Η αρχαιολογία στις Αρχάνες τον 20ο αιώνα, από τον Γιάννη Σακελλαράκη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ

Αρχαιολόγος

Η αρχαιολογία στις Αρχάνες τον 20ο αιώνα

Ανακοίνωση στο Συνέδριο

Αρχάνες – 20ος αιώνας
στις Αρχάνες, 12-5-2001

Δεν είναι η πρώτη φορά που μιλώ στις Αρχάνες ούτε, ελπίζω, κι η τελευταία. Η ζωντανή μου επικοινωνία με τον αρχαιότατο τόπο των Αρχανών, που ξεκίνησε το 1965 με την πρώτη διάλεξη της ζωής μου στον τότε κινηματογράφο Απόλλων, όταν, θυμίζω, για πρώτη φορά επιδείχθηκαν έγχρωμες διαφάνειες στις Αρχάνες, συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι και το 2000 – κι όχι μόνο με διαλέξεις, αλλά και με ξεναγήσεις στους εκάστοτε τόπους ανασκαφής, όπως ακριβώς και πέρυσι. Η σημερινή επικοινωνία μου όμως είναι διαφορετική, γιατί το απαιτεί το θέμα που ανέλαβα να αναπτύξω, Η αρχαιολογία στις Αρχάνες τον 2ΰ αιώνα.

Σύμφωνα με την πρόσκληση που λάβαμε όλοι μας: «Γενικότερος στόχος του Συνεδρίου είναι η συστηματική διερεύνηση και η ακριβέστερη δυνατή αποτύπωση των ιστορικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών και πολιτικών δεδομένων που στοιχειοθετούν τη διαδρομή και την ταυτότητα των Αρχανών κατά τον 20 αιώνα.» Αυτόν το στόχο θα επιδιώξω να υπηρετήσω με την ανακοίνωσή μου, με την κατά το δυνατόν αντικειμενικότητα του ιστορικού, αν και μαζί με την Έφη Σακελλαράκη είμαστε οι πρωταγωνιστές του θέματος στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Σκοπεύω λοιπόν να συνοψίσω την αρχαιολογική δράση των τελευταίων 100 χρόνων στις Αρχάνες, με την υπευθυνότητα στη διαχρονικότητα, που ταιριάζει στον επίτιμο δημότη Αρχανών που μου δόθηκε, αλλά και με την ίδια αγάπη για τον τόπο, όπως κι οι περισσότεροι σύνεδροι, που είναι Αρχανιώτες, με τους οποίους είμαι τώρα πια και συνδημότης.

Στην πρώτη ήδη δεκαετία του 20ου αιώνα γίνονται γνωστές αρχαιολογικά οι Αρχάνες και μάλιστα ως ένας σημαντικός μινωικός χώρος. Στον αγροτών αδελφών Λυριτζάκη, στον Τρούλλο, βρίσκεται ένα μινωικό λίθινο αγγείο με μιαν εγχάρακτη επιγραφή στην Γραμμική Α’ Γραφή, που αγοράζεται από το Μουσείο Ηρακλείου, το περίφημο σήμερα στη βιβλιογραφία «κοχλιάριο του Τρούλλου». Ο πρώτος ερευνητής των Αρχανών, που δημοσίευσε ήδη το 1909 το σημαντικό αυτό αρχανιώτικο αντικείμενο, ήταν Έλληνας και μάλιστα όχι ένας τυχαίος, αλλά ο μεγαλύτερος μέχρι σήμερα κρητολόγος, ο Στέφανος Ξανθουδίδης, το άρθρο του οποίου: «Μινωικόν σκεύος ενεπίγραφοι, παραμένει κλασικό μέχρι σήμερα.

Σας διαβάζω μια σημαντική φράση αυτού του άρθρου του 1909, που δείχνει, νομίζω, την προβλεπτικότητα του φωτισμένου ερευνητή. « Η εύρεσις του σκεύους αυτού έδωσεν αφορμήν εις την ανακάλυψιν του νέου αυτού μινωικού συνοικισμού εις Αρχάνες, επειδή δε η κωμόπολις επεκτείνεται προς το μέρος τούτο και νέαι οικοδομαί προετοιμάζονται κατά την θέσιν ταύτην, παρίσταται επείγουσα ανάγκη προ της τελείας καταστροφής να εξερευνηθεί διά δοκιμαστικής σκαφής ο χώρος υπό της κρητικής αρχαιολογικής υπηρεσίας.»

Όσο όμως κι αν ο Ξανθουδίδης, αλλά κι οι διάδοχοί του στη διεύθυνση του Μουσείου Ηρακλείου, γνωρίζουν την αρχαιολογική σημασία των Αρχανών, θα περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να ξανακουστεί το αρχαιολογικό όνομα των Αρχανών. Ο λόγος είναι απλός, η διάρθρωση και τα μέσα της κρατικής αρχαιολογικής υπηρεσίας. Ένα και μόνο πρόσωπο σε ολόκληρη την Κρήτη φυσικά και δεν επαρκούσε για τις άπειρες ανάγκες της, ακόμη κι αν εργαζόταν υπεράνθρωπα, όπως ο Ξανθουδίδης. Το ερευνητικό κενό των Αρχανών ίσως μπορούσε να καλυφθεί αργότερα, η μοίρα όμως των διάφορων τυχαία ανευρισκόμενων αρχαίων, των αρχαίων των Αρχανών που μας αφορούν, ήταν προδιαγεγραμμένη, αφού αφέθηκαν σε ξένα ή και παράνομα χέρια.

Είναι βέβαια γνωστό ότι το κύριο αρχαιολογικό πρόσωπο της Κρήτης στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ήταν ο Άρθουρ Έβανς που διέθετε τα πάντα, όσα ίσως θα επιθυμούσε κανείς, επιστημονικό κύρος, πλούτο, αλλά και την υπηκοότητα του επικυρίαρχου έθνους. Κι ο Έβανς έδρευε δίπλα, στην Κνωσό. Όμως, παρά τη γειτνίαση της Κνωσού με τον γνωστό ήδη από τη δημοσίευση του Ξανθουδίδη αρχαιολογικό χώρο των Αρχανών, οι πραγματικοί δεσμοί του Έβανς με τις Αρχάνες παραμένουν μυστικοί. Η Τζόαν Έβανς, ετεροθαλής αδελφή του Άρθουρ Έβανς, αναφέρει στη βιογραφία του για τα εφόδια σε τρόφιμα που μοίραζε ο Έβανς στις Αρχάνες. Κι αναρωτιέται σχετικά κανείς, γιατί ο Έβανς διάλεξε τις Αρχάνες για τις αγαθοεργίες του, από άλλους εξίσου κοντινούς στην Κνωσό, αλλά φτωχότερους τόπους; Ακουσα ο ίδιος πολλές φορές, παλαιότερα, από πολλούς Αρχανιώτες για ποικίλες επισκέψεις του Έβανς στις Αρχάνες.

Η Αρχανιώτισα Μαρίκα Γαρδελάκη, που παρίσταται σήμερα, θυμάται τον Έβανς σε προχωρημένη ηλικία τακτικό επισκέπτη του Μυριόφυτου δεκαετία του 1930. Η ίδια τον θυμάται και κάπως νεότερο, ακριβώς το 1922, στο μινωικό κτίσμα που αποκαλύφθηκε στην Τουρκογειτονιά, στη σημερινή οδό Ιερολοχιτών, όταν χτιζόταν το σπίτι σημερινής ιδιοκτησίας Κ. Κρασανάκη. Ο ίδιος όμως ο Έβανς αναφέρει ελάχιστα τις Αρχάνες. Έγραψε λίγα μόνο λόγια για την ανασκαφή του στο ιερό της Ψηλής Κορφής του Γιούχτα, κι ακόμη λιγότερα για την ανασκαφή του στην Τουρκογειτονιά, που ανέφερα πιο πάνω. Δεν έγραψε τίποτε για μιαν άλλη ανασκαφή του στα Βορνά, που τεκμηριώνεται όμως από φωτογραφίες που ανακαλύψαμε στο αρχείο του στην Οξφόρδη. Στο ίδιο αρχείο τα στοιχεία για τις Αρχάνες είναι ελάχιστα. Αρχανιώτες και μάλιστα αρχαιοκάπηλοι αναφέρονται από τον Έβανς μόνο για μια κλοπή αρχαίων αντικειμένων στην Κνωσό.

Σ’ αυτή την αναδρομή στο παρελθόν έρχεται, λοιπόν, η στιγμή της πρώτης δημόσιας αναφοράς και του λεγάμενου από τους παλαιούς Αρχανιώτες αρχαιολόγου, σύγχρονου σχεδόν του Έβανς, του Αρχανιώτη Μανόλη Σεγρεδάκη (1891-1948). Ο Σεγρεδάκης είναι βέβαια μια μυθιστορηματική μορφή, καθώς έφυγε πάμπτωχος από τις Αρχάνες και βρέθηκε ιδιοκτήτης αρχαιοπωλείου στο Παρίσι, με πωλήσεις και στο Μουσείο του Λούβρου, σύμφωνα με τους καταλόγους του Μουσείου, ήδη το 1919.

Δεν μπορώ να βεβαιώσω μέχρι τώρα την παράνομη διακίνηση αρχαίων των Αρχανών από τον Σεγρεδάκη, αν κι έχω ακούσει για πολλά χρόνια πάμπολλα απ’ τους συνδημότες μου. Δεν μπορώ να βεβαιώσω ανάμειξη του Σεγρεδάκη στην παράνομη απόκτηση δύο αρχαίων αντικειμένων των Αρχανών από το Μουσείο του Βερολίνου, ή ακόμη και στην παράνομη απόκτηση πέντε μινωικών αρχανιώτικων σφραγίδων από τον Άρθουρ Έβανς, ανάμεσα στις οποίες και μια απ’ τις ωραιότερες μινωικές σφραγίδες, κι ακόμη ένα χρυσό σφραγιστικό δακτυλίδι. Δεν μπορώ τέλος να βεβαιώσω την ανάμειξη του Σεγρεδάκη στην αρχαιοκαπηλεία στο Βρωμονερό των Κάτω Αρχανών, το 1936, που αντιμετώπισε επιτυχώς ο Σ. Μαρινάτος.

Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω είναι το αναμφισβήτητο, άλλωστε, γεγονός πως οι Αρχάνες ήταν αρχαιολογικά για ολόκληρο το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ένα ξέφραγο αμπέλι, τους καρπούς του οποίου έδρεπαν ελάχιστοι επιτήδειοι, Μουσεία, συλλέκτες ή αρχαιοκάπηλοι, που δεν νοιάζονταν βέβαια για την πολιτιστική κληρονομιά των πολλών, δηλαδή του τόπου. Ίσως ο Μανόλης Σεγρεδάκης δεν ήταν αθώος και μόνο για το γεγονός ότι, όντας άτεκνος, κληροδότησε τον πλούτο και την τέχνη του, αλλά και μύησε εξ απαλών μάλιστα ονύχων στα μυστικά του επαγγέλματος, τον επίσης λεγόμενο αρχαιολόγο από τους παλαιότερους Αρχανιώτες, τον ανιψιό του Νικολά Κουτουλάκη.

Το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα δεν ανέτειλε με τους καλύτερους οιωνούς για την αρχαιολογία των Αρχανών. Στα πρώτα δυσκολότατα μετακατοχικά χρόνια, το 1949, ένα σπουδαιότατο αρχαίο αντικείμενο από τις Φυθιές φθάνει στη Συλλογή Γιαμαλάκη κι ίσως ο Νικολά Κουτουλάκης, φίλος και του συλλέκτη, δεν είναι εντελώς άσχετος με το θέμα. Ίσως ο Νικολά Κουτουλάκης σχετίζεται με την παράνομη απόκτηση από τη Συλλογή Eric de Colb ενός χάλκινου μινωικού ειδωλίου από τις Αρχάνες, που τώρα βρίσκεται στη Συλλογή G. Ortiz, πάλι στην ελβετική Γενεύη. Όμως για την αρχανιώτικη δράση του αρχαιοκάπηλου Νικολά Κουτουλάκη, του λεγάμενου Γάλλου, ίσως για την επέκταση των δραστηριοτήτων του παρισινού αρχαιοπωλείου που κληρονόμησε και στη γαλλόφωνη Ελβετία, στη Γενεύη, δεν χρειάζεται να προστρέξω στα πάμπολλα λεγάμενα πολλών πάλι συνδημοτών μου, γιατί τώρα υπάρχουν κάποια στοιχεία.

Αναφέρω την πώληση από τον Κουτουλάκη ενός μινωικού πίθου με προέλευση τις Αρχάνες, πάλι κατά τους καταλόγους του Μουσείου του Λούβρου (CA 4523), που επισήμαναν βέβαια με αποστροφή και κάποιοι σημερινοί Αρχανιώτες επισκέπτες του Μουσείου. Κι αναφέρω ακόμη την παράνομη ανασκαφή που αποτόλμησε ο Κουτουλάκης μέρα μεσημέρι στο κέντρο των Αρχανών και μάλιστα στο οικοδομικό τετράγωνο που γεννήθηκε, δηλαδή στον ελεύθερο χώρο νότια από την οικία Μαρίας Φουρούλη, μεταξύ 1951 και 1956. Η αρχανιώτικη γη έκρυψε για χρόνια τα πειστήρια του εγκλήματος, που αποδείχθηκε ανασκαφικά με ένα νόμισμα, ένα γαλλικό δεκάφραγκο, κοπής 1951, που έπεσε, φαίνεται, από την τσέπη του, σαφέστατο δείγμα και πάλι ότι ο κοινός, πανάρχαιος αρχανιώτικος πλούτος είχε μετατραπεί σε ατομικό ξένο νόμισμα.

Για στατιστικούς λόγους αναφέρω ότι μόνο στη δεκαετία του 1950, το Μουσείο του Λούβρου απέκτησε από τον Νικολά Κουτουλάκη 16 αρχαία αντικείμενα. Και δεν μιλώ για τα άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά Μουσεία, τα αμερικανικά, αλλά και της Άπω Ανατολής, ούτε και για τους άπειρους συλλέκτες. Επισημαίνω ακόμη ότι, αποδεδειγμένα, ο Νικολά Κουτουλάκης δώρισε στο Μουσείο του Λούβρου συνολικά 19 αρχαία αντικείμενα. Αγνοώ όμως τις αντίστοιχες δωρεές του σε ελληνικά Μουσεία και μάλιστα στο Μουσείο Ηρακλείου, όπως αγνοούμε όλοι μας οποιαδήποτε δωρεά του στον δήμο της γενέτειράς του, τις Αρχάνες, τον πλούτο των οποίων διαχειρίσθηκε με τον τρόπο που περιέγραψα.

Τέλος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι ο Νικολά Κουτουλάκης εκπαίδευσε στην τέχνη του και τρίτη γενιά αρχαιοκαπήλων και μάλιστα τον γιο του, Μανόλη Κουτουλάκη. Είναι γνωστό ότι ο Μανόλης Κουτουλάκης συνελήφθη στις 10.9.1983 στην Πάτρα για παράβαση του νόμου περί αρχαιοτήτων, δηλαδή για παράνομη κατοχή και προσπάθεια εξαγωγής σημαντικού αριθμού και αξίας κρητικών αρχαίων, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Πρωτοδίκως δικάστηκε ερήμην λίγες μέρες μετά, στις 26.9.1983, από το τριμελές πλημμελειοδικείο Πατρών σε φυλάκιση 2 ετών και 2 μηνών. Ένα χρόνο μετά, κατόπιν έφεσής του, δηλαδή στις 29.5.1984, δικάστηκε από το τριμελές εφετείο Πατρών, πάλι ερήμην, αλλά: «ως νοσηλευόμενος εκ ψυχώσεως με επεισόδιον ψυχικής συγχόσεως εις θεραπευτικόν ίδρυμα της Ελβετίας», και καταδικάστηκε τελεσίδικα σε φυλάκιση 20 μηνών.

Στην αναδρομή αυτή στον χρόνο πρέπει φυσικά να παρατηρηθεί ότι τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της Ελλάδας μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν ήταν βέβαια τα καλύτερα δυνατά, ώστε να αφήσουν περιθώρια και για πολιτιστικά θέματα, που ασφαλώς έρχονταν παντού σε δεύτερη μοίρα, καθώς και στις Αρχάνες. Μόλις τη δεκαετία του 1950, 50 ολόκληρα χρόνια μετά τον μακαρίτη Ξανθουδίδη, ανανεώθηκε το αρχαιολογικό ενδιαφέρον για τις Αρχάνες. Ο Ν. Πλάτων, το 1958, ανέσκαψε στην Ξερή Καρά και το 1960 στον Ανήφορο. Σημαντικότερη όμως υπήρξε η παρουσία του Σ. Μαρινάτου στις Αρχάνες, με την έναρξη διερεύνησης όχι μόνο του μινωικού οικισμού των Αρχανών, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, τόσο στον Σπήλιο του Στραβομύτη, όσο και στο Βαθύπετρο. Το μινωικό μέγαρο του Βαθυπέτρου ήταν, για χρόνια, ο μόνος αρχαιολογικός χώρος των Αρχανών.

Σπουδαία όμως πράξη του Μαρινάτου ήταν η κήρυξη του σαφώς οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου στο κέντρο των Αρχανών, που δημιούργησε το απαραίτητο νομικό υπόβαθρο για την προστασία των αρχαιοτήτων. Κι επειδή ο Μαρινάτος γνώριζε πως στην Ελλάδα οι νόμοι δεν λειτουργούν από μόνοι τους, προκήρυξε για πρώτη φορά στις Αρχάνες τη θέση ενός φύλακα αρχαιοτήτων. Η σημαντικότερη πάντως πράξη του Μαρινάτου ήταν πως διόρισε στη θέση αυτή τον Λευτέρη Συναδινάκη. Με τον αυστηρότατο αλλά αγαθό τρόπο ενός απλού υπαλλήλου, συμφιλιώθηκαν οι Αρχανιώτες με το παρελθόν. Για πρώτη φορά πολλά και ποικίλα αρχαία αντικείμενα παραδίδονται στο Μουσείο Ηρακλείου. Μνημονεύω ιδιαίτερα τις σημαντικές παραδόσεις αρχαίων από τον Γ. Παχάκη (Λεμονάκη), τον Γ. Μαρκομιχελάκη (Κόκκινο) και βέβαια τον πιο φιλάρχαιο Αρχανιώτη, τον Μίμη Σπηλιωτάκη. Αναρωτιέται σχετικά εύλογα κανείς, πού να βρίσκονται τόσα και τόσα αρχαία που ήλθαν στο φως παλαιότερα. Με τη δραστηριότητα του Λ. Συναδινάκη, αρχαιολόγοι δεν λέγονταν πια στις Αρχάνες οι αρχαιοκάπηλοι, αλλά ο Λευτέρης. Η μάστιγα της αρχαιοκαπηλείας ανακόπηκε.

Έτσι λοιπόν, όταν το 1963 ο Γ. Σακελλαράκης έκανε την πρώτη του ανασκαφή στο αμπέλι του Μ. Μπιμπάκη στο Φουρνί, μπορεί η επιστημονική έρευνα να ξεκίνησε σχεδόν από το μηδέν, αλλά τουλάχιστον η κοινωνική της διάσταση δεν βρισκόταν υπό το μηδέν. Η αρχαιολογική δραστηριότητα του ζεύγους Γιάννη και Έφης Σακελλαράκη στις Αρχάνες, οι ανασκαφές, οι ποικίλες έρευνες και οι μελέτες είναι γνωστές, όχι μόνο από τις πάμπολλες δημοσιεύσεις τους, αλλά κι από την προβολή της οποίας έτυχαν τόσο από τον ελληνικό, όσο και από τον διεθνή τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έτσι που δεν πρόκειται να μακρηγορήσω.

Το έργο τους υπόκειται φυσικά σε κριτική και δεν είμαι βέβαια το κατάλληλο πρόσωπο να το κρίνω. Άλλωστε, ένα τέτοιο έργο θα κριθεί στο μέλλον. Πιο σημαντική μου φαίνεται εδώ η ανάλυση της μεθόδου που ακολούθησαν κι ακόμη η απλή υποδήλωση των δυσκολιών, στοιχεία δηλαδή απαραίτητα για τον στόχο του Συνεδρίου μας, τον προγραμματισμό δηλαδή της περαιτέρω αρχαιολογικής δράσης στον 21° αιώνα, που ήδη βαδίζουμε.

Η επιστημονική μέθοδος της αρχαιολογικής έρευνας των Αρχανών ήταν βέβαια αυτή που αναπτύχθηκε σταδιακά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, με τη λογική χρήση κι όχι την κατάχρηση της τεχνολογίας. Η αρχαιολογική έρευνα πάντως δεν ήταν αμιγώς επιστημολογική, δεν στόχευσε, όπως γίνεται δυστυχώς, συνήθως, στη διερεύνηση μιας μεμονωμένης χρονικής περιόδου του παρελθόντος ή σε ένα μόνο θέμα, στην αναζήτηση κάποιων μεμονωμένων ιστορικών στοιχείων ή και σπουδαίων έργων τέχνης.

Δεν απέβλεψε δηλαδή στην εκτόνωση της πρόσκτησης υλικού μιας περιορισμένης ατομικής ειδικότητας, αλλά στην ολιστική, και τονίζω τη λέξη, έρευνα ολόκληρου του παρελθόντος των Αρχανών. Με την ίδια προσοχή ανασκάφηκε κάθε υλικό κατάλοιπο του τόπου, είτε αυτό ήταν ένα χρυσό μινωικό δαχτυλίδι, ή ένα γεωμετρικό αγγείο, μια ρωμαϊκή χάντρα, ένα οποιοδήποτε μεσαιωνικό κομμάτι, ένα πήλινο επιστόμιο πίπας του 19ου αιώνα, ή ένα νόμισμα του 20ου, όπως και κάθε αρχανιώτικο ανθρώπινο κρανίο. Πεπεισμένοι λοιπόν ότι η αρχαιολογική δράση είναι μια κοινωνική λειτουργία, η κατευθυντήρια γραμμή όλων των αρχαιολογικών ενεργειών ήταν συνεχώς στραμμένη στον άνθρωπο και στο περιβάλλον του.

Στα τόσα χρόνια της παρουσίας μας στις Αρχάνες, δεν σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας αλλά τους άλλους, προγόνους κι επιγόνους, διαχειριστές του πλούτου των οποίων βρεθήκαμε για ένα μικρότατο, ελάχιστο χρόνο της αιωνιότητας των Αρχανών. Αν ενδίδαμε π.χ. στις χουντικές πιέσεις της δεκαετίας του 1960 για διάνοιξη μεγάλης οδικής πρόσβασης στο Φουρνί, όχι μόνο θα είχε καταστραφεί ανεπανόρθωτα το περιβάλλον, αλλά και το βορειοδυτικό, υπέροχο επίσης τμήμα των Αρχανών θα είχε αναπτυχθεί άναρχα, όπως τόσοι κρητικοί και ελλαδικοί αρχαιολογικοί χώροι που γνωρίζουμε και φυσικά οι περίοικοι θα είχαν γίνει μικροπωλητές σε μαγαζάκια ξένων συμφερόντων. Αν δεν επιμέναμε, όχι χωρίς σοβαρές δυσκολίες, στην εφαρμογή των διατάξεων του αρχαιολογικού νόμου την δεκαετία του 1970, το κύριο τμήμα του οικισμού θα είχε γίνει τσιμεντένιο, όπως το Αρκαλοχώρι ή οι Μοίρες. Τη δεκαετία του 1990 δεν θα υπήρχαν δηλαδή παραδοσιακά σπίτια για να αναβαθμιστούν.

Υπαινίχθηκα ήδη κάποιες δυσκολίες, γιατί βέβαια οι δυσκολίες της εκτέλεσης του αρχαιολογικού έργου, που οραματιστήκαμε, δεν ήταν μόνο οικονομικές. Στο κάτω κάτω, τι χρήματα να περιμένει κανείς για την αρχαιολογική έρευνα από ένα φτωχό κράτος, που συχνότατα αποδεικνύεται ανίκανο ακόμη και να αξιολογήσει τις ανάγκες του. Κι άλλωστε, όπως γνωρίζουμε πια όλοι, συχνότατα τα πολλά χρήματα δεν ωφελούν παρά λίγους και ταυτόχρονα διαφθείρουν τους πολλούς. Ούτε και λογαριάσαμε σαν δυσκολίες τις ατομικές αντιρρήσεις λιγοστών συνδημοτών μας για τις απαλλοτριώσεις ελάχιστων, μεμονωμένων σπιτιών. Φυσικότατο ήταν οι άνθρωποι να περιφρουρήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και βέβαια τελικά να συναινέσουν, αποδεχόμενοι λογικές τιμές.

Φυσικά και δεν μας εμπόδισαν συναδελφικές αντιζηλίες, αφού κι αυτές ήταν εύλογες. Τέλος φροντίσαμε να μην αθροίζουμε επισωρευμένες ποικίλες μικροενοχλήσεις, που μπορούσαν και πάλι να δημιουργήσουν προβλήματα. Προσωπικά έχω μάθει να τις ξεπερνώ, ακόμη και να μην πικραίνομαι για το άδικο, κι αυτό φαίνεται εντυπωσιάζει. Αναφέρομαι ενδεικτικά σε όσους συνδημότες μου σχολίασαν τελευταία μια συνέντευξη του αγαπητού σημερινού δημάρχου Αρχανών κ. Σταύρου Αρναουτάκη, στο περιοδικό της Aegean Airlines, όπου ανάμεσα σε πολλά και ποικίλα επιτεύγματα σχετικά με τη δημιουργία του σημερινού Μουσείου Αρχανών, μνημονεύονται επώνυμα διάφορα άσχετα πολιτικά και οικονομικο-κοσμικά πρόσωπα ανάκατα με ανώνυμους αρχαιολόγους. Προσωπικά μου αρκεί πως στον μικρό μας τόπο όλοι γνωρίζουμε την αλήθεια.

Τα σοβαρότατα εμπόδια για την αρχαιολογική έρευνα στήνονταν πάντοτε από τα ποικιλώνυμα προς τον τόπο συμφέροντα, που απέβλεπαν ασφαλώς σε πρόσκαιρες ατομικές εισπράξεις, το χειρότερο όμως σε μακρόπνοους σχεδιασμούς αλλοίωσης των προαιώνιων χαρακτηριστικών του τόπου. Δυσάρεστο ήταν ότι μερικές φορές κάποιοι πολιτικοί αλλά και κάποιοι δημοτικοί άρχοντες διακύβευσαν τα συμφέροντα των Αρχανών. Όσον αφορά πάντως τους αρχαιοκάπηλους αυτοί δεν το έβαλαν κάτω, απλά φόρεσαν προσωπεία του συρμού, ακόμη και οικολογικά, πάντοτε λύκοι με προβιά προβάτων, κατά τας γραφάς.

Από το πλούσιο και βέβαια καλά φυλαγμένο αρχείο μας, ανασύρω μια λεπτομέρεια, αφού πέρασαν τα τριάντα χρόνια που κρατούνται τα αρχεία μυστικά.

Αναφέρομαι στην απόπειρα για ένα αρχαιοκαπηλικό χτύπημα, το 1969 στο Φουρνί, μύθο ήδη τότε για την ανεύρεση τόσων χρυσών μινωικών αντικειμένων. Ίσως η ευκαιρία ήταν το γεγονός πως έλειπα για δύο χρόνια από την Ελλάδα με την εκπαιδευτική μου άδεια. Στόχος ήταν πάντως η δυσφήμηση της αρχαιολογικής έρευνας που μόλις άρχιζε. Αν προλήφθηκε η καταστροφή, οφείλεται στον καλό θεό. Προοδευτικά δυναμική Αρχανιώτισα και καλή φίλη, η μακαρίτισσα ζωγράφος Μαρία Φιοράκη, μου έγραψε δυο λόγια ειδοποίησης στη Χάίδελβέργη όπου βρισκόμουν, με συγκεκριμένα στοιχεία που διοχετεύτηκαν βέβαια στις αρχές.

Κάθε αναδρομή στο παρελθόν γίνεται φυσικά για την ανάλυση των παραγόντων που οδήγησαν στο παρόν και, βέβαια, για τον κάποιο προγραμματισμό του μέλλοντος. Αυτός είναι άλλωστε ο δηλωμένος στόχος του Συνεδρίου μας. Ο ρόλος του ιστορικού, όπως είναι ο αρχαιολόγος, είναι λοιπόν μεγαλύτερος. Αφού γνωρίζει άριστα πως οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως κι η αρχαιολογία, δεν είναι ξεκομμένη από τις σύγχρονός της πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. ΓΓ αυτό κι οι σποραδικές αναφορές μου σε άλλα θέματα, όχι αμιγώς αρχαιολογικά. Αν με ρωτήσετε, λοιπόν, πώς θα είναι η αρχαιολογία των Αρχανών τον 21° αιώνα, θα αποφύγω να απαντήσω, γιατί πρεσβεύω πως η συνέχεια είναι άδηλη. Αρκούμαι να σημειώσω πως είμαι ταυτόχρονα και αισιόδοξος και απαισιόδοξος.

Είμαι απαισιόδοξος γιατί, χωρίς να το πάρουμε είδηση, οι Αρχάνες μίκρυναν, είναι δηλαδή τώρα ο μικρότερος γεωγραφικά δήμος της Κρήτης. Εκατό μέτρα από τα Ανεμόσπηλια είναι τα όρια του δήμου Ηρακλείου. Το Ηράκλειο επεκτείνεται κι ίσως και πάλι χωρίς να το καταλάβουμε το τέως κεφαλοχώρι των Αρχανών, το πρώτο ελεύθερο πόλισμα της Κρήτης, για να θυμηθούμε τη δόξα των προγόνων μας πριν μόλις εκατό χρόνια, γίνει προάστιο του Ηρακλείου, ίσως λίγο καλύτερο από τον Άη Γιάννη. Μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς μεγάλο το αρχαιολογικό μέλλον των Αρχανών σ’ ένα μικρότατο χώρο;

Είμαι απαισιόδοξος για το αρχαιολογικό μέλλον των Αρχανών, γιατί δεν αναπτύχθηκε ο πρωτογενής, διαχρονικός πλούτος των Αρχανών, η γεωργία, αυτή που κράτησε πάμπλουτα ζωντανές τις Αρχάνες πέντε χιλιάδες χρόνια. Θα προτιμούσα οι Αρχάνες να μην ήταν, δήθεν, το ωραιότερο χωριό της Ευρώπης, πράγμα αμφίβολο άλλωστε για όποιον έχει ταξιδέψει πιο πέρα από την Αθήνα, και να συνέχιζαν να είναι αυτό που ήταν πάντα, πρώτο χωριό στις καλλιέργειες στην Κρήτη, σήμερα δηλαδή σε βιοκαλλιέργειες. Όσοι σκέπτονται ταυτόχρονα την παράδοση και το μέλλον δεν είναι αναγκαστικά οπισθοδρομικοί. Πρόοδος δεν είναι η εκχώρηση του εντόπιου πλούτου σε ξένα χέρια, αλλά η επένδυσή του στις πάντοτε νέες συνθήκες αγοράς.

Είμαι απαισιόδοξος, γιατί δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτε για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου των Αρχανών, αφού τα τελευταία δέντρα στον Γιούχτα φυτεύτηκαν πριν 30 τόσα χρόνια. Τα αιγοπρόβατα, άλλωστε, συνεχίζουν παράνομα την ανεξέλεγκτη καταστροφική βοσκή τους. Είμαι τέλος απαισιόδοξος για τις ποικίλες παραλείψεις της νέας κυριαρχίας, τις μεθόδους και τους ρυθμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, που μιμήθηκε φυσικά το άθλιο κράτος. Φέρνω ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: για ένα έγγραφο που «χάθηκε» για δύο μήνες ανάμεσα στο αστυνομικό τμήμα Αρχανών και τον δήμο, χρειάστηκε δηλαδή την παρέμβασή μου για να διασχίσει απόσταση 500 μ. Αφορούσε την εφαρμογή του νόμου που δεν έχει λειτουργήσει για δεκαετίες, την παράνομη δηλαδή λειτουργία ποιμνιοστασίου εντός κατοικημένου χώρου, δίπλα στο Φουρνί. Ταυτόχρονα όμως είμαι αισιόδοξος για την αρχαιολογία των Αρχανών τον 20 αιώνα, κι όχι μόνο για την υποδομή που δημιουργήθηκε. Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον, όχι γιατί οι Αρχάνες είναι αρχαιολογικά γνωστές στα πέρατα του κόσμου. Δεν λέω, κι αυτό είναι χρήσιμο, αλλά δεν είναι για μένα αυτοσκοπός. Είμαι αισιόδοξος γιατί η γη των Αρχανών εξακολουθεί να είναι δυναμική κι όχι μόνο αρχαιολογικά. Αλλά και γιατί οι Αρχανιώτες είναι επίσης δυναμικοί, κατά καιρούς μάλιστα γίνονται κι επαναστάτες, κι έχουν αυτογνωσία για το ένδοξο παρελθόν τους και γι’ αυτό στοχεύουν σωστά και στο μέλλον. Αφού η εργατικότητα είναι δεδομένη στις Αρχάνες, ελπίζω πως όλα θα πάνε καλά στο μέλλον, αν υπάρχει αρχανιώτικος σχεδιασμός από τους άρχοντες, σύμπνοια, εγρήγορση και συμμετοχή από τους αρχόμενους, περίσκεψη και αγάπη από όλους, όχι για τους εαυτούς μας αλλά για τους νέους Αρχανιώτες, τις Αρχάνες του μέλλοντος.

Προσωπικά ελπίζω, όταν θα γίνει με το καλό, κάποτε στον 21° αιώνα, το υπεσχημένο από τη δημοτική αρχή νέο μεγάλο Μουσείο των Αρχανών, να εγκαινιαστεί χωρίς πρωθυπουργικούς ή και υπουργικούς κενούς λόγους, αλλά μόνο με την πάνδημη συμμετοχή όλων μας, όπως και το 1993, στα εγκαίνια του μικρού κοσμηματικού μουσείου που λειτουργεί. Τότε ένα κοριτσάκι, μαθήτρια του γυμνασίου, η Μαρία Εμ. Στεφανάκη, σήμερα δευτεροετής φοιτήτρια της παιδαγωγικής στο Ρέθυμνο, έγραψε πρώτη στο βιβλίο επισκεπτών κάτι σημαδιακό. Ελπίζω, λοιπόν, πως πάλι ένα κοριτσάκι θα γράψει, πρώτη πάλι, στο βιβλίο επισκεπτών του νέου μεγάλου Μουσείου την ίδια φράση: «Είμαι περήφανη για τον τόπο μου».

Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μεριμνήσετε για την εκτύπωση των πρακτικών του Συνεδρίου μας και θέτω στη διάθεσή σας την ανακοίνωσή μου. Προτίθεμαι πάντως να τη δημοσιεύσω κι ο ίδιος, γιατί ίσως μετά από εκατό χρόνια ένας συνάδελφός μου μπορεί να με μνημονεύσει, πως ίσως είχα προβλέψει το λαμπρό αρχαιολογικό μέλλον των Αρχανών, όπως δικαίωσα κι εγώ τον μακαρίτη Στέφανο Ξανθουδίδη.

Το παραπάνω κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Μορφωτικός Σύλλογος Αρχανών. Οι Αρχάνες στον 20ο αιώνα. Όψεις και Απόψεις. Επετειακή έκδοση για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του.

Αρχάνες Σεπτέμβριος 2008. Επιμέλεια έκδοση Βαγγέλης Ψαραδάκης.

Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Νίκο Γ. Χριστινίκη ο οποίος είχε την ευγενή καλοσύνη να μου χαρίσει μεταξύ πολλών βιβλίων και αυτό εδώ.  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η αρχαιολογία στις Αρχάνες τον 20ο αιώνα, από τον Γιάννη Σακελλαράκη.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!