Ο βασιλιάς Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων

 

Ένα από τα πολλά ερωτήματα τα οποία μας γεννώνται διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο σχετικά με τη γέννηση του Χριστού, είναι η σφαγή των αθώων νηπίων από το βασιΗρώδη. Γιατί άραγε ο Θεός επέτρεψε, ή μάλλον ανέχτηκε την πράξη αυτή και δεν έσωσε τα νήπια, όπως συνέβηκε με το νεογέννητο Χριστό; Δε νοιάστηκε ο Θεός για τα παιδιά αυτά; Το άρθρο αυτό δε φιλοδοξεί βέβαια να δώσει απαντήσεις. Εκθέτει μόνο ιστορικά τα γεγονότα, ερμηνεύει και προβληματίζει.

Η προσωπικότητα του Ηρώδη

Από τα πολύ συζητημένα πρόσωπα, που συναντούμε στα γεγονότα που συνδέονται με τη γέννηση του Χριστού, είναι ο βασιλιάς Ηρώδης. Τον αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο κείμενο που παραθέσαμε στην αρχή. Αναφέρεται επίσης από τον ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (37-100 μ.Χ.). Κατα­γόταν από την Ιδουμαία της Αραβίας. Ήταν ευνοούμενος του Ιουλίου Καίσαρα και γι’ αυτό ήταν αντιπαθητικός στους Ιου­δαίους. Προάχθηκε σε τετράρχη της Ιουδαίας από το Μάρκο Αντώνιο. Βασίλεψε στην Ιουδαία στα χρόνια που γεννήθηκε ο Χριστός και συγκεκριμένα από το 37-4 π.Χ. και πέθανε στην Ιεριχώ από καρκίνο και υδρωπικία μετά από μια ανεπιτυχή προσπάθεια αυτοκτονίας. Από ό,τι ξέρουμε, ήταν ο μόνος ηγέτης της Παλαιστίνης που κατάφερε να διατηρήσει την ει­ρήνη και να φέρει τάξη στη χαώδη κατάσταση που επικρατού­σε. Έκανε σπουδαία έργα και προίκισε το βασίλειό του με ογκώδη φρούρια και λαμπρές πόλεις. Ανακαίνισε επίσης το Ναό της Ιερουσαλήμ. Μερικές φορές φάνηκε μεγαλόψυχος. Σε χαλεπούς καιρούς μετρίασε τους φόρους για να διευκολύ­νει τη ζωή των υπηκόων του. Κατά τον λιμό του 25 π.Χ. παρέ­δωσε ο ίδιος στο χωνευτήριο το χρυσό του δίσκο προκειμένου ν’ αγοράσει καλαμπόκι στους πεινασμένους. Ο ίδιος μάλιστα πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, οι δε δικοί του άνθρωποι οι λεγόμενοι Ηρωδιανοί, έχοντας συμπτύξει θρησκευτικοπολιτική παράταξη, δίδασκαν πως δεν πρόκειται να έρθει άλλος Μεσσίας. Γι αυτό άλλωστε και πρωτοστάτησαν στην εξόντωση του Χριστού.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ηρώδης είχε ένα φοβερό ελάττωμα στο χαρακτήρα του. Ήταν σκοτεινός και πάντα καχύποπτος, μέχρι που έγινε αιμοδιψής και κτηνώδης. Γι αυτό ήταν πολύ σκλη­ρός και αδίστακτος. Κατά τους ιστορικούς όσο γήρασκε τόσο καχύποπτος φαινόταν μέχρι που, ακόμη και στα βαθειά γηρα­τειά του ήταν δολοφόνος. Από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματά του αναφέρεται ότι έσφαξε με τα ίδια του τα χέρια τη γυναίκα του Μαριάμνη, που είχε κατηγορηθεί για μοιχεία, καθώς και τους δυο γιους της Αριστόβουλο και Αλέξανδρο το 7 π.Χ., -αυτούς με την κατηγορία ότι είχαν συνωμοτήσει εναντίον του πατέρα τους. Ένας άλλος γιος του, ο Αντίπατρος, τον οποίο εί­χε αποκτήσει από τη Δωρίδα, την πρώτη σύζυγό του -αυτήν που είχε αποπέμψει για να παντρευτεί τη Μαριάμνη δολο­φονήθηκε με διαταγή του λίγο πριν πεθάνει. Δολοφόνησε ακό­μη τον αδερφό της Μαριάμνης, τη μητέρα της Αλεξάνδρα και τον παππού της. Ο Ιώσηπος αναφέρει ότι δε δίστασε να σκο­τώσει πολλούς Φαρισαίους και νομομαθείς, καθώς και τα 45 από τα 75 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου. Κανένας λοιπόν δεν γλίτωσε. Η δολοφονική αυτή μανία του έκανε το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο να πει τη χαρακτηριστική φράση ότι ήταν ασφαλέστερο να ήταν κανείς γουρούνι του Ηρώδη (υς στα αρχαία ελληνικά) παρά υιός. Πολλά επίσημα πρό­σωπα τα έκλεισε στο αμφιθέατρο και έδωσε εντολή στην αδερφή του Σαλώμη, (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ομώνυμη ανιψιά της, την κόρη της Ηρωδιάδας) όταν πεθάνει, να σφάξει όλους όσους ήταν φυλακισμένοι, ώστε ο κόσμος να κλάψει κατά την ημέρα του θανάτου του. Η διαταγή αυτή όμως δεν εκτελέστηκε. Βρισκόμενος σε βαρύ πόνο, διανοητική σύγχυση και σωματική κατάπτωση, διέταξε και τη σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ. Επί των ημερών του λοιπόν γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας ο Ιησούς Χριστός. Όταν ο Ηρώδης πληροφορήθηκε το γεγονός της γέννησης του Ιησού, παρακάλεσε τους μάγους, που πήγαιναν να τον προσκυνήσουν να τον ειδοποιήσουν για να πάει και αυτός, προφανώς για να το σκοτώσει. Επειδή όμως το σχέδιό του απέτυχε, διέταξε τη σφαγή όλων των νηπίων της Βηθλεέμ ηλικίας κάτω των δυο ετών, για να θανατωθεί και ο Ιησούς, καθώς υποπτεύθηκε ότι θα ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς των Ιουδαίων με αξίωση επί του θρόνου του. Ο Ιησούς όμως σώθηκε με τη φυγή της οικογένειάς του στην Αίγυπτο μετά από θεία οδηγία, που ήταν στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων (Ματθαίος 2:1-22).

 Η σφαγή των νηπίων και η ερμηνεία της

Τα Ευαγγέλια, δεν είναι βιογραφίες του Ιησού, που συντάχτηκαν με τις αρχές της σύγχρονης ιστοριογραφικής επιστή­μης. Είναι γραμμένα από πιστούς αυτόπτες μάρτυρες και στο­χεύουν στη στήριξη και διαφύλαξη της ιστορικής αλήθειας της πίστεως της Εκκλησίας για το πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού, από τις αναφυόμενες διαστρεβλώσεις και λαθεμένες διηγήσεις της. Μπροστά στα τόσα αποτρόπαια εγκλήματα του Ηρώδη η σφαγή των νηπίων όσο ειδεχθής και αποκρουστική και να φαίνεται και όσα ερωτηματικά και αν προκαλεί, μπορεί και να θεωρηθεί ως ένα απλό και τιποτένιο γεγονός. Και το θέμα μας θα ήταν δυνατό να κλείσει εδώ με την σοφή παρατήρηση του μεγάλου Πατέρα και διδασκάλου της Εκκλησίας Ιωάννη Χρυσόστομου, ότι «αίτιος αυτής της σφαγής δεν πρέπει να θεωρηθεί ο Χριστός (δηλ. η γέννη­σή του), αλλά η ωμότητα του βασιλιά».

Στην ιστορία όμως των Ιουδαίων -καθώς και σε άλλους λαούς- υπάρχουν κάποια ιστορικά προηγούμενα διώξεων και σφαγών. Αναφέρουμε δυο-τρία απ’ αυτά: Την αδελφοκτονία (Κάιν και δίκαιου Αβελ), η οποία σηματοδοτεί εξ αρχής το μεταπτωτικό άνθρωπο, «τους απογόνους του Αδάμ». Ακόμη στο βιβλίο της Εξόδου βλέπουμε τον Φαραώ της Αιγύπτου να διατάσσει τη θανάτωση με πνιγμό στο Νείλο ποταμό των αγοριών των Ιουδαίων, μια πραγματική γενοκτονία, στοχεύοντας να μειώσει τον αριθμό τους στη χώρα του. Στα 586 επίσης ο Ναβουχοδονόσωρ από την Περσία κατέλαβε την Ιουδαία, κατάστρεψε το Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα, αιχμαλώτισε και οδήγησε τους κατοίκους της σκλάβους στη Βαβυλώνα μέ­χρι το 538 π.Χ. Σχολιάζοντας το γεγονός της Εξόδου, ο καθη­γητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ Πατρώνος, σε μια μοναδική ερμηνεία του, αναφέρει τα εξής: Το στοιχείο αυτό αξιοποιείται από τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα της ερμηνευτικής προτύπωσης για την παράλληλη θεολογική προ­σέγγιση και ερμηνεία του αντίστοιχου γεγονότος της σφαγής των νηπίων από ένα νέο «Φαραώ». Όπως ο παλιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπαλες δυνάμεις του σκότους και τις κατα­πίεσης αντιδρώντας στα «σημεία» εφαρμογής του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του Ισραήλ και φόνευσε τα παιδιά για να μη γεννηθεί ο Μωυσής, έτσι και ο Ηρώδης ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις: Παρεμποδί­ζει την έλευση του Σωτήρα του κόσμου.

Υπό το ιστορικό αυτό πρίσμα η σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική του κιό­λας ηλικία ως ο Μεσσίας, δηλ. ο απεσταλμένος του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο ζητεί την ψυχή του παιδιού, φανερώνε­ται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος των δυνάμεων του κα­κού και παρουσιάζεται με τη μορφή του Αντί-χρίστου. Ο «ισχυρός» όμως είναι ο ουσιαστικά αδύναμος και για αυτό το ευάλωτο βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικητής. Κάτω απ’ αυτήν την προοπτική και ιδιαίτερα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για την σκοτεινή και ταραγμένη προσωπικότητα του Ηρώδη, πρέπει να δούμε τα γεγονότα της γέννησης του Χρι­στού. Γι’ αυτό και τα δύο πρώτα κεφάλαια του ευαγγελίου αυ­τού περί διωγμού του Ιησού, περί σχεδίου θανάτωσής του από τον Ηρώδη, βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με τα τελευταία κεφάλαια του ίδιου κειμένου, που περιγράφεται η θανάτωση του Ιησού ως ψευδομεσσία επί του σταυρού από την Ιουδαϊκή ιερατική τάξη και το Ρωμαίο επίτροπο Πόντιο Πιλάτο. Η δια­πίστωση αυτή ενισχύει την άποψη ότι τα κεφ. 1-2 περιγράφουν εξαρχής τη σύγκρουση του Μεσσία Ιησού με την ίδια την είσο­δό του στον κόσμο, τον οποίο εκπροσωπεί ο Ηρώδης και η δυ­ναστεία του. Το γεγονός τής σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προοπτική, εφόσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των “σημείων των εσχάτων”, που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή τού κακού και την επικράτηση τού καλού.

 Ο αριθμός των θανατωθέντων νηπίων

Κατά την παράδοση της θανατώθηκαν 14.000 παιδιά. Από πού προέκυψε όμως ο αριδμός αυτός; Σύμφωνα με τα ιστορι­κά δεδομένα, ο αριθμός αυτός δε φαίνεται φυσικός. Από τις πληροφορίες που αντλούμε από τις πηγές, η Βηθλεέμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χιλίους κατοίκους. Η σφαγή των αγοριών νηπίων “από διετούς και κατωτέρω” δεν θα ήταν επομένως στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 η το πολύ 40 παιδιά, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύ­πτουν από την πληθυσμιακή κατανομή τής συγκεκριμένης πε­ριοχής. Ο Σκοτσέζος Βιβλικός θεολόγος William Barclay κά­νει λόγο για ακόμη λιγότερο αριθμό, 20-30 παιδιά. Ένας τέ­τοιος αριθμός, αναφέρει ο Γ Πατρώνος, θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγι­κό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την εσωτερική και υποθετική απειλή τής εμφανίσεως ενός διεκδικητή τού θρόνου. Η “αναίρεση” μερικών δεκάδων παι­διών, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε “παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο” στο βίο και την πολιτεία του, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων της καχυποψίας του και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση, ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση τής Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η αναφορά στη σφαγή “χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων” αρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας -από το εορτολογικό Συναξάρι της συγκεκριμένης ημέ­ρας- και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσ­σονται στο χώρο των Μαρτύρων τής Εκκλησίας και θεωρού­νται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και αναρίθμητοι μάρτυρες της Χριστιανικής πίστεως. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική, και μια ιδιαίτε­ρη συμβολική παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 Η Θεολογική σημειολογία τού αριθμού
των αναιρεθέντων νηπίων

Αναφερόμενος στη σφαγή των νηπίων ο Ευαγγελιστής Ματθαίος παραθέτει την προφητεία τού Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγείλει προφητικά και περιγρά­φει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: “Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ρα­χήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν” (Ιερεμίας 31, 15). Και πραγματικά η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε εδώ. Η Ραχήλ είναι η μητέρα του Ιωσήφ και του Βενιαμίν από την Π. Διαθήκη. Η Ραμά ήταν ένα χωριό δυο ώρες βόρεια της Ιερουσαλήμ, η σημερινή Ελ Ραμ. Όταν πέθανε η Ραχήλ την έθαψαν κοντά στο χωριό αυτό που ανήκε στο γιο της Βενιαμίν. Γιατί όμως η Ραχήλ κλαίει τα παιδιά της; Όταν οι Ιουδαίοι οδηγούνταν στη Βαβυλώνια αιχμαλωσία (586 π.Χ.), ο προφήτης Ιερεμίας βάζει συμβολικά τη Ραχήλ να ση­κώνεται από τον τάφο και να κλαίει τα παιδιά της που σύρο­νται αιχμάλωτα στη Βαβυλώνα. Ο Ματθαίος κάνει χρήση της προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμηνευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός τού “θρήνου, του κλαυθμού και τού οδυρμού” της Βηθλεέμ.

 Ο αριθμός 14.000

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδο­ση αναφέρει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση τής Ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ου­σία για πολλαπλάσιο τού ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την πληρότητα και την καθολικότητα. Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον άλλο ιερό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιη­σούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται συμβο­λικά σε 144.000 (Αποκάλυψη 14, 1 και 7, 4). (Τον αριθμό αυτό παρερμηνεύουν οι λεγόμενοι Μάρτυρες του Ιεχωβά). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση, δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό τής καθολικότητας τής Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες, όπως στην προκειμένη περίπτω­ση με τα νήπια. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύ­ναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε “Φαραώ” και “Ηρώδεις” τής ιστορίας. Η αναφορά τού ευαγγελιστή στο γεγονός τής σφαγής και τής θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον εναργή τρόπο, ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ει­δυλλιακό, αλλά κυριαρχούμενο από το ρεαλισμό τής βίας, τής ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ισχυροί “Φαραώ” και “Ηρώδεις” που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνά­μεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων. Το Θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο τής μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη Του, μέχρις εσχάτων τού ιστορικού χρόνου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Π.Ν. Τρεμπέλλα, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιό, Αθήναι 1958.
  2. Γεωργίου Π. Πατοώνου, Η ιστορική πορεία τού Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο), Αθήνα 1991.
  3. Σωκράτης Μ. Νίκας, Λεξικό Ορθόδοξης Θεολογίας, Αθήνα 1997.
  4. Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, Αθήνα 1980.
  5. Willam Βάρκαλα. 
  6. Του Μανόλη Αθ. Λουκάκη. Το κείμενο αντλήθηκε από το έντυπο: Ελούντα Μάης Αύγουστος 2007. 

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *