21 Ιουλίου 2024

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Ιστορία Γενικά

Ποιος ήταν ο Δράμαλης;

Ο σερασκέρης Μαχμούτ πασάς, ο λεγόμενος Δράμαλης, ήταν από τους επιφανείς της αυτοκρατορίας. Πλούσιος από μεγάλο γένος, γνωστός για την παληκαριά του απάνω στ’ άνθος της αντρίκιας ακμής, (όμορφος, μεγαλόπρε­πος. Μέτριος στρατηγός, καθόλου διοικητής άβουλος κ’ όμως ιδιότροπος χανόταν σε μικρολογίες στις μεγάλες περιστάσεις δειχνόταν μπόσικος. Τέλος, αν και πλούσιος, δεν ήταν ανώτερος από τα λεπτά. Γεννημένος μπέης ακολού­θησε το στρατιωτικό στάδιο ευνοούμενος της μάνας του σουλτάνου είχε ανεβεί με την υποστήριξή της. Πολεμών­τας με τους ορεινούς της Θράκης είχε κάποιες επιτυχίες που του ασφάλισαν τη θέση του «Ναζίρη» — διοικητή στρατιωτικού —- της Δράμας και τον τίτλο του πασά πρώ­της σειράς. Οι ‘Έλληνες γνώρισαν για πρώτη φορά τι πράμα ήταν, άμα πέρασε απ’ τη Λάρισα με δυο χιλιά­δες σπαήδες. Αγιάννηδες κ’ ασκέρι της Μακεδονίας, να πάει κ’ αυτός να χτυπήσει τον Αλή πασά, στα Γιάννινα, μαζί με τον Πασόμπεη και τους άλλους. Είχε φερθεί πολύ άσκημα και στους προεστούς και στους αρματολούς του Ολύμπου και του Πηλίου και τους ιερωμένους.

—Πώς τολμάτε, άπιστοι ραγιάδες — είχε πει στους αρ­ματολούς που κατέβηκαν να τον προσκυνήσουν — να πα­ρουσιάζεστε αρματωμένοι μπροστά σ’ ένα τούρκο πασά; Έπρεπε να ’ρθήτε στο φοβερό κατώφλι του σαραγιού μου με στεφάνι από ιτιά στο λαιμό και μπαμπακερό σκουφί στο κεφάλι, σημάδια της δουλείας σας. Χαθείτε από μπρο­στά μου και να μη σας ξαναδώ πιά παρά σα ραγιάδες.

Και στους ιερωμένους των Ελλήνων είχε πει :

— Παπάδες του Χρίστου, πέρασα πολιτείες και χωριά πολλά, είδα πλήθος εκκλησίες και μοναστήρια φρεσκοχτισμένα, δείξτε μου τα φερμάνια που σας δώσαν αυτό το δικαίωμα.

— ’Έχουμε μπουγιουρντιά του Αλή πασά, του είχαν αποκριθεί.

— Ο Αλής, φώναξε ο Δράμαλης, ούτε χαλίφης είναι, ούτε σουλτάνος, αλλά Κάφρος, όπως εσείς. Τις εκκλησίες και τα μοναστήρια σας θα τα γκρεμίσω απ’ τα θεμέλια.

Για να μη βάλει σε πράξη τη φοβέρα του, οι χρι­στιανοί άδειασαν τα κεμέρια τους στη σακούλα του. Ο Δράμαλης είχε πολεμήσει στα Γιάννινα, ένας από τους στρατηγούς του Χουρσίτ. Όταν κατάστρεψαν τον Αλή πασά είχε γυρίσει στη Λάρισα, διοικητής της. Είχε πνί­ξει στο αίμα, το Μάη τούτης της χρονιάς, με τη βοήθεια του Μελέκ πασά, την επανάσταση του Πηλίου. Είχε πολε­μήσει κ’ υποτάξει στ’ Άγραφα το Σταμούλη Γάτσο κ’ είχε καταβάλει το κίνημα του Ασπροποτάμου. Τώρα τον είχαν διορίσει βαλή του Μωριά, διάδοχο του Κιοσέ Μεχμέτ πασά. Μα για να τον κυβερνήσει έπρεπε πρώτα να τον υποτάξει. Τον πρόσταξαν, λοιπόν, να κάμει την εκστρατεία. Ο διπλός διορισμός, βεζύρη του Μωριά και στρατάρχη, του γύρισε τα μυαλά.

Του είχαν ετοιμάσει το σχέδιο της εκστρατείας, φεύγον­τας έδωσε υπόσχεση να υποτάξει το Μωριά σε δυο μήνες. Είχε
κοντά του επιτελείο από πασάδες: Το Μαχμούτ Χασάν Ζίχναλη πασά, υπαρχηγό. Τον Τοπάλ Αλή πασά, πρώην μεγάλο βεζύρη, τον Ερήπ Αχμέτ πασά, πρώην υπουργό των Εσωτερικών, το Χασάν πασά Κασάμπαση τον Τσαρκατσή Αλή πασά, το Δελή Αχμέτ Δελήμπαση, τον Αλή πασά, τον πρώην Αλήμπεη του Άργους, πούχε προβιβαστεί στα Γιάννινα κ’ είχε γίνει πασάς, ακολουθούσε τέλος κ’ ο Γιουσούφ πα­σάς των Σερρών. Εχτός απ’ τους πασάδες τούτους ενώθη­καν στη στρατιά του Δράμαλη κ’ οι δερεμπέηδες όλοις της Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας, όπως ο Εμίν αγάς Κιουπρουλής, ο Μεχμέτ μπεης από την Καστόρια, ο Έμιν μπέης από την Ξάνθη, ο Γιουσούφ μπέης από το Νευροκόπι. Από τα 1715, όταν ο περιβόητος μεγάλος βεζύρης Αλή Κουρμουτζής είχε πάρει από τους Βενετσιάνους το Μωριά, ποτέ άλλοτε η Ελλάδα δεν είχε ιδεί εχ­θρικό στρατό με τέτοια δύναμη, πολυτέλεια και πομπή, να πατεί τα χώματά της, σαν το σώμα που διοικούσε ο Δράμαλης. Πενήντα χρόνια πριν του εικοσιένα και πενήντα χρόνια μετά η Οθωμανική Αυτοκρατορία σε κανέναν πόλεμο δεν είχε παρα­τάξει παραπάνω από εκατό χιλιάδες άντρες. Κι έστελνε τώ­ρα κατά του Μωριά το ένα τρίτο από την όλη πολεμική δύ­ναμή της. Από τριάντα χιλιάδες, πεζούς και καβαλλαρέους, ήταν η στρατιά τούτη του Δράμαλη και χώρια το πυροβολικό. Δεκαπέντε με είκοσι χιλιάδες ήταν τα πολεμικά της άλογα, χιλιάδες τα μεταγωγικά και πεντακόσες γκαμήλες μ’ αποσκευές ακολουθούσαν τη φάλαγγα κ’ η φήμη της μεγάλωνε ακόμα περσότερο. Σαν τεράστιο κοπάδι από ταύρους μούγκριζε, καθώς χύθηκε στην ανατολική Ελλάδα, το επιβλητικό τούτο σώμα και σήκωνε τη σκόνη, σύ­ννεφα πελώρια. Μπροστά πήγαιναν πλήθη ντερβίσηδες, εμί­ρηδες κ’ άλλοι ιερωμένοι, φανατικοί κ’ έξαλλοι, αλαλάζοντας. Άλλοι πάλι ψέλναν θρησκευτικούς ψαλμούς. Τούμπανα ζουρνάδες, σουραύλια, κ’ άλλα όργανα ερχόντουσαν ύστερα με δαιμονισμένο βουητό. Οι άταχτοι τραγουδούσαν και ντουφεκούσαν για γλέντι. Ακολουθούσαν πλήθος υπάλληλοι κ αστρολόγοι και μάγοι και σαλτιμπάγκοι, σαράφηδες, σιδεράδες, τροφοδότες; μικρέμποροι καπνού, σείζηδες, υπηρέτες, δήμιοι με παλούκια, τσιγκέλια και σκοινιά, τα ζώα με τα τσαντήρια, τυχοδιώχτες σκοτεινοί, ληστές ακόμα, ένας κόσμος ανατολίτικος, απίθανος, γεμάτος χρώμα, βουή και φοβέρα. Τέλη του Ιουνίου είχε η στρατιά χυθεί στην Α­νατολική Ελλάδα, χωρίς να την ανησυχήσει κανένας. Α­κράτητος χείμαρρος πλημμύρισε τη Βοιωτία, έκαψε τη Θήβα, έπιασε τη Χαλκίδα, προχώρησε στην Αττική κ’ από τα στενά του Κιθαιρώνα πέρασε στα Μέγαρα. Είδαμε, ότι ανάμεσα Μεγάρων και Κορίνθου, στα περάσματα των Γερανίων, είχαν συστήσει στρατόπεδο οι κυβερνητικοί για να φυλάει το έμπα του Μωριά. Ήταν ως εφτακόσοι στρα­τιώτες, Τριπολιτσώτες, Αργίτες και Κορίνθιοι με το Σέκερη και το Ρήγα Παλαμίδη και καμμιά δεκαπενταριά Μανιάτες με τον Τσαλαφατίνο. Μ’ αυτούς έπρεπε να είχαν ενωθεί κ’ άλλοι πολλοί. Μα οι κυβερνητικοί όσο πρόθυμα μαζεύονταν, αν ήταν να χτυπήσουν τον Κολοκοτρώνη, τόσο δε βιάζονταν τώρα που μάθαιναν πως είχαν να πολεμήσουν με τούρκικες δυνάμεις και μάλιστα σοβαρές.

Οι Δερβενοχωρίτες, όταν οι Τούρκοι κατέβαιναν από τη Θήβα, τρέξανε στους αρχηγούς και τους είπαν να φύγουν, γιατί, τόσοι λίγοι, που ήταν, δε θα μπορούσαν ν’ αντιπαραταχθούν. Έφυγαν πραγματικά και τραβούσαν για την Κόρινθο, με σκοπό να κλειστούν στο κάστρο, όταν φτάσανε σε μια θέση που λέγεται Μυίγες κάθισαν ν’ αναπαυτούν λιγάκι και να φάνε μιά μπουκιά στο πόδι, οι στρατιώ­τες πήγαιναν μπροστά. Ο Σέκερης έστειλε αξιωματικό να τους κρατήσει, για να παν όλοι μαζί. Φοβόταν μη λιποταχτήσουν και σκορπιστούν. Απάνω σ’ αυτό ακούστηκαν ντουφεκιές, καβαλλαρέοι του Δράμαλη, βγαλμένοι γι’ αναγνώριση, πέσαν απάνω τους. Ο Ρήγας Παλαμίδης κ’ ο Σέκερης με λίγους καβαλλάρηδες ρίχτηκαν στη φευγάλα, στα τέσσερα, κατά την Κόρινθο. Οι Τούρκοι στρώνουν από κοντά τους άλλους και σκοτώνουν εφτά, οι Έλληνες σκορ­πίζουν, μα φτάνουν σ’ ένα ρέμα, μαζεύονται γύρο) απ’ το Μπηλίδα, τον Αλέξη Νικολάου και τους άλλους καπεταναίους, πιάνουν ντουφέκι, κρατούν κάμποσο τους Τούρκους και τα καταφέρνουν να κατέβουν στην παραλία και να γλυ­τώσουν. Εκεί πιάστηκε ζωντανός ο Γιώργης Παπαδόπουλος από το Διακοφτό, τον θανάτωσε ύστερα ο πασάς.

Έτσι πήρε ο Δράμαλης τα οχυρά στενά, περήφανος για την επιτυχία του ανέβασε σε κάτι ψηλώματα που τα λένε Αέρες όλο του το πυροβολικό και πανηγύρισε την εισβολή του στο Μωριά με γενικό κανόνι, π’ αντιλαλούσε φοβερό σε κάμπους και βουνά πολλές ώρες. Και τόσο ήταν βέβαιος πως γίνηκε κιόλας κύριος του τόπου, που διόρισε δερβέναγα τον Αρβανίτη Μουσταφά Τσολάκη κ’ άρχισε να μοιράζει τις επαρχίες στους μπέηδες. Στις 5 Ιουλίου πέ­ρασε τον Ισθμό. Την άλλη μέρα μπήκε κ’ έστησε το στρα­τόπεδό του στην Κόρινθο. Το κάστρο ήταν δυνατό κ’ αν η κυβέρνηση, αντί να θέλει να κατατροπώσει τον Κολοκοτρώνη, κοίταζε πως να φυλάξει τον τόπο από τον εχθρό, θα μπορούσε να σταματήσει εκεί πέρα το Δράμαλη για καιρό. Είχε αφήσει όμως το σπουδαιότατο αυτό κάστρο σ’ ένα πρόσωπο από τα πιο γελοία της ελληνικής ιστορίας. Το Γιάκωβο Θοδωρίδη. Καλόγερος και δάσκαλος, αλα­φρός κ’ άναντρος, είχε πάρει τ’ όνομα του δυνατότερου
ηρώα της Ιλιάδας. Είχε βαφτιστεί Αχιλλέας, και φού­σκωνε, φορούσε ρούχα επιδειχτικά, ζωνόταν άρματα πλου­μιστά, δεν είχε διακριθεί παρά μονάχα στην πολυλογία, το σώμα του ήταν δυο στρατιώτες, πιο δειλοί κ άπ αυ­τόν, δυο σωματοφύλακες. Σε τέτοιον άνθρωπο είχαν αφή­σει το κάστρο οι κυβερνητικοί. Οι Τούρκοι μπήκαν στην Κόρινθο με τρεις κολώνες. Η πρώτη βάδισε από τ’ ανα­τολικά της πολιτείας, από τον παλιό δρόμο, η δεύτερη από το βορεινό, τον παραλιακό, από το μέρος του σαραγιού του Κιαμήλμπεη και του Σοούκ χαμάμι, κ η τρίτη, από το λεγόμενο Τουρμπέ, το παλιό τούρκικο τζαμί. Ο Αχιλλέας είδε την εισβολή, από τον πιο ψηλό προμαχώνα — την τάπια της Σταύραιζας. Μα τον έκοψε τέτοια τρομάρα που στο μυαλό του δε μπήκε ούτε στιγμή να σταθεί να πολε­μήσει. Κ είχαν ανέβει στο κάστρο καμμιά τρακοσαριά ντουφέκια που μπορούσαν να βαστάξουν. Ο Αχιλλέας είχε άλλη δουλειά . Μέσα στο κάστρο κρατούσε η επανάσταση φυλακισμένο τον Κιαμήλμπεη, με την αιώνια ελπίδα να φανερώσει τους θησαυρούς του. Ο άκαπνος αρχηγός πρό­σταζε να θανατώσουν όλους τούς υπηρέτες και τούς ακό­λουθους του μπέη, δυό-δυό, τρείς-τρείς, τους βγάζαν από τη φυλακή σε μια δυτική τάπια του κάστρου, πούχασκε κάτω ρέμα βαθύ, άλλους σκότωναν κι άλλους γκρέμιζαν σ΄ αυτό το ρέμα. Αποφάσισαν την άλλη μέρα ν΄  αφήσουν το κάστρο. Έδιωξαν τα γυναικόπαιδα, ο Υδραίος αρχιπυροβολητής Γιωργάκης Μπούτυς βούλωσε τα κανόνια, ο Αχιλλέας, ο υποφρούραρχος Λαλάκας, ο Υδραίος καπετάνιος Δ. Κριεζής και μερικοί άλλοι της φρουράς αποφάσισαν σε συμβούλιο να σκοτώσουν τον Κιαμήλμπεη, τη φαμίλια του και να βάλουν φωτιά στη μπαρουταποθήκη του κάστρου. Ο Κιαμήλμπεης δεν έπρεπε να ζήσει γιατί ήξερε τον
τόπο καλά και μπορούσε να οδηγήσει τους πασάδες, η φαμίλια του ήξερε τους θησαυρούς του και μπορούσε να τους μαρτυρήσει στους Τούρκους, να τους μεταχειριστούν κατά των Ελλήνων. Όσο για το μπαρούτι, ούτε λόγος πως δεν έπρεπε να τ’ αφήσουν του Δράμαλη. Ο Δημήτρης Μπενάκης ξέκαμε το μπέη. Ήταν μισή ώρα πούχε γεί­ρει ο ήλιος, όταν μπήκε στη φυλακή με δυο πιστόλες. Ο Κιαμήλμπεης σηκώθηκε γελαστός. Ο Μπενάκης τ’ άδειασε αμέσως τη μιά πιστόλα, κατάστηθα, ο μπέης έπεσε μπρού­μυτα, ο Μπενάκης του τράβηξε τότε και την άλλη. Κ’ έ­φυγε απ’ την πόρτα του κάστρου, ακολουθώντας τη φρουρά που υποχωρούσε. Θρήνος και σπαραγμός ακούστηκε απ’ το παλάτι του μπέη, οι Έλληνες νόμισαν πως ο Αχιλλέας έσφαζε τη φαμίλια του Κιαμήλμπεη, γιατί αυτός είχε αναλάβει το έργο, καθώς και να βάλει φωτιά στη μπαρουτα­ποθήκη. Κατεβαίνοντας προς την πόρτα του κάστρου βε­βαίωσε τους συντρόφους του, πως ξεμπέρδεψε τα χαρέμια του μπέη, έλεγε όμως ψέματα. Τις γυναίκες τις είχε όλες όργανα της ακολασίας του και τις προστάτεψε. Οι θρήνοι τους ήταν για τον μπέη, είχαν ακούσει τις πιστολιές στη φυλακή — το παλάτι ήταν απέναντι — και κατάλαβαν. Όσο για τη μπαρουταποθήκη, ο Αχιλλέας την άφησε, φοβή­θηκε να βάλει φωτιά και σ’ αυτό το φυτίλι ακόμα. Οι Έλληνες τιμώρησαν αργότερα τον άθλιο τούτο φρούραρ­χο. Τον .μουτζούρωσαν, τον φτύσαν, τον βρίζαν προδότη, τον φυλάκισαν ως που τρελάθηκε απ’ την τροπή του.

Το κάστρο τώρα παντέρημο, μονάχα η φαμίλια του Κιαμήλμπεη και τα χαρέμια της ακολουθίας του είχαν απομείνει, να το γεμίζουν με το θρήνο τους. Η γυναίκα του μπέη έπεσε αναίσθητη, όταν βεβαιώθηκε για το θάνατο του αντρός της. Σαν ήρθε στον εαυτό της έστειλε μια αραπίνα σκλάβα της στο σερασκέρη να του πει πως είχαν αδειάσει το κάστρο. Ο Δράμαλης απόρησε, πίστευε πως εκεί θάχε πόλεμο, στην αρχή έδειξε δυσπιστία, έστειλε ό­μως και βεβαιώθηκε. Στις οχτώ Ιουλίου μπήκε μέσα. Η χήρα κ’ η μάνα του Κιαμήλπεη, με τις δούλες κ’ όλη την ακολουθία των χαρεμιών σήκωσαν με τα ίδια τους τα χέρια την τουρκική σημαία στο κάστρο, άνοιξαν τις πόρτες του στο Δράμαλη και τον δέχτηκαν, κλαίγοντας.

— Ο χαμός του μπέη μου, είπε η χήρα στον πασά, έ­λυσε τον δεσμό μου μ’ αυτόν όπως έσβησε τη λάμψη της ευτυχίας και του μεγαλείου μου, άλλο δε μ’ απομένει παρά το απαρηγόρητο πένθος. Θέλω να σε παρακαλέσω, μεγάλε και δοξασμένε πασά μου, να σηκώσεις μνημείο άξιο στον Κιαμήλμπεη. Κ’ άκουσε τούτο: Εδώ κοντά, σ’ ένα πηγάδι, είναι κρυμμένοι οι θησαυροί του, που για δαύτους έχασε τη ζωή του. Είναι δικοί σου, πασά μου, πάρτους, μ’ αυτούς να εκδικηθείς το θάνατό του. Ο πασάς έβαλε σουγιολτζήδες κ΄εβγαλε λένε, απ το πηγάδι χρυσάφι αξίας απάνω από είκοσι εκατομμύρια. Αντί όμως να κάμει μνημείο στον κιαμήλμπέη παντρεύτηκε την όμορφη χήρα. Οι γάμοι γίναν επισημότατοι, για να καλοκαρδίσει τη νύφη ο πασάς έβαλε και χτίσαν ζωντανούς τους Έλληνες σκλάβους πούσερνε κοντά του από διάφορες πολιτείες και χωριά, στολίζοντας έτσι το κάστρο, καθώς λέει ποιητής του καιρού, με φρικαλέα αγάλματα, και δυό παπάδες ασπρογένηδες τους κρέμασε με το κεφάλι κάτω.    

 Βαθύπλουτος τώρα κ’ από τα δικά του κ’ από τα ξέ­να, δοξασμένος σερασκέρης μεγάλης στρατιάς, φανταζόταν, από το λαμπρό τούτο προοίμιο, εύκολο το θρίαμβο κ’εβλε­πε τον εαυτό του από τώρα, ο Δράμαλης, παντοδύναμο βεζύρη του Μωριά και γλήγορα μεγάλο βεζύρη στην όχθη του Βοσπόρου. Έκανε όμως το λογαριασμό του χωρίς τον Κολοκοτρώνη.

Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Είχε παγώσει το αίμα του κοσμάκη, όταν άρχισε ν’ απλώνεται στον τόπο το μαύρο σύγνεφο της επιδρομής. Πρώτος είχε δώσει την είδηση στο Μωριά ο Ανδρούτσος. Η κυβέρνηση τούχε δώσει αμνηστεία για το φόνο των αποσταλμένων της, κ’ είχε ξαναρχίσει μαζί της αλληλογρα­φία, έτσι μπόρεσε να γράψει στον Κανακάρη, αντιπρόεδρο του εκτελεστικού, το λακωνικό και σαρκαστικώτατο τούτο γράμμα: «Σας στέλνω τριάντα χιλιάδες Τούρκους για να ομονοήσετε, κάμετέ τους ό,τι μπορέσετε. Εγώ σας δίνω υπόσχεση να μην αφήσω να περάσουν άλλοι και παίρνω απάνω μου το  σερασκέρη Χουρσίτ πασά». Ο Ανδρούτσος εξηγούσε στον Κολοκοτρώνη, μ’ άλλο γράμμα, το σχέδιο του : Αν χτυπούσε το Δράμαλη, άλλο δε θάκανε παρά ν’ αναγκάσει τους Τούρκους να τον δυναμώσουν, χωρίς να μπορέσει και να τον κρατήσει τελικά. : Έτσι θα τον έστελνε ακόμα πιο δυναμωμένο στο Μωριά. Άφησε, λοιπόν, να περάσει για να χτυπήσει, απομονωμένες έπειτα, τις ενισχύ­σεις που θα τούστελναν. Και πραγματικά είχε κατορθώσει να διαλύσει τρεις χιλιάδες Αρβανιτάδες, π’ακολουθούσαν το Δράμαλη, λέγοντας στους αρχηγούς πως θαύρουν τον τάφο τους στο Μωριά. Τον άκουσαν τόσο ευκολώτερα, όσο είχαν υποχρέωση στον Κολοκοτρώνη πούχε φυλάξει τη μπέσα του στην Τρίπολη και την Κόρινθο και δεν ήθελαν να τον πολεμήσουν. Σαν μπόμπα έσκασε το γράμμα του Οδυσσέα στην κυβέρνηση. Και την ταραχή αύξαιναν φρι­χτές διαδόσεις : σε μυριάδες ανέβαζαν τους Τούρκους κ’ η αρμάδα μ’ αμέτρητα καράβια, μπλοκάριζε, λέγαν, απ’ολούθε το Μωριά. Οι έφοροι των Σαλώνων γράφαν στη Βου­λή : «Οι εχθροί έκαμαν το κίνημά τους κατά την Λεβαδίαν και καίουν. Εμείς, ως ολίγοι, μη δυνάμενοι να πιάσωμεν τα πόστα εκείνων των μερών ευρισκόμεθα εις τα σύνορά μας» και γήρευαν βοήθεια το γληγορώτερο. «Δια τους οικτιρμούς του Θεού έγραφε στη Βουλή, από τα Σά­λωνα, παλιό Γιωργάκης ΙΙαπαηλιόπουλος—να προφτάσουν τα στρατεύματα, ότι αν εμάς χαλάσουν εδώ, το γένος όλο εχάθη, η δύναμις των εχθρών είναι μεγάλη … η υπέρτατη Βουλή γνωρίζει τον κίνδυνο της πατρίδος και ας πάρει τ’ αναγκαία μέτρα». Τα ίδια γράφουν από τη Θήβα, την Αθήνα, τα μέρη των Μεγάρων, την Κόρινθο — από παν­τού. Κ’ επειδή απόκριση καμιά δεν παίρνουν από μια κυ­βέρνηση που δεν είχε ως εκείνη τη στιγμή άλλο στο μυα­λό της παρά πως θα φάει τον Κολοκοτρώνη, αρχίζει να φουσκώνει παντού, καθώς ο εχθρός ζυγώνει ολοένα, το κύμα της αναρχίας και της φυγής. Οι λαοί της Βοιωτίας και της Αττικής φεύγουν στα βουνά, τις σπηλιές και την Κομλοΐρη όπου φτάνουν κατατρομαγμένα και τα μέλη του Αρείου Πάγου. Δεν υπάρχει πια σ’αυτά τα μέρη καμιά διοίκηση, οι πληθυσμοί αφηνιάζουν, αρπαγές, ληστείες, φόνοι, καταχρήσεις, αδικίες, δυό-τρία μέλη του Αρείου Πάγου γράφουν στην κυβέρνηση, να βγάλει διαταγές, να ξαναφέρει τον κοσμάκη στα συγκαλά του. Μα ποιά κυβέρ­νηση; Θα ιδούμε σε λιγάκι που βρίσκεται κ’αυτή.

Ο Ρήγας Παλαμίδης κ’ οι άλλοι πούχαν φύγει, όπως είδαμε αντουφέκιστοι, απ’τα Μεγάλα Δερβένια, φουσκώ­νουν το κύμα του πανικού σ’ όλη την Κορινθία. Απ’όπου περνούν λένε φοβερά πράματα: Πως είχαν γλυτώσει μό­νοι αυτοί, πως οι άλλοι Έλληνες είχαν όλοι χαθεί και τούτο, λέγαν, γιατί, αντί να πάρουν τα βουνά, είχαν σκορ­πίσει στον κάμπο και μιλιούνια καβαλάρηδες Τούρκοι τους ζώσαν, τους πετσόκοψαν. Η τρέλα της φευγάλας κυρίεψε τους πληθυσμούς των χωριών της Κορίνθου και της πο­λιτείας. Έφευγε ο καθένας όπως μπορούσε και μ’ό,τι μπορούσε, τα πάντα ερημώθηκαν πάλι, όπως και την πε­ρασμένη χρονιά, που είχε μπει, όπως είδαμε, ο Κεχαγιάμπεης. Τώρα όμως το κακό ήταν πολύ μεγαλύτερο. Ήταν μια έξοδο βιβλική, αλλοφροσύνη, σάστισμα, θρήνοι και σπαραγμοί, άλλοι τραβούσαν κατά την Περαχώρα, άλλοι μπαίναν σωροί στα καΐκια για την Αίγινα, μακριές λιτα­νείες από τα γυναικόπαιδα παίρναν, κλαίγοντας και τρέχοντας, το δρόμο για το Κιάτο, για το Φενεό, να σκαρφαλώσουν σ’όποιο βουνό λάχαινε μπροστά τους. Σε ποιο σπαραχτική θέση απ’ όλους, εκεί στην Κόρινθο, βρέθηκαν οι πρόσφυγες, άντρες και γυναικόπαιδα, της Χίου, είχαν γλυτώσει απ τη μεγάλη σφαγή κ’ είχαν καταφύγει εκεί με την ελπίδα να ησυχάσουν, μα η φωτιά και το μαχαίρι του Τούρκου, που ερχόταν ανεπάντεχα να τους κυνηγήσει πάλι, με διπλή τρομάρα και συντριβή ακολουθούσαν τους άλλους, σε καινούργιους, άγνωστους δρόμους, άλλες περιπέτειες. Η φρίκη κ’ η απελπισία είχαν απλωθεί παντού. ‘Όλοι πίστευαν πως χάθηκε το παν, βλέποντας τη Στερεά να καίγεται και το Μωριά πλημμυρισμένο Τούρκους. Αλη­θινή τραγωδία ξέσπασε στο Άργος, την έδρα του εκτελεστικού και του βουλευτικού. Πόσο στρατό είχε κει πέρα διαθέσιμο η κυβέρνηση; Κανείς δεν ξέρει: Οχτώ χιλιά­δες άντρες λέγαν τα μιστοδοτικά της χαρτιά. Καπνός όμως είχαν γίνει, διαλύθηκαν με τις πρώτες ειδήσεις για τον ερχομό του Δράμαλη. Βαρύτατος γογγυσμός σηκώνεται από το λαό και καταριέται την κυβέρνηση, πως πρόδωσε τον αγώνα κ’ άφησε ανοιχτές τις πόρτες του τόπου στους εχθρούς. Ο λαός είναι σε τέτοιον αναβρασμό, που χάνει τα ηνία η κυβέρνηση από τα χέρια της, η ατμόσφαιρα είναι τέτοια, που οι επίσημοι φοβούνται για τη ζωή τους. Τη νύχτα της πέμπτης Ιουλίου έφυγαν όλοι, κρυφά, σαν κλέφτες για τους Μύλους, για να καταφύγουν σε δυο καράβια. Τη γολέττα «Τερψιχόρη» των Κουντουριιότηδων και τη γολέττα «ΙΙελεκάνος» του Νικόλα Κυριακού. Ήταν δύο από το εκτελεστικό. Ο Κανάρης κ’ο Ορλάνδος, τέσσερις υπουρ­γοί. Ο Νέγρης πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και των Εξωτερικών, ο Κωλέττης των Εσωτερικών και προσωρινώς του Πολέμου, ο Φραντζέσκος Βούλγαρης υπουρ­γός των Ναυτικών κ’ ο κόντες Αντρέας Μεταξάς της Αστυ­νομίας. Ήσαν ακόμη κ’ έντεκα μέλη της βουλευτικής επι­τροπής: Βασίλης Μπουντούρης. Σκανδαλίδης, Καρακατσάνης, Μοναρχίδης, Καραπάνος, Διαμαντόπουλος, Βλάσης, Αμανίτης, Κωνσταντάς, Κυριαζής και Λάμπρος Αλεξανδρής. Αλλά λησμόνησαν τ’αρχεία. Ο Κανακάρης φώναζε:

— Τ’ αρχεία! πρέπει να γλυτώσουμε τ’ αρχεία!

— Εδώ το έθνος χάνεται, του είπε κάποιος και συ αρχεία μου γυρεύεις;

Το έθνος ας χαθεί, αποκρίθηκε ο ευσυνείδητος γραφειοκράτης, φτάνει να γλυτώσουν τ’ αρχεία!

Έτσι ο γερουσιαστής Περρούκας κ’ο Αναστάσης Ελαιών φρόντισαν να τα σώσουν στη γολέττα πούταν κ’ ο Κανα­κάρης.

Όταν οι άνθρωποι ξύπνησαν την άλλη μέρα και δεν είδαν ούτε κυβέρνηση, ούτε αρχές, ούτε υπάλληλους, ούτε στρατό, απόμειναν σαν νεκροί. Άξαφνα σ’όλη την πολι­τεία σηκώθηκε ξεφωνητό:

— Τούρκοι! Έρχονται οι Τούρκοι!

Μερικοί απ’ τους Μανιάτες του Πετρόμπεη φώναζαν έτσι για να διώξουν τον κόσμο απ’ το Άργος και να κά­μουν υστέρα πλιάτσικο με την ησυχία τους. Άγριος πρω­τάκουστος πανικός έπιασε τον άοπλο, ανυπεράσπιστο κ’απελπισμένο πληθυσμό. Άφηναν τα σπίτια τους ανοιχτά, ρίχναν στα πηγάδια όλα τα δυσκολομετακόμιστα πράματα, παίρναν στους ώμους ό,τι μπορούσαν και μάνες με τα παιδιά στην αγκαλιά, κορίτσια και νέοι, βοηθώντας γέρους και γριές, δόθηκαν στη φευγάλα, με θρήνους και βουή. Κ’ εδώ ήταν πρόσφυγες απ’τη Χίο και τη Μικράν Ασία κ’ έτρεχαν με τους άλλους μέσα στο γενικό σίφουνα του τρόμου και της παραζάλης. Οι πλιατσικολόγοι πέσαν αμέ­σως με τα μούτρα, στα έρημα σπίτια, τα μαγαζιά, τα γρα­φεία και τις αποθήκες του δημοσίου. Κ’ αν τύχει κ’ εύρισκαν ανθρώπους ακόμα μέσα, τους έβγαζαν με τη βία κ’ άρπαζαν τα πάντα, δεν άφηναν ούτε τ’ άγια εικονίσματα. Έλεγαν στους νοικοκυραίους ότι τάπαιρναν για να μην πέσουν στα χέρια των απίστων. Γύμνωναν όλους τους αδύ­νατους, πούφευγαν για να γλυτώσουν. Και πρώτους απ’ όλους, φυσικά, τους πρόσφυγες. Οι δρόμοι προς τους Μύ­λους και την Τρίπολη, ανθρωποπόταμοι φευγάλες, γίνηκαν θέατρο απέραντης ληστείας. Απάνω σ’ αρπαγμένα βόδια και μουλάρια φόρτωναν τα πλιάτσικά τους και πίσω από το ρέμα των φυγάδων σέρνονταν τα καραβάνια των πλιατσικολόγων. Απάνω σ’ ένα κουτσό άλογο είχε φορτώσει άνθρωπος του Νέγρη τη βιβλιοθήκη του. Ένας Μανιάτης άρπαξε το άλογο—για τα βιβλία σκοτιζόταν πολύ λίγο. Πούλησε, λίγο παρακάτω, το άλογο για πέντε φλωρίνια, σ’ έναν καπετάνιο, που το χρειαζόταν για να κουβαλάει το νερό του λόχου. Σαστισμένος είδε πως μαζί με τ’ άλογο αγόρασε και τη βιβλιοθήκη του υπουργού των Εξωτερι­κών. Η βιβλιοθήκη αυτή πουλήθηκε ύστερα, στον Αστίγγα για δυο τάλλαρα. Στο μοναστήρι της Παναγιάς εί­χε η κυβέρνηση συστήσει ένα μικρό εργοστάσιο, που έκοβε τη μονέδα. Η λύσσα της αρπαγής ήταν τόση που πλιατσικο­λόγησαν κ’αυτό το εργοστάσιο και πήραν ένα μέρος από τα εργαλεία, που τους ήσαν ολωσδιόλου άχρηστα. Τέλος το χρυσάφι και το ασήμι πούχε μαζέψει, όπως είδαμε η κυ­βέρνηση, απ’ όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, για τις ανάγκες του πολέμου, οχτακόσες οκάδες, το πήραν οι Σπετσιώτες στα καράβια τους, τάχα να το γλυτώσουν, και το κράτησαν, γιατί τους χρωστούσε η κυβέρνηση έξοδα και μιστούς του στόλου. Και να η επανάσταση απομένει πάλι χωρίς λεπτό. Φήμη τρέχει σ’ όλη την Ελλάδα, πως κ η τελευταία σκιά κυβερνητικής εξουσίας έχει διαλυθεί και πως ο τόπος είναι στην αναρχία. Το μαθαίνει ο Άμιλτων, ναύαρχος της αγγλικής μοίρας και προστάζει τις ναυτικές δυνάμεις που κρατούν τον αποκλεισμό τ’ Αναπλιού να τον διαλύσουν:

— Αφού δεν έχετε πια κυβέρνηση, τους λέει, δεν είσαστε παρά συμμορία ληστών! Και σε ληστές δεν επιτρέπω να κάνουν αποκλεισμούς.

Είδε κ’ έπαθε να τον πείσει ο Ορλάνδος, πως δεν είχε η κυβέρνηση διαλυθεί. Οι ίδιες διαδόσεις της αναρχίας φτάνουν και στα νησιά του Αιγαίου κ’ οι καθολικοί το βρίσκουν πάτημα και θέλουν να γυρέψουν προστασία της Γαλλίας, με την πρόφαση πως, γλυτώνοντας αυτοί, θα μπορέσουν να υπερασπίσουν και τους ορθοδόξους χριστια­νούς. Καμιά ελπίδα δε φαίνεται πουθενά, η επανάσταση ψυχομαχεί. Ο Μαίτλαν, ο Άγγλος αρμοστής στα Εφτάνησα, προφητεύει:

Τον Αύγουστο η Ελλάδα δε θα υπάρχει.

Η κυβέρνηση, αυτοφυλακισμένη στις δυο υδρέικες γο­λέτες, στους Μύλους, παραλυμένη, κοιτάζει μονάχα πως θα ξεφύγει απ τη φοβέρα του λαού. Πολεμάει το Δράμαλη με προκηρύξεις, από τα καράβια μέσα πούχει κατα­φύγει. Σ’ αυτές τις προκηρύξεις πασχίζει ακόμα να ρίξει την ευθύνη της συφοράς στον Κολοκοτρώνη: «Εν κόμμα σκανδαλοποιών γράφει κατεγίνετο να ματακόσει τας σωτηριώδεις πράξεις της κυβερνήσεως, σπείροντες ζιζάνια εις τον λαόν. Εκ τούτου δύο χιλιάδες Έλληνες εις τον Ισθμό σφήκαν ως εκ συνθήκης και διέβη ο εχθρός και ήλθεν εις Κόρινθον». Και πάρα κάτω: «Όσοι με τα όπλα δεν δύνανται να εξολοθρεύσουν την Ελλάδα, ραδιουργούν- τες, έδωσαν, εις το κόμμα τούτο την πρώτην γέννησιν και το κινούσι. σήμερον, ουδόλως φαινόμενοι. εις τάς όψεις των κινούμενων’ τόσον αρκεί ότι να καταλάβετε…» Κ’ ε­πειδή δύσκολα θα καταλάβαινε ο λαός τη σκοτεινή αυτή περικοπή ο Κωλέττης εξηγούσε σ’όσους μπορούσε, στους Μύλους, πως ο Κολοκοτρώνης κ’ οι φίλοι του είναι προ­δότες, πως έχουν συνεννοηθεί με τους Τούρκους, να ξαναδουλώσουν τους Έλληνες. Και πως επίτηδες αργεί ο Κολοκοτρώνης να βαδίσει κατά του Δράμαλη, για να τον α­φήσει να πιάσει όλο το Μωριά! Ήταν τέτοιες οι συκο­φαντίες, που ο ίδιος ο Κανακάρης, μ’ όλο πούταν κυβερ­νητικός φανατικός, του φώναξε :

— Κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει ούτε τον Κολοκοτρώνη, ούτε άλλον καπετάνιο του Μωριά για προδότη, άξιο να προσκυνήσει Τούρκους.

Βρίζουν και συκοφαντούν με λύσσα τον Κολοκοτρώνη, την ίδια ώρα, όμως, επίσημοι και λαός, σκόρπιοι, τρομαγ­μένοι, κρυμμένοι, δικοί του, αντίθετοι, αδιάφοροι, απ’αυτόν και μόνον προσμένουν τη σωτηρία. Ο Υψηλάντης του στέλνει ταχυδρόμους και τον εξορκίζει να τρέξει. Κ’ η κυβέρνηση προσπέφτει τέλος στο έλεος του: Του στέλνει έναν υπουργό της, τον κόντε Μεταξά. Μα καθώς θα ιδούμε, τους έχει προλάβει όλους. Μια καρδιά μονάχα δεν έ­χει δειλιάσει αυτή τη στιγμή, μια ψυχή μένει ορθή, μια θέληση αλύγιστη: Ο Κολοκοτρώνης. Έχει καταλάβει πως τώρα ο αγώνας είναι για όλα κ’ έχει ζώσει το σπαθί, να γλυτώσει άλλη μια φορά, την επανάσταση και την Ελλάδα.

Η ΕΞΟΡΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ

Άμα οι δικοί του μαντατοφόροι τον βεβαίωσαν πως με τα μάτια τους είχαν δει τον εχθρό στη Κόρινθο, έριξε στη θάλασσα και μίση και πάθη, ξέχασε τον εσωτερικό α­γώνα. Την ίδια στιγμή, επιδειχτικά, να τον ιδούν όλοι, πηγαίνει στα γραφεία της Γερουσίας, όπου πριν δεν είχε πατήσει, γιατ’ ήταν θυμωμένος με το σώμα τούτο, για το άδικο έγγραφο που τούχαν κάμει για τη διάλυση της πο­λιορκίας της Πάτρας. Μερικοί από τους γερουσιαστές εί­χαν φύγει, φοβισμένοι από τις διαδόσεις της εισβολής, για τα βουνά της Αρκαδίας, δίνει αδερφικά το χέρι σ’ όσους βρίσκει εκεί. Και δακρυσμένος, υπογράφει επίσημα την εθνική σύμπνοια, το κοινό μέτωπο κατά του εχθρού με τού­τα τα λόγια :

— Κάμετε κουράγιο, εγώ θα βγω να πολεμήσω. Και σεις βάλετε τα δυνατά σας, να προφτάσουμε να στείλουμε από τις επαρχίες στρατεύματα στο Άργος, κοιτάξτε να με φροντίζετε από τροφές και μπαρουτόβολα, Ό Θεός είναι μ’ εμάς, δε θα μας αφήσει να χαθούμε.

Αυτά δεν ήταν απλά λόγια, ήταν πίστη βαθειά στο Θεό, στον αγώνα, στους Έλληνες, στον εαυτό του, που πλημμύριζε τα ηρωικά του στήθη. Η πρώτη σκέψη του, πριν κηρύξει τη γενική επιστράτευση του Μωριά, ήταν ν’ ασφαλίσει την Τρίπολη, την ορεινή του πρωτεύουσα, την πλούσια, σχετικά πολυάνθρωπη και οχυρή, το προπύργιο της λευτεριάς κλειδί όλων των μεγάλων δρόμων, όπου θα μαζευόταν ο επαναστατικός στρατός, για να βαδίσει κατά του εχθρού. Κ’ ήταν βέβαια θεία βουλή πως βρέθηκε νάχει συνάξει ο Κολοκοτρώνης, όπως είδαμε, για τον εσωτε­ρικό αγώνα, δυο χιλιάδες παλληκάρια — αυτά που είχε ο­δηγήσει στην Τρίπολη. Τα ετοίμασε, για πόλεμο, την ί­δια στιγμή. Έκραξε τους αρχηγούς, τον Πλαπούτα και τον Αντώνη Κολοκοτρώνη, τους εξήγησε τι θέλει: Ο Πλαπούτας με τους δικούς του να πάει να πιάσει τα δυτικά βουνά της βόρειας πλευράς του αργολικού κάμπου, το —κοινοχώρι και τα στενά της Βάρδας. Ο Αντώνης με τους άλλους να πιάσουν τη Νεμέα. Να κάμουν σιδερένιο φραγμό ανάμεσα Τριπολιτσά και Άργος, να μην περνάει ούτε φίδι, όχι Τούρκος, για να μπορέσει να ετοιμαστεί κ’ άλλος στρατός. Ο ΙΙλαπούτας, μάλιστα, να στείλει μια εμπροσθοφυλακή ως τα ψηλώματα της Κορίνθου— ο Γέρος δε φαντάζεται πως οι Έλληνες έχουν αφήσει το κάστρο — και να ρίξουν μια μπαταριά, να τον ακούσουν πως φτάνει, έρχεται ο Κολοκοτρώνης. Μα πριν τους ξεκινήσει ο αρχη­γός θέλει να τους μιλήσει. Αρματώνεται, φορεί την περι­κεφαλαία του, καβαλικεύει τον Κεχαγιά, τους συνάζει στον πελώριο πλάτανο. Φωτιές πετάν τα μάτια του, λάβα το στόμα του:

Έλληνες! Βρουχιέται σα λιοντάρι, σείοντας, την πυκνή, ψαριά του χαίτη, εσείς δεν ήσαστε που καταστρέ­ψατε τους Τούρκους σε τούτη δω τη πρωτεύουσα; Οι Τούρκοι εκείνοι στις καρδιές μας είχαν σπείρει το φόβο, αφόντας είμαστε μικρά παιδιά και δεν κοτάγαμε να τους κοιτάξουμε στα μάτια! Ζώντας με τούτους τόσον καιρό, στον ίδιον τόπο, αν και τύραννοι που ήταν, τους περνά­γαμε για καλούς, πολλοί από μας τους λέγαν προστάτες κ’ ευεργέτες. Και μόλον τούτο για την αγάπη της πατρίδας και για την πίστη του Χριστού σηκώσαμε τ’ άρματα και τη σημαία του σταυρού. Χυθήκαμε σα λιοντάρια και τους σπαράξαμε. Αφού, λοιπόν, τους ντόπιους αυτούς Τούρκους χαλάσαμε κ’ αποχτήσαμε πατρίδα και λευτεριά, πως μπορούμε πότες να φοβηθούμε τους καινούργιους τού­τους βάρβαρους, που δεν τους ξέρουμε και μας έρχονται από μακριά, να μας πάρουν πίσω τη λευτεριά και τον τόπο; Έλληνες! Και τούτους θα τους χαλάσουμε. Είναι θέλημα του Θεού. Είναι κοντά μας και μας βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστη μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς μας, για τις γυναίκες μας και τα κορίτσα μας, τ’ αδύνατα παιδιά μας, για τους αδερφούς και τους φίλους, για τη ζωή μας, τα χτήματά μας, τα σπίτια μας, τη λευτεριά και την τιμή μας, για τα δίκια που ο Θεός μας χάρισε και που δε μπορούμε να ζήσουμε στον κόσμο χωρίς αυτά. Κ’ όταν ο δίκαιος Θεός μας βοηθάει, ποιος εχθρός μπορεί να μας κάνει καλά; Έλληνες! Στ’άρ­ματα! . . . Στον πόλεμο! … Οι Τούρκοι ετούτοι, που κότησαν να πατήσουν τον τόπο μας θα χαθούν σε λίγες μέ­ρες, ήρθαν να μας δώσουν αφορμή να μας θαμάζει ο κό­σμος, ήρθαν για να μας φέρουν άρματα κ’ άλογα και γρόσια κ άλλα πράματα που μας χρειάζονται, για τον πόλεμο. Θα τους συντρίψουμε με τη βοήθεια του Θεού και θα τούς τά πάρουμε.

Αυτά τα λόγια αναφτερώνουν τις καρδιές, τα παλληκάρια κοιτούν κατάματα το μεγάλο τους καπετάνιο, ατάραχο μέσα στη φουρτούνα, για να του πουν πως συντάσσονται με την απόφαση του θανάτου, τραγουδούν, καθώς η φά­λαγγα κινάει και περνάει από μπροστά του, το σκοπό τού Διάκου:

Τρία πουλάκια κάθονται
στου Διάκου το ταμπούρι.

Ο Κολοκοτρώνης, βουρκωμένος, παρακολουθεί ως που τα μπαϊράκια τους χάνονται βαθειά, στον ορίζοντα. Η βάση για την εξόρμηση έχει διασφαλιστεί.

Τώρα στη δουλειά του. Σπιρουνίζει τ’άλογο του, γυρίζει στο σπίτι του Κράζει ταχυδρόμους, μικροκαπεταναίους καί ντελάληδες. Τους ταχυδρόμους στέλνει στους φίλους του καπεταναίους, στη Μάνη, τη Μεσσηνία, κ’ αλ­λού, στο Μούρτζινο, στους Καπετανάκηδες κ’ άλλους, να τρέξουν με τα παλληκάρια τους, να τον ανταμώσουν όπου κ’ αν πάει, τους μικροκαπεταναίους τους στέλνει για στρατολόγηση, θα πάρουν από παλληκάρια που μόλις ιδρώνει το μουστάκι τους ως τα ψαρά μαλλιά, «τσεκούρι και φω­τιά» στο σπίτι των δισταχτικών. Στο φόβο του Δράμαλη πούναι μακριά, ξέρει ν’ άντισηκώσει το φόβο του Κολοκοτρώνη. Τους ντελάληδες τους αμολάει, την ίδια ώρα, μέσα στην Τρίπολη και στά κοντινά χωριά. Ό­σοι μπορούν να σηκώσουν άρματα — ηλικία δεν έχει να κάνει — να συναχτούν αμέσως να ορδινιαστούν, Η επι­στράτευση γενική, Ο στρατός φεύγει αύριο, μετά δυο ώρες όποιος δεν είναι στ’ άρματα — εξόν ανήμποροι και γέροι — θα ντουφεκιστεί. Η βροντερή φωνή του σαν κεραυνός αχολογάει σε ρέματα, βουνά και κάμπους του Μωριά. Μι­λάει σ’ όλα τα αισθήματα, φόβο, αγάπη, φιλοδοξία, πίστη, μεταχειρίζεται όλες τις προλήψεις: Διασπείρει στο λαό, πως σε πλάτες αρνιών, κόκκαλα περιστεριών, ακόμα και κοράκων, έχει διαβάσει βέβαιη, αναπόφευκτη, την κα­ταστροφή του Δράμαλη. Στή φωνή του κατεβαίνουν απ’ τα βουνά, χείμαρροι, τα παλληκάρια, ξαρμάτωτα, ξυπόλυτα και γίνονται ποτάμι που παφλάζει και βουίζει κατά την Τρίπολη. Είναι σαν άλλος Μωυσής, μέρα σ’ αυτά τα πλήθη, που τους φυσάει θάρρος στην καρδιά, κ’ ελπίδα. Μελίσσι πάει κ’ έρχεται στο σπίτι του. Οι φευγάτοι γε­ρουσιαστές παρουσιάζονται. Τους διαιρεί αμέσως σε τρία τμήματα. Το ένα με τον αντιπρόεδρο Φωτήλα, τον ΙΙαπαγιαννακόπουλο, τον Καλόγερο, τον Οικονομίδη και τον Κύριλλο, προστάζει να μείνει στην Τρίπολη. Τ’ άλλα δύο θα τρέξουν σ’ όλες τις επαρχίες να επιβλέψουν τη στρατολόγηση, να διαλύσουν τις ραδιουργίες των κυβερνη­τικών και να οδηγούν τους αποπλανημένους πολίτες στο χρέος τους. Το κεντρικό τμήμα μοιράζει τη δουλειά : Ο Παπαγιαννακόπουλος θα φροντίζει για τα μπαρουτόβολα. Ο Καλόγερος για τα τρόφιμα του στρατού, ο Οικονομίδης θα κάνει τον ταμία. Μα λείπει το μολύβι για τις μπάλες των ντουφεκιών. Ο Θεός βοήθησε, ο ενθουσιασμός που σήκωσε ο Κολοκοτρώνης είναι τόσος, που ο Αναγνώ­στης Κανελλόπουλος στέλνει στη Γερουσία — κ’ ας τον πληρώσουν όταν θα έχει το έθνος! — από την Ανδρίτσαινα ενενήντα καντάρια μολυβί: Ότι του τώχε στείλει, από τη Μάλτα ο αδερφός του, να το εμπορευτεί. Ο Κολοκοτρώνης βάζει να μαζώξουν όλα τα βαρίδια των ζυγαριών κ’ όλα τα μολυβένια είδη από σπίτια και μαγαζιά. Όλη τη μέρα κ’ όλη τη νύχτα ο γραμματικός του κ’ οι γραμματικοί της Γερουσίας γράφουν προκηρύξεις στις επαρχίες: «Αδελφοί χριστιανοί και συμπολίτες, ο εχθρός όρμησε εναντίον της φιλτάτης πατρίδος . . . κινδυνεύομε να χαθούμε, άλλο τώρα είμεθα και εις την περίσταση, καθ’ ην θα λάβωμε την ελευθερία μας. Λοιπόν ανάγκη να τρέξουμε όλοι, όσοι πιστοί από δέκα οκτώ χρόνων έως εξήντα με όπλα, με ξύ­λα, με πέτρες, με οιονδήποτε βλαπτικόν τρόπον εναντίον του κ’ έστε βέβαιοι ότι θα τον νικήσωμεν και θα επισφραγίσωμεν την ανεξαρτησίαν μας . . . Διορίζεται εις καπετάνιος εις την επαρχία σας διά να φροντίσει περί της εκστρα­τείας των επαρχιωτών σας κ’ έχει το πληρεξούσιο να τι­μωρήσει τους απειθείς και λιποτάκτες με τρόπον αυστηρότατον. Οι προκηρύξεις γίνονταν σε μια κόλλα χαρτί, τσακισμένη στη μέση. Στη μια μεριά υπόγραφε η Γερουσία και στην άλλη ο Κολοκοτρώνης. Η υπογραφή του αρχηγού τους έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα, έκανε γνωστή μ’ επίσημο τρόπο, την ομόνοια της πολιτικής και στρατιω­τικής εξουσίας. Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε κοιμηθεί όλη τη νύχτα, υπογράφοντας χαρτιά και δίνοντας προσταγές. Τα δυο τμήματα της Γερουσίας φύγαν για τις επαρχίες με τις προκηρύξεις. Αφού ο αρχηγός τα ετοίμασε όλα, πρόσταξε, πρωί-πρωί, τη σωματοφυλακή του να σκορπιστεί στην Τρίπολη και να σκοτώνει, χωρίς καμιά διαδικασία, όσους μπορούσαν να σηκώσουν άρματα και δεν ήθελαν ν’ ακο­λουθήσουν στον πόλεμο. Αφού κ’ αυτό έγινε, όρδίνιασε τους άντρες του, καβαλίκεψε, έκανε το σταυρό του και ξε­κίνησε. Μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες είχε ξεσηκώσει το Μωριά, ένοιωθε πως τον τραβάει όλον πίσω του, μ’ έναν πόθο. Της νίκης η του θανάτου.

Ο Κολοκοτρώνης τραβούσε μπροστά ο Καραχάλιος με τη σημαία, η σωματοφυλακή του έπειτα κ’ όσους είχε μαζέ­ψει απ’ την Τρίπολη και τα χωριά. Πήραν το δρόμο του Παρθενιού. Απάνω από το καταράχι, όταν φτάσαν, βλέ­πουν έναν καβαλάρη νάρχεται στα τέσσερα. Είδαν κ’ έπαθαν να τον σταματήσουν. Ήταν ο Ρήγας Παλαμίδης, ο φευγάτος απ’ τον Ισθμό, ερχόταν να κρυφτεί. Κατατρο­μαγμένος, χλωμός, είπε και στον Κολοκοτρώνη το γνωστό παραμύθι για τη σφαγή όλων των Ελλήνων και τα μιλιούνια τους Τούρκους. Ο αρχηγός αγρίεψε:

      — Φοβήθηκες του φώναξε και φοβίζεις και τον

κόσμο. Στο δρόμο σπέρνεις λόγια πως μας πλάκωσε η Τουρκιά και κατατρομάζεις το λαό. Δεν έχω καμιά μποτίλια λάδι να σου δύσω, σύρε και μην κοινολογάς πως χάθηκε το στράτευμά σου, αφού δε στάθηκες να πολεμή­σεις. Να πας στην Τρίπολη να ψυχώσεις τη Γερουσία, ν’ ασφαλίσεις τη φαμίλια σου και να γυρίσεις να έρθεις στον πόλεμο !

Ο πατέρας του Ρήγα Παλαμίδη, άρχοντας της Τρίπο­λης και Μωραγιάννης, πριν απ’ το εικοσιένα, που τούκοψε ο πασάς το κεφάλι, είχε βαφτίσει τον Κολοκοτρώνη. Και με τη μποτίλια το λάδι θέλησε ο αρχηγός να του πει πως, αναδεχτός του πατέρα του Ρήγα, δε μπορούσε να του κά­μει κακό και να πατήσει το λάδι της κουμπαριάς. Ο ΙΙαλαμίδης όμως έφυγε πάλι στα τέσσερα, έφτασε στην Τρί­πολη και δημιούργησε τέτοιον πανικό, που όλος ο κόσμος άρχισε να φεύγει στα βουνά και μοναχά η Γερουσία στάθηκε. Του γύρεψαν τις δέκα χιλιάδες γρόσια, που τούχαν δώσει για την εκστρατεία. Υποσχέθηκε να τα γυρίσει πίσω στη Γερουσία, μα τη νύχτα έφυγε κρυφά για τη Μάνη. Στον πανικό του πίστευε πως η Ελλάδα είχε χαθεί, πήγαινε να γλυτώσει το κεφάλι του. Όταν ο Ρήγας προσπέρασε, ο Κολοκοτρώνης είδε πως τα παλληκάρια του είχαν μουδιάσει απ’ αυτά π άκουσαν. Άρχισε τότε να τραγουδάει δυνατά και να κάνει το χαρούμενο. Λίγο πιο κάτω απάντησαν το Λυκούργο Κρεστενίτη με δεκαπέντε π’ ανέβαιναν το βουνό.

— Που πάτε, βρε Έλληνες; τους ρώτησε.

— Θα πεταχτούμε στον Πύργο και γυρίζουμε.

— Να μας γράφετε, τους είπε ο Κολοκοτρώνης κοροϊ­δευτικά.            

Πιο κάτω, λίγο πριν πέσουν στον κάμπο, βρήκαν κά­πιο Ζατουνίτη με δυο φορτώματα πετσιά εργασμένα, για παπούτσια. Ο αρχηγός τα πήρε για ποδεμή των παλληκαριών του και του έδωσε απόδειξη να πληρωθεί τα διπλά. Για πολλές δεκάδες χρόνια ύστερα γύριζε ο άνθρωπος το χαρ­τί του στα υπουργεία και τα ταμεία. Στον Αχλαδόκαμπο, στου Αγά πασά το χάνι, βλέπουν καραβάνι μανιάτικο, με πλιάτσικα. Άμα αγνάντεψαν τον Κολοκοτρώνη, φοβήθη­καν, φόρτωσαν ένα-δυό στα μουλάρια κι έκαναν τάχα τους άρρωστους, του θανατά:

— Που πάτε, βρε; Που πάτε, που ο Τούρκος έρχεται από πίσω και θα σας πελεκήσει; τους φώναξε ο αρχηγός.

— Πάμε τους αρρώστους μας και να ξεφορτωθούμε τα πράματά μας, του αποκρίθηκαν, και γυρίζουμε.

Ο Κολοκοτρώνης αγρίεψε:

– Στου διαόλου τη μάννα να πάτε, Κακαβούλια! Βρόν­τησε η φωνάρα του.

Και τράβηξε γοργά κατά το Ταβούλι. Εκεί απαντήθηκε με τσούρμο καβαλαρέους: Ήταν ο Υψηλάντης, ο Κρεββατάς, ο ΙΙετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο αρχιμανδρίτης Φλέσσας, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Ευμορφόπουλος, ο Κώ­στας Αλεξάντρου, τέλος ο Κάντε Μεταξάς με τον Παπαλεξόπουλο και τον Αντρέα Καλαμογδάρτη, επιτροπή που τούστελνε η κυβέρνηση, απ’ τους Μύλους, απ’τα καράβια, για να φιλιωθεί μαζί του:

— Που αφήκατε τον εχθρό; τους ρώτησε αυστηρά: Και που πάτε; Τους είδατε τους Τούρκους με τα μάτια σας; Έχουμε κανένα κάστρο να χωθούμε; Η καμιά δύναμη να τραβηχτούμε και ν’αφήσουμε τον κοσμάκη, να τον σκλαβώσουν; Που πάτε λοιπόν;

Το αίμα του είχε ανέβει στο κεφάλι, το μάτι του άστραφτε.

— Για σένα ερχόμαστε! Μουρμούρισαν κάποιοι.

— Και τι με θέλετε;

Από σένα περιμένουμε να σώσεις την πατρίδα. Ε­σένα οι Έλληνες αγροικούν να τους προστάζεις να πολε­μήσουν και να μην ξεσυνεριστείς την κυβέρνηση για όσα σούκαμε.

— Κ’εσάς καρτέραγα για να μου πείτε να κάνω το χρέος μου;

Τους κοίταξε περήφανα. Κανείς δεν κότησε να βγάλει άχνα. Ο Μεταξάς τον ζύγωσε, τον τράβηξε παράμερα.

— Στο χέρι σου είναι, Κολοκοτρώνη, του είπε, να κα­ταλύσεις την κυβέρνηση. Στοχάσου όμως την εντύπωση στο εξωτερικό και την αναρχία στο εσωτερικό. Ξέχασε τα περα­σμένα. Αυτοί τι τους μέλλει; Φεύγουν, κρύβονται, σκεπά­ζονται, η ατιμία θα μείνει σε σένα κ’ η συφορά στο λαό. Οι Τούρκοι ήρθαν με παλούκια, με κρεμάλες να τον υπο­τάξουν . . .

— Πάψε! πάψε ! . . . Είπε ο Κολοκοτρώνης και ξέσπασε σε κλάματα. Τραβήχτηκε παράμερα να μην τον ιδούν. Είχε συγχωρέσει.

Tο σχέδιο του Κολοκοτρώνη

Ο αρχηγός, αδερφωμένος μ’ όλους τώρα, γυρίζει μ’ αυτούς, την ακολουθία του και τη φρουρά του, στου Αγά πασά το χάνι, να σκεφτούν, να καταστρώσουν σχέδιο. Αυτό το χάνι, με πολλές θολογυριστές καμάρες, ήταν αρ­κετά ευρύχωρο. Τραβήχτηκαν σε μια γωνιά, πήραν κάτι πρόχειρο, τους φέραν λίγο κρασί, άρχισαν να κουβεντιά­ζουν. Ένα γράμμα έφτασε από τους Μύλους βιαστικό με πληροφορίες. Το έδωσαν στο Φιλήμονα — τον ιστορικό — πούταν στην ακολουθία του Υψηλάντη, να το διαβάσει. Μα, καθώς ήταν βραχνιασμένος από τις φωνές πούχε κά­μει στο Άργος, πασχίζοντας να μποδίσει τους άρπαγες να ληστεύουν των πληθυσμό, δεν μπορούσε να το διαβάσει λεύτερα,  πρόφερε γρ… γρ… γράχ και κανένας δεν κατα­λάβαινε τίποτα.

— Ας το διαβάσει ο πρίγκιπας! είπε ο Κολοκοτρώνης.

Το πήρε ο Υψηλάντης, μα κ’ αυτός ήταν βραχνιασμέ­νος, μιλούσε με τη μύτη, πρόφερε κ’ αυτός βάφ-βάχ-άβ…

Ο Κολοκοτρώνης έβαλε τα γέλια…

—Ο ένας γράχ-γρά, ο άλλος βά-βάχ’ μας διορθώσατε κ’ οι δυο. Ως που να διαβάστε το πισινό ξεχνάμε το μπροστινό.

Όλοι γέλασαν’ μα το γέλιο έσβησε στά χείλη τους. Κάποιος είπε:

— Για γέλια είμαστε τώρα;

Ο Κολοκοτρώνης τινάχτηκε, ήθελε να δώσει κουράγιο.

— Και γιατί δε θα γελάσουμε; Τα χάσατε με δέκα παλιότουρκους; Αύριο θα τους στενοχωρήσω πουθενά, να ιδούν που θα παν τα μπουστουβάνια τους. Τι θέλουν κ’ αυτοί οι παληομουρτάτες, εδώ στο Μωριά που μου ήρθα­νε; Αφού δεν κάμανε οι ντόπιοι προκοπή, ούτε αυτοί θα κάμουν.

Τους πήρε η νύχτα, ήταν κουρασμένοι κι ανάβαλαν τις αποφάσεις για το πρωί. Ο Κρεββατάς έμεινε στο ίδιο κο­νάκι με τον Κολοκοτρώνη. Ο πλουσιότατος αυτός προε­στός του Μιστρά, κυβερνητικός, είχε πολεμήσει τον αρχη­γό, μα τώρα που τον έβλεπε αληθινά μεγάλο, την ώρα του κιντύνου, είχε μετανιώσει, ώρες κουβέντιαζαν πριν κοι­μηθούν τούλεγε πως θάναι στο εξής φίλος πιστός κ’ αφοσιωμένος. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του που του είπε σε μια στιγμή:

  • Ένα μιλιούνι γρόσια δίνω, Κολοκοτρώνη, για τις ανάγκες του πολέμου.
  • Ε ! φίλε μου ! του αποκριθεί ο αρχηγός: Εγώ γρόσια δε χρειάζομαι τώρα, θέλω στρατιώτες, μπαρουτόβολα και τροφές γράψε στην επαρχία σου να έρθουν.

Ο Κρεββατάς κάθισε όλη τη νύχτα κ’ έγραφε. Άλ­λους όμως πλούσιους τους έβαλε να δύσουν. Είχε μ’ ένα λόγο του τόσο ενθουσιάσει, άξαφνα, το Λουκόπουλο, πούδωσε για την εκστρατεία χίλιους διακόσους χρυσούς μαχμουτιέδες, ποσό σοβαρότατο για την εποχή.

Πρωί-πρωί άρχισε το πρώτο πολεμικό συμβούλιο. Γνώ­μες ακούστηκαν πολλές, στρατηγική όμως μία : Του Κολοκοτρώνη.

— Θα κλείσουμε το Δράμαλη, τους είπε, μέσα στον κάμπο, του Άργους, σαν το ποντίκι στην φάκα. Σφιχτά θα τον ζώσουμε ανάμεσα θάλασσας και βουνών. Και δε θάχει σε λίγο τι να φάει τ’ ασκέρι του και τ’ άλογά του. Δε θα τον αφήσουμε ούτε στιγμή σε ησυχία θα τον λιανίζουμε σιγά-σιγά, ως που να μπαϊλντίσει, να ρέψει και να παραλύσει, σύγκαιρα θα μαζώνουνται, περσότεροι ολοέ­να, οι δικοί μας. Κ’ όταν πληθύνουμε καλά, έχει ο Θεός . . .

Ο Γέρος είχε καταλάβει, πολύ σωστά, πως η χρονο­τριβή θα ήταν τούτη τη φορά σύμμαχος των Ελλήνων. Ήθελε να κερδίσει καιρό για να προφτάσουν οι ενισχύ­σεις που πρόσμενε από τις επαρχίες. Σύμφωνα μ’ αυτό το σχέδιο το συμβούλιο αποφάσισε να γίνουν τρία πράματα. Α. να συστηθεί το ελληνικό αμυντικό στρατόπεδο στους Μύλους, και να οργανωθεί ο ανεφοδιασμός. Γι’ αυτό να οχυρωθούν οι Μύλοι, να πιαστεί το γειτονικό παλιό κάστρο στο λόφο του Ποντίνου και να βασταχτεί με γερές δυνάμεις το Κεφαλάρι του Άργους — πηγές του ποταμού Ερασίνου. Β. Να πιαστεί και να βασταχτεί όσο μπορού­σαν περσότερο το κάστρο του Άργους. Και Γ. Να καούν το γρηγορότερο, σ’ όλο τον κάμπο, αθέριστα σπαρτά, σανά, θημωνιές, αποθήκες, ό,τι χρήσιμο και φαγώσιμο, να μη μείνει άλλο από χώμα και πέτρα. Οι Μύλοι, χωριό παρά­λιο, στα νότια του Άργους, είναι δέκα χιλιάδες διακόσα τριάντα μέτρα μακριά απ’ την πολιτεία τούτη, απάνω στο δρόμο της Τρίπολης και κοντά στη λίμνη Αέρνη. Λέ­γονταν Μύλοι Αφεντικοί, γιατί εκεί πέρα ήταν νερόμυλοι δημόσιοι, που άλεθαν επί τουρκοκρατίας το στάρι της φρουράς τ’ Αναπλιού. Κοντά στους Μύλους βρίσκεται το Κιβέρι, το τελευταίο χωριό, η νοτιότερη παραλιακή άκρη της επαρχίας, τόπιασαν κ’ αυτό. Έτσι κλείναν στο Δράμαλη το δρόμο προς την Τρίπολη. Όσο για το Κεφαλάρι, τις πηγές του Ερασίνου, μια ώρα και κάτι έξω από την πολιτεία, στα μισά του δρόμου από Άργος σε Μύλους, έπρεπε να πιαστεί και γιατί συμπλήρωνε την αμυντική γραμμή των Ελλήνων και γιατί, πιάνοντάς το, στερούσαν από τους Τούρκους το νερό. Βάζοντας έτσι κέντρο της γραμμής τους Μύλους, είχαν πίσω τους τη θάλασσα, την κυβέρνηση που ήταν στα καράβια και, σ’ ώρες ανάγκης, κάποια βοήθεια κ’ από τον ελληνικό στόλο.

— Γιάννο, είχε πει ό Κολοκοτρώνης στο παιδί του, να πάρεις στη στιγμή εκατόν πενήντα στρατιώτες, να κατεβείς και να πιάσεις τους Μύλους, να πεις στην κυβέρνηση και τους άλλους τις αποφάσεις μας και πως έρχομαι όπου και νάναι, κ’ αν σ’ εύρει, παιδί μου, πόλεμος, να κράξεις τα καράβια της πεθεράς σου, της Μπουμπουλίνας, να ζυ­γώσουν, να σε βοηθήσουν με τα κανόνια.

Έτσι άρχισαν να εκτελούν το σχέδιο. Όσο για το κά­στρο του Άργους, ρημάδι, ανεφοδίαστο, είχαν αποφασί­σει να το πιάσουν μονάχα σαν ψηλή, στρατηγική θέση, για να καρφώσουν όσο μπορούσαν περσότερο, μπροστά σ’ αυτή την πολιτεία, τον εχθρό. Ο Φιλήμων έχει φέρει την είδηση πως το κάστρο δεν είναι πιασμένο. Ο Κολο­κοτρώνης κράζει τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη, το Θόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη:

Να πάρετε, τους προστάζει, εκατό ανθρώπους δια­λεχτούς, να πάτε στο φτερό να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους, άμα το πιάσετε να μου κάμετε φανό – σημείο – πως το βαστάτε.

— Πάμε, καπετάνιο, μα χανόμαστε.

— Σύρετε κι εγώ σας παίρνω στο λαιμό μου.

Οι τρεις καπεταναίοι φεύγουν με τα παλληκάρια τους.

Την ίδια στιγμή φτάνει από τους Μύλους ο Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, φέρνει μαντάτα του αρχηγού, πως σαρανταεννιά καβαλλαρέοι του Δράμαλη με τον Αλή πασά — τον Αργήτη πρώην Αλήμπεη — εί­χαν προχωρήσει στ’ Άνάπλι. Το κάστρο το πολιορκούσαν οι Έλληνες από τον Απρίλη του εικοσιένα, η πολιορκία είχε διαλυθεί όταν μπήκε ο Κεχαγιάμπεης στο Μωριά, είχε όμως ανασυσταθεί από την άνοιξη τούτης της χρονιάς, σφιχτότερη από πριν. Οι Τούρκοι, στενοχωρημένοι από την πείνα κ’ αφού τελείωσαν το σιτάρι και τα τρόφιμα που τους είχε πάει, όπως είδαμε, τον Οκτώβρη τής περα­σμένης χρονιάς, ένα καράβι, κάμαν συνθήκη να παραδο­θούν, ν’ άφήκουν τα κάστρα και τα δυο τρίτα της περι­ουσίας τους και να παν μ’ ελληνικά καράβια στην Ασία. Κ’ είχε στείλει επιτροπή μάλιστα η κυβέρνηση να καταγρά­ψει τις περιουσίες και να παραλάβει τα κάστρα, είχαν μπει μαζί με την επιτροπή κ’ εκατό στρατιώτες με την ελλη­νική σημαία. Γι ασφάλεια πως η συνθήκη θα εκτελεστεί, συμφώνησαν να δοθούν όμηροι, πέντε Τούρκοι πρό­κριτοι και να πιάσουν οι Έλληνες το Μπούρτζι, το θα­λασσινό κάστρο. Πενήντα στρατιώτες από τους εκατό πούχαν μπει πήραν το Μπούρτζι κ’ είχαν σηκώσει και την ελληνική σημαία. Κ’ οι όμηροι δόθηκαν, η συνθήκη όμως δεν είχε εκτελεστεί από τη φαγωμάρα της επιτροπής: Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης — μέλος — είχε βάλει στο μάτι ένα όμορφο τούρκικο σπίτι. Κ’ ήθελε να το πάρει δικό του. Και δεν τελείωνε την παραλαβή, αν δεν του τόδιναν. Η κυβέρνηση, για να πάψουν τα χασομέρια, του το παραχώρησε. Ο Ορλάνδος όμως — άλλο μέλος — τόθελε για λογαριασμό του. Και θύμωσε κ’είχε γυρέψει κ’αυτός τα μηνιάτικα για τα δώδεκα καράβια που θα πήγαιναν τους Τούρκους στην Ασία. Κ’ επειδή δεν είχαν λεπτά πρόχειρα να του δώσουν αργούσε κ’ αυτός κ’ η επιτροπή να τελειώσει. Έτσι φτάνει ο Δράμαλης κ’ αυτοί δεν έχουν παρα­λάβει τ’ Ανάπλι. — το χάνουν. Ο Αλή πασάς μπήκε με τους σαράνταεννιά καβαλαρέους του απάνω στ ή ν ώρα. Τον δέχτηκαν μ’ ατελείωτες κανονιές, μ’ αλαλαγμούς χαράς και με «ντουβάδες», δεήσεις και γονυκλισίες στα τζαμιά τους. Στη στιγμή παράλαβε τα κάστρα, εξόν από το Μπούρτζι, που το βαστάν οι Έλληνες, ακύρωσε τη συνθήκη, βεβαίω­σε τους Τούρκους πως έφτασε στρατός και στόλος αμέτρητος, τσάκωσε όσα μέλη της επιτροπής μπόρεσε και τάβαλε σε περιορισμό με φρουρά κ’ έδωσε κουράγιο στους υπερα­σπιστές του κάστρου. Οι Έλληνες κράτησαν τους ομήρους και τους έστειλαν κ’ αυτοί στους Μύλους, στη γολέττα του Νέγκα. Ο Κολοκοτρώνης, όταν άκουσε από το Γηγόπουλο για τους καβαλαρέους που μπήκαν στ’ Άνάπλι με τον Αλή πασά, κατάλαβε πως ο Δράμαλης θα χυθεί με τη στρατιά του στον κάμπο, θέλει να τον σταματήσει, να τον χασομερήσει μπροστά στο Άργος, ως που να πήξει καλά το στρατόπεδο στους Μύλους. Στέλνει στη στιγμή τον ίδιο το Ρηγόπουλο, στο παιδί, του τον Πάνο, πούχει φύγει για τους Μύλους, να του πει να τρέξει κ’ αυτός στο κάστρο του Άργους, να δυναμώσει το Μπαρμπιτσιώτη και τους άλ­λους. Τον ίδιο καιρό λέει στον Υψηλάντη και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να κατέβουν γλήγορα στους Μύλους κ’ αφού κάμουν ό,τι μπορούν για να συστηθεί το στρατόπεδο, σύμφωνα με το σχέδιο που κατάστρωσαν, να δυναμώσουν κ’ αυτοί μ’ άλλους άντρες το κάστρο. Τέλος στέλνει αγγε­λιοφόρους στους Αργείτες καπεταναίους ν’ αρχίσουν να καίνε τα πάντα στον κάμπο. Έτσι την ώρα που ξεκινάει ο Δράμαλης την πρωτοπορία και τέλος το κύριο σώμα του από την Κόρινθο για το Άργος, με την πεποίθηση πως θα κάμει κ’ εδώ ένα στρατιωτικό περίπατο, οι δρόμοι, τα κάστρα, τα επίκαιρα σημεία, έχουν πιαστεί απ’ τις πρώτες δυνάμεις πούχει κινήσει ο Κολοκοτρώνης. Κ’ αυτά τα μέρη π’ ονειρεύεται πως θα στήσει τρόπαια θριάμβου θα γίνουν γλήγορα ο τάφος του.

Από τις δέκα Ιουλίου άρχισαν τα προχωρημένα κλι­μάκια του Δράμαλη να χύνονται στον κάμπο. Ο Πλαπούτας, πούχε στήσει το στρατόπεδό του στο Σκοινοχώρι μ’οχτακόσια διαλεχτά παλληκάρια, μόλις άκουσε πως στον κάμπο φάνηκαν Τούρκοι, καβαλίκεψε τ’ άλογό του, πήρε κ’ άλλους καβαλαρέους, το Μπούκουρα, το Σπηλιωτόπουλο και το Μαστρογιώργη και βγήκε γι’ αναγνώριση κατά τα Φίχτια και το Χαρβάτι. Απαντήθηκε με καβαλαρέους του Δράμαλη που προχωρούσαν μπροστά για την ίδια δουλειά. Πέφτει απάνω με το σπαθί. Ένας Τούρκος του το σπάζει στα δυό, τον λαβώνει στη μύτη. Παίρνει το σπα­θί του Σπηλιωτόπουλου. Σκοτώνουν δυό Τούρκους. Στέλ­νει το σπασμένο σπαθί του στη Γερουσία, να του δώσουν άλλο. Του στέλνουν ένα τιμητικό γράμμα, σπαθί όμως δεν έχουν να του δώσουν. Οι στρατιώτες τους ορμούν κατά των Τούρκων της πρωτοπορείας, η συμπλοκή γενικεύεται. Εξήντα Τούρκοι νεκροί. Είναι το πρώτο μήνυμα στο Δρά­μαλη που έρχεται ο Κολοκοτρώνης. Την άλλη μέρα δεύ­τερο μικρό σώμα της πρωτοπορείας πέφτει απάνω στον Αντώνη Κολοκοτρώνη, στο στενό της Νεμέας. Οι Τούρκοι σκορπίζουν, πέφτουν δεκαεφτά νεκροί. δυό χιλιάδες έρχον­ται από πίσω. Ορμούν μ’ αλαλαγμούς. Τα παλληκάρια του Αντώνη λυγίζουν. Υποχωρούν κανονικά. Πιάνουν τον Άη-Γιώργη, στο κέντρο της Νεμέας. Η συμπλοκή γίνε­ται πεισματική. Το μισό χωριό κρατούν οι Έλληνες, τ’ άλλο μισό οι Τούρκοι, από τη λύσσα τους βάζουν φωτιά στ’ ακρινά σπίτια. Μα δεν κάνουν τίποτα. Τα παλληκάρια τους τινάζουν τέλος έξω από το χωριό, που μένει στα χέρια των Ελλήνων. Ο τόπος αρχίζει να καταλαβαίνει πως έχει καρδιά, ντουφέκι, διεύθυνση πολέμου. Ο Κολοκοτρώνης πίσω, στα Νερά του Αχλαδοκάμπου, συγκεντρώνει δυνά­μεις. Έχουν φτάσει κοντά του οι Αγιοπετρίτες με το Ζαφειρόπουλο και κάμποσοι Μιστριώτες. Έχουν γίνει όλοι ως χίλιοι. Μαζί του είχε μείνει κ’ ο Παπαφλέσσας. Δίνει παραγγελιά στον Αχλαδόκαμπο να του στείλουν αμέσως τροφή για τους άντρες και τ’ άλογα. Ο ενθουσιασμός εί­ναι τώρα τόσος, που οι γυναίκες τρέχουν στη στιγμή με φορτώματα και μ’ όλους τους άντρες του χωριού, αρματω­μένους, μπροστά:

— Να τους άντρες μας — λένε στον Κολοκοτρώνη — να τους πάρεις στον πόλεμο. Κ’ αν δεν είναι παλληκάρια να βγάλουν τ’ άρματα και να τα φορέσουμ’ εμείς, τέτοιους άν­τρες δεν τους θέλουμε.

Ο αρχηγός κ’ ο Παπαφλέσσας γέλασαν, τις ευχαρίστη­σαν, κράτησαν τους άντρες και τις έστειλαν στα σπίτια τους. Τέλος ξεκίνησαν, κατέβηκαν στο Κάτω Μπέλεσι κ’ από κεί στη Στέρνα και το Μαλαντρίνο, εκεί ο αρχηγός απαντή­θηκε, για πρώτη φορά, με Τούρκους του Δράμαλη, πεζούς και καβαλαρέους, πούχαν μπει να πλιατσικολογήσουν στο χωριό. Ο Κολοκοτρώνης τους έκλεισε σ’ ένα σπίτι, τους κάλεσε να παραδοθούν. Ήταν γκέγκηδες, αποκρίθηκαν με βρισιές. Τα παλληκάρια τους ρίχτηκαν με τέτοια λύσσα, που ο Κωσταντής Μανιάτης, από τη Νεμνίτσα, σωματοφύλακας του αρχηγού, ζύγωσε σε μια από τις ντουφέκιστρες, έπιασε το ντουφέκι ενός γκέγκη και του φώναξε: —-.Ριχτό, κάμε ό,τι έχεις να κάμεις, γιατί δεν έχεις πια κανένα διάφορο άπ’ αυτό!

Μάζεψαν τους φράχτες του χωρίου και βάλαν φωτιά στο σπίτι. Οι γκέγκηδες, για να μη καούν η να μη πια­στούν, άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Ήταν δεκα­πέντε. Δεν απόμεινε κανείς.

ΤΟ ΑΜΥΝΤΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ

Ο Κολοκοτρώνης μετά το Μαλαντρίνο, τράβηξε κατά τον Άη Γιώργη της Νεμέας, περνώντας από το Γυμνό. Άπ’ έξω από τούτο το χωριό, μια γριά που δε θυμόταν πια τα χρόνια της, ακουμπώντας στο ραβδί της, με τη μύ­τη σχεδόν στα γόνατά της, τον σταμάτησε, σήκωσε το καταχιονισμένο κεφάλι της, τον κοίταξε με κρύο, απόκοσμο μάτι, σα Μοίρα ήταν :

— Από μέρες τώρα, γέρο Κολοκοτρώνη, του είπε, όρ­νια πετάν απάνω άπ’ την καλύβα μου και σκούζουν και γυρεύουν αίμα, σύρε οπού το θέλημα του Θεού σε κράζει οι Μουρτάτες θα χαθούν!

Τον Άη-Γιώργη, μεγάλο χωριό, πρωτεύουσα της Νεμέ­ας, πέντε ώρες από τ’ Άργος, οχτώ άπ’ την Κόρινθο, έκαμε ο Κολοκοτρώνης κέντρο πολεμικό. Οργάνωσε και ψύχωσε τα στρατεύματα, τάβαλε στις προσταγές του ξαδέρφου του γέροάρματωλού Μάρκου Κολοκοτρώνη. Σύ­στησε αμέσως επιμελητεία στο Κούτσι. Και διόρισε γενικό οδηγό για τους δρόμους, τις θέσεις και τα βουνά της Νεμέας το Γιώργη Δανόπουλο. Αυτό το στρατόπεδο είχε και νοσοκομείο, στο μοναστήρι της Παναγιάς του Βράχου, με διευθυντή τον ηγούμενο Δανιήλ, φιλικό από τους πιο φα­νατικούς. Ο Κολοκοτρώνης έριξε τη στρατηγική ματιά του στο Δερβενάκι, το στενό. Αφού είχε βουλώσει τους δρόμους για την Τρίπολη ήθελε να επιβλέπει και τα νότα του Δράμαλη, να σφηνωθεί ανάμεσα Κόρινθο και Άργος. Κατά τη βορεινή άκρη του στενού και δυτικά του βρίσκε­ται τ’ Αγριλόβουνο. Το φυλάει σαν τεράστιο, περήφανο τσοπανόσκυλο και βλέπει ολάκερο τον αργολικό κάμπο. Από κει θα μπορούσαν να κατασκοπεύουν όλες τις κινήσεις των Τούρκων. Ο Κολοκοτρώνης πρόσταξε να το πιάσουν και να φτιάξουν δυνατό ταμπούρι. Εκεί έστειλε τον Αντώνη Κολοκοτρώνη με τρακόσα γερά παλληκάρια. Πρόσταξε ακό­μα κ’ έφτιαξαν, μέσα στο στενό, δεξιά και αριστερά, σε διά­φορες θέσεις άλλα ταμπούρια. Έστειλε σύγκαιρα τον ηρω­ικό καπετάνιο Παπά-Δημήτρη, από το Χρυσοβίτσι, με το σώμα του, να πιάσουν και να ταμπουρώσουν το Ζαχαρία, ένα χωριουδάκι, που πέφτει από τ’ Άγριλόβουνο νοτιοδυ­τικά.. Πρόσταξε τέλος τον ξάδερφό του, το Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, το λεγόμενο και Ντασκούλια, να πάει στα Τρίκκαλα της Κορίνθου, να μαζώξει τους Κορινθίους και να τους φέρει στο στρατόπεδο. Η αμυντική αλυσίδα των Ελλήνων άρχιζε άπ’ τη Νεμέα, περνούσε, απ το Δερβενάκι στον αργολικό κάμπο, τραβούσε δυτικά, στο Σκοινοχώρι και τη Βάρδα κ’από κει, από την πίσω μεριά του κάστρου του Άργους, έπιανε το Κεφαλάρι και τέλειωνε στους Μύ­λους και το Κιβέρι. Ο Δράμαλης είχε ζωστεί. Ο Κολο­κοτρώνης, αφού συγύρισε τη δουλειά του, πήρε τη σημαία, τη σωματοφυλακή του, τους υπασπιστές και τους καβαλαρέους του, να επιθεωρήσει την παράταξη. Πέρασε απ’ τη Βελανίδια του Μαλανδρί,νου, από το Σκοίνοχώρι, όπου απαντήθηκε και κουβέντιασε με τον Πλαπούτα, το Τζανέτο Χριστόπουλο, το Δημήτρη Δεληγιάννη κ’ άλλους’ από κει πήγε στο Κεφαλάρι και κουβέντιασε με τους καπεταναίους. Παντού τον δέχονται με «ζήτω» και μπαταριές χαράς. Όλους τους ψύχωνε, σ’ όλους φυσούσε ακλόνητη πεποί­θηση στη νίκη. Στις δεκαεφτά Ιουλίου έφτασε τέλος στους Μύλους, στο γενικό στρατόπεδο των Ελλήνων που είχε πήξει πια. Ο ερχομός του πανηγυρίστηκε μ’ ακράτητο εν­θουσιασμό. Πλήθος φελούκες από την παραλία φύγαν αμέ­σως, να παν στα καράβια πούμεναν ανοιχτά, στη κυβέρ­νηση και το στόλο, να φέρουν το χαρμόσυνο άγγελμα πως έφτασε ο Κολοκοτρώνης. Τα πλοία του Μέξη και της Μπουμπουλίνας άρχισαν να ρίχνουν αμέτρητες κανονιές, σύγνεφα ο καπνός σκέπασε το πέλαγος, κ’ ήταν γεμάτο βουή των πληρωμάτων που ζητωκραύγαζαν κ αστραπές των κανονιών. Ο στρατός της στεριάς έτρεξε με ξεφωνητά χαράς και ντουφεκιές γύρω στ’ άλογο του στρατηγού.

— Γεια σας παλληκάρια! τους φώναξε: Μη φοβάστε τίποτα. Θα τους τσακίσουμε.

Μόλις ξεκαβαλίκεψε κ’ άλλαξε λίγα λόγια με τους καπεταναίους πούταν στη στεριά μπήκε σε μια φελούκα κ’ επιδειχτικά τράβηξε για τις γολέττες πούμεναν οι κυβερνη­τικοί, το εκτελεστικό και το βουλευτικό. Ο Κανακάρης φοβήθηκε άμα τον είδε ν’ ανεβαίνει στο καράβι: Ραδιούρ­γοι του είχαν πει πως τάχα ο Κολοκοτρώνης θα τον σκό­τωνε. Ο στρατηγός τους παρηγόρησε, τους ψύχωσε και φιλήθηκε μ’ όλους αυτούς, που δεν είναι λίγες μέρες, τον έβριζαν προδότη κ’ έγραφαν προκηρύξεις στο λαό εναντίον του. Για χάρη της πατρίδας και του αγώνα θέλησε να δώσει δημόσιο και πανηγυρικό τόνο σ’ αυτό το φίλιωμα. Και υπόγραψε, την ίδια ημέρα, μαζί με τους κυβερνητι­κούς, χαρτιά στη Γερουσία του Μωριά και σ’ όλους τους καπεταναίους, να ιδούν πως δεν υπάρχει πια διχόνοια και η Γερουσία να στείλει εφόδια, κ’ όσοι καπεταναίοι αργού­σαν ακόμα να τρέξουν. Ο Κολοκοτρώνης ήταν, από δω και μπροστά, ο νους κ’ η παντοδύναμη ψυχή αυτού του πολέμου.

Ο στρατός των Ελλήνων είχε ανέβει, μέσα σε λίγες μέρες τις έντεκα χιλιάδες. Ο Κολοκοτρώνης κ’ ο γιός του ο Πάνος είχαν χίλιους εξακόσους Γορτύνιους, άλλους τόσους ο Πλαπούτας με τους καπεταναίους του ο Πετρόμπεης, με τ’ αδέρφια του Κώστα κ’ Αντώνη, το γιό του Γιωργάκη, ο Μούρτζινος, οι Κουμουντουράκηδες, Καπετανάκηδες κ’ ο Ηλίας Τσαλαφατινός πεντακόσους πενήντα Μανιάτες. Ο Γιατράκος, Κρεββατάς και Κουμουστιώτης χίλιους εφτακόσους Σπαρτιάτες, ο Κονδάκης, Ζαφειρόπουλος και Μιχαλάκης οχτακόσους Αγιοπετρίτες και Τρακόσους Πραστιώτες. Ο Κο­λιός Δαρειώτης Μητροπέτροβας, Κεφάλας, Παπατσώνης και Πέτρος Μπαρμπιτσώτης εξακόσους, Αντρουσινούς και Λεονταρίτες, οι Φλεσαίοι, Αναγνωσταράς και λοιποί χίλιους διακόσους Μεσήνιους, ο Μήτρος Αναστασόπουλος, Γρίτζαλης, Πονηρόπουλος, Γρηγοριάδης, οι Παπατσώρηδες, ο πρωτοσύγγελος Αμβρόσιος Φραντζής, ο Δημήτρης και Κώστας Μέλιος χίλιους εξακόσους απ’ την Κυπαρισσία’ ό Νικόλας Ζαφειρόπουλος, Τζανέτος, Χριστόπουλος, Σιώρης, Κατριβάνος και Οικονομόπουλος με πολλούς από την Ολυμπία, την Καλαμάτα και το Νησί, ο Τσόκρης κ’ ο Γιάννης Δαγρές μ’ εξακόσους Αργείτες κ’ Αναπλιώτες, ο Υψηλάντης τέλος, ο αδερφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο Θόδωρος Ζαφειρόπουλος κ’ ο Διονύσης Ευμορφόπουλος με τα παλληκάρια τους. Είχαν φτιάξει στρα­τιωτικούς φούρνους για το ψωμί, κ’ η επιμελητεία, οργα­νωμένη, προνοούσε για όλα. Ο Τσόκρης με τον αδερφό του Νικηταρά έβαλαν φωτιά σ’ ό,τι μπορούσε να καεί στον κάμπο του Άργους, ο Πάνος Κολοκοτρώνης έκαμε το ίδιο στον κάμπο των Μυκηνών.

Με τρομάρα είδε ο Δράμαλης να τον ζώνουν από παντού οι αναμμένες θάλασσες απ τα σπαρτά, τα στάρια, τα κριθάρια, τα σανά, τις αποθήκες, κάηκε και το μεγαλόπρεπο κ’ αρχοντικό κονάκι του Αλήμπεη, του τελευταίου βοεβόδα. Ατέλειωτα σύννεφα ο καπνός πούμωσαν τον αέρα κ’ έπνιγαν την πνοή, γλώσ­σες πελώριες ανέβαιναν οι φλόγες στα μεσοούρανα και δίπλωναν και τρίπλωναν την κάψα του καλοκαιριού, οι στρατιώτες έλιωναν, σαν το κερί, μέσα στα ρούχα τους και τη νύχτα ο τόπος όλος φώταε σαν ημέρα. Οι σαρανταενιά καβαλαρέοι του Δράμαλη πούχαν μπει στ’ Ανάπλι κάμαν να γυρίσουν στ’ Άργος. Ο Τσόκρης τους είδε. Τους προ­φταίνει, τους ζώνει με τα παλληκάρια του, σκοτώνει δεκαεφτά και τον αξιωματικό τους μαζί, τον γδύνει, φοράει τη χρυσοπλούμιστη στολή του και γυρίζει στο στρατόπεδο, στο Κιβέρι, όπου τον δέχονται με «ζητώ». Ο Υψηλάντης είχε πιάσει στο μεταξύ το κάστρο του Άργους, με τον Κουμουστιώτη, Ζαχαρόπουλο και Μπαρμπιτσιώτη. Ανε­βαίνοντας είδαν να κυματίζει στην ψηλότερη τάπια η ελ­ληνική σημαία, ένας Μανιάτης, ο Θανάσης Καραγιάννης, ολομόναχος, βαστούσε το κάστρο, περιμένοντας τους άλ­λους, από κοντά έφτασε, σύμφωνα με την προσταγή που τούχε στείλει ο πατέρας του με το Ρηγόπουλο, κ’ ο Πάνος Κολοκοτρώνης με το Γιώργη και Γιάννη Μαυρομιχάλη, έτσι γίνηκαν εφτακόσα γερά ντουφέκια. Ο Δράμαλης φτά­νει, στέλνει τροφές στ’ Ανάπλι, βρίσκει το Άργος έρημο, νομίζει πως είναι τα ίδια της Κορίνθου, μα βλέπει το κά­στρο πιασμένο και παραξενεύεται, δε μπορεί να προχω­ρήσει, ν’ αφήσει εχθρούς στα νώτα του, φαντάζεται κιό­λας πως οι Έλληνες έχουν κει πάνω μαζέψει ό,τι πολύ­τιμο. Κ αποφασίζει φυσικά να χτυπήσει το κάστρο. Στέλ­νει κήρυκες πριν :

— Παραδοθείτε.

Ο Υψηλάντης που ξέρει πως ο ρόλος του είναι να χασομερήσει το Δράμαλη εκεί πέρα, ως που να συνταχθούν γερά οι Έλληνες και να φάει όλες του τις τροφές, να τρι­φτεί και να ρέψει, δίνει απόκριση σύμφωνη με την παλληκαριά του και με το σχέδιο:

— Με λένε Υψηλάντη, εδώ είναι κ οι Μαυρομιχαλαίοι κ’ ο γιος του Κολοκοτρώνη, θα πολεμήσουμε.

Ακούει ο πασάς αυτά και λέει: Εδώ είναι τα κεφά­λια αν τους χαλάσω τούτους, χαλάω την επανάσταση. Και στέκεται και χασομεράει, να πάρει το κάστρο, μ’ όλο που μπορούσε να το ζώσει με δυο τρεις χιλιάδες, να χτυπήσει τους Μύλους και ν’ ανοίξει δρόμο για την Τρίπολη.

Τριάντα χιλιάδες στρατός βουίζει γύρω από εφτακόσους αντρειωμένους που κρατούν τα ρημάδια του παλιόκαστρου. Μαύρα κοπάδια, μυρμηκές, μόνο να τα βλέπουν και ν’ ακούν τις φωνές τους και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων φτάνει. Ο Δράμαλης πρόσταξε γιουρούσι, νόμιζε τη δουλειά, εύκολη. Μα δοκίμασε πολλά, κ’ έχασε στρατιώ­τες κ’ είδε πως δεν κάνει τίποτε. Τότε, άρχισε κανονική πο­λιορκία—κ’ έτσι, έπεσε στην παγίδα. Τα γιουρούσια ήταν καθημερνά, ο πόλεμος άναψε, η πολιορκία όλο και στένευε. Οι Έλληνες, τριγύρω από τους πολιορκητές, δεν τους άφη­ναν σε ησυχία χωσιές, αιφνιδιασμοί, συμπλοκές και στέ­νεμα της αμυντικής ζώνης. Ο Δράμαλης δε μπορούσε νάχει συγκοινωνία με την Κόρινθο παρά μόνο από τα στενά του Αγιονοριού. Ως τις δεκάξη του Ιουλίου ο πρώτος σκοπός των αντρειωμένων του κάστρου είχε πετύχει, οι Έλληνες γύρω είχαν συνταχτεί, ο Δράμαλης είχε καρφω­θεί στον κάμπο κ’ άρχιζε να ξεφτίζει. Ο Υψηλάντης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης κ ο Γιώργης Μαυρομιχάλης χρειά­ζονταν απ’ έξω από το κάστρο τώρα. Είχε αρχίσει να λεί­πει κιόλας από μέσα το νερό. Ο Πλαπούτας συνεννοήθηκε με τους καπεταναίους του Κεφαλαριού να χτυπήσουν τους Τούρκους, ν ανοίξουν την πολιορκία και να τους βγά­λουν αυτούς μαζί με μισή φρουρά. Όρμησε, λοιπόν, ο Πλαπούτας από το Σκοινοχώρι, έφτασε σ ένα λόφο αντί­κρυ στην Άκοβα, έριξε δυο μπαταριές για ν’ ακούσουν από το κάστρο κ από το Κεφαλάρι και προχώρησε ως το ριζό του γειτονικού βουνού. Τρεις χιλιάδες Τούρκοι πεζοί και καβαλαρέοι του ρίχτηκαν, άναψε πόλεμος, φτάσαν οι Έλληνες από το Κεφαλάρι, όλοι μαζί κυνήγησαν τους Τούρκους κ’ άνοιξαν το μέρος. Την νύχτα ήρθαν σε συνεννόηση με το κάστρο. Ο Υψηλάντης έβγαλε λόγο στους άλ­λους μίσους που θάμεναν ακόμα μέσα: Κουράγιο, θάρθουμε να σας βγάλουμε και σας σε λίγο. Ο Πάνος βγήκε στο Σκοινοχώρι, ο Υψηλάντης κι ο Μαυρομιχάλης στο Κεφαλάρι. Επί μέρες πολεμούσε ο Πλαπούτας απ’ αυτή την πλευρά και βαστούσε γερά μ’ όλο που τον χτυπούσαν οι Τούρκοι και με κανόνια. Ο Δράμαλης λυσσούσε. Πρό­σταζε να σκάψουν τάφρο γύρω από το κάστρο και να φτιά­ξουν ψηλά ταμπούρια, ετοίμαζε το αποφασιστικό γιουρούσι. Μα κ’ οι Έλληνες είχαν πάρει κουράγιο, μάλιστα ο Αντώνης Μαυρομιχάλης, θέλοντας να πάρει δόξα στρατηγική, προχωρεί και πιάνει με τον Τσόκρη, Μητροπέτροβα, Κε­φάλα, Παπατσώνη και Τσαλαφατινό την εκκλησιά της Παναγιάς και τα γύρω αμπέλια. Από κει όρμησαν στα ταμ­πούρια των Τούρκων και τους έδιωξαν από ένα με τα χέρια τους. Δεκαεφτά γιουρούσια κάμαν οι Τούρκοι καβαλαρέοι να τους διώξουν από κει. Τέλος τους έβγαλαν, τους κυνήγησαν και σκότωσαν περσότερους από διακόσους κ’ όλο αυτό γιατί δεν είχαν δώσει στον Πλαπούτα είδηση να τους βοηθήσει. Η ζημιά πούχε γίνει κ’ η φυγή που ακο­λούθησε παρά λίγο να κοστίσει ακριβά στους Έλληνες. Το τουρκικό ιππικό ετοιμάστηκε την άλλη μέρα να τους στρώσει στο κυνήγι. Οι Έλληνες έφευγαν κ’ έκαμαν να πάρουν το βουνό. Ο Πλαπούτας σταμάτησέ τους Τούρκους. Άμα είδε από μακρά το ιππικό έβαλε τα παλληκάρια του να τραγουδούν και να χορεύουν να τους δώσει να κατα­λάβουν πως θα πολεμήσει. Οι Τούρκοι κρατήθηκαν. Οι Καπεταναίοι έστειλαν στο μεταξύ γραφή στον Κολοκοτρώνη, πούταν στον Άη-Γιώργη:

  • Αν τρως ψωμί να τ’ αφήσεις! Η πατρίδα χάνεται. Τρέχει στο Κεφαλάρι. Τους βρίσκει όλους παγωμένους.

Τάχαν χαμένα σε τέτοιον τρόπο πούστειλαν στη Ζάκυνθο, στον Άγγλο αρμοστή και γύρευαν αγγλική προστασία. Ο Κολοκοτρώνης στέλνει να μετρήσουν τα πτώματα, που δεν τάχαν θάψει ακόμα: Ήταν οι περσότεροι Μεσσήνιοι και Μανιάτες. Έκραξε το στρατό και τους καπεταναίους. Έβγαλε λόγο:

  • Έλληνες! Αυτούς τους αδερφούς μας που ζηλεύουμε το δοξασμένο τους θάνατο, δεν τους σκότωσαν οι Τούρκοι, τους σκότωσε το άσκεφτο κεφάλι μας. Έγινε μια μπατάγια χωρίς κανένα σχέδιο.

Κ’ ύστερα για να τους ψυχώσει:

  • Έλληνες! Χτες ακόμα χαλάσατε χιλιάδες Τούρκους. Τι φοβάστε τώρα τουτουνούς, που τρέμουν που σας βλέπουν.

Ποιος δεν ξέρει από σας πως είναι κλεισμένοι σ’ αυτόν τον κάμπο και θ’ άφήκουν εδώ τα κόκκαλα τους;

Απάνω στην ώρα φαίνεται το τούρκικο ιππικό, μα κα­θώς βλέπει τους Έλληνες μαζωμένους και κανείς δεν σαλεύει από τον τόπο του κάνει μεταβολή και γυρίζει αργά πίσω. Τα παλληκάρια τινάζονται, ντουφεκίζουν, προκαλούν. Οι Τούρκοι όμως γυρίζουν κατά το Άργος. Τεράστιος γιουχαϊσμός σηκώνεται από το στρατόπεδο. Το ηθικό έχει ξανασηκωθεί. Ο Κολοκοτρώνης συλλογίζεται πως ζυγώνει, όπου και νάναι, η κρίση.

Διαβάστε το τέλος του Δράμαλη και της καταστροφής του στα Δερβένάκια. 

Το κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Ο γέρος του Μωριά, εκδοτικού οίκου Μιχ Σαλίβερου Αθήναι-1931.   

 Δράμαλης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *