Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας

Έπεσε στα χέρια μας ένα έντυπο του 1998, σε αυτό γίνεται παρουσίαση του παρακάτω μουσείου, του οποίου αγνοούσαμε την ύπαρξη. Έτσι κρίναμε σκόπιμο να δημοσιεύσουμε τα παρακάτω ιστορικά στοιχεία που βρήκαμε εντός του εντύπου, καθώς επίσης και φωτογραφίες από αυτό.

Ίδρυμα Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας, 1998 70200 Βώροι – Ηράκλειο – Κρήτη GR

Επιστημονική Επιμέλεια: Χριστόφορος Μ. Βαλλιάνος, Βώροι

Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Bernard A. Kesserling, Βώροι

Φωτογράφηση: Κωνσταντίνος Θωμάίδης, Αθήνα

Διαχωρισμοί: Μπάστας και Πλεσσας, Αθήνα

Τυπογραφείο: Γεώργιος Δετοράκης, Ηράκλειο

Το Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας ευχαριστεί όλους όσους συντέλεσαν στη δημιουργία αυτού του οδηγού.

Βώροι / Ηράκλειο

Μάρτιος 1998

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας δημιουργήθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Μεσαράς το 1973. Η έκθεση άρχισε να λειτουργεί το 1988 και το 1992 έλαβε ειδική διάκριση του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα πλαίσια του ετήσιου βραβείου της Ε.Μ.Υ.Α.

Το 1992 έγινε Κοινωφελές Ίδρυμα και υπάγεται στα Εθνικά Κληροδοτήματα.

Το Μουσείο επιχορηγήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, μέλη και φίλους του Συλλόγου.

Το Ερευνητικό Κέντρο του Μουσείου απασχολείται με διάφορες ερευνητικές δραστηριότητες στην Κρήτη από το 1980. Λειτουργεί σαν μια συντονιστική μονάδα, για τη μελέτη του Κρητικού Οικοσυστήματος (άνθρωπος και περιβάλλον) καλύπτοντας την περίοδο από το 1000 μ.Χ. έως σήμερα.

Το Κέντρο διευθύνεται από μια ομάδα ειδικών επιστημόνων που εργάζονται για την πραγματοποίηση των επιστημονικών στόχων του Ιδρύματος. Ταυτόχρονα, εκπαιδευτικά και αναπτυξιακά προγράμματα πραγματοποιούνται χρηματοδοτούμενα κυρίως από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

Τα εκθέματα του Μουσείου προέρχονται από όλη την Κρήτη. Σε γενικές γραμμές η μορφολογία των αντικειμένων ελάχιστα διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.

Η έκθεση έχει προσωρινό χαρακτήρα, θα επεκταθεί στο υπόλοιπο κτίριο καθώς και σε ένα σύμπλεγμα παραπλεύρων παραδοσιακών οικιών που απέκτησε το Μουσείο για το σκοπό αυτό.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ: 67 π.Χ. – 329 μ.Χ.

Για πρώτη φορά στη μακροχρόνια ιστορία της η Κρήτη θα κατακτηθεί από μια ξένη δύναμη το 67 π.χ. ύστερα από 2 χρόνια πολεμικών επιχειρήσεων. Οι Ρωμαίοι όμως, που είχαν υποτάξει την υπόλοιπη Ελλάδα από το 146 π.Χ., θα ασκήσουν σε αυτή τη χώρα μια χαλαρή διοικητική εποπτεία, σεβόμενοι την πρωτεύουσα πνευματική θέση της Ελλάδας, στον Ευρωπαϊκό χώρο. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπήρξαν επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή. Το νησί θα συμπεριληφθεί στη Ρωμαϊκή Επαρχία της Κυρηναϊκής με πρωτεύουσα τη Γόρτυνα.

Στα 400 χρόνια της Ρωμαιοκρατίας η Κρήτη θα ζήσει στην κυριολεξία την PAX ROMANA και θα αποκομίσει μεγάλα οφέλη από το εμπόριο με τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Η Γόρτυνα θα αναπτυχθεί σαν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας και γενικά η Κρήτη θα ζήσει μια περίοδο ευμάρειας.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

Από τα λίγα στοιχεία που διαθέτουμε φαίνεται πως ο χριστιανισμός απλώνεται από νωρίς στην Κρήτη. Το 62 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει στη Φαιστό και στη Γόρτυνα και αναθέτει στο μαθητή του Τίτο – από μεγάλο Κρητικό Γένος – την οργάνωση της Εκκλησίας της Κρήτης.

Όταν θα επισημοποιηθεί η χριστιανική θρησκεία μετά το 330 μ.Χ. θα αναγερθούν σε όλο το νησί μεγάλες βασιλικές που μαρτυρούν την έντονη χριστιανική προσήλωση των Κρητών.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΡΗΤΗ: 330 – 824

Με την ενθρόνιση του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρείται σε Δυτική και Ανατολική. Η πρωτεύουσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας θα ιδρυθεί σε μια μικρή επαρχία της Μικρά Ασίας, το Βυζάντιο, και θα πάρει το όνομα του Αυτοκράτορα: Κωνσταντινούπολη.

Η Δυτική Αυτοκρατορία θα υποκύψει με τα χρόνια στις εισβολές των βαρβάρων και στις μεγάλες μετακινήσεις των βόρειων λαών. Στο μεταξύ η Κρήτη γίνεται βυζαντινό θέμα (επαρχία) και θα συνεχίσει τον ίδιο ήρεμο βίο της προηγούμενης περιόδου. Ο πληθυσμός της τότε υπολογίζεται σε 250.000 κατοίκους. Από τον 7ο όμως αιώνα η εισβολή των Αράβων στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου διακόπτει οριστικά τις εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τη Δύση. Η οικονομία της Κρήτης πλήπεται σοβαρά και επέρχεται η ερήμωση των μεγάλων πόλεων. Έως το 600 ο λαός ζούσε επί εκατονταετηρίδες στα πλαίσια μιας κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης του τέλους της αρχαιότητας, χωρίς καμία σημαντική αλλαγή στην τεχνολογία.

Με το μαρασμό του εμπορίου και της διοικητικής θέσης της Κρήτης, οι κάτοικοι των πόλεων αναγκάζονται να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο για να επιβιώσουν. Μεταξύ 600 και 800 οι Κρήτες ζουν σαν αγρότες σε πληθώρα μικρών χωριών. Οι παραλιακές πόλεις εγκαταλείπονται και αυτές γιατί μαστίζονται από τους Άραβες πειρατές. Σ’ αυτά τα χρόνια η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα στην Κρήτη γιατί βάλλεται από τους Νορμανδούς, τους Άραβες, τους Σλάβους και άλλους γειτονικούς λαούς.

Η ΑΡΑΒΟΚΡΑΤΙΑ: 824 · 961

Στις αρχές του 9ου αιώνα μια μικρή Αραβική φυλή της Κόρδοβας εκδιώχθηκε από την Ισπανία γιατί ήταν ανεπιθύμητη στους άλλους Αραβες της περιοχής. Τα 10.000 άτομα που την αποτελούσαν επιβιβάστηκαν σε πλοία και εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο όπου υπήρχε μουσουλμανικό καθεστώς. Η ανήσυχη όμως αυτή φυλή καταλαμβάνει την Αλεξάνδρεια και δημιουργεί αναστάτωση στους αιγυπτίους Αραβες. Παρακινούμενοι από τους τελευταίους και πιθανόν με την ενίσχυσή τους, ο αρχηγός τους Abu Hafs αποφασίζει να καταλάβει και να εγκατασταθεί στην Κρήτη, γύρω στο 824. Αλώνει ένα βυζαντινό οχυρό και στη συνέχεια καταλύει όλο το νησί.

Η αραβική κατοχή θα διαρκέσει 137 χρόνια και θα είναι η χειρότερη που θα γνωρίσει η Κρήτη. Οι Αραβες εγκαθίστανται στις παραλιακέ πόλεις με πρωτεύουσα τον Χάνδακα (Ηράκλειο). Κύρια ενασχόλησή τους ήταν η πειρατεία και το εμπόριο των δούλων. Τα χρόνια εκείνα στο Χάνδακα λειτουργούσε το μεγαλύτερο δουλοπάζαρο της ανατολικής Μεσογείου. Οι δούλοι ήταν κυρίως νέα άτομα, άνδρες και γυναίκες, που άρπαζαν από τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου καθώς και από τον ντόπιο πληθυσμό, όπου υπήρχε αυτή η δυνατότητα.

Ενα μεγάλο μέρος των Κρητών που ζούσαν στα πεδινά χωριά και τις πόλεις κατέφυγαν στα ορεινά διαμερίσματα του νησιού για να αποφύγουν τις ωμότητες, τις αρπαγές των γυναικών και τον εξισλαμισμό.

Η Κρήτη του 9ου αιώνα ήταν κατάφυτη από δάση και είχε πλούσιο υδάτινο δίχτυο. Στα δάση και στα ψηλότερα ορεινά διαμερίσματα αφθονούσαν τα θηράματα όπως ο Αίγαγρος, ο Λαγός και η Πέρδικα που επέτρεπαν την εύκολη διατροφή.

Στα φυσικά αυτά καταφύγια επέζησε ο Κρητικός λαός για 137 χρόνια αναμένοντας την απελευθέρωση. Οι κάτοικοι εντελώς απομονωμένοι και χωρίς καμιά δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, πρέπει να επανήλθαν σε τεχνικές επιβίωσης της νεολιθικής εποχής: ξύλινα, οστέινα και λίθινα σκεύη, εργαλεία και όπλα.

Αν και δεν υπάρχουν πληροφορίες για τους πληθυσμούς αυτούς, μπορούμε να έχουμε ορισμένα εθνολογικά συμπεράσματα:

Η αφθονία μινωικών και αρχαίων λέξεων στη γλώσσα, στα τοπωνύμια, καθώς και οι αναλλοίωτες μινωικές μορφές στην κεραμική μετά την αραβοκρατία, σημαίνει ότι ο λαός, παρά τις δύσκολες συνθήκες, έμεινε αμιγής και διατήρησε τις παραδόσεις του.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 961 – 1204

Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες προσπάθησαν επανειλημμένα να ανακτήσουν την Κρήτη. Η πρώτη εκστρατεία θα λάβει μέρος το 825, δηλαδή ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση των Αράβων, αλλά θα αποτύχει. Στη διάρκεια των 137 χρόνων θα γίνουν 8 εκστρατείες και μόνο η τελευταία θα είναι νικηφόρα.

Οι βυζαντινές προσπάθειες δεν είχαν μόνο σκοπό την ανάκτηση της Κρήτης αλλά και την εξόντωση των Αράβων πειρατών που μάστιζαν τα πελάγη και τις παραλίες της ανατολικής Μεσογείου, ιδιαίτερα από τις αρχές του 10ου αιώνα.

Το 960 ο Νικηφόρος Φωκάς, λαμπρός βυζαντινός στρατηγός και αργότερα Αυτοκράτορας, αποβιβάζεται στα δυτικά του Χάνδακα και πολιορκεί την πόλη.

Ο στόλος του Φωκά αριθμούσε 2000 πολεμικά πλοία εφοδιασμένα με το υγρό πυρ και 1307 μεταγωγικά. Μετέφεραν περίπου 72.000 στρατιώτες και 5.000 ιππείς καθώς και τα εφόδια της στρατιάς. Το Μάρτιο του 961 αλώνεται ο Χάνδακας και ακολουθεί η εκκαθάριση της Κρήτης από τους απομείναντες Αραβες.

961 ■ 1080

0 Νικηφόρος Φωκάς θα εγκαταστήσει τους άνδρες του στρατού του στην Κρήτη, δίνοντάς τους γεωργικούς κλήρους στις πιο εύφορες περιοχές. Μεριμνά επίσης για την ανέγερση εκκλησιών και την αναζωπύρωση του χριστιανισμού με τη βοήθεια 90 ιεραποστόλων.

Διοικητής της Κρήτης θα είναι ένας στρατηγός που αργότερα θα πάρει τον τίτλο του Δούκα. Μεγάλα οχυρά έργα θα γίνουν σε όλα τα παράλια του νησιού για την απόκρουση νέας εισβολής.

Στη διάρκεια των 120 πρώτων χρόνων της δεύτερης βυζαντινής περιόδου δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές για τον Κρητικό λαό σε σχέση με την κοινωνική οργάνωση και ζωή πριν την αραβοκρατία.

Οι κάτοικοι θα επιστρέφουν στις εύφορες περιοχές και θα αφομοιώσουν τους βυζαντινούς στρατιώτες. Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η κεραμική και άλλες τέχνες θα μείνουν αναλλοίωτες.

Απ’ ότι μπορούμε να γνωρίζομε τα οικιστικά σύνολα είναι μικρά και διάσπαρτα, με πρόχειρες κατασκευές, όπως τον 7ο και 8ο αιώνα.

Οι βασικές καινούργιες αποκτήσεις είναι:

  • στην αρχιτεκτονική ο βυζαντινός ρυθμός του 10ου αιώνα (ημικύκλιες πόρτες, εσωτερική διαρρύθμιση, σταυρόσχημη κάτοψη, τρούλος με τύμπανο στις εκκλησίες κτλ.)
  • στη μεταλλοτεχνία η σιδηρουργική, η χαλκοτεχνία, η αργυροχρυσοχοϊα
  • στο διάκοσμο κυρίως τα γεωμετρικά σχέδια των ξυλόγλυπτων
  • στο άσμα τα «ριζίτικα» τραγούδια που προέρχονται από τα ακριτικά βυζαντινά παραδοσιακά είδη.

Η διοικητική οργάνωση είναι στρατιωτικής μορφής και απαραίτητη όσο υπάρχει ο κίνδυνος εισβολής των Αράβων.

1080 – 1204

Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός πραγματοποιεί στο τέλος του 11ου αιώνα σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον κοινωνικό και πολιτιστικό χώρο της Αυτοκρατορίας. Η κίνηση αυτή αποτέλεσε την αρχή της Αναγέννησης αλλά διακόπηκε στην πορεία της με την κατάλυση του Βυζαντίου από τους δυτικούς Σταυροφόρους, 120 χρόνια αργότερα. Οι μεταρρυθμίσεις των Κομνηνών έφεραν σημαντικές αλλαγές στην Κρήτη.

Οι Διοικητές δεν ήταν πλέον στρατιωτικοί υπάλληλοι αλλά επιλεγόταν από μεγάλες αρχοντικές οικογένειες και πήραν τον τίτλο του Δούκα. Παράλληλα εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη πολλοί ευγενείς του Βυζαντίου, συγγενείς των Αυτοκρατόρων, με όλη τους την αυλή. Έτσι από το στρατιωτικό καθεστώς η Κρήτη πέρασε στη φεουδαρχική κοινωνία όπου ο κάθε άρχοντας είχε στο φέουδό του διοικητικά και στρατιωτικά καθήκοντα.

Οι καινούργιοι άποικοι που ήρθαν στο νησί με τις οικογένειές τους, τους υποτελείς και τους υπηρέτες τους, έφεραν και τα πολιτιστικά πρότυπα της Αυλής του Αυτοκράτορα. Από τότε και έως πρόσφατα μεγάλο μέρος της βυζαντινής τέχνης των Κομνηνών διατηρήθηκε στην Κρητική παράδοση. Αναγνωρίζονται ιδιαίτερα στην Κρητική υφαντική με το γεωμετρικό διάκοσμο, στην έντεχνη επιπλοποιία, οτην τοιχογραφία κτλ.

Επίσης οι άρχοντες οργάνωσαν το διάσπαρτο λαό σε οργανωμένα χωριά με ενοριακές εκκλησίες και ένα υποτυπώδες πολεοδομικό σχέδιο. Η πλειοψηφία των σημερινών χωριών της Κρήτης ιδρύθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα.

ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ 1204 – 1669

To 1204 η 4η Σταυροφορία αλώνει την Κωνσταντινούπολη και προσωρινά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τον ίδιο χρόνο οι Ενετοί αγοράζουν από το Βονιφάτσιο το Μομφερατικό την Κρήτη αντί 5.000 χρυσών δουκάτων.

Οι Γενουάτες όμως, με αρχηγό τον πειρατή Ερρίκο Πεσκατόρε, προλαβαίνουν και καταλαμβάνουν την Κρήτη πριν τους Ενετούς, θα επακολουθήσουν πόλεμοι και μόνο το 1212 εγκαθίσταται ο πρώτος Ενετός διοικητής της Κρήτης με τίτλο Δούκα.

Το κατοχικό καθεστώς θα είναι πολύ αυστηρό: Καταργείται η τοπική φεουδαρχία και ο ορθόδοξος κλήρος και αντικαθίσταται από ενετούς ευγενείς και λατινικό κλήρο.

Τα 80 επόμενα χρόνια χαρακτηρίζονται από συνεχείς εξεγέρσεις σε όλο το νησί των κρητικών αρχόντων που διεκδικούν τα προνόμιά τους και ελπίζουν στη συνένωση με το Βυζάντιο. Μετά την τελευταία επανάσταση του 13ου αιώνα με αρχηγό τον ευγενή Αλέξιο Καλλέργη αναγνωρίζονται τα προνόμια των Κρητικών αρχόντων και επιτρέπεται η λειτουργία των ιερέων.

Οι Ενετοί όμως παραβιάζουν τη συνθήκη και θα επακολουθήσουν μεγάλες επαναστάσεις το 1319,1333,1341,1363,1367.

Προς το τέλος όμως του 14ου αιώνα επέρχεται μια περίοδος σχετικής ειρήνης η οποία οφείλεται κυρίως στον ανερχόμενο κίνδυνο από τους Τούρκους. Μετά την άλωση του Βυζαντίου από τους τελευταίους, το 1453, δεν υπήρχε πλέον ελπίδα απελευθέρωσης για τους Κρητικούς. Από την άλλη πλευρά οι Ενετοί, αντιμέτωποι με τους Τούρκους, χαλάρωσαν το καθεστώς κατοχής με την ελπίδα ότι θα τους βοηθούσαν οι Κρητικοί σε περίπτωση επίθεσης.

Τα πρώτα 150 χρόνια ενετοκρατίας υπήρξαν δραματικά για τον Κρητικό λαό που ζούσε σε συνεχή εμπόλεμη κατάσταση.

Στη διάρκεια όμως του 15ου και 16ου αιώνα η ειρήνη επέτρεψε την ανασυγκρότηση της Κρητικής κοινωνίας γύρω από τους άρχοντες της και επήλθε μια μακριά περίοδος οικονομικής και πολιτιστικής ακμής.

Δεν υπήρξε όμως επικοινωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων: οι Κρητικοί θεωρούσαν τους Ενετούς κατακτητές και εχθρούς οι δε Ενετοί είχαν μεγάλη δυσπιστία στους Κρητικούς που μπορούσαν κάποια στιγμή να επαναστατήσουν πάλι.

Γι’ αυτό το λόγο ο κρητικός πολιτισμός συνέχισε να διατηρεί τις βυζαντινές ρίζες ενώ η δυτική Αναγέννηση τον επηρέασε ελάχιστα.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1669 – 1898

Το 1645 τουρκική μοίρα αποβιβάζει στρατό στα Χανιά και καταλαμβάνει την πόλη. Στη συνέχεια τα τουρκικά στρατεύματα θα αιχμαλωτίσουν τις άλλες πόλεις και την κρητική ύπαιθρο και το 1648 αρχίζουν την πολιορκία του Ηρακλείου που θα διαρκέσει 21 χρόνια, έως το 1669. Μετά από συνθήκη με τους Τούρκους οι Ενετοί αποχωρούν οριστικά από την Κρήτη.

Αρχίζει πάλι μια σκληρή περίοδος κατοχής για τον πληθυσμό. Για τους Τούρκους της εποχής όποιος δεν ανήκε στον Ισλαμισμό είναι αμελητέα ύπαρξη, σαν σκλάβος. Η φορολογία είναι βαριά και δεν υπάρχει ασφάλεια γιατί πολύ σπάνια θα δικαστεί ένας Τούρκος που σκότωσε Χριστιανό.

Πολλοί κάτοικοι καταφεύγουν πάλι στα απόμακρα ορεινά χωριά, κρυμμένοι μέσα στα δάση. Στις μεγάλες πόλεις των βόρειων παραλίων εγκαταστάθηκαν τα τούρκικα στρατεύματα με αρχηγό τον Πασά του Ηρακλείου.

Η ύπαιθρος μοιράστηκε διοικητικά στους Αγάδες που συνήθως ήταν απόστρατοι Γενίτσαροι. Η πρώτη μεγάλη επανάσταση εναντίον των Τούρκων λαβαίνει μέρος το 1770 με αρχηγό το Δασκαλογιάννη. Θα πνιγεί στο αίμα και τη φωτιά και θα επιδεινωθεί η αυστηρότητα του καθεστώτος κατοχής. Η επιβίωση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη και η οικονομική κατάσταση των κατοίκων άθλια.

Το 1821 σημειώνεται νέα γενική εξέγερση των Κρητικών και θα ακολουθήσουν αμέτρητες άλλες σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στο τέλος του αιώνα, μπροστά στις ωμότητες των Τούρκων και την εξαθλίωση του λαού, επεμβαίνουν με τους στόλους τους οι μεγάλες Δυνάμεις: Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία. Αναγκάζουν τους Τούρκους να ανακηρύξουν το 1898 την ανεξαρτησία της Κρήτης.

Διοικητής του νησιού ορίζεται ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας και μετά από μια περίοδο πολιτικών αναβρασμών, με αρχηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, η Κρήτη ενώνεται με την Ελλάδα το 1913.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Ο Κρητικός λαϊκός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από ένα κράμα επιρροών όπου κυριαρχούν μινωικές (2000 – 1000 π.Χ.) και αρχαϊκές (1Q00 – 500 π.Χ.) καταβολές, κυρίως στη γεωργία, κτηνοτροφία, κεραμική, καλαθοπλεχπκή και καταβολές της 2ης Βυζαντινής περιόδου (960 – 1205 μ.Χ.)που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο του πολιτισμού.

Στη διάρκεια των 700 χρόνων κατοχής, πιθανόν η μακρύτερη της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο Κρητικός λαός δεν ενέδωσε στα ξένα πρότυπα. Η τελευταία περίοδος κατοχής υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή και γι αυτό το λόγο δεν διατηρήθηκαν υλιστικά τεκμήρια των προηγούμενων αιώνων, πλην των ναών.

Τα περισσότερα αντικείμενα της έκθεσης χρονολογούνται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας που χαρακτηρίζονται για τη μεγάλη λιτότητα που επιφέρει η οικονομική εξαθλίωση του λαού. Όπου όμως είναι δυνατόν συντηρείται η βυζαντινή παράδοση όπως στο διάκοσμο των υφαντών και των ξυλόγλυπτων, στη μουσική, το χορό, το άσμα, την αρχιτεκτονική και βέβαια τη γλώσσα.

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *