25 Ιουνίου 2024

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Ποίηση

Η φωνή της Μικρασίας

Παρουσιάζουμε 4 ποιήματα αφιερωμένα στην Μικρά Ασία, από το βιβλίο του Νικολάου Μοσχοφίδη: Η φωνή της Μικρασίας.  

Πρόλογος του βιβλίου από τον συγγραφέα του Νικόλαο Μοσχοφίδη

Με την ποίηση ασχολούμαι εδώ και αρκετά χρόνια, γι’ αυτό και το συγκεντρωμένο υλικό, σε ολοκληρωμένη επεξεργασία και έτοιμο σχεδόν για δημοσίευση, είναι ικανής έκτασης και καλύπτει ένα ευ­ρύ φάσμα των ανησυχιών μου.  Η παρούσα συλλογή αποτελεί επιλο­γή από το υλικό, όσο μπορούσε απ’ αυτό να ενταχθεί στην ενότητα που παρουσιάζεται.

Η πρώτη ώθηση προς το χώρο της ποιητικής δημιουργίας προήλ­θε από τη συμμετοχή μου σε ένα διαγωνισμό της Σχολής Τυφλών Καλλιθέας (Αθηνών) το έτος 1952. Ακόμη έργα, αρχικά, των Κάλβου, Σολωμού, Βαλαωρίτη, Προβελέγγιου, Βερίτη, Λαπαθιώτη κ.ά, έπαιξαν το ρόλο τους προς την κατεύθυνση αυτή και φυσικά οδή­γησαν και σε νεότερους δημιουργούς όπως Καρέλλη, Βαφόπουλο, Πεντζίκη, Αναγνωστάκη κ.ά. Οι επαφές με τη λογοτεχνική πραγ­ματικότητα για τις εποχές εκείνες, με το άτομό μου ειδικά, παρου­σίαζαν κάποιες δυσκολίες σε ό,τι αφορά στην εξεύρεση και μελέτη συναφών βιβλίων. Η συχνή παρακολούθηση μορφωτικών εκπομπών από το ραδιόφωνο με περιεχόμενο λογοτεχνικό γενικά, και ποιητι­κό ή θεατρικό πιο ειδικά, έδωσε ακούσματα που επέδρασαν εποικο­δομητικά στην ενασχόλησή μου με την ποίηση.

Η γραφή των ποιημάτων έγινε με το ανάγλυφο σύστημα γραφής Μπράιγ (=το όνομα του εφευρέτη), απ’ όπου έπρεπε να γίνει η με­ταγραφή τους με τη γραφή βλεπόντων. Στο σημείο αυτό επιβάλλε­ται να αναφερθώ στην πρόθυμη βοήθεια συγκεκριμένων φίλων για να μεταγραφεί το σύνολο της ποιητικής μου παραγωγής, μία διαδι­κασία εργώδης και χρονοβόρα ομολογουμένως. Έτσι, αναφορικά με τις ποικίλες δυσκολίες που είχα να αντιμετωπίσω, νιώθω την υπο­χρέωση να ευχαριστήσω θερμά για τη βοήθειά τους τον Παπαδόπουλο Νικόλαο, φιλόλογο, και Ζαχαριάδου Μάρθα, υπάλληλο του Ο.Τ.Ε., για τη μεταγραφή των κειμένων, καθώς και την Ηρώ Βακαλοπούλου, δημοσιογράφο και λογοτέχνιδα, για την κατάταξη του υ­λικού και τις εύστοχες παρατηρήσεις της. Πολλά οφείλω στον εκ­δότη, που με προθυμία ανέλαβε τη δημοσίευση του έργου μου, και στον κ. Τάσο Μπίλλη για την οικονομική του υποστήριξη.

Γενικότερα ευχαριστίες πρέπει να αποδοθούν και στους ανθρώ­πους του στενού οικογενειακού μου περιβάλλοντος, σε φίλους και γνωστούς, που εθελοντικά και αφιλοκερδώς προσφέρθηκαν να με συμπαρασταθούν στα διάφορα στάδια των εργασιών μου, στη Σχο­λή Τυφλών Θεσ/νίκης (Διεύθυνση και Διοίκηση), στο Σύνδεσμο Κιουταχειωτών «Ο ΑΙΣΩΠΟΣ» (και ειδικά στον πρόεδρο κ. Ευστράτιο Ταγαράκη), και στο Σώμα Ελληνίδων Οδηγών. Ιδιαίτερα τέλος επι­βάλλεται να μνημονεύσω τους φιλολόγους καθηγητές μου του Εξα­ταξίου Γυμνασίου Δράμας, για την παρότρυνσή τους στα πρώτα μου βήματα.

 
Κυρά της Ιωνίας

Σμύρνη, αυγή πολιτισμού, πατρίδα του Ομήρου, λεβέντισσα περήφανη ανίκητου ονείρου.

Στέμμα βαρύ κι απέριττο δίχως λαμπρά πετράδια, μόνο με αίμα, δάκρυα και του καημού τα βράδια.

Είσαι το φως τ’ ανέσπερο, ποτέ σου δεν πεθαίνεις, θρύλου φωνή απ’ τα παλιά, ποτέ σου δε σωπαίνεις.

Όνειρο είσαι άσβεστο, της άνοιξης αγέρι, όλοι πιστά σε αγαπούν, νέοι, παιδιά και γέροι.

Είσαι το άστρο της νυχτιάς, ο ήλιος της ημέρας, βρύση ζωής αστείρευτης, το χάδι της μητέρας.

Άνθος σε κήπο έρημο, αηδόνι στο χειμώνα, γέλιο, τραγούδι στη σιωπή, κρίνος και ανεμώνα.

Κι αν σ’ έκαψαν οι βάρβαροι και γκρέμισαν τα σπίτια και ο λαός σου σκόρπισε σαν τα μικρά σπουργίτια, κι αν το Δεσπότη έσυραν στους δρόμους, στα σοκάκια και οι πιστοί κατάπιανε πίκρες, φρικτά φαρμάκια, δε χάθηκες στη θύελλα, δεν πίστεψες στο ψέμα, νέα γεννήθηκες ξανά σαν το αρχαίο πνεύμα.

Είχες στολίδι πάνσεπτο την Άγια Φωτεινή σου, καταφυγή στον άρρωστο, ελπίδα στη φυλή σου.

Κι είχες σοφία κι αρετή, τιμή και μεγαλείο, δόξα αιώνων άφθαρτη, χρυσόβουλλο βιβλίο.

Θρόνο πλατύ, επτάφωτο, αγάπη κι αρμονία, των ποιητών την έλλαμψη, Θεού την ευλογία.

Σμύρνη, κραυγή του σπαραγμού, του διχασμού το θύμα, ένα καντήλι να στηθεί κι ένα πελώριο μνήμα.

Σύμβολα να ’ναι κι οδηγοί που να θυμίζουν χρόνια όλα τα πάθη τα φρικτά, τη δολερή διχόνοια.

Σμύρνη, γλυκιά κι αξέχαστη, κυρά της Ιωνίας, Ανατολής βασίλισσα και γη της αφθονίας.

Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1988.

 
Τι να ψάλουμε για σένα

Τι να ψάλουμε για σένα, όμορφη Κιουτάχεια μας, είσ’ η μόνη μας αγάπη μες στα φυλλοκάρδια μας.

Ποια τραγούδια να σου πούμε, ποια να πρωτογράψουμε, ένδοξη γλυκιά πατρίδα, δε θα σε ξεχάσουμε.

Έχεις όμορφες κοπέλες και λεβέντες δυνατούς, που ’ναι πρώτοι στην αγάπη, στους ζεϊμπέκικους χορούς.

Τι να γράψουμε, Κιουτάχεια, που ’χεις χίλιες καλλονές, κι ανθοστόλιστα σοκάκια, φεγγαρόλουστες βραδιές;

Άγιο έχεις για προστάτη κι αρχαγγέλων τα φτερά κι έχεις πλούτη, μεγαλεία κι ολογάργαρα νερά.

Κήπους έχεις, περιβόλια, ανθισμένες βυσσινιές που ’χαν γλύκα οι καρποί τους και ζηλεύανε οι νιες.

Ύφαινες στον αργαλειό σου τα περίφημα χαλιά, σ’ όλους ήταν ξακουσμένα απ’ τα χρόνια τα παλιά.

Κι έπλαθες με τον πηλό σου τα γνωστά κεραμεικά κι έφτιαχναν οι χρυσοχόοι τα κομψά χρυσαφικά.

Ποιος ακόμη δε θυμάται τα βραχιόλια, τους σταυρούς, τις καδένες, σκουλαρίκια, δακτυλίδια, θησαυρούς!

Ήταν θαύματα της τέχνης της παλιάς Ανατολής κι ήταν καύχημα και δόξα κιουταχειώτικης σχολής.

Είχες άριστους μαστόρους, καλλιτέχνες και σοφούς, κι είχαν άξιους δακάλους η καρδιά σου και ο νους.

Δύση είχες κοραλλένια, ροδοδάκτυλη αυγή, ένα κάδρο μ’ αναμνήσεις, απ’ τη σκέψη δε θα βγει.

Όλα σκόρπιζαν αγάπη κι όλα γέμιζαν με φως κι όλα μοιάζανε μ’ ελπίδα, σαν αμάραντος ανθός.

Πεύκα είχες μυρωμένα κι εξωκκλήσι τ’ Αϊ-Λια, που μας θέρμαινε την πίστη και μας χάριζε φιλιά.

Γύρω πέρα αντηχούσαν γέλια ξέγνοιαστα παιδιών κι οι μεγάλοι τραγουδούσαν με τους ήχους των βιολιών.

Ένα βράδυ μες στα πεύκα να καθίσω νοσταλγώ και τα γλέντια της Κιουτάχειας εύχομαι να ξαναβρώ.

Κι αν, πατρίδα μας ωραία, είσαι πόλη μακρινή, δε σ’ αρνήθηκε κανένας, είσαι πάντ’ αληθινή.

Μέσα μας κυλάς σαν αίμα, σαν ολόδροση πνοή και στηρίζεις τις καρδιές μας και μας δίνεις τη ζωή.

Θεσσαλονίκη, 8-20 Μαρτίου 1989. Το πρώτο μέσα στο 1989.

 
Η γιαγιά της Μικρασίας και του Πόντου

Η γιαγιά απ’ την Κιουτάχεια, το Ουσάκ και τα Κιουπλιά, μάζευε τα ορφανά της σαν την κλώσσα τα πουλιά.

Έμοιαζε σαν το μυρμήγκι που κουβάλαγε τροφή, για να θρέψει τα παιδιά της πριν να πιάσει η βροχή.

Ήρθε έρημη, μονάχη, με σπασμένα τα φτερά και δεν πρόδωσε ποτέ της της φυλής τα ιερά.

Πάλευε σαν αμαζόνα, δε φοβήθηκε βροντή, ούτε μπόρες και χαλάζι, ούτε και νεροποντή.

Ήθη κι έθιμα τιμούσε, παραδόσεις ιερές, που φωτίζουνε το γένος σε ημέρες ζοφερές.

Έδινε σε όλους θάρρος και κουράγιο στη φυλή κι ένα χάδι και ελπίδα και ανάστασης φιλί.

Η γιαγιά μας η καημένη χρόνια πέρασε σκληρά, μα παρ’ όλη της τη φτώχεια έμεινε νοικοκυρά.

Είχε μάτια λυπημένα κι έναν πόνο στην ψυχή, στην καρδιά φρικτό μαράζι, της διχόνοιας την πληγή.

Είναι μόνη, τσακισμένη, δίχως άντρα στο πλευρό, χάθηκε στην εξορία και τον νόμιζε νεκρό.

Πώς εσένα να ξεχάσω, Μικρασιάτισσα γιαγιά, είσαι πάντα μες στο νου μας, στην ψυχή και στην καρδιά!

Χρόνια πίσω μάς πηγαίνεις στην παλιά Ανατολή, και στη σκέψη ξαναφέρνεις τη βαριά αποστολή.

Είσαι φως, είσαι ανάσα, μια φωνή που μας μιλά, κι είσαι αίμα ζωογόνο που στις φλέβες μας κυλά.

Όλοι σ’ έχουμε, γιαγιά μας, σαν εικόνα του Χριστού, με μορφή εξαγνισμένη του ανθρώπου του πιστού.

Άλειφες πάνω στη φέτα σάλτσα, ζάχαρη κι ελιά, λίγο λάδι και πιπέρι και με ρίγανη παλιά.

Ποιος μπορεί να λησμονήσει τη γιαγιά μας τη χρυσή, που ’χε πέτρα την καρδιά της και γρανίτη την ψυχή!

Είχε πίστη ατσαλένια στο Χριστό, στην Παναγιά, στην ορθόδοξη θρησκεία απ’ τα χρόνια τα παλιά.

Η γιαγιά μας ήταν πάντα μια Ρωμιά πραγματική, είχε πνεύμα φωτισμένο και ψυχή χριστιανική.

Ήτανε πηγή αγάπης, καλοσύνης και στοργής, άγκυρα απελπισμένων, μιας πλατιάς υπομονής.

Η γιαγιά της Μικρασίας και του Πόντου η γιαγιά στάθηκε γερά στα πόδια μ’ ολοκάθαρη ματιά.

Είχε στήριγμα και σκέπη την τρανή Αγια-Σοφιά, και ορόσημο ελπίδας και γλυκιά παρηγοριά.

Ήτανε για τον καθένα ένας άγγελος λευκός, ένας ήλιος φωτοδότης, πύρινος κι αληθινός.

Σάλι φόραγε στις πλάτες και τσεμπέρι στα μαλλιά και καθότανε τα βράδια στης αυλής της τα σκαλιά.

Πρόσμενε το σύντροφό της, της φαμίλιας της το φως, των παιδιών της τη λαχτάρα, της ζωής η κιβωτός.

Πλήρωσε βαριά το λάθος του μεγάλου διχασμού κι έγινε τ’ αθώο θύμα του φρικτού του σπαραγμού.

Όσα χρόνια κι αν διαβούνε και αιώνες στη ζωή, της γιαγιάς δε λησμονούμε τη φωνή και τη μορφή.

Είναι χρέος και καθήκον να σεβόμαστε πολύ τη γιαγιά την ηρωίδα, είναι θεία εντολή.

Πάντα ζει μες στην καρδιά μας και στη μνήμη της γενιάς, που ’χει αθάνατο το πνεύμα, η γιαγιά της προσφυγιάς.

Θεσσαλονίκη, 21 Ιουνίου 1989.

 
Στη μνήμη του αρχαιολόγου Μανόλη Ανδρόνικου

Ήσουνα πρόσφυγας κι εσύ, παιδί της Μικρασίας, της Προύσας μας της όμορφης κι απέραντης Φρυγίας.

Ήρθες διωγμένος και γυμνός, πουλί κυνηγημένο, που του γκρέμισαν τη φωλιά και είναι πληγωμένο.

Ήρθες και έμεινες εδώ, στη γη των Μακεδόνων, και ο Θεός σ’ οδήγησε στο θαύμα των αιώνων.

Ξέσκαψες τάφους ιερούς, ασύλητα μνημεία, όλα μιλούν Ελληνικά, ηχούν Μακεδονία.

Είναι οι τάφοι αρχηγών κι οι τάφοι βασιλιάδων, μάχες γενναίων στρατηγών και αίματα μυριάδων.

Κι άστραφταν φως ελληνικό των περασμένων χρόνων, πνεύμα αιώνων φωτεινό, αρχαίων μας προγόνων.

Είναι το στέμμα το χρυσό, ο ήλιος της Βεργίνας, των Μακεδόνων έμβλημα κι ο θυρεός ανδρείας.

Είναι αυτά που οδηγούν και φέγγουν στα σκοτάδια σκέψη και νου και την ψυχή της μοναξιάς τα βράδια.

Κι είν’ η κραυγή η μακρινή του βασιλιά Φιλίππου και τα οστά τα άλειωτα, η ένδοξη μορφή του.

Ήξερες πάντα να κρατάς στα χέρια τη σκαπάνη κι έβγαζες κάθε αδαή απ’ της ψευτιάς την πλάνη.

Κι άρχισαν πάλι να ξυπνούν μύθοι, καημοί και θρύλοι, πολιτισμών η χαραυγή και των ονείρων πύλη.

Κι έτσι ρωτά, ξαναρωτά η ξακουστή γοργόνα της θάλασσας τους ναυτικούς, φθινόπωρο, χειμώνα αν είδανε τ’ αδέλφι της, το μέγα καβαλάρη, το βασιλιά Αλέξανδρο, του γένους μας καμάρι, κι αν δάμασε το άλογο, το μαύρο Βουκεφάλα, που ’χε τα πόδια του γοργά, τα μάτια τα μεγάλα.

Πόσα, αλήθεια, έρχονται και τι δε μας θυμίζουν!

Νίκες σκληρές ηρωικές, και τις γενιές φλογίζουν.

Κι άλλα πολλά μας τραγουδούν, του νου και της ψυχής μας, που μας κρατούνε άγρυπνους τους πόθους της φυλής μας.

Έχουμε ρίζες δυνατές κι ατελείωτη πορεία, λίκνο παλιών πολιτισμών κι αρχαία μεγαλεία.

Ό,τι κι αν γράψουμε καλό και ό,τι κι αν θα πούμε, «εύγε» σ’ ανήκει πάντοτε, βαθιά σ’ ευγνωμονούμε.

Είσαι εσύ που δίδαξες τι είναι ιστορία, τι είναι έθνος και γενιά και τι Μακεδονία.

Δόξες σου πρέπουν και τιμές, απ’ την Ελλάδα μάνα, αρχαιολόγε ξακουστέ, το πιο μεγάλο θαύμα.

Όλοι εμείς οι Έλληνες θα σ’ αγαπούμε πάντα, και στη σεμνή τη μνήμη σου παίζει γλυκιά η μπάντα.

Ποιος θα ξεχάσει το λαμπρό το έργο της δουλειάς σου, της επιστήμης τον καρπό, το στόχο της καρδιάς σου!

Σκύβουμε όλοι ταπεινά, τα χέρια σου φιλούμε κι απ’ τον Πανάγαθο Θεό μια χάρη Του ζητούμε:

Μέσα στον κήπο της Εδέμ, στο φως να σε κρατήσει, να σ’ έχει πάντα δίπλα του, ποτέ να μη σ’ αφήσει.

Ήρθες μικρούλης πρόσφυγας, φτωχός, ξεσπιτωμένος, κι έφυγες άνδρας ισχυρός, με δόξες στολισμένος.

Φίλε καλέ και σεβαστέ, Ανδρόνικε σοφέ μας, των ερευνών κι ανασκαφών πατέρα κι αδελφέ μας, ας είναι πάντα ελαφρύ το παγωμένο χώμα, να ’ναι σαν πέπλο υφαντό, για το δικό σου σώμα.

Έστειλες σ’ όλους τους λαούς το μήνυμα της γνώσης, στη σκέψη την ελεύθερη νέα πνοή να δώσεις.

Κλίνουμε όλοι σιωπηλά γόνυ, καρδιά κι αυχένα μπρος στη σωρό σου τη φθαρτή, στ’ αθάνατό σου πνεύμα.

Δέξου απ’ όλους μας φιλιά και Πασχαλιάς λαμπάδα.

Σου αποθέτει δάφνινο στεφάνι η Ελλάδα.

Θεσσαλονίκη, 18 Μαΐου 1992.

Από το βιβλίο του Νικολάου Μοσχοφίδη Η φωνή της Μικρασίας. Θεσσαλονίκη 2001.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *