιος μου, νέος καθώς είναι, δεν είναι πρόθυμος να πεθάνει για την πατρίδα, τότε δεν είναι άξιος να ονομαστεί γιος μου. Προχώρα λοι­πόν, άπιστε, ανυπομονώ να πάρω εκδίκηση.

Εγώ ο ορκισμένος εχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας.

Αυτά τα λόγια έγραψε ο Λ. Τζαβέλλας σαν τον άφησε λεύτερο ο Αλής, προκειμένου να πάει και να ετοιμάσει την παράδοση του Σουλίου, δήθεν. Τι ηρωισμός! Τι μεγάλη περιφρόνηση, προς τον πανίσχυρο Αλή Πασά, αλλά και προς τον ίδιο τον θάνατο!

Οι φιλοδοξίες του Αλή Πασά, οι επεκτατικές του διαθέσεις και η ανυπακοή στην Πύλη τον έφεραν αντι­μέτωπο με τον Σουλτάνο. Ήταν πλέον σε δυσμένεια. Ο Σουλτάνος ήδη από το 1812, άρχισε να του περιορίζει τη δύναμη, αφαιρώντας του την Πελοπόννησο πρώτα και τη Θεσσαλία αργότερα. Την άνοιξη του 1820 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β’ με φιρμάνι κήρυξε ένοχο προδοσίας τον Αλή και τον κάλεσε να προσέλθει για ανάκριση και απολογία μέσα σε 40 ημέρες. Αρνήθηκε να παρουσιαστεί, επιβαρύνοντας τη θέση του, με απο­τέλεσμα να διαταχτεί η κατάληψη των Ιωαννίνων και η εξόντωσή του. Εναντίον του Αλή ήρθε πρώτα ο Ισμαήλ Πασάς και μετά ο ικανότατος Χουρσίτ Πασάς, ο οποί­ος πολιόρκησε το κάστρο των Ιωαννίνων. Στις 23 Αυγούστου στρατεύματα του Αλή λεηλάτησαν την πόλη για να μη βρει τίποτε ο Χουρσίτ. Απ’ έξω ο Χουρσίτ και από μέσα από το κάστρο ο Αλής, άρχισαν τους κανο­νιοβολισμούς. Τον Σεπτέμβριο του 1820 έφτασαν στην Ήπειρο τα νέα, ότι οι τρεις γιοι του Αλή Πασά Μουχτάρ, Βελής και Σαλήχ θανατώθηκαν στη Μικρά Ασία. Άλλοι ισχυρίζονται ότι η εκτέλεση έγινε το καλοκαίρι του 1822, μετά τον θάνατο του Αλή.

Τον Ιανουάριο του 1822 ο Αλής έμεινε στο Ιτς Καλέ, μόνο με 70 άντρες αφού η φρουρά του αυτομόλησε στον Χουρσίτ ή εξαγοράστηκε απ’ τον ίδιο. Μαζί του είχε την κυρά Βασιλική και τον Θανάση Βάγια. Ο τρο­μερός Σελήμ Τσάμης φύλαγε άγρυπνος τις τεράστιες μπαρουταποθήκες.

Ο Χουρσίτ Πασάς έστειλε τότε τον Πεσκίραγα, να ζητήσει την παράδοση του Αλή. Εκείνος του έδειξε τους αμύθητους θησαυρούς εντός του Σεραγιού και τις πυριτιδαποθήκες με τον Σελήμ, λέγοντας:

  • Θέλω βασιλικό φιρμάνι για να πάω στην Πόλη. Αλλιώς τα τινάζω όλα στον αέρα! Ο Σελήμ είναι έτοι­μος!

Ο Χουρσίτ, προκειμένου να σώσει τους θησαυρούς, συνέταξε έγγραφο που υπέγραψαν όλοι οι πασάδες, με το οποίο εγγυόταν την ασφάλεια του Αλή, ωσότου έρθει το φιρμάνι. Με την υπόσχεση αυτή ο Αλής, στις 14 Ιανουάριου 1822, άφησε το Ιτς Καλέ και αποσύρθηκε στο νησί της λίμνης, να περιμένει εκεί το φιρμάνι. Κατέλυσε στα κελιά του Μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα, έχοντας μαζί του τη Βασιλική, τον Μάνθο Οικονόμου, τον Θανάση Βάγια, την προσωπική του φρουρά (12 άντρες) και μέρος του θησαυρού του.

Εν τω μεταξύ ήρθε το φιρμάνι, που διέταξε όχι ό,τι επιθυμούσε ο Αλής, αλλά την εκτέλεσή του. Ο Χουρσίτ τότε έστειλε στο νησί τον Χασάν Πασά, ο οποίος του είπε:

  • Το φιρμάνι ήρθε, αλλά είναι θέλημα του Σουλτά­νου να σου παραδοθεί, αφού παραδώσεις το Ιτς Καλέ και διατάξεις τον Σελήμ ν’ αποσυρθεί απ’ τις πυριτιδαποθήκες.

Μη μπορώντας να πράξει διαφορετικά ο Αλής έστει­λε το προσωπικό του μαργαριταρένιο κομπολόι στον Σελήμ, το οποίο αποτελούσε και το σύνθημα μη ανατίναξης της πυριτιδαποθήκης κι έτσι το Σεράι με τους θησαυρούς και τις πυριτιδαποθήκες έπεσαν στα χέρια του Χουρσίτ. Άλλοι λένε ότι το κομπολόι του Αλή στάλθηκε στον Σελήμ κρυφά, από τη Βασιλική, η οποία θέλησε έτσι να μη σκοτωθεί το χαρέμι του Αλή και οι Χριστιανοί που ήταν μέρα στο κάστρο.

Ύστερα απ’ αυτό ο Χουρσίτ διέταξε τον Κισσέ Μεχ­μέτ και τον Καφτάν Αγά, με 30 ενόπλους ν’ αποβιβα­στούν στο νησί και να βάλουν τέρμα στη διακυβέρνηση του Αλή, παίρνοντάς του το κεφάλι. Ήταν 3 Φεβρουά­ριου 1822. Ο Κιοσέ Μεχμέτ επέδειξε το φιρμάνι και ζήτησε απ’ τον Αλή υποταγή. Ο Αλής αντέδρασε αστρα­πιαία, πυροβολώντας ανεπιτυχώς τον Κιοσέ, ο οποίος αντιπυροβόλησε τραυματίζοντας τον Αλή στο χέρι. Ο Καφτάν Αγάς επιχείρησε να πλήξει με το σπαθί τον Αλή, αλλ’ απέτυχε. Τότε ο Φεΐμ Τσάμης, σωματοφύλα­κας του Αλή, πυροβόλησε και σκότωσε τον Καφτάν Αγά, αλλά κι αυτός σκοτώθηκε την ίδια ώρα από τον Κιοσέ Μεχμέτ. Ο Αλής, σφαδάζοντας από τους πόνους, μπήκε στο δωμάτιο, οπότε εκεί τον βρήκαν οι σφαίρες που έριξαν απ’ το υπόγειο οι άντρες του Κιοσέ. Ψυχορ­ραγώντας το «λιοντάρι» της Ηπείρου διέταξε τον Θανά­ση Βάγια να σκοτώσει την Βασιλική, για να μη πέσει στα χέρια των Τούρκων. Ο Βάγιας θεώρησε σωστότερο να βγει και να φωνάξει πως παραδίνονται. Οι σωματο­φύλακες κατέθεσαν τα όπλα και παραδόθηκαν, ο δε Κιοσέ Μεχμέτ ανέβηκε και απέκοψε το κεφάλι του Αλή, το οποίο αφού το τοποθέτησαν σ’ ασημένιο δίσκο το πήγαν στον Χουρσίτ Πασά. Λέγεται πως βλέποντάς το δάκρυσε. Το κεφάλι επιδείχτηκε σ’ όλους τους συγκε­ντρωμένους αγάδες, στον Μητροπολίτη Γαβριήλ και στους προύχοντες των Ιωαννίνων. Ύστερα εκτέθηκε στις επάλξεις του κάστρου για τρεις ημέρες για να πει­στούν άπαντες ότι η «βασιλεία» του Αλή Πασά τελείω­σε. Τελικά στις 11 Φεβρουάριου 1822 το κεφάλι στάλθηκε στον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη δημόσια έκθεση στις επάλξεις του Σεραγιού θάφτηκε στο νεκροταφείο της Σιλυβρίας μαζί με τα κεφάλια των γιων του Μουχτάρ, Βελή και Σαλήχ.

Πάνω στον τάφο της κεφαλής του Αλή τοποθετήθηκε από φίλους του επιγραφή:

«Ενταύθα κείται η κεφαλή του περίφημου Αλή Πασά, του εκ Τεπελενίου, διοικητού των Ιωαννίνων, όστις επί πεντήκοντα και πλέον έτη ηργάσθη υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλβανίας».

Το ακέφαλο σώμα του Αλή μεταφέρθηκε με πομπή στο φρούριο, όπου τάφηκε έξω από το τζαμί του Φετχιέ, δίπλα στην πρώτη του γυναίκα Εμινέ Ουμ Γκιουλσούμ. Εκεί υπάρχει ως σήμερα ο τάφος του.

Ο Αλή Πασάς έζησε πλουσιοπάροχα και μεγαλόπρε­πα. Το σεράι του βρισκόταν μέσα στο κάστρο, εκεί ακριβώς που είναι σήμερα το βυζαντινό μουσείο Ιωαν­νίνων. Σεράια (παλάτια) όμως είχε κι αλλού: Λιθαρίτσια, Τεπελένι, Πρέβεζα. Εκείνο μάλιστα του Τεπελενίου ήταν ασύγκριτο σε πολυτέλεια, ομορφιά και μεγα­λοπρέπεια! Ονομαστό ήταν το χαρέμι του, που στεγα­ζόταν δίπλα από το σεράι κι αριθμούσε περί τις 150 γυναίκες, κατ’ άλλους δε τις 500 ή και 600!

Ο Βεζύρης των Ιωαννίνων ήταν πολύ εμφανίσιμος και εντυπωσίαζε τον συνομιλητή του. Είχε πλατύ, ωραίο μέτωπο, ζωηρά γαλανά μάτια, καλλίγραμμη μύτη, καθαρή επιδερμίδα, πλούσια γενειάδα. Το στόμα του «εκτόξευε μέλι, αλλά και δηλητήριο»! Εκτός από την κακή και άσχημη πλευρά της προσωπικότητάς του, επαίσχυντες πράξεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις, κρε­μάλες, πνιγμοί, είχε και την καλή πλευρά. Ήταν προ­οδευτικός, φιλόμουσος, γενναίος αλλά και …δίκαιος. Αποκατέστησε την τάξη και ασφάλεια στο κράτος, πατάσσοντας τους λήσταρχους, τους τυραννίσκους μπέηδες, αγάδες και δημάρχους, οι οποίοι τον έτρεμαν κυριολεκτικά. Ήταν τέτοια η τάξη και η γαλήνη, ώστε δίκαια έγραψε ο Χατζή Σεχρέτης:

Κοίτα πώς το ’φερε ο καιρός, πώς το ’φεραν οι χρόνοι, να παίζει ο λύκος με τ’ αρνί κι ο γκιώνης με τ’ αηδόνι.

Δημιουργικότατος και φίλος του πολιτισμού, έχτισε κάστρα, γεφύρια, αποθήκες, σεράια, υδραγωγεία, βρύ­σες, έκανε δρόμους, σχολεία, αλλά βοήθησε ακόμα και στην ανέγερση εκκλησιών! Στο Γορνίτζιβο Θεσσαλίας, για παράδειγμα, έχτισε την εκκλησία του Αγίου Κων­σταντίνου, για να προσεύχονται οι χριστιανοί και να δέονται και για τη δική του ψυχή!!! Στο Μπεράτι έχτι­σε μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Κοσμά, τον οποίο τιμούσε και σεβόταν. Στους καλογήρους μάλιστα που έφερναν την κάρα του Αγίου, να αγιάσουν τα δωμάτια, όχι μόνο της κυρά Βασιλικής, αλλά όλου του παλατι­ού, έδινε άφθονα χρήματα!!! Παροιμιώδης είναι η δικαιοσύνη την οποία εμπέδωσε στον λαό. Όλοι έτρεχαν σ’ αυτόν να βρουν το δίκιο τους κι αλίμονο στους άδικους: «Τους έτρωγε το μαύρο φίδι». Χαρακτηριστι­κό παράδειγμα είναι η εκτέλεση του Καϊμακάμη του Μετσόβου, γιατί διαπίστωσε ότι αδικούσε κι εκμεταλ­λευόταν τους Μετσοβίτες!

Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης αναφέρει ένα άλλο χαρακτηριστικό περιστατικό, σχετικό με την απονομή δικαιοσύνης. Ο Κρομμυδάς, γιαννιώτης έμπορος, ταξίδευε συχνά στο Δέλβινο, για εμπορικούς λόγους. Εκεί φιλο­ξενείτο στο σπίτι του Κασίμ Αγά, στον οποίο είχε από­λυτη εμπιστοσύνη. Κάποτε όμως ο Κασίμ μπήκε στον πειρασμό και καταχράστηκε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό του Κρομμυδά και παρά τα παρακάλια του γιαννιώτη εμπόρου αρνήθηκε κάθε ενοχή. Απελπισμένος εκείνος επέστρεψε στα Γιάννινα και κατέφυγε στον …προστάτη των φτωχών, των αδυνάτων και των αδικη­μένων, στον Αλή Πασά! Αφού ο Πασάς πείστηκε για τα λεγάμενα του Κρομμυδά, έστειλε ανθρώπους και του έφεραν τον Κασίμ Αγά. Εκείνος, βασιζόμενος στην έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, αρνήθηκε την κατά­χρηση. Τότε ο Αλής κατέφυγε, ως συνήθως, στα έξυπνα τεχνάσματά του. Φυλάκισε τον Αγά και τον υποχρέωσε να γράψει γράμμα στη γυναίκα του στο Δέλβινο, στο οποίο της παράγγελνε να στείλει αμέσως τα χρήματα που είχε καταχραστεί από τον Κρομμυδά, γιατί αλλιώς θα τον αποκεφάλιζε ο Βεζύρης. Πραγματικά εκείνη παρέδωσε τη σακούλα με τα κλεμμένα χρήματα στους ανθρώπους του Πασά και κείνοι του την έφεραν. Ο Αλής όμως κράτησε το γεμάτο σακουλάκι του Κρομμυ­δά και του έδωσε ένα άλλο. Ο Κρομμυδάς, έντιμος καθώς ήταν, είπε στον Πασά πως δεν είναι η δική του σακκούλα.

  • Το ξέρω, ωρέ μπίρο μ’, του είπε εκείνος και του πέταξε την δική του σακκούλα.
  • Μέτρησέ τα μη σου λείπει τίποτε κι όταν πας στην εκκλησιά να προσκυνάς τον Χριστό και να τον παρακαλάς και για τον Αλή Πασά, γιατί είναι καλός και δίκαιος Βεζύρης.

Ύστερα απ’ αυτή την αποδεικτική διαδικασία ο Αλής διέταξε και κρέμασαν τον Κασίμ Αγά!!!

Παρόμοιο περιστατικό αναφέρεται και για έναν παπά από τη Σαγιάδα, που έκλεψε το πουγκί ξενιτεμέ­νου Ζαγορίσιου.

Ο Αλή Πασάς είχε επαφές με σπουδαίες προσωπι­κότητες της εποχής του, όπως τον Μ. Ναπολέοντα, τη Μ. Αικατερίνη, τον Άγιο Κοσμά κ.ά. Στα παλάτια του φιλοξένησε, μεταξύ των άλλων, τον Λόρδο Βύρωνα, τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ, τους περιηγητές Χόλλαντ και Ληκ.

Στην αυλή του Αλή εκπαιδεύτηκαν οι μεγαλύτεροι καπεταναίοι Έλληνες: Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Γκούρας, Πανουργιάς, Διάκος, Μάρκος Μπότσαρης, Ίσκος, Γώγος, Βαρνακιώτης, Παλάσκας κ.ά. Στις μέρες του πρόκοψαν το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα. Στις περίφημες Σχολές των Ιωαννίνων δίδαξαν στα χρό­νια του οι Μεγάλοι δάσκαλοι, Ευγένιος Βούλγαρης, Αθανάσιος Ψαλλίδας, Κων/νος Μπαλάνος, Κοσμάς Μπαλάνος κ.άλ. Σωστό πνευματικό κέντρο ήταν τα Γιάννινα και σκόρπιζαν παντού τη λάμψη του ελληνι­κού πνεύματος. Είχαν τότε 40.000 κατοίκους. Τότε άκμασαν τα περίφημα χωριά του Ζαγορίου: Κουκούλι, Νεγάδες, Βίτσα, Μονοδέντρι, Σκαμνέλι, Καλωτά, Σουδενά, Αρίστη, Κήποι.

Επίσημη γλώσσα του κράτους του η ελληνική και οι Γραμματικοί του και οι υπουργοί του ήταν μόνο Έλλη­νες. «Τα Γιάννινα στην εποχή του προόδευσαν πολύ, γιατί εκεί συγκεντρώθηκαν πλείστες ελληνικές προσω­πικότητες, γιατροί, τεχνίτες, προύχοντες, καπεταναίοι και παντός είδους εξέχοντες στον πλούτο, στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα. Στα Γιάννινα εξετράφησαν κι αναπτύχθηκαν τα υπεροχότερα νεοελληνικά στελέχη, τα οποία μεταγενεστέρως έδρασαν κατά τους προ της επαναστάσεως χρόνους», γράφει η Φάνη Μιχαλοπούλου (Τα Γιάννενα κι η νεοελληνική Αναγέννηση, 1648-1829, Αθήνα 1930, σελ. 9).

 
Η κυρά Βασιλική

κυρά Βασιλική, ή Βασιλική Κονταξή, η Βασιλική Κίτσ(ζ)ου, γεννήθηκε το 1789 στην Πλεσιβίτσα (Πλαίσιο) Φιλιατών και πέθανε το 1834 στο Αιτωλικό Αιτωλ/νίας.

Πατέρας της ήταν ο Κίτσος Κονταξής, πρόκριτος και αδέλφια της ο Γιώργος (οπλαρχηγός), ο Νίκος κι ο Γιάννης Κονταξής. Ήταν εξαιρετικού κάλλους. Αναφέ­ρεται πως τα δάκτυλά της ήταν τόσο λεπτά που φοβό­ταν μη σπάσουν όποιος τα έπιανε.

Το 1805 ο πατέρας της συνελήφθη απ’ τον Αλή Πασά με την κατηγορία του αρχηγού συμμορίας κιβδη­λοποιών και φυλακίστηκε στα Γιάννινα. Η Βασιλική, νεαρή κοπέλα τότε, στα 16 της, ακολούθησε τον πατέ­ρα της και φτάνοντας στα Γιάννινα έπεσε στα πόδια του Αλή Πασά, ικετεύοντας να χαρίσει τη ζωή του πατέρα της. Ήταν τόσο γλυκά και πειστικά τα λόγια της και τόση η λεπτότητά της και η ομορφιά της, που θάμπωσαν τον Πασά, με αποτέλεσμα να την κρατήσει κοντά του. Την παντρεύτηκε αργότερα (1816) όντας εκείνος 75 ετών και κείνη 27!

Η Βασιλική, με τα πολλά ψυχικά της χαρίσματα και τη δύναμη της χριστιανικής της πίστης ασκούσε μεγά­λη επιρροή στον Αλή και μαλάκωνε τη σκληρή καρδιά του. Ήταν αυτή που μεσολάβησε κι έσωσε απ’ την κρε­μάλα πολλούς Έλληνες. Ήταν η αχώριστη και ωραία σύντροφος, η μεγάλη αδυναμία του Πασά. Μόνο στην αγκάλη της καταλάγιαζε η τρικυμισμένη του ψυχή και γαλήνευε ο νους του. Ζούσε μαζί του στο σεράι και παρέμεινε στο πλάι του ως το τέλος, ζώντας και τον τραγικό του θάνατο στο νησί των Ιωαννίνων.

Μετά τον θάνατο του Αλή μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά απελευθερώθηκε με τη μεσολάβη­ση του Πατριάρχη Άνθιμου Γ’ και παρέμεινε στο Πατριαρχείο για έξι χρόνια. Αργότερα συνελήφθη ξανά από τους Τούρκους κι εξορίστηκε στην Προύσα. Το 1829 απελευθερώθηκε και γύρισε στο κτήμα της στο χωριό Βοϊβόντα (Βασιλική) Καλαμπάκας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στην Κατοχή Αιτωλ/νίας. Πέθανε από δυσεντερία και θάφτηκε στο Αιτωλικό. Ο τάφος της υπάρχει ως σήμερα στον περί­βολο του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Μία επι­γραφή δίπλα του γράφει:

Τάφος Κυρα Βασιλικής Κίτζου
(1789-1834)

Στην Κατοχή Μεσολογγίου σώζονται ακόμα σήμερα ερείπια του πύργου της, της «Κούλιας» ή του «Γουλά», όπως λεγόταν αλλιώς.

Να ’ταν οι κάμποι θάλασσα και τα βουνά ποτάμια,
να πνίγονταν ο Τάταρης που ’φερνε τα φιρμάνια.

Βασιλική φωνάζει τον γέροντ’ Αλή Πασά:

– Μάσε τους μπιμπασήδες και μοίρασ’ τους φλουριά
και βάλε τους σε όρκο μη κάνουν μπαμπεσιά!

– Σήκω κυρα Βασιλική και βγάλε το φακιόλι
και το κεφάλι τ’ Αλή Πασά να πάνε για την Πόλη.
Ξύπνα, καημένε Αλή Πασά, και βάλε τη σιουμπάρα
να ιδείς την κυρα Βασιλική με τον Θανάση Βάγια.

Δημοτικό.

Η κυρά Φροσύνη

Η Φροσύνη ήταν ανιψιά του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γαβριήλ Γκάγκα, του οποίου ήταν και προστατευόμενη. Γεννήθηκε στα Γιάννινα το 1773 και έμενε σε κεντρικό δρόμο της πόλης. Παντρεύτηκε τον πλού­σιο έμπορο ευπατρίδη και πρόκριτο Ιωαννίνων Δημήτριο Βασιλείου και απέκτησε δύο παιδιά. Μέλος της οικογένειάς της ήταν και η πιστή της Βάγια Χρύσα.

Η Φροσύνη, που έμεινε στην ιστορία ως ΚΥΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗ, ήταν μυθώδης και ονειρώδης καλλονή. Ήταν σεμνή, ντροπαλή και μορφωμένη. Ζούσε απομο­νωμένη στο σπίτι της, δεν κυκλοφορούσε στην πόλη, παρά τις Κυριακές και γιορτές, προκειμένου να εκκλη­σιαστεί. Στο σπίτι της δεχόταν περιορισμένες επισκέ­ψεις. Εκεί την επισκέφτηκε και τη γνώρισε κι ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάννινα Πουκεβίλ, ο οποίος την περι­γράφει ως «κόρη θαυμασίου κάλλους και περιφανούς γένους». Αραιά και πού πραγματοποιούσε επισκέψεις στο γειτονικό πλουσιόσπιτο του Ειρηναίου. Εκεί έτυχε να γνωρίσει τον γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ Πασά και αναπτύχθηκε μεταξύ τους σφοδρός έρωτας. Ο Μουχτάρ ήταν τότε 32 ετών και η Φροούνη 28. Ήταν ωραί­ος, αντροπρεπής, μειλίχιος, ευγενής, ευπροσήγορος, εύθυμος και ιππότης.

Ο Μουχτάρ φέρεται να χάρισε στη Φροσύνη ένα σμαραγδένιο δακτυλίδι, δώρο της συζύγου του Ποσού, στον γάμο τους. Το δακτυλίδι το είδε κάποια φορά η σύζυγος του Μουχτάρ φορεμένο στο δάχτυλο της Φροσύνης ή στον κοσμηματοπώλη, όπου το είχε στείλει η Φροσύνη για επιδιόρθωση και έγινε έξαλλη. Πήγε τότε στον πεθερό της τον Αλή και ζήτησε ηθική αποκατά­σταση και τιμωρία της Φροσύνης. Η σύζυγος του Μου­χτάρ Πασού δεν ήταν κάποια τυχαία, αλλά κόρη του πασά του Βερατίου και της Αυλώνας, Ιμπραήμ. Ο γάμος μάλιστα Μουχτάρ και Πασού, «κλείστηκε», μετα­ξύ των συμπεθέρων Αλή Πασά και Ιμπραήμ, με στρα­τιωτικές και εμπορικές συμφωνίες. Η Πασού λοιπόν, με την απειλή ότι θα έφευγε για να επιστρέφει στον πατέρα της, ως θιγμένη και προσβεβλημένη, έπεισε τον πεθερό της Αλή, να «βγάλει από τη μέση» την ανεπιθύ­μητη Φροσύνη. Δεν συνέφερε τον Αλή να χάσει έναν σύμμαχο σαν τον Ιμπραήμ και ν’ ακυρωθούν οι επιτυ­χημένες συμφωνίες!

Ο Αλής, με πρόσχημα την κάθαρση της γιαννιώτικης κοινωνίας από την ανηθικότητα, διέταξε τη σύλληψη 16 γυναικών, καθώς και της Κυρα Φροσύνης και απο­φάσισε να τις θανατώσει πνίγοντάς τες στη λίμνη. Για να μη αντιδράσει ο γιος του Μουχτάρ, φρόντισε να τον στείλει από γρηγορότερα στην Ανδριανούπολη, για στρατιωτικούς λόγους, δήθεν.

Παρά τις εκκλήσεις του Μητροπολίτη Ιωαννίνων και θείου της Φροσύνης Γαβριήλ, καθώς και προκρίτων της πόλης, ο Αλής δεν ανακάλεσε την απόφασή του. Έτσι, αφού πρώτα φυλάκισε τις 17 Γιαννιώτισσες, στις 11 Ιανουάριου 1801, τις παρέλαβαν οι δήμιοι και τις μετέφεραν στην όχθη της λίμνης. Εκεί τις επιβίβασαν σε βάρκες, τις έφεραν στη μέση της λίμνης και δεμένες τις έριξαν στα παγωμένα νερά και τις έπνιξαν! Μαζί με τη Φροσύνη πνίγηκε, ύστερα από δική της επιθυμία, και η πιστή της Βάγια, γιατί δεν άντεχε τον χωρισμό τους. Ένας από τους δήμιους ανέφερε αργότερα, ότι ενώ είχε λάβει μέρος σε πολλά βασανιστήρια κι εκτελέ­σεις, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει τα πρόσωπα των γυναικών την ώρα του πνιγμού και ξυπνούσε συχνά τα βράδια από τις κραυγές τους!

Τα σώματα των γυναικών ξεβράστηκαν στις όχθες της λίμνης και οι Γιαννιώτες τα περιμάζεψαν και τα έθαψαν χριστιανικά. Εκείνο της Κυρα Φροσύνης τάφη­κε στο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Η εκκλησία τίμησε τις γιαννιώτισσες αυτές με ιδιαίτερες τιμές και τις αναγόρευσε σε «Καλλιμάρτυρες»!

Η τραγική ιστορία της Κυρα Φροσύνης ενέπνευσε πολλούς ποιητές, τραγουδιστές και ζωγράφους. Έγινε θρύλος που αγαπήθηκε απ’ τον λαό μας, έγινε μύθος! Πάνω απ’ όλα και πρώτα πρώτα εμπνεύστηκε η δημο­τική μας μούσα.

Το κείμενο αντλήθηκε από βιβλίο που πωλείται στο νησάκι των Ιωαννίνων: Αλή Πασάς, κυρά Βασιλική κυρά Φροσύνη .Φώτης Ραπακούσης Ιωάννινα 2012.

Ακούστε μία σύντομη ξενάγηση σχετικά με το τέλος του Αλή Πασά και τις δύο γυναίκες που έμειναν στην ιστορία, την κ Βασιλική και την κ Φροσύνη. 

Αλή Πασάς
Αλή Πασάς
Το κανόνι του Αλή Πασά
Το κανόνι του Αλή Πασά. Πρόκειται για το μοναδικό κανόνι που διασώθηκε, από τα δεκάδες με τα οποία είχε οχυρώσει το νησί ο Αλή Πασάς, για να αμυνθεί εναντίον των Τούρκων, κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων το 1820-22. Μερικά ακόμη βρίσκονται σήμερα στις δύο ακροπόλεις του Κάστρου των Ιωαννίνων. Όλα είναι αγγλικής προέλευσης και της υψηλότερης για την εποχή τους τεχνολογίας και αποτελούν δώρα του βασιλιά της Αγγλίας προς τον «Λέοντα της Ηπείρου». Συνολικά σε όλες τις οχυρώσεις των Ιωαννίνων υπήρχαν περισσότερα από 250!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *