21 Ιουλίου 2024

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Μουσεία

Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων Παύλου Βρέλλη

Ο πρόλογος του Παύλου Βρέλη του ιδρυτή του Μουσείου Κέρινων Ομοιωμάτων Ιωαννίνων  

Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας.

Η αγάπη και η λατρεία που είχα, από μικρό παιδί, στους ήρωες της προεπανάστασης και της επανάστασης του 1821, έγινε αγάπη και θαυμασμός για τους μετέπειτα ήρωες. Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπει­νώθηκαν…, για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερό, χω­ρίς σκλαβιά.

Αυτός ο μικρός λαός της γης, έδειξε την ανδρεία του σε όλες τις εποχές. Αντικατέστησε το δόρυ με το καριοφίλι ή το σύγχρονο όπλο και βροντοφώναξε προς όλους τους λαούς της γης, «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».

Σα φόρο τιμής, αγάπης και πίστης, στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων.

Θέλω να κάνω Ιστορική Αγωγή, μνήμη Ιερή όλων των ηρωικών μορφών και γεγονότων που έζησαν μέσα μου.

Οι συνθέσεις είναι όλες δικές μου. Δούλεψα, όχι μόνο με βάση τη βιβλιο­γραφία που συγκέντρωσα (για ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία), αλλά και τις πληροφορίες -στοιχεία- που πήρα από τα μέρη που περπάτησα, γνώρι­σα, φωτογράφησα και σχεδίασα επί χρόνια.

Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς, που στάθηκαν με τις πηγές τους πολύτιμοι οδηγοί μου, στο δρόμο της δημιουργίας τούτου του έρ­γου, αλλά και στο γράψιμο του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας σήμερα.

Επίσης, ένα μεγάλο ευχαριστώ, οφείλω στους καθηγητές και δασκάλους μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για τις γνώσεις που μου έδωσαν, στα θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα. Γνώσεις που τόσο πολύ με βοήθησαν για τη δημιουργία τούτου του έργου.

Παύλος Παν. Βρέλλης Μπιζάνι, χειμώνας 1994

 

(Παρακάτω ακολουθούν τρις παρουσιάσεις συνθέσεων του Παύλου Βρέλη. Πρόκειται για ένα μικρό δείγμα του Μουσείου. Τα κείμενα και οι φωτογραφίες από τις τρις συνθέσεις αντλήθηκαν από το βιβλίο που πωλείται στο Μουσείο. Η παρουσίαση κλίνη με φωτογραφίες που τράβηξα στον εξωτερικό χώρο, αφού απαγορεύεται η φωτογράφηση εντός του Μουσείου Κέρινων Ομοιωμάτων.)    

 

ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ξεκινώ με πρώτο θέμα μου το Κρυφό Σχολειό, σαν ελάχιστο φόρο Τιμής στους ανώνυμους δάσκαλους που κράτη­σαν τη γλώσσα και την Εθνική μας ταυτότητα, στους σκοτεινούς πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Μικρός ο πλακόστρωτος χώρος, μόλις μπαίνουμε. Κάνω παλαίωση στους πέτρινους τοίχους και στα ταβάνια. Κατεβαίνουμε από δυο μικρά σκαλοπάτια σ’ άλλο πλατύσκαλο. Αριστερά σας, μια ξύλινη παλαιά πόρτα εξόδου, είναι κλειστή με αμπάρα, μιας που δεν προορίζεται για συχνή χρήση. Η βασική λειτουργία αυτού του μικρού χώρου, είναι να προσαρ­μοστεί η όραση του επισκέπτη στο λιγοστό φωτισμό των επόμενων αιθουσών. Συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε τα σκαλο­πάτια. Ο χώρος γίνεται κρυφός, μικρός, μυστικός. Δεξιά και αριστερά, πολλά μορφολογικά στοιχεία αναπτύσσονται. Τυ­φλές αψίδες μικρές και μεγάλες, κόγχες και κογχάρια. Επίσης υπάρχουν παραθύρες, που χρησιμεύουν στον επισκέπτη, για να πιάνεται απ’ αυτές στο κατέβασμα.

Μεγάλη διαφορά υψών υπάρχει και στα ταβάνια. Αυτό γίνεται για να δημιουργήσω αντίθεση και να φτάσω στον χαμηλότερο, κρυφό χώρο, στο θέμα. Από το ψηλότερο στο χαμηλότερο ύψος, γίνεται μετάβαση με δοκάρι ξύλινο, που φέρει επάνω του ανακουφιστικό τόξο. Από κει και κάτω καταπιεζόμαστε, κατεβαίνοντας τη σκάλα με τα ανάλογα πλατύσκαλα για ασφάλεια.

Στρίβοντας τα δυο τελευταία τριγωνικά σκαλοπάτια, πατάμε σ’ ένα μικρό πλακόστρωτο χώρο. Αυτός είναι στεγασμένος με μια μεγάλη καμάρα. Υπάρχουν δεξιά, σε διάφορα ύψη, μικρές τυφλές αψίδες, κόγχες και στη βάση βράχια, για να δείξω το βάθος και την αντιστήριξη του υπόγειου αυτού χώρου. Απέναντι μας τώρα, ανοίγεται ένα μεγάλο τόξο, απ’ όπου φαίνεται ο χώρος του Κρυφού Σχολειού. Δεν είναι μύθος. Από το 1581 μαθαίνουμε, ότι ήταν στην Κωνσταντι­νούπολη 10 κρυφά σχολειά, στη Χίο 4, στην Πελοπόννησο 10 και σε άλλους τόπους 50· με δάσκαλους παπάδες και μοναχούς. Τη ζωή τους έπαιζαν τα παιδιά, για να μάθουν λίγα γράμματα τη νύχτα, στους υγρούς, σκοτεινούς και κρυφούς χώρους των εκκλησιών. Όλα τους ήταν κάτω από την προστασία της Εκκλησίας. Μοναδικό φαινόμενο σ’ όλους τους λαούς, να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα τη νύχτα, στο Κρυφό Σχολειό. Μέσα σε τόσους αιώνες σκλαβιάς, δε θα μπο­ρούσαν ποτέ να κρατήσουν οι Έλληνες τη Θρησκεία και τη γλώσσα τους. Κι όλα αυτά, στα υγρά δωμάτια των μοναστηριών, τα γυμνά, ή στους νάρθηκες των εκκλησιών.

Μισογραμματισμένοι παπάδες και καλόγεροι, διδάσκουν τη νύχτα, πριν ξημερώσει, αυτά τα λίγα γράμματα που ήξεραν. Μιλούσαν στα παιδιά για τον Χριστό και για την Πατρίδα, τα παρηγορούσαν, τους έδιναν ελπίδα. Τα πρώτα αναγνωστικά βιβλία τους, ήταν Εκκλησιαστικοί Τόμοι όπως το Οκτωήχι [επίσης και Οκταήχι], το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο. Σ’ αυτά γινόταν η ανάγνωση. Μόνο θρησκευτικά βιβλία έβγαζαν και μπορούσαν να στείλουν οι Έλληνες του εξωτερικού για τη σκλαβωμένη πατρίδα. [Πρώτη η Εκκλησία ίδρυσε τυπογραφείο το 1627, με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη. Ήταν το πρώτο στην Ανατολή. Άλλα τυπογραφεία υπήρξαν στο Ιάσιο, το 1680, στο Βουκουρέστι και στη Μοσχόπολη, το 1710, με τον ιερομόναχο Γρηγόριο Κωνσταντινίδη. Και στα 1798, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ ίδρυσε στο Πατριαρχείο, «Τυπογραφείο του Γένους»]. 

Σκοπός μου, ήταν ν’ αφήσω παράμερα τη συγκίνησή μου και ν’ αποδώσω την ατμόσφαιρα του και τη μορφολογία του σωστά. Ο χώρος όμως [αντικειμενικά] είναι μικρός (πλάτος 3, βάθος 2,40 και ύψος 2,25 μέτρα). Τον διαίρεσα σε δυο ανόμοιες αρμονικές επιφάνειες (κλίτη). Το ένα κλίτος καταλήγει σε τυφλή αψίδα, το δε άλλο σε μια μικρή τοξωτή πόρτα εξόδου, για διαφυγή των μαθητών σε κάθε κίνδυνο. Τα πλατυκέφαλα καρφιά αυτής της μικρής πόρτας (που αποτύπωσα από την εξώπορτα του αρχοντικού σπιτιού «Μίσιου» στα Γιάννενα), τα χύτευσα με μολύβι και αντιμόνιο. Από τη δεξιά μεριά του μεγάλου κλιτούς, δημιούργησα τέσσερις μικρές τυφλές αψίδες, όμοιες μεταξύ τους, με τύμπανο επί­πεδο. Ήθελα να μεγαλώσω το βάθος της αίθουσας [υποκειμενικά], αισθητικά και προοπτικά, για να φανεί η κεντρική τυφλή αψίδα πιο μεγάλη, μιας που εκεί θα έβαζα τον παπά-δάσκαλο όρθιο. Έτσι θα τόνιζα την κάθετη φιγούρα, με την ανάτασή της και τη δεσπόζουσα θέση της στη γενική σύνθεση. Τα δυο ανισόπλατα κλίτη, χωρίζονται με δυο ανομοιογενή τόξα, που φέρουν τις δυο αντίστοιχες καμάρες. Στηρίζονται όλα, όχι σε πεσσό τετράγωνο, αλλά σε μια πέτρινη κολώνα. Μ’ αυτόν τον τρόπο κερδίζω χώρο και δείχνω αυτά που θέλω καλύτερα.

Μέτρο βασικό είναι ο άνθρωπος. Τα μικρά αντικείμενα που τοποθετώ εδώ, τα έχω σα μέτρο σύγκρισης. Ο οπτικός κώνος του επισκέπτη, γενικά, σχηματίζεται σε απόσταση ίση με το ύψος της καμάρας, για να προσέξει λεπτομέρειες, με ορι­ζόντιο άξονα γωνίας 45°. Φτάνει δε η μεγαλύτερη οπτική γωνία, ανάλογα με τη θέση του επισκέπτη, τις 54°-60° περίπου.

Δούλεψα από την αρχή μέχρι το τέλος τη σύνδεσή μου, πάνω στην αρχική μακέτα και τα σχέδιά μου. Τα υλικά είναι νευρομετάλ, σιδερένια πλέγματα και τσιμεντοκονίαμα. Οι πατίνες έγιναν με χρώματα πλαστικά, ακρυλικά, σκόνες, τέ­μπερες, ελαιοχρώματα και γομαλάκα. Από τα ρούχα των μαθητών, άλλα τα έραψα (παντελόνια από σαμαροσκούτι) και άλλα είναι μεταποιημένα και αγορασμένα από παλαιοπωλεία στα Γιάννενα.

Τα πρόσωπα του Κρυφού Σχολειού, τα δούλεψα από μοντέλα (όλα), στο εργαστήρι μου στην Αθήνα και στα Γιάννε­να. Πριν πολλά χρόνια (το 1954-55), δούλεψα τον παπά-δάσκαλο που ήταν από τα χωριά της Κόνιτσας. Τα άλλα παι­διά, είναι του βουνού και του κάμπου, ο δε μικρός —όρθιος— είναι ο γιος μου. Σεβάστηκα την Ηπειρωτική τους χαρα­κτηρολογία, καθώς και την ενδυματολογία τους.

Τη σύνθεση αυτή που έκαμα, την πίστεψα, τη μελέτησα, την αγάπησα. Ήταν και η αιτία να αρχίσω να πειραματίζομαι με την απόδοση ιστορικών γεγονότων και προσώπων. Την περίοδο που ήμουν αποσπασμένος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, γνώρισα πολλούς συναδέλφους, ιστορικούς και φιλόλογους. Πάντα πίστευα ότι καθένας μας, συνεισφέρει στη μόρ­φωση ή και την καλλιέργεια άλλων. Η δική μου επιθυμία, ήταν να μπορέσω, σα γλύπτης, με δικό μου τρόπο, να πραγμα­τώσω τη δημιουργία σκηνών, γεγονότων και μορφών της Ελληνικής Ιστορίας.

Αποφεύγοντας λάθη που έγιναν σε άλλα Μουσεία του εξωτερικού (μετατροπές κτιρίων με χρηστικότητα & προσω­πικότητα άσχετη αυτής ενός Μουσειακού χώρου), δημιούργησα ένα δικό μου χώρο, στο χωριό Μουζακαίοι Ιωαννίνων. Πειραματίστηκα με πολλά υλικά και κατέληξα στο κερί, μιας που αποδίδει καλύτερα τους χρωματικούς τόνους του ανθρώπινου δέρματος (και των μυών που βρίσκονται κάτω απ’ αυτό). Άρχισα να δείχνω τη δουλειά μου στους συναδέλ­φους μου … και τα υπόλοιπα είναι ιστορία!

Το όρθιο ανάστημα του παπά-δάσκαλου, σταματά το χρόνο για λίγο με το χέρι- για να πει στα σκλαβόπουλα ότι εί­ναι Χριστιανοί και Έλληνες, με τη μεγάλη Ιστορία που έχει το Γένος μας. Τα παιδιά, σταμάτησαν να γράφουν, να διαβά­ζουν. Στοχάζονται…

Μουσείο Βρέλη Κρυφό Σχολειό
Από το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλη
 
Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Αφήνοντας το Κρυφό Σχολειό πίσω, βλέπουμε αριστερά μας μια μικρή διάτρητη καμάρα, για να παρατηρεί ο επισκέπτης τις σκάλες απ’ τις οποίες κατέβηκε και σε τι βάθος τον οδήγησαν. Μετά από λίγο, δε 8α γνωρίζουμε τη θέ­ση μας μέσα στο χώρο. Θέλω ν’ απομονώσω το ένα θέμα από το άλλο, δημιουργώντας ανισοϋψή επίπεδα.

Προχωρούμε προς τα κάτω. Περπατούμε τώρα το κατηφορικό καλντερίμι με τις μικρές πέτρες. Τις έχω μικρές, για­τί και θέλω να μεγαλώσω το αισθητικό μέτρο και να προστατέψω τον επισκέπτη από πιθανό γλίστρημα (λόγω της κλίσης του). Βαριά ατμόσφαιρα, σφιχτά οι χώροι σε κλείνουν από παντού. Δεξιά, αριστερά και πάνω, βράχια. Αυτή είναι και η είσοδος του δεύτερου θέματος. Στρίβουμε και δεξιά μας ανοίγεται μέρος μιας σπηλιάς. Σε μια τέτοια σπη­λιά μαρτύρησε ο εβδομηντάχρονος εθνεγέρτης και διαφωτιστής, Δεσπότης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, το 1611.

Γεννήθηκε στα μέρη της Παραμυθιάς το 1541 και πολύ νέος έγινε καλόγερος στο Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου (στο Διχούνι Παραμυθιάς), που ήταν τότε σπουδαίο, με 18 μετόχια και πλούσια κτήματα. Αργότερα, σπούδασε σε μεγάλα Ευρωπαϊκά κέντρα (Βενετία, «Πατάβιον» [ΠάδοΒα]) φιλολογία, φιλοσοφία και ιατρική. Μετά, συνέχισε στην Κωνσταντινούπολη λογική, ποίηση, γραμματική και αστρονομία. Μέχρι τα 39 του χρόνια, σπούδαζε. Από τότε πήρε τον τίτλο του «Διονύσιος ο Φιλόσοφος». Σκυλόσοφο τον έλεγαν οι Τούρκοι και οι τουρκολάτρες (όπως ο αποτυχημένος κληρικός Μάξιμος, που τον συκοφάντησε πολύ).

Το 1571, νικήθηκε ο Τουρκικός στόλος στη Ναύπακτο, από τον ενωμένο στόλο της Ισπανίας, Ενετίας και του Πά­πα Πίου του 5ου. Ήταν η αφορμή, για να ξεσπάσουν επαναστάσεις, εξεγέρσεις και αναταραχές από τους Έλληνες, σε Ακαρνανία, Θεσσαλία, Ήπειρο και Μάνη. Την εποχή αυτή έδρασε ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, με τα δυο αγροτικά κι­νήματα το 1600 και 1611. Είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Λάρισας το 1563, από τον Πατριάρχη Ιερεμία (του οποίου ήταν πολύτιμος συνεργάτης). Ο ίδιος μετέφερε την έδρα του, μόλις ήρθε, στην Τρίκκη (τα σημερινά Τρίκαλα). Βλέπο­ντας την καταπίεση των σκλάβων, τους εξισλαμισμούς και τα βασανιστήρια· αρχίζοντας το έργο του ως Μητροπολί­της, μυεί ταυτόχρονα τους κληρικούς και τον Δεσπότη Σεραφείμ, για να επαναστατήσουν. Στο κίνημα που ακολούθη­σε, το 1600, συμμετείχαν αρματολοί απ’ τ’ Άγραφα και Ισπανοί, με τους οποίους είχε έρθει πρωτύτερα σε συνεννόηση. Αποτυγχάνει το κίνημα, βρίσκει τραγικό τέλος ο Δεσπότης Σεραφείμ και ο ίδιος φεύγει για Ιταλία. Καθαιρείται από τη θέση του Μητροπολίτη, για την πράξη του αυτή. Προσπάθησε να διοργανώσει και καινούριο κίνημα το 1604, στο Φανάρι Παραμυθιάς. Φεύγει όμως κι από δω, γιατί προδόθηκε.

Στα 70 περίπου χρόνια του, επιστρέφει και πάλι. Αυτή τη φορά, ως απεσταλμένος ξένων δυνάμεων (του αντιβασι­λέα της Νάπολης και του Πάπα). Έρχεται να συνεννοηθεί με τον Μητροπολίτη Ματθαίο και φίλους του στα Γιάννενα. Μέχρι τότε, οι Χριστιανοί έμεναν μέσα στο Κάστρο, κοντά στις εκκλησιές τους, με πολλά προνόμια. Παρατήρησε την πόλη και τις άμυνές της. Γυρίζει στο Διχούνι και αρχίζει τις περιοδείες του στα χωριά της Θεσπρωτίας. Με τη φλόγα της ψυχής του, ο σοφός ρήτορας τραβούσε τον αγνό, απλοϊκό και βασανισμένο από την τυραννία κόσμο, κοντά του. Ντυμένος απλά, με ένα καλογερικό σκούφο, τουρβά και πλόσκα, συγκέντρωνε κοντά του όλους όσους είχαν πίστη και πόθο για λευτεριά. Με τους πρώτους 100 που συγκέντρωσε, πήρε δυο χωριά στην περιοχή της Παραμυθιάς (Τουρκογρανίτσα & ΖαραΒούτσι). Ύστερα συνέχισε να συγκεντρώνει κόσμο. Από 70 περίπου χωριά συγκέντρωσε 1.100 περίπου. Στόχος τώρα, ήταν τα Γιάννενα.

Η επίθεση έγινε στις 10 Σεπτέμβρη 1611, στον Τουρκικό συνοικισμό που ήταν στην Καλούτσιανη. Εκεί ήταν και το Διοικητήριο του Οσμάν-πασά των Γιαννίνων. Στην πρώτη αυτή αιφνιδιαστική επίθεση, κάηκε το παλάτι του πασά, σκοτώθηκε η φρουρά του και ο ίδιος διέφυγε και κλείστηκε στο Κάστρο. Οι επαναστάτες έμειναν απ’ έξω, όλη τη νύχτα. Τα ξημερώματα, κάνουν αντεπίθεση οι Τούρκοι του Κάστρου, έφιπποι και καλά οπλισμένοι και η κατάσταση άλλαξε. Κατά τη μάχη που ακολούθησε, πολλοί Τούρκοι σκοτώθηκαν και ο Οσμάν-πασάς τραυματίστηκε. Τελικά όμως υπο­χωρούν. Κατά την υποχώρηση σφάχτηκαν 200 Θεσπρωτοί επαναστάτες και οι υπόλοιποι έφυγαν για τα Βουνά. Τους δυο υπαρχηγούς του, το Δελή-Γιώργο και τον Λάμπρο από το Πόποβο της Παραμυθιάς, αφού τους συνέλαβαν, τους βασάνισαν πρώτα και ύστερα τους σκότωσαν. [Το ίδιο έτος, οι Τούρκοι πήγαν στο Διχούνι και κατάστρεψαν μέχρι τα θεμέλιά του το Μοναστήρι απ’ όπου ξεκίνησε. Ο σημερινός ναός του Αγίου Δημητρίου, στέκει από το 1763.]

Ο Διονύσιος ο Φιλόσοφος, κρύφτηκε σε μια σπηλιά του βράχου πάνω στον οποίο είναι χτισμένο το Κάστρο των Ιωαννίνων. Με προδοσία τον έπιασαν και όταν τον παρουσίασαν στον Οσμάν-πασά, είπε άφοβα: «πολέμησα για να ελευθερώσω το λαό από τα Βάσανα και την τυραννία σας».

Στο πρόσωπό του, οι Τούρκοι είδαν έναν επαναστάτη, έναν κληρικό και έναν Έλληνα που έπρεπε να θανατωδεί με παραδειγματικό τρόπο. Οι δήμιοί του, φρόντισαν να κρατήσει το μαρτύριό του για πέντε ολόκληρες ώρες. Πάνω απ’ αυτό το σημείο που μαρτύρησε, είναι χτισμένο σήμερα το τζαμί του Ασλάν-πασά. Βρίσκεται κοντά στο καφενείο «Κυρά-Φροσύνη», στο μώλο των Ιωαννίνων.

Φωτογράφησα και σχεδίασα εσωτερικά, το χώρο αυτό της σπηλιάς όπου κρύφτηκε ο Διονύσιος τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τον έφτιασα όπως είναι και ο πραγματικός. Προσθέτοντας μάλιστα τις φιγούρες, δημιούργησα στον επισκέπτη μια νέα διάσταση χρόνου. Το αισθητικό μου μέτρο εδώ, είναι συνάρτηση της πολυπλοκότητας και της τάξης. Τα υλικά που χρησιμοποίησα για την κατασκευή της αίθουσας ήταν: λινάτσα, γύψος, κόλλες και βερνίκια. Τα σιδερέ­νια αντικείμενα και οι αλυσίδες, είναι αγορασμένα με το κιλό.

Στη σύνθεση, κυριαρχεί η κάθετος με το όρθιο σώμα και τα αλυσοδεμένα δυο χέρια του Εθνομάρτυρα. Η προσφορά του στον αγώνα, δείχνεται προς εμάς με το ματωμένο μισοανοιχτό του χέρι, ενώ το άλλο δεν έχει δύναμη. Υποβαστά­ζεται το σώμα, με τα γυμνά ματωμένα πόδια του, που σχηματίζουν αμβλεία γωνία. Οι δυο δήμιοι καλύπτουν το άλλο μέ­ρος της σύνθεσης με τη βρωμιά, τη μικρότητα και το θανάσιμο μίσος. Αντίθετες και οι κινήσεις-στάσεις τους. Του ενός το πρόσωπο και το χέρι, σφιγμένο για εκδίκηση. Το μίσος του άλλου, δε φαίνεται τόσο στο πρόσωπό του, αλλά στο ότι κρατά στα χέρια του χαλαρά (σχεδόν ασυνείδητα) τα φονικά όργανα [σουγιάς και τανάλια] για το γδάρσιμο.

Το πρόσωπο του Διονυσίου είναι σε ηλικία 70 χρόνων, έχει την έκφραση του πόνου και της καρτερικότητας, με το βλέμμα του προς τα ψηλά, προς τη θυσία του. Είναι χτυπημένος και ματωμένος παντού. Δείχνω την αρχή του μαρτυρί­ου του, την πρώτη από τις πέντε ώρες που κράτησε το γδάρσιμο. Τα στοιχεία που είχα για τη φυσιογνωμία του, είναι από μια μεγέθυνση μικρογραφίας ενός χειρόγραφου, της Μονής Προδρόμου Σερρών. Βοήθησαν επίσης πολλές πε­ριγραφές βιογράφων, καθώς και άλλων ιστορικών βιβλίων.

Τα μακριά ματωμένα γένια του, κρύβουν αρκετά τη δουλειά που υπάρχει στο επάνω μέρος του σώματος προς το κεφάλι. Βλέπουμε χτυπήματα στο πρόσωπο, μέχρι τις γωνίες της κάτω γνάθου, καθώς και εκδορά του μυώδους πλατύσματος (στο λαι­μό), όπου φαίνεται μέρος του αριστερού στερνοκλειδομαστοειδή. Οι σφιγκτήρες των βλεφάρων με τους επισκήνιους είναι σε έντα­ση, σχηματίζουν με τον μετωπιαίο γραμμές παράλληλες, αφήνοντας τα μάτια ολάνοιχτα. Η κάτω σιαγόνα, κατεβαίνει για να δη­μιουργήσει το ανοιχτό στόμα, που γίνεται από μεγάλη δύναμη του μυώδους πλατύσματος και που δημιουργείται από μεγάλο πόνο. Μεγάλο μέρος της δουλειάς του προ­σώπου του (και ειδικά αυτό που βρίσκεται στο λαιμό του), το κάλυψα τελικά με τις τρί­χες από το γένι του, μιας που φρόνησα ότι θα έπρεπε να απαλύνω το τραγικό και να μη μεταδώσω άμεσα τη φρίκη, στο δεύτερο κιό­λας θέμα του Μουσείου.

Τα άλλα δυο πρόσωπα των δήμιων, τα έφτιασα στην αρχή βασιζόμενος πάνω σε μοντέλα. Στη συνέχεια μελέτησα τα ανάλο­γα ανατομικά και φυσιογνωμικά στοιχεία αυ­τών. Ήθελα να είναι δυο διαφορετικοί τύποι. Ο λεπτός, αιμοβόρος τριγωνικός και ενδοστρεφής τύπος, στέκεται όρ­θιος. Του τονίζω τους επισκήνιους (στα φρύδια) μυς και τον μετωπιαίο, για να φανεί η κακότητα των ματιών. Αντίστοιχα δε, με το τετράγωνο του κάτω χείλους και τον σφιγκτήρα των χειλιών (που σχηματίζουν μια αμβλεία γωνία στο στόμα), δείχνω εντονότερα τη μοχθηρία και το σκοπό του για εκδίκηση. Ο δε άλλος τύπος δήμιου, είναι τετράγωνος μασητι­κός, σε κατάσταση ζώου, αδιάφορος για το έργο που θα κάνει. Εδώ, τονίζω στο κάτω χείλος αριστερά, μια μικρή πάρειση και τους άλλους μυς ανάλογα.

Τα ρούχα είναι ρετάλια υφασμάτων και κομμάτια από παλιές στολές. Του καθιστού δήμιου είναι από σαμαροσκούτι, τα δε παπούτσια τους από λινάτσα, γάζες, γύψο και χρώμα (φτιαγμένα από ‘μένα). Τα μαλλιά του Διονυσίου, καθώς και των δημίων του, είναι από συνθετική τρίχα.

Η σύνθεση είναι δική μου και σκοπό έχω να δώσω στον επισκέπτη μια ρεαλιστική απεικόνιση των βασανιστηρίων που έγιναν κατά τους χρόνους της σκλαβιάς. Να του θυμίσω πως ο Εθνομάρτυρας Διονύσιος ο Φιλόσοφος, είναι από τους πολλούς στην Ελλάδα, που χάρισαν το αίμα τους για τη λευτεριά του τόπου τούτου. Σας παρακαλώ να τον θυ­μάστε μ αυτό το όνομα και όχι με το βρωμερό του … “υποκοριστικό”.

Διονύσιος ο φιλόσοφος-σκυλόσοφος
Από το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλη
 
Ηπειρώτες Ευεργέτες

Οι Ηπειρώτες Ευεργέτες, μέχρι αυτοθυσίας έδειξαν αφοσίωση για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα όλου του Γένους. Γι αυτό και λέγονται και είναι Εθνικοί ευεργέτες. Έχουν ανθρωπιστική και εθνική συνείδηση και δράση μεγάλη. Η οικονομική τους προσφορά, στάθηκε πολύτιμη κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και αργότερα στ’ άρματα και τα γράμματα.

Αυτός ο μικρός χώρος που λέγεται «Εύανδρος Ήπειρος», έχει προσφέρει πολλά και δεν της πρόσφεραν τίποτε απ’ αυτά που δικαιούται. Παρ’ όλα τα κληροδοτήματα που έχει, η Ήπειρος σήμερα είναι εγκαταλειμμένη στην τύχη της. Όποιος μπορεί να πει ότι συγκινείται με το έργο αυτό των Ευεργετών, ας το δείξει και έμπρακτα. Ας αναλογιστούν αυ­τοί που λέγονται μεγάλοι ή (και) πλούσιοι, τι προσέφεραν απ’ αυτά που έχουν. Τότε ο καθένας θα σκεφτεί την προ­σφορά τους. Κατά τη γνώμη μου, πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει, αλλά αυτός που δίνει.

Δε μπορεί να μη θαυμάζεις αυτούς τους Ηπειρώτες Ευεργέτες. Φτωχοί ξεκίνησαν και οι περισσότεροι απ’ αυ­τούς χωρίς μεγάλη μόρφωση. Ήθελαν όμως να μάθουν οι σκλαβωμένοι τους πατριώτες γράμματα, να μορφωθούν. Να μη ζήσουν σα σκλάβοι, αλλά ελεύθεροι. Δούλεψαν σκληρά για να αποχτήσουν τα πλούτη τους. Δεν τα βρήκαν στο δρόμο, ούτε τα είχαν από πριν. Τα μάζεψαν για να τα προσφέρουν. Η ξενιτιά τους πότιζε νοσταλγία, αγάπη και πό­νο για τον τόπο τους. Ήταν άνθρωποι με χαρακτήρα, ήθος, ανθρωπιά και ιδανικά.

Η οικογένεια Σίνα ήταν από τη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου. Ο Σίμων Σίνας (1753-1822), ήταν έμπορος στον τόπο του. Έφυγε νέος και πήγε στη Βιέννη, όπου ασχολήθηκε με μεταφορές εμπορευμάτων από/προς Αυστρία/Μακεδονία. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, πλούτισε με το εμπόριο και την επεξεργασία βαμβακιού. Έγινε πα­ράγων οικονομικός της Αυστροουγγαρίας και του απένειμαν τον τίτλο του Βαρόνου.

Ο Γεώργιος Σίνας (1783-1856), ήταν γιος του Σίμωνα, τραπεζίτης. Ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα της Αυστρίας, την ατμοπλοϊκή εταιρεία του Δούναβη, κατασκεύασε σιδηροδρόμους, έφτιασε το Πολυτεχνείο της Βιέννης. Εκτός αυ­τών, έφτιασε την κρεμαστή γέφυρα [μήκους 375 μέτρων και αξίας 500.000 χρυσών λιρών Αγγλίας] το 1840-49, η οποία συνέδεε τις πόλεις Βούδα & Πέστη. Του έδωσαν τον τίτλο του Βαρόνου. Στην Αθήνα, έφτιαξε το Αστεροσκο­πείο το 1846 και το πλούτισε με όργανα και βιβλιοθήκη. Το 1846, επίσης, διορίστηκε Γενικός Πρόξενος της Ελληνι­κής Κυβέρνησης στην Αυστρία.

Τον Σίμωνα Σίνα (1810-1876), Βαρόνο, τον έχω στη σύνθεσή μου όρθιο. Γιος του Γεώργιου, με θαυμάσια μόρφω­ση. Νομικός, πρεσβευτής σε Βιέννη, Μόναχο, Βερολίνο. Ήταν προικισμένος με πολλά σπάνια προσόντα. Διάλεξε το επάγγελμα του πατέρα του (τραπεζίτης) και έγινε μέτοχος σε βιομηχανικά και γεωργικά έργα. Έγινε μέλος της ομότι­μης «Αυστριακής Διαίτης», πρόεδρος εμπόρων, κ.α. Αγαπούσε την πατρίδα του και βοήθησε με υποτροφίες, να σπου­δάσουν Έλληνες σε σχολές του εξωτερικού. Μεγάλα χρηματικά ποσά, επίσης, πρόσφερε και στη Φιλεκπαιδευτική Εται­ρεία Αθηνών. Και την Εκκλησία βοήθησε, ολοκληρώνοντας το Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας και χτίζοντας το 1858 το Ναό της Αγίας Τριάδας στη Βιέννη. Το 1859, έφτιασε την περίφημη Ακαδημία Αθηνών, που δε μπόρεσε να δει έτοι­μη. Από τα τέσσερα κορίτσια του, πάντρεψε τα δυο με Έλληνες (την Ειρήνη με τον Γ. Μαυροκορδάτο και την Ελένη με τον Γρ. Υψηλάντη). Πέθανε σε ηλικία 66 χρόνων στη Βιέννη.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ (1818-1899) [τον έχω εδώ καθιστό, δίπλα στον Σ. Σίνα], γεννήθηκε στο Μέτσοβο. Στα 22 του χρόνια, πήρε το δρόμο της ξενιτιάς για την πόλη Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου, όπου βρισκόταν πολλοί Ηπειρώτες. Ασχολείται με το εμπόριο μαζί με τον συγγενή του Μιχαήλ Τοσίτσα (1787-1856). Γρήγορα γίνεται πλούσιος με τις εμπορικές, τραπεζικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις του.

Αρχίζει, με γενναίες προσφορές στην Αλεξάνδρεια, να χτίζει το Γυμνάσιο, το Παρθεναγωγείο, το Νοσοκομείο για απόρους. Στον τόπο του, τη γενέτειρά του-το Μέτσοβο, διαθέτει 1.500.000 χρυσές δραχμές. Όταν δε δυο Μετσοβίτες, οι Μ. Τοσίτσας και Ν. Στουρνάρας (1806-1853), ίδρυσαν το Πολυτεχνείο, προσφέρει κι αυτός τα υπόλοιπα χρή­ματα (500.000 χρυσές δραχμές) για να τελειώσει. Απ’ αυτούς τους τρεις ευεργέτες, έχει πάρει το όνομά του το ση­μερινό «Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο». Χτίζει στην Αθήνα τη Σχολή Ευελπίδων και τις φυλακές για νέους. Φτιάχνει τους ανδριάντες του Ρήγα Φεραίου και του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’. Το 1895, αναλαμβάνει την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου (με το ποσό του 1.000.000 χρυσών δραχμών), για να γίνουν τον άλλο χρόνο οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες το 1896. Έδωσε επίσης 2.500.000 χρυσές δραχμές, στο Ταμείο Εθνικού Στόλου· χρήματα που αποτέλεσαν τη βάση για να αγοραστεί το θρυλικό τεθωρακισμένο καταδρομικό πλοίο «Γ. Αβέρωφ», που τίμησε αντά­ξια το Ελληνικό μας ναυτικό με νίκες στους Βαλκανικούς πολέμους.

Σε πολλά κληροδοτήματα άφησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του: για την ίδρυση της Μέσης Γεωργικής Σχολής Λάρισας, για το Ωδείο Αθηνών, την Πινακοθήκη. Όσο για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μέτσοβο, αυτή βοηθήθηκε αφάνταστα με πολύτιμες προσφορές του. Πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1899, σε ηλικία 81 χρόνων.

Οι αδερφοί Ζωσιμάδες γεννήθηκαν στα μέσα του 18ου αιώνα στα Γιάννενα. Ήταν εννιά αδέρφια. Τα ονόματά τους: Γιάννης, Θεοδόσης, Αναστάσης [αυτόν έχω στην αίθουσα αυτή], Νικόλαος, Ζώης, Μιχάλης, Αλεξάνδρα, Ζωή και Αγγελική. Ο πατέρας τους, Παύλος, ήταν έμπορος-πραματευτής στα Γιάννενα και σ’ όλη την Ήπειρο. Δύσκολα ζούσε όλη την οικογένειά του. Οι έξι αδερφοί, αποφάσισαν να πάρουν το δρόμο της ξενιτιάς, όπως και τόσοι άλλοι Ηπειρώτες. Χωρίς καμιά βοήθεια ξεκίνησαν. Ο Θεοδόσης, ο Νικόλαος και ο Μιχάλης, πήγαν στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Οι άλλοι τρεις (ο Γιάννης, ο Αναστάσης και ο Ζώης), πήγαν στη Νίζνα της Ρωσίας.

Πάντα είχαν αγάπη μεταξύ τους και πολλή πίστη και δύναμη στο έργο τους. Θέλησαν να κάνουν εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Πέτυχαν με πολύ κόπο. Δημιούργησαν εμπορικούς αντιπροσώπους σε όλη τη Ρωσία.

Το 1786 πεθαίνει ο Γιάννης. Για τη μνήμη του, οι άλλοι πέντε αδερφοί έχτισαν μια περίλαμπρη εκκλησία στη Νίζνα (τον Αϊ-Γιάννη). Η θαυμάσια διακόσμηση και ο πλούτος των αφιερωμάτων σ’ αυτή, δεν περιγράφεται.

Ο Θεοδόσης μεγαλώνει τις επιχειρήσεις μέχρι Κίνα και Ινδία. Δημιουργεί πρακτορεία στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης, με υπαλλήλους -κυρίως- Έλληνες. Να αναφέρουμε εδώ, ότι κάδε πρωτοχρονιά τους δίνουν και δέκα­το τρίτο μισθό, κάτι που σε πολλές πολιτισμένες χώρες ήρθε πολύ αργότερα. To 1793 πεθαίνει ο Θεοδόσης (νέος) στο Λιβόρνο. Αφήνει την περιουσία στα άλλα τέσσερα αδέρφια. Άφησε εντο­λή να δημιουργήσουν οι άλλοι τέσσερις την «Αδελφότητα». Τους συμβούλεψε, με λίγα λόγια, να μην παντρευτούν ποτέ και να αφιερώσουν τη ζωή, την περιουσία και τα έργα τους, για τη σκλαβωμένη πατρίδα και τα άλλα τους αδέρ­φια, τους Έλληνες. Έτσι και έκαμαν. Παιδιά είχαν όλα τα ορφανά που υιοθέτησαν και βοήθησαν.

Ο Νικόλαος και ο Μιχάλης, αφήνουν το Λιβόρνο και πηγαίνουν στη Ρωσία, μαζί με τον Αναστάση και τον Ζώη. Αναλαμβάνει ο Ζώης τη «Ζωσιμαία Αδελφότητα» και μεταφέρει την Εταιρεία από τη Νίζνα στη Μόσχα. Για τις ικανότητες και τις καλοσύνες τους, είχαν γίνει θρύλος στη Ρωσία. Δεν έμεναν σε παλάτια, αλλά σε μια πτέρυγα του μοναστηρι­ού των Ιβήρων. Απλή η ζωή τους. Πάντα εφαρμοστές του «Ευ πράττειν».

Δε βοήθησαν μόνο την πατρίδα τους, αλλά και τη χώρα στην οποία ζούσαν. Στο ορφανοτροφείο της Μόσχας δί­νουν 20.000 ρούβλια (μεγάλο ποσό για το 1841). Δώρισαν τεράστια αγροκτήματα με διάφορα κτίρια στο Πανεπι­στήμιο της Μόσχας (στο οποίο δώρισαν και σεβαστά χρηματικά ποσά για επιστημονικές εκδόσεις). Ο Ζώης ανακηρύχθηκε «Ιππότης της Απέραντης Ρωσικής Αυτοκρατορίας». Όταν δε η Αικατερίνη η Μεγάλη γνώρισε στην Ελληνική Εκκλησία τον Ζώη Ζωσιμά, μίλησε για τις ευεργεσίες του(ς) και τόνισε ότι είναι, «καύχημα του γένους των Γραικών».

Οι Ζωσιμάδες, με τα χρήματά τους, τυπώνουν κατά τους χρόνους της προεπανάστασης χιλιάδες βιβλία: ιστορι­κά, φιλοσοφικά, επιστημονικά και θρησκευτικά. Τυπώνουν και δίνουν δωρεάν, την Ιλιάδα & Οδύσσεια του Ομήρου, καθώς και θεωρητικά έργα των Ευγένιου Βούλγαρη και Νικηφόρου Θεοτόκη. Δικό τους έργο και η δημιουργία της «Ελλη­νικής Βιβλιοθήκης» με προλεγόμενα του Αδαμάντιου Κοραή, όπου περιλάμβανε όλους τους αρχαίους και αρκετούς μεταγενέστερους συγγραφείς.

Μεγάλα χρηματικά ποσά στέλνουν κάθε χρόνο στην Ήπειρο. Το σπίτι τους στα Γιάννενα υπήρχε για να βοηθά και να φιλοξενεί. Εκεί, η μια αδερφή, η Ζωή (που οι μεγάλοι τη φώναζαν κυρά-Ζωίτσα και τα παιδιά «κυρά-μάνα»), έτρεχε παντού να βοηθήσει αυτούς που είχαν ανάγκη. Επίσης, στα Γιάννενα, την ιδιαίτερη πατρίδα τους, κάνουν κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, φτωχοκομεία.

Στέλνουν κάθε χρόνο ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα, θρησκευτικά και εκπαιδευτικά βιβλία, που τυπώνουν στη Ρωσία. Εζησαν τον ξεσηκωμό του Γένους (1821) και με ενθουσιασμό πρόσφεραν ό,τι μπορούσαν, επώνυμα και ανώνυμα. Εξαγόραζαν αιχμαλώτους. Στέλνουν χιλιάδες ρούβλια στον αγώνα, ανώνυμα. Βοηθούν όλα τα ορφανά του πολέμου.

Ίδρυσαν στα Γιάννενα (το 1828) μια ανώτερη Σχολή, την περίφημη «Ζωσιμαία Σχολή», μια απ’ τις σπουδαιότερες του Γένους. Αυτή ξαναζωντάνεψε την παιδεία, μετά από τις καταστροφές (σε σχολεία & βιβλιοθήκες) που προκάλεσαν οι συγκρούσεις μεταξύ Χουρσίτ και Αλη-πασά. Το 1904, έγινε η σημερινή «Ζωσιμαία», πάλι με χρήματά τους.

Ο Νικόλαος, υποστήριξε την Εθνική Τράπεζα, το 1841, με 611 μετοχές. Τον ανακήρυξαν επίτιμο διευθυντή. Ο Ζώης, πριν το θάνατό του, δώρισε στο Έθνος μια μεγάλη συλλογή νομισμάτων (αρχαία ελληνικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά), 17.832 στο σύνολό τους. Ένας θησαυρός. Η συλλογή, έμεινε λησμονημένη στα υπόγεια του Κεντρικού Ταμείου του Κράτους και ανακαλύφθηκε το 1929.

Συγκινήθηκα όταν είδα στη Νίζνα, το Σεπτέμβρη του 2000, έγγραφα των Ζωσιμάδων, τους χώρους που έδρασαν και τους καλοδιατηρημένους τάφους τους. Ανέπαφοι ως και σήμερα, με επιτύμβιες πλάκες από σκληρό μαύρο γρανίτη. Τα κείμενα ήταν γραμμένα σε Ρωσικά και Ελληνικά. Ακόμη και σήμερα, χρησιμοποιούνται οι ίδιοι χώροι (σχολεία, βιβλιοθήκες, εκκλησίες, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, κατοικίες,…).

Το όνειρο όλων των αδερφών, ήταν να αφήσουν το σκούρο ουρανό του Βορρά και να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους. Στην ξενιτιά πέθαναν όλοι τους, με τελευταίο τον Ζώη (το 1842), χωρίς να μπορέσουν ούτε να δουν, ούτε να ζήσουν κάτω απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού, στην ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865), γεννήθηκε στο Ελληνικό Λάμποβο. Η μόρφωσή του ήταν στοιχειώδης. Υπη­ρέτησε στη φρουρά του Αλη-πασά για ορισμένο χρόνο και μετά έφυγε και πήγε το 1820 στον Μάρκο Μπότσαρη, όπου έγινε πρωτοπαλίκαρο.

Πολέμησε για την απελευθέρωση του Σουλίου. Στο Μεσολόγγι, το 1831, έγινε Ταξίαρχος για την πολεμική του αρε­τή. Τον ίδιο χρόνο, πήγε στη Μακεδονία και μετά στο Βουκουρέστι, όπου έκαμε τον εμπειρικό γιατρό στην αρχή. Με­τά, γίνεται εκμισθωτής μοναστηριακών κτημάτων. Έτσι αγόρασε δικά του κτήματα, υδρόμυλους και σιγά-σιγά έγινε ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της Ρουμανίας.

Με τον ξάδερφό του Κωνσταντίνο Ζάππα στο πλευρό του, μεγάλωσαν την τεράστια περιουσία. Το 1856, κάνει την πρώτη αρχή για τη διοργάνωση των «Ολυμπίων». Σκοπός ήταν να διοργανώνονται εκδόσεις, για την προβολή της Ελλάδας, στο βιομηχανικό, γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα. Έκανε επίσης τα πρώτα βήματα, για τη δημιουργία του Σταδίου όπου θα γίνονταν αργότερα οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ο Εθνικός αυτός ευεργέτης, πέθανε το 1865, στο Μπρουστένι της Ρουμανίας. Άφησε κληρονόμο και εκτελεστή της διαθήκης του, τον ξάδερφό του Κωνσταντίνο Ζάππα.

Ο Κωνσταντίνος Ζάππας (1812-1892) [που έχω εδώ στα δεξιά σας], γεννήθηκε κι αυτός στο Λάμποβο. Στα 20 χρόνια του, πηγαίνει στο Βουκουρέστι, κοντά στον ξάδερφό του. Αυτά που άρχισε ο Ευάγγελος, τα προχώρησε ο Κων­σταντίνος. Ολοκλήρωσε το «Κατάστημα Ολυμπίων» (το σημερινό Ζάππειο Μέγαρο) και έφτιαξε το Παναθηναϊκό Στάδιο (που αναμαρμάρωσε αργότερα ο Γεώργιος Αβέρωφ).

Μεγάλη σημασία έδωσε στην παιδεία. Το 1875, φτιάχνει στην Κωνσταντινούπολη το «Ζάππειο Παρθεναγωγείο». Χτίζει σχολειά στο Λάμποβο, τη Λέκλα, την Αδριανούπολη, τις Φέρες, την Πρεμετή, τη Δρόβιανη, τους Φιλιάτες, τη Νίβανη,… Μεγάλα ποσά αφήνει για υποτροφίες Ελλήνων σε γεωργικές σχολές της Ευρώπης. Μεγάλη και η προσφορά του για να τυπωθούν διάφορα γεωργικά βιβλία. Όλη του την περιουσία, την άφησε στο Ελληνικό κράτος. Μετά το θάνατό του, η Ρουμανική κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει την κολοσσιαία περιουσία του.

Πριν κλείσω, αναφέρω και μερικούς άλλους Ηπειρώτες Ευεργέτες:

Αδερφοί Ριζάρη: Μάνθος και Γεώργιος

Αδελφοί Μαρούτσαι: Λάμπρος και Σίμος

Ζώης Καπλάνης (1736-1806)

Γεώργιος Σταύρος (1788-1856)

Απόστολος Αρσάκης (1792-1874)

Χριστάκης Ζωγράφος (1820-1896),

Ιωάννης Δομπόλης

Ιωάννης Μπάγκας

Ιωάννης Γεννάδιος

Ελένη Αλεξίου-Παπάζογλου

Ελισάβετ Καστρισίου (ή Καστρισόια)

Οικογένεια Μελά

Γεώργιος Χατζηκώστας

Βασίλειος Πυρσινέλλας

Γεώργιος Μιχαηλίδης

Η αίθουσα αυτή είναι πολύ απλή, όπως ήταν και η ζωή τους. Καλοσυνάτες μορφές, ευγενικές και αρκετά δυναμι­κές. Δίπλα τους βρίσκονται οι Δάσκαλοι του Γένους, που χρηματοδοτούνταν από τους Εθνικούς μας Ευεργέτες (γι αυτό και οι δυο αίθουσες είναι μαζί).

Τα μοτίβα της οροφής, είναι στην πραγματικότητα ανεξάρτητα κομμάτια που έφτιαξα από φελό. Τα τοποθέτησα έτσι ώστε να δίνουν την αίσθηση της ξύλινης διακόσμησης, αφού τα χρωμάτισα ελαφρά. Τη ροζέτα στο ταβάνι, την έκα­μα κι αυτή από φελό (πάνω σε δικό μου σχέδιο). Ύστερα τη χρωμάτισα με τέμπερες. Τα ρούχα τους είναι αγορασμέ­να από το Μοναστηράκι, στην Αθήνα.

Πηγές για τη μορφή του καθένα τους, είχα από φωτογραφίες που τράβηξα σε προτομές και αγάλματα που βρί­σκονται σε μέρη που έφτιασαν και περιγραφές από διάφορα βιβλία. Έδωσα στον καθένα, στάση και βλέμμα ανάλο­γο με το ψυχικό τους μεγαλείο και την ικανοποίηση για όσα έκαναν από αγάπη και πίστη, για τον Άνθρωπο και την Πατρίδα τους.

Ηπειρώτες Ευεργέτες
Από το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλη

Το Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλη στα Γιάννενα, πρέπει να αποτελεί προορισμό κάθε επισκέπτη της όμορφης αυτής πόλης. Μαζί με το Σπήλαιο του Περάμοτος, το νησάκι, την παλιά αλλά και την νέα πόλη, την παραλίμνια περιοχή, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες. Όλα αποτελούν θαυμάσιους χώρους για κάθε μορφή τουρισμού καλύπτοντας κάθε γούστο.

Σε αυτή την ανάρτηση φιλοξενούνται μόνο τρις από τις δεκάδες συνθέσεις του καλλιτέχνη. Τα κείμενα και τις φωτογραφίες των έργων, τα άντλησα από το βιβλίο που πωλείται στο μουσείο. Μέσα από αυτό το βιβλίο δεν μαθαίνουμε μόνο στοιχεία σχετικά με το μουσείο, αλλά και για την ευρύτερη ιστορία της Ηπείρου και της χώρας μας.  

Είναι γνωστό πως στο εσωτερικό του μουσείο δεν επιτρέπεται η φωτογράφιση, κάτι με το οποίο διαφωνώ και θεωρώ πως είναι κατάλοιπο της εποχής που για να φωτογραφίσεις σε χαμηλό φωτισμό, ήταν απαραίτητο το φλάς, που ενδεχομένως να θεωρείτο κάτι που αφαιρεί σεβασμό από την μυσταγωγική ατμόσφαιρά του μουσείου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *