14 Μαρτίου 2026

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Ιστορία Γενικά

Ιστορικά στοιχεία της Θεσσαλονίκης

Η ζωή στην αρχαία Θεσσαλονίκη

Με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία και στην Αίγυπτο ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας ήρθε σε επα­φή με διαφορετικούς πολιτισμούς, τους οποίους επηρέασε, αλλά ταυτόχρονα επηρεάστηκε από αυτούς. Η ελληνιστική εποχή (323-30 πΧ), όπως ονομάστηκε η περίοδος των δια­δόχων του Μ. Αλεξάνδρου, και στη συνέχεια η ρωμαϊκή πε­ρίοδος χαρακτηρίστηκαν από την κινητικότητα ανθρώπων και ιδεών σε έναν απέραντο γεωγραφικό χώρο με κοινή πο­λιτιστική γλώσσα. Η Θεσσαλονίκη, που ιδρύθηκε στην αρχή της ελληνιστικής περιόδου, έζησε την πολιτιστική ποικιλία των εποχών αυτών.

Οι Θεσσαλονικείς ζούσαν σε σπίτια που ήταν οργανωμένα γύρω από μία εσωτερική αυλή. Ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους ανήκαν σε συλλόγους με κοινωνικό, αθλητικό, λατρευτικό ή ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Οι έφηβοι, οι νέοι και οι γέροντες είχαν τους δικούς τους συλλόγους με επικεφαλής αντίστοιχα τους εφήβαρχους τους γυμνασιάρχες και τους γερουσιάρχες.

Οι κάτοικοι στη Θεσσαλονίκη ήταν πολλοί Ρωμαίοι, Εβραίοι, Ασιανοί Θράκες, Έλληνες από τη Μακεδονία και άλλες πό­λεις της Νότιας Ελλάδας έζησαν στην πόλη, περαστικοί ή μόνιμα εγκατεστημένοι. Πολλοί από αυτούς ήταν οργανωμένοι σε επαγγελματικούς ή θρησκευτικούς συλλό­γους, όπως οι Ασιανοί, από διάφορες περιοχές της Ασίας, κυρίως όμως από τη Βιθυνία.

Το πολυεθνικό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης αντανακλάται στο πλήθος των λατρειών. Οι θεοί της κλασικής Ελλάδας ήταν πάντα παρόντες με πρώτο το Διόνυσο. Παράλληλα, όμως εμφανίστηκαν νέοι θεοί από την Αίγυπτο και την Ανατολή. Επι­κρατέστεροι ήταν η Ίσις και ο Σάραπις το ιερό του οποίου ανασκάφηκε στην οδό Διοικητηρίου. Ακόμη λατρευόταν ο Κάβειρος που στο πέρασμα του χρόνου έγινε ο προστάτης της πόλης. Αργότερα, στη χριστιανική εποχή, ο Κάβειρος κληροδότησε πολλά από τα χαρακτηριστικά του και το προνόμιο του προστάτη της πόλης στον άγιο Δημήτριο.

Η κοινωνική και οικονομική διαστρωμάτωση της Θεσσαλονί­κης καθρεφτίζεται ως ένα βαθμό στα νεκροταφεία της. Αυτά βρίσκονταν έξω από τα ανατολικά και δυτικά τείχη της πόλης. Ο σύλλογος των κοπιατών, δηλαδή των νεκροθαφτών, είχε τη φροντίδα για τον ενταφιασμό των νεκρών. Οι πολίτες που ανήκαν στη μεσαία και κατώτερη τάξη θάβονταν σε απλούς λάκκους, κεραμοσκεπείς τάφους και σπανιότερα σε κιβωτιόσχημους. Οι άρχοντες και οι πλούσιοι στα ελληνιστικά χρόνια θάβονταν σε κτιστούς καμαροσκέπαστους τάφους τους λεγόμενους μακεδονικούς, και στα ρωμαϊκά σε μαρμάρινες σαρκο­φάγους και σε κτιστούς πολυτελείς τάφους. Οι νεκροί συνο­δεύονταν συχνά από προσωπικά τους αντικείμενα και από νόμισμα για το ναύλο του ταξιδιού στον άλλο κόσμο.

 
Η ζωή στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη

Η ζωή των Θεσσαλονικέων, όπως και όλων των κατοίκων της αυτο­κρατορίας, στην παλαιοχριστιανική ή πρωτοβυζαντινή περίοδο (4ος-7ος αι.) γνώρισε ουσιαστική αλλαγή. Ο πολυθεϊσμός της ρω­μαϊκής εποχής βαθμιαία έγινε παρελθόν δίνοντας τη θέση του στο χριστιανισμό. Η νέα θρησκεία κράτησε και προσάρμοσε στην ιδεο­λογία της πολλές παλιές εθνικές συνήθειες, όπως διάφορα ταφικά έθιμα. Γρήγορα έγινε η επίσημη θρησκεία του κράτους και καθορι­στικός παράγοντας στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Νέος προστάτης της πόλης έγινε ο μεγαλομάρτυρας Δημήτριος, στο ναό του οποίου κατέφευγαν οι θεσσαλονικείς για βοήθεια όταν περνούσαν δύσκολες στιγμές οι ίδιοι ή η πόλη τους. Τον 7ο αι., όταν οι Σλάβοι πολιορκούσαν την πόλη, οι Θεσσαλονικείς έβλεπαν τον άγιο να τρέχει πάνω στα τείχη τρέποντας τους επιδρομείς σε φυγή. Ο ναός του αγίου, εκτός από κέντρο λατρείας, ήταν και τό­πος ανακούφισης για τους αρρώστους, διότι, σύμφωνα με τη Συλ­λογή των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, που χρονολογείται τον 7ο αι, γνωρίζουμε ότι μέσα σ’ αυτόν, στο βόρειο κλιτός, λειτουρ­γούσε νοσοκομείο.

Ο Δημήτριος μαζί με τη Θεοδώρα ήταν οι δύο μυροβλύτες Άγιοι της Θεσσαλονίκης. Οι προσκυνητές φεύγοντας από τον τόπο λατρείας των Αγίων έπαιρναν μαζί τους άγιο μύρο σε φιαλίδια, πήλινα ή μολύβδινα, που ονομάζονταν ευλογίες ή κουτρούβια.

Οι Θεσσαλονικείς ήταν ευλαβείς χριστιανοί. Στα σπίτια τους, όπως μαθαίνουμε από έγγραφα, είχαν εικόνες, ενώ στα σπίτια των πλου­σίων μπορούσε να υπάρχει και παρεκκλήσι για ιδιωτική λατρεία. Σταυροί και εγκόλπια ήταν αντικείμενα που φορούσαν ως φυλα­χτά για να έχουν τη θεία προστασία.

Οι Θεσσαλονικείς φαίνεται ότι ήταν άνθρωποι φιλόξενοι και ανε­κτικοί. Ο Μάξιμος Πλανούδης, λόγιος του τέλους του 13ου αι., ανα­φέρει ότι οι ξένοι στη Θεσσαλονίκη ήταν ευπρόσδεκτοι περισσό­τερο από οπουδήποτε αλλού στην αυτοκρατορία. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πατρίδα όχι μόνο για τους ντόπιους, αλλά και για τους ξένους, ενώ σε ψηφιδωτό του 7ου αι. στο ναό του Αγίου Δημητρίου υπάρχει η επίκληση προς τον Άγιο να φροντίζει και τους Θεσσαλονικείς και τους ξένους. 

Οι πληροφορίες που έχουμε από τις πηγές για την παρουσία ξένων στη Θεσσαλονίκη είναι λίγες. Εκτός από τους Εβραίους, που η πα­ρουσία τους χρονολογείται από τα αρχαία χρόνια, σημαντική ήταν η κοινότητα των Λατίνων, με επικρατέστερους τους Βενετούς που η εμπορική τους δραστηριότητα στην πόλη βεβαιώνεται από το 12ο αι. Ακόμη, πηγές από τον 11 ο, 12ο και 13ο αι. μαρτυρούν την παρουσία αρμενικής κοινότητας.

Το πάνω μέρος της πόλης, λόγω του υγιεινότερου κλίματος, υπήρ­ξε από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια τόπος κατοικίας των εύπορων θεσσαλονικέων, όπως δείχνουν τα μεγάλα και πλούσια διακοσμη­μένα, με ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες, σπίτια που έφεραν στο φως οι ανασκαφές Είχαν μία εσωτερική αυλή γύρω από την οποία οργανώνονταν οι διάφοροι χώροι. Ο χώρος υποδοχής όπου γίνονταν και τα συμπόσια, λεγόταν τρικλίνιο και ήταν μια μεγάλη ορθογώνια αίθουσα με μία κόγχη στη μία στενή πλευρά.

Μετά τις σλαβικές επιδρομές (τέλη 6ου-7ος αι) η μνημειακή εικό­να που είχε η Θεσσαλονίκη άλλαξε σταδιακά. Η κλίμακα των κτι­ρίων μίκρυνε και το περιβάλλον οργανώθηκε διαφορετικά. Σε έγγραφα του Αγίου Όρους υπάρχουν περιγραφές σηπιών της Θεσσαλονίκης στην υστεροβυζαντινή εποχή (13ος-15οςαι). Ήταν μικρά σπίτια, λιθόκτιστα και ξύλινα, ισόγεια ή με όροφο, που μοιράζονταν κοινή αυλή με φούρνο και πηγάδι, στην οποία οδηγούσαν μικρά αδιέξοδα από τους δρόμους της πόλης. Ομάδες από τέτοια σπίτια με μικρές εκκλησίες ανάμεσά τους συγκροτού­σαν γειτονιές με λαβυρινθώδες οδικό δίκτυο, δίνοντας στην πόλη μεσαιωνική όψη.

Ο εξοπλισμός της κουζίνας αποτελούνταν από γυάλινα, μεταλλικά και πήλινα σκεύη. Τα τελευταία, ως πιο ανθεκτικά, είναι αυτά που βρίσκονται σε αφθονία στις ανασκαφές. Με τη χρήση της εφυάλωσης στην κεραμική από τα μεσοβυζαντινά χρόνια και μετά, το βυζαντινό τραπέζι στολίστηκε με καινούργια είδη επιτραπέ­ζιων αγγείων.

Τα νεκροταφεία στην παλαιοχριστιανική εποχή βρίσκονταν, όπως και παλιότερα, έξω από τα τείχη. Στη συνέχεια, ως επακόλουθο των σλαβικών επιδρομών, εγκαταλείφθηκαν και οι ταφές των νεκρών γίνονταν μέσα στην πόλη, στους ναούς και στις αυλές τους. Ο μεγάλος αριθμός των νεκροταφείων που εντοπίστηκαν ανασκαφικά δείχνει ότι τα νεκροταφεία ήταν διασκορπισμένα στην πόλη, σαν κάθε γειτονιά να είχε το δικό της κοιμητήριο.

 
Η Οθωμανική περίοδος της Θεσσαλονίκης

Η άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430 από τον Μουράτ Β’ έβαλε τέλος στο κεφάλαιο της βυζαντινής ιστορ(ας της πόλης με τραγικό τρόπο. Τα πάντα ήρθαν πάνω κάτω και η πόλη ήταν σαν καράβι παγιδευμένο σε πέλαγος συμφο­ρών, σύμφωνα με τη διήγηση του Ιωάννη Αναγνώστη, αυτόπτη μάρτυρα της άλωσης. Ήταν, όμως, και η αρχή μιας νέας εποχής, που κράτησε μέχρι το 1912.

Οι κοινότητες

Οι τρεις κύριες κοινότητες που αποτέλεσαν το ανθρώπινο μωσαϊκό της Θεσσαλονίκης στην Τουρκοκρατία ήταν οι Τούρκοι οι καταχτητές οι Έλληνες, οι υπόδουλοι, και οι Εβραίοι, οι φιλοξενούμενοι. Τρεις κοινότητες με διαφορε­τική θρησκεία, μουσουλμάνοι, χριστιανοί, εβραίοι.

Η τουρκική κοινότητα, κατά ένα μεγάλο μέρος, δημιουργήθηκε από Τούρκους που έφερε ο Μουράτ από τα Γιαννιτσά μετά την άλωση, δίνοντάς τους και ακίνητη περιουσία.

Η ελληνική κοινότητα ανασυγκροτήθηκε αρχικά από τους αιχμάλωτους Θεσσαλονικείς, που μετά την άλωση άλλοι πλήρωσαν λύτρα για να ελευθερωθούν και άλλους ελευ­θέρωσε ο Μουράτ. Όμως όταν τα πράγματα ησύχασαν, πολλοί από τους χριστιανούς που είχαν καταφύγει στα ορεινά, επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη. Στο πέρασμα του χρόνου ο ελληνικός πληθυσμός ανάλογα με τις ιστορικές περιστάσεις άλλοτε μειωνόταν και άλλοτε αυξανόταν.

Το 1492 έφτασαν στη Θεσσαλονίκη από την Ισπανία πολλοί Εβραίοι, διωγμένοι από τους Ισπανούς βασιλιάδες Φερδινάνδο και Ισαβέλλα. Πιο πριν είχαν καταφύγει στην πόλη άλλοι Εβραίοι από την Ουγγαρία και τη Γερμανία. Στα επό­μενα χρόνια ήρθαν και άλλοι από τη Σικελία την Κάτω Ιτα­λία, την Πορτογαλία και αλλού.

Όλοι αυτοί ήταν ένα μέρος από τους χιλιάδες Εβραίους που, διωγμένοι από την Ευρώ­πη για λόγους θρησκευτικούς και οικονομικούς βρήκαν νέες πατρίδες στις πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στη Θεσσαλονίκη έγιναν η πολυπληθέστερη κοινότητα της πόλης πάνω από το μισό του πληθυσμού της.

Ιδιαίτερη ομάδα Εβραίων στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης ήταν οι Ντονμέδες δηλαδή αυτοί που αλλαξοπίστησαν κι έγιναν μουσουλμάνοι. Το γεγονός έχει σχέση με το κήρυ­γμα του Σαμπετάι Σεβή από τη Σμύρνη. Αυτός διακηρύσ­σοντας ότι ήταν ο μεσσίας που περίμεναν οι Εβραίοι, άρχι­σε στα μέσα του 17ou αι να περιοδεύει στις εβραϊκές πα­ροικίες της Ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των οποίων και η Θεσσαλονίκη, ξεσηκώνοντας τους ομοεθνείς του. Το κήρυγμά του είχε ανατρεπτικό χαρακτήρα, αφού μετα­ξύ άλλων μιλούσε για εκθρόνιση του σουλτάνου. Όπως ήταν φυσικό, οι τουρκικές αρχές τον συνέλαβαν, το 1666. Τότε, για να γλυτώσει τη ζωή του ασπάστηκε το μωαμεθα­νισμό. Για να αποφύγουν την τιμωρία, το παράδειγμά του ακολούθησαν χιλιάδες άλλοι Εβραίοι γνωστοί ως Ντονμέδες

Εκτός από τις τρεις κύριες κοινότητες στη Θεσσαλονίκη ζούσαν και άνθρωποι άλλων εθνικοτήτων, όπως Αρμένιοι κ.ά., καθώς και Βενετοί, Γάλλοι, Άγγλοι κ,ά., γνωστοί ως Φρά­γκοι, που η παρουσία τους σχετίζεται με την ανάπτυξη του εμπορίου το 18ο αι.

Οι γειτονιές

Το ανθρώπινο μωσαϊκό της Θεσσαλονίκης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας καθρεφτιζόταν και στην τοπογραφία της.

Κάθε κοινότητα είχε τις δικές της γειτονιές, που απλώνονταν γύρω από τα θρησκευτικά της κτίρια, εκκλησίες τζαμιά, συνα­γωγές, Οι Τούρκοι έμεναν στα ψηλά της πόλης ενώ Έλληνες και Εβραίοι στα πεδινά. Δυτικά του ναού του Αγίου Μηνά, κοντά στο λιμάνι, δημιουργήθηκε σταδιακά ο φραγκομαχαλάς η γειτονιά που έμεναν οι διάφοροι Ευρωπαίοι της πόλης.

Τα χαμάμ

Τα χαμάμ (λουτρά) ήταν από τα πρώτα έργα που κατασκεύα­ζαν οι Τούρκοι στις πόλεις που κατακτούσαν. Έτσι, ο Μουράτ Β’, δεκατέσσερα χρόνια μετά την κατάχτηση της Θεσσαλο­νίκης το 1430, έχτισε στο κέντρο της πόλης το Μπέη χαμάμ, γνωστό σήμερα ως Λουτρά Παράδεισος. Τα χαμάμ εκτός από χώροι υγιεινής ήταν και χώροι κοινωνικών συναναστροφών, κυρίως για τις γυναίκες που είχαν την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγο από την κλειστή ζωή του σπιτιού.

Το ντύσιμο

Η διαφοροποίηση των κοινοτήτων ήταν ορατή και στο ντύσι­μο. Το ρούχο χαρακτήριζε τον καθένα και φανέρωνε τη φυ­λετική του καταγωγή, το θρήσκευμα και την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκε. Το πράσινο, ως ιερό χρώμα του Ισλάμ, ήταν απαγορευμένο για όσους δεν ήταν μουσουλμάνοι. Το ίδιο και τα λευκά τουρμπάνια αρχικά και τα κόκκινα φέσια το 19ο αι. Ακόμη, όσοι δεν ήταν μουσουλμάνοι δεν επιτρε­πόταν να χρησιμοποιούν για το ντύσιμό τους ακριβά υλικά, όπως μετάξι και πολύτιμες γούνες Το 19ο αι. η αστική τάξη, παράλληλα με την παράδοση, άρχισε να ακολουθεί τη δυτι­κή μόδα στο ντύσιμο.

Τα νεκροταφεία

Οι θρησκευτικές κοινότητες της πόλης διατηρούσαν ανεξάρ­τητα νεκροταφεία, που τα διαχειρίζονταν μόνες τους. Βρίσκο­νταν κυρίως έξω από τα τείχη, ιδίως τα ανατολικά. Στο χώρο της σημερινής πανεπιστημιούπολης απλωνόταν η τεράστια εβραϊκή νεκρόπολη. Η χριστιανική ήταν λίγο βορειότερα, στο χώρο των κοιμητηρίων της Ευαγγελίστριας. Η μουσουλμα­νική απλωνόταν σε δύο περιοχές κοντά στη θάλασσα και πάνω από το Επταπύργιο. Μέσα στην πόλη, γύρω από ενοριακούς χριστιανικούς ναούς και ισλαμικά τζαμιά, υπήρχαν μικρής έκτασης νεκροταφεία, που εξυπηρετούσαν τις ανά­γκες της κάθε ενορίας και γειτονιάς.

 

Ο ανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης 

Η καταστροφική πυρκαγιά του 1917 στάθηκε αφορμή για τον πολεοδομικό ανασχεδιασμό της Θεσσαλονίκης. Με άμε­ση κινητοποίηση του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου και του υπουργού Συγκοινωνιών Αλέξανδρου Παπαναστα­σίου τον Οκτώβριο του 1917 συστάθηκε η Διεθνής Επιτρο­πή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης με επικεφαλής τον γάλλο αρχαιολόγο, πολεοδόμο και αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ.

Το σχέδιο για την πολεοδομική αναδιοργάνωση και επέκτα­ση της πόλης ήταν έτοιμο τον επόμενο χρόνο. Προέβλεπε μεγάλες οδικές αρτηρίες, κανονικά οικοδομικά τετράγωνα, κάθετους άξονες για την επικοινωνία των συνοικιών με τη θάλασσα, διαγώνιους δρόμους αρμονική ένταξη των μνημείων μέσα στη σύγχρονη πόλη και ελεύθερες ζώνες πρα­σίνου.

Για την εφαρμογή του σχεδίου απαραίτητη προϋπό­θεση ήταν η συνολική απαλλοτρίωση της καμένης περιοχής και η δημοπρασία των νέων οικοπέδων.

Το νέο σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ούτε στο σύνολό του, ούτε αυτούσιο, αλλά με τροποποιήσεις. Οι κύριοι λόγοι ήταν:

  1. Οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών της πυρίκαυστης ζώνης,
  2. Η κυβερνητική αλλαγή το Νοέμβριο του 1920 που έφερε το Βενιζέλο στην αντιπολίτευση, 3. Οι πολεμικές περιπέτειες της Ελλάδας στη Μικρά Ασία Ωστόσο, το σχέδιο εφαρμόσθηκε στις γενικές του αρχές σε ό,τι αφορά την επέκταση του λιμανιού προς τα δυτικά και όχι προς το Λευκό Πύργο, τη δημιουργία βιομηχανικής ζώνης και εργατικών συνοι­κιών επίσης στα δυτικά, τη θέση του πανεπιστημίου έξω από τα ανατολικά τείχη, τη χάραξη κατά ένα μεγάλο μέρος του οδικού δικτύου.

Η πλατεία και η οδός Αριστοτέλους είναι ο άξονας που διαμορφώθηκε όπως τον οραματίστηκε ο Εμπράρ. Στον άξονα αυτό, μάλιστα, προβλεπόταν στο σχέδιο Εμπράρ να δημιουργηθεί το πολιτικό κέντρο, που έλειπε από τη Θεσσαλο­νίκη του 19ου αι.

 Ο σχεδιασμός περιελάμβανε Δημαρχείο, Δικαστήρια και κτίρια για τις υπόλοιπες δημόσιες υπηρε­σίες συμμετρικά μιας μεγαλοπρεπούς αψίδας.

 Οι εργασίες εκσκαφής όμως για την ανέγερση του Δικαστικού Μεγά­ρου έφεραν στο φως τα ερείπια της ρωμαϊκής Αγοράς. Έτσι ματαιώθηκε η υλοποίηση του έργου και έμεινε μόνο το όνομα, «Πλατεία Δικαστηρίων».

 

Η Θεσσαλονίκη αλλάζει όψη

Μεταρρυθμίσεις

Μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αι η πολεοδομική ιστορία της Θεσσαλονίκης ξετυλιγόταν στον κλειστό χώρο που όρι­ζαν τα τείχη της. Την ίδια εποχή η οθωμανική αυτοκρατορία με αγγλική προτροπή προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις το 1839 και το 1856, γνωστές ως Τανζιμάτ.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές μεταξύ άλλων, καθιέρωναν την ισότητα απέναντι στο νόμο και το σεβασμό της τιμής και της περιουσίας για όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από το θρήσκευ­μά τους. Ακόμη, διευκόλυναν την εισαγωγή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και θέσπιζαν φορολογικές μεταρρυθμίσεις.

Η οικονομική ανάπτυξη, η εκβιομηχάνισή, η αύξηση του πληθυσμού και η δυτικοευρωπαϊκή διείσδυση επηρέασαν το πρόσωπο της πόλης.

 Τα τείχη της θεωρήθηκαν εμπόδιο και όπως έγινε και σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις γκρεμί­στηκαν. Η κατεδάφιση άρχισε το 1873 από το θαλάσσιο τείχος και μετά είχαν σειρά τα ανατολικά και δυτικά τείχη μέχρι την Εγνατία.

Προκυμαία

Τη νέα παραλιακή όψη της Θεσσαλονίκης χαρακτήρισαν η κατασκευή του λιμανιού και η διαμόρφωση της προκυμαίας με επιχωματώσεις και οικοδομικά υλικά από τα γκρεμισμέ­να τείχη. Έξω από τα γκρεμισμένα ανατολικά τείχη δημιουργήθηκε η λεωφόρος Χαμιδιέ, η σημερινή Εθνικής Αμύνης που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ (1876-1909).

Επέκταση της πόλης

Η οικονομική ευημερία και η αύξηση του πληθυσμού, που από τις 50.000 το 1830 έφθασε τις 120.000 το 1910, έκαναν αναπόφευκτη την επέκταση της Θεσσαλονίκης μετά το γκρέμισμα των τειχών της. Απλώθηκε κυρίως έξω από τα ανατολικά τείχη και λιγότερο έξω από τα δυτικά.

Η οικιστική ανάπτυξη ήταν γρήγορη. Κτηματικές εταιρείες αγόραζαν μεγάλες γεωργικές εκτάσεις που στη συνέχεια τις κατακερμάτιζαν και τις πουλούσαν ως οικόπεδα.

Κατά μήκος της σημερινής οδού Βασιλίσσης Όλγας δημιουργήθηκε η συνοικία των Εξοχών. Ο πύργος όπως ονομάζονταν τα αρχοντικά, ανήκαν κυρίως στη νεοσύστατη αστική τάξη. Σ’αυτή τη συνοικία, για πρώτη φορά στην πόλη, κριτήριο για την κατοίκηση δεν ήταν το θρήσκευμα ή η εθνότητα, αλλά η ένταξη στα ανώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.

Η κατασκευή της νέας παραλίας, που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, άλλαξε ακόμη μια φορά το πρόσωπο της πόλης προικίζοντάς την με ένα μακρύ δρόμο περιπά­του, εξαφανίζοντας όμως δια παντός τις δαντελωτές ακρο­γιαλιές της συνοικίας των Εξοχών.

Υποδομές

Η πόλη απόκτησε την πρώτη δημοτική αρχή το 1869. Αποτέλεσμα ήταν η βελτίωση των υποδομών αστικής οργάνωσης που τις αναλάμβαναν ευρωπαϊκές εταιρείες συμβεβλη­μένες με το οθωμανικό κράτος.

Η Οθωμανική Εταιρεία Υδάτων Θεσσαλονίκης με βέλγους τεχνικούς ανέλαβε το 1888 την ύδρευση της πάλης. Ο φωτι­σμός στους κεντρικούς της δρόμους γινόταν με φανάρια πετρελαίου μέχρι το 1887 και με γκάζι μέχρι το 1908, όταν η βελγική Εταιρεία Τροχιοδρόμων και Ηλεκτροφωτισμού Θεσσαλονίκης ηλεκτροδότησε την πόλη.

Τα πρώτα τραμ κυκλοφόρησαν το 1893. Ήταν ιππήλατα και τα έσερναν ρωσικά ή ουγγρικά άλογα. Το 1907 αντικαταστάθηκαν με ηλεκτροκίνητα της βελγικής εταιρείας που είχε αναλάβει και τον ηλεκτροφωτισμό. Οι κύριες γραμμές ήταν δύο, η μία Ντεπώ – Λιμάνι και η άλλη Νοσοκομείο Χιρς (ση­μερινό Ιπποκράτειο) – Μπεχτατνάρ (οδός 26ης Οκτωβρίου). Το φιλικό αυτό μέσο μεταφοράς καταργήθηκε το 1957.

 

Η Θεσσαλονίκη αλλάζει όψη

Το τοπίο της αρχιτεκτονικής

Το πνεύμα της μεταρρύθμισης που διαπότισε γενικά το δεύτερο μισό του 19ου αι., εκφράστηκε παραστα­τικά με τη νέα αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης Τα δημόσια κτίρια, καθρέφτης της

κρατικής βούλησης για εκσυγχρονισμό, διαμόρφωσαν δραστικά με το μέγεθός τους το αστικό τοπίο και με τη μορφο­λογία τους έδωσαν ευρωπαϊκό χαρακτήρα στην πόλη, αφήνοντας πίσω το ανατολίτικο πρόσωπό της. Οι ιδιω­τικές κατοικίες ιδιαίτερα στην κεντρική λεωφόρο της συνοικίας των Εξοχών, τη σημερινή Βασιλίσσης Όλγας με τη μορφολογική ποικιλία τους έδιναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στην περιοχή.

Αρχιτέκτονες

Η αρχιτεκτον ική ποικιλία των κτιρίων της πόλης ανταποκρίνεται και στην ποικιλία των δημιουργών της Αρχιτέκτονες διάφορων εθνικοτήτων δούλε­ψαν στη Θεσσαλονίκη: οι Ιταλοί Βιταλιάνο Ποζέλι και Πιέρο Αριγκόνι, ο Έλληνας Ξενοφών Παιονίδης ο Εβραίος Ελί Μοδιάνο, ο Γερμανός ΈρνστΤσίλερ και άλλοι.

Εκλεκτικισμός

Ο εκλεκτικισμός ήταν ο αρχιτεκτονικός ρυθμός που δια­μόρφωσε το νέο πρόσωπο της Θεσσαλονίκης. Κίνημα του δεύτερου μισού του 19ου αι. στην Ευρώπη, επιλέ­γει, όπως δηλώνει η λέξη, στοιχεία από διάφορους αρχι­τεκτονικούς ρυθμούς συγχωνεύοντάς τα σε ένα νέο.

 
Εκσυγχρονισμός, εκβιομηχάνιση

Οι μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ) στο 19ο αι, άνοιξαν τις πύλες της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα ευρωπαϊκά κεφάλαια και προϊόντα και στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής που ήταν συνδεμένος με τη χρήση του ατμού. Η αρχή της εκ­βιομηχάνισης στη Θεσσαλονίκη έγινε με τη δημιουργία του πρώτου ατμοκίνητου εργοστασίου το 1854. Οι κυριότε­ροι βιομηχανικοί κλάδοι που αναπτύχθηκαν στη Θεσσαλονίκη ήταν η αλευροποιία, η νηματουργια, η κεραμοποιία, η ζυθοποιία, η σαπωνοποιία και η επεξεργασία καπνού.

Μετά το 1922 και στη διάρκεια του μεσοπολέμου η Θεσσαλονίκη αναδείχτηκε σε βιομηχανικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας Παλιές βιομηχανίες επεκτάθηκαν, ενώ ιδρύθηκαν νέες κυρίως στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και της επεξεργασίας καπνού.

Υποδομές

Η εκβιομηχάνιση της Θεσσαλονίκης συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες για την υποστήριξή της υποδομές. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. η πόλη συνδέθηκε σιδη­ροδρομικός με τα Σκόπια. τη Μητρόβιτσα, το Βελιγράδι, το Μοναστήρι και την Κωνσταντινούπολη. Μεταξύ 1897 και 1903 κατασκευάστηκε από γαλλική εταιρεία το μεγα­λύτερο μέρος των έργων του λιμανιού. Το 1925 το ελλη­νικό κράτος εξαγόρασε την ιδιωτική επιχείρηση του λιμα­νιού και ίδρυσε τον Αυτόνομο Λιμενικό Οργανισμό καθώς και την Ελευθέρα Ζώνη για τη διακίνηση εμπορευμάτων των βαλκανικών χωρών χωρίς τελωνειακούς δασμούς.

Τράπεζες

Η οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης συνδέθηκε στενά με τους πιστωτικούς οργανισμούς που ιδρύθηκαν σ’ αυτήν.

Η πρώτη τράπεζα στην πόλη ιδρύθηκε το 1864 και ήταν υποκατάστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπε­ζας της Κωνσταντινούπολης. Το 1888 οι αδελφοί Αλλατίνι με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών τραπεζών ίδρυσαν την Τράπεζα της Θεσσαλονίκης, η οποία συμμετείχε σε όλα τα μεγάλα έργα υποδομής που έγιναν στην πόλη. Το 1899 ιδρύθηκε η Τράπεζα Μυτιλήνης η πρώτη ελληνική τρά­πεζα της πόλης. Το 1913 ιδρύθηκε υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος το 1916 της Ιονικής το 1919 της Εμπορικής και το 1929 της Τράπεζας της Ελλάδος.

 
Ματιές στην ιστορία της πόλης

Το λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης

Την άνοιξη του 1204 η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των σταυροφόρων της Δ Σταυροφορίας. Την ίδια μοίρα είχε και η Θεσσαλονίκη το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς. Ο αντικειμενικός στόχος των Φράγκων είχε επιτευχθεί. Η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύθηκε. Το μοίρασμά της ανάμεσα στους Λατίνους κατακτητές βρήκε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα βασιλείου με βασι­λιά το Βονιφάτιο Μομφερρατικο. Όμως η διάρκεια της ζωής του βασιλείου της Θεσσαλονίκης ήταν σχετικά σύντομη. Το 1224 ο δεσπότης του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας Άγγελος κυρίευσε τη Θεσ­σαλονίκη και στέφθηκε «βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων από τον επίσκοπο Αχρίδας Δημήτριο Χώματιανο. Το γεγονός αυτό έφερε τον Θεόδωρο σε αντίθεση με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ’ Βατάτζη, που φιλοδοξούσε, να είναι ο μόνος συνεχιστής της βυ­ζαντινής αυτοκρατορίας. Τελικά το 1246 ο Βατάτζης κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και το βασίλειο της ενσωμα­τώθηκε στην αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το τέλος αυτής της παρένθεσης στη βυζαντινή ιστορία της Θεσσαλο­νίκης ήρθε to 1261, όταν ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ ή Παλαιολόγος ανακατέλαβε την Κωνσταντι­νούπολη από τους Λατίνους και η βυζαντινή αυτοκρα­τορία αναγεννήθηκε. μπαίνοντας στην τελευταία και δυσκολότερη περίοδο της ιστορίας της.

Το κίνημα των Ζηλωτών

Από το 1342 μέχρι το 1349 η Θεσσαλονίκη έζησε από τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία της. Ήταν η περίοδος που το κίνημα των Ζηλωτών έφερε το λαό στην εξουσία.

Το κίνημα αυτό ήταν ένα ακόμη επεισόδιο στους εμφύλιους πολέμους της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 14ο αι. Όταν το 1341 πέθανε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ Παλαιολόγος, ο γιος του, και νόμιμος διάδοχος Ιωάννης ήταν μόλις εννιά χρόνων. Για την ανάληψη της αντιβαλείας ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος. Από τη μια πολεμούσε ο Ιωάννης ΓΓ Καντακουζηνός εκπρόσωπος των αριστο­κρατών, και από την άλλη ο πατριάρχης Ιωάννης Καλίκας και ο Αλέξιος Απόκουκος που είχαν και την υποστήριξη του λαού.

Τότε και εξαιτίας του πολέμου, πλήθος ανθρώπων από τις γύρω περιοχές ζήτησε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη Την κατάσταση της κοινωνίας στην πόλη τη χαρακτήριζε η έντονη οικονομική ανισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και οι άθλιες συνθήκες που ζούσαν οι κατώτε­ρες τάξεις. Οι παράγοντες αυτοί ήταν αίτια κοινωνικής αναταραχής. Όταν το 1342 ο κυβερνήτης της Θεσσαλο­νίκης Θεόδωρος Συνοδηνός θέλησε να παραδώσει την πόλη στον Καντακουζηνά ο λαός που ήταν με το μέρος του ανήλικου αυτοκράτορα ξεσηκώθηκε. Πρωταγωνιστές του κινήματος υπήρξαν οι Ζηλωτές μια ξεχωριστή κοινω­νική ομάδα από όσο ξέρουμε, που είχε σχέση με τη συν­τεχνία των ναυτικών.

 
Ματιές στην ιστορία της πόλης

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Στα τέλη του 19ου αι. η Βόρεια Ελλάδα ήταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Ιδιαίτερα ο μακεδονικός χώρος αποτε­λούσε το μήλο της έριδας μεταξύ της ελεύθερης Ελλάδας της Σερβίας και της Βουλγαρίας οι οποίες με την προσδοκία της κατάρρευσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας που ήταν σε παρακμή, προσπαθούσαν να εδραιώσουν και να επεκτεί­νουν την επιρροή τους σ’ αυτόν. Στόχος τους ήταν το μεγα­λύτερο εδαφικό κέρδος σε περίπτωση διανομής της Μακε­δονίας μεταξύ τους.

Ο Μακεδονικός Αγώνας που η κύρια φάση του διαδραματί­στηκε στα χρόνια 1904-1908, έφερε αντιμέτωπους Έλληνες και Βουλγάρους. Το ελληνικό κράτος πριν από το 1904 αντι­μετώπισε το ζήτημα παθητικά. Τον Απρίλιο του 1903 Βούλ­γαροι αναρχικοί της ομάδας «Πλήρωμα» ή «Βαρκάρηδες» ανατίναξαν στη Θεσσαλονίκη την Οθωμανική Τράπεζα και το ατμόπλοιο Γκουανταλκιβίρ. Τα κατασταλτικά μέτρα των Τούρκων ακολούθησε η βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν. Παρά την αποτυχία της υπενθύμισε στις ευρωπαϊκές δυνά­μεις ότι το μακεδονικό θέμα έπρεπε με κάποιο τρόπο να διευθετηθεί. Το ενδεχόμενο για διοικητική αναδιάρθρωση της Μακεδονίας με βάση τις εθνότητες φούντωσε τον αγώνα μεταξύ των ενδιαφερομένων. Η Ελλάδα δραστηριοποιήθηκε στέλνοντας στρατιωτικά σώματα στη Μακεδονία, που ενώ­νονταν με τα ντόπια αντάρτικά σώματα. Από τα πρώτα θύ­ματα του αγώνα ήταν ο Παύλος Μελάς που ο θάνατός του στη Δυτική Μακεδονία συγκίνησε την Ελλάδα κι έφερε κύμα εθελοντών στη Μακεδονία.

Κέντρο συντονισμού του Μακεδονικού Αγώνα ήταν το ελ­ληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Ο γενικός πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς ήταν ο σύνδεσμος ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και στους Έλληνες της Μακεδονίας Τελικά τα σχέδια των Βουλγάρων ναυάγησαν, ενώ η ταρα­γμένη κατάσταση που ζούσε η Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ού αι. εγκυμονούσε νέα γεγονότα.

Το κίνημα των Νεοτούρκων

Η ανάμειξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων στα εσωτερικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ού at και η καταρράκωση του γοήτρου της καθώς και οι νέες ιδέες από την Ευρώπη δημιούργησαν αντιδραστικές κινήσεις στον απολυταρχισμό του σουλτάνου, με ποικίλες ιδεολο­γικές τάσεις Τελικά, η αντίδραση εκδηλώθηκε με το κίνημά των Νεοτούρκων, που οργανώθηκε από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού στη Μακεδονία και ξεκίνησε το καλο­καίρι του 1908 στη Θεσσαλονίκη. Η διακήρυξη της ισότη­τας και της ελευθερίας για όλους γέμισε ενθουσιασμό τους υπηκόους της αυτοκρατορίας Για μέρες η Θεσσαλονίκη δονούνταν από το σύνθημα «ζήτω η ελευθερία». 0 σουλ­τάνος Αβδούλ Χαμίτ αναγκάστηκε να υποκύψει στο αίτημα των Νεοτούρκων για επαναφορά του συντάγματος του 1876. Η προσπάθεια του σουλτάνου για αντεπανάσταση το 1909 απέτυχε. Το αποτέλεσμα ήταν ο ίδιος να εξοριστεί στη Θεσ­σαλονίκη, στη βίλα Αλλατίνι, ενώ στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο Μεχμέτ Ε’.

Στις τάξεις των αξιωματικών ανήκε και ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο θεμελιωτής το 1923 της τουρκικής δημοκρα­τίας 0 Κεμάλ γεννήθηκε το 1881 στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Ισλαχανέ, τη σημερινή Απ. Παύλου, όπου και το τουρ­κικό Προξενείο. Αν και ιδεολογικά ήταν σύμφωνος με το κίνημα, ωστόσο δεν πήρε μέρος σ’ αυτό.

Ο αρχικός ενθουσιασμός που προκάλεσε η νεοτουρκική επανάσταση γρήγορα άλλαξε σε απογοήτευση. Η επικρά­τηση συντηρητικών στοιχείων στο κίνημα φανέρωσε ότι κάτω από το φιλελεύθερο προσωπείο του κρυβόταν το αληθινό εθνικιστικό πρόσωπό του. Έτσι, άρχισαν πάλι οι αντιδράσεις των διαφόρων εθνοτήτων της Μακεδονίας κατά της τουρκικής διοίκησης με κατάληξη την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (1912-13).

 
Οι πρόσφυγες του 1922

Στις αρχές του 20ού αι., στα εδάφη της άλλοτε ισχυρής οθωμανικής αυτοκρατορίας έγιναν μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμού, εθελοντικές και αναγκαστικές. Κύματα προσφύγων από και προς τη Βουλγαρία, τον Πόντο, την Αρμενία, τη Θράκη και τη Μικρά Ασία ήταν η συνέπεια των βαλκανικών πολέμων του 1912-13 και του Α Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18). Η τραγική κορύφωση του προσφυγικού κύματος για τον ελληνισμό ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, που ξερίζωσε από τις πανάρχαιες κοιτίδες του τον μικρασιατικό ελληνισμό.

Η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν η κατάληξη της εκστρατείας της Ελλάδας κατά της Τουρκίας το 1919. Αρχικά η Ελλάδα είχε την υποστήριξη των συμμαχικών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στη συνέχεια οι σύμμαχοι διαχώρισαν τη θέση τους, αφήνοντας μόνο τον ελληνικό στρατό αντιμέτωπο με τους Νεότουρκους. Ακολούθησε η κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία, η οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού, οι διωγμοί και η σφαγή του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας.

Η συνθήκη της Λωζάννης το 1923 όρισε την αναγκαστική ανταλ­λαγή πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας. Πάνω από ένα εκατομ­μύριο Έλληνες, που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία εγκατέλειψαν τις πανάρχαιες εστίες τους και κατέφθασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, ενώ χιλιάδες Τούρκοι ακολούθησαν τον αντίστροφο δρόμο. Από την αναγκαστική ανταλλαγή εξαιρέθηκαν οι χρι­στιανοί κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Οι περισ­σότεροι πρόσφυγες με πολιτική επιλογή του Βενιζέλου, κατευθύνθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, καθώς και στην περιοχή της Μακεδονίας που είχε απελευθερω­θεί πρόσφατα και ήταν πεδίο αμφισβήτησης και προπαγάνδας.

Οι πρόσφυγες που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες του πολέμου και του ταξιδιού, εγκαταστάθη­καν αρχικά σε παραπήγματα. Αργότερα το κράτος δημιούρ­γησε στην περιφέρεια της πόλης μόνιμους προσφυγικούς οικι­σμούς. Στους Αμπελόκηπους στη Νέα Ευκαρπία, στη Νεάπολη και στην Τούμπα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τη Θράκη, τη Βουλγαρία και τον Πόντο. Στο Ωραιόκαστρο, στην Πολίχνη, στο Πανόραμα και στην Καλαμαριά εγκαταστά­θηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο. Στην Αρετσού και στην Περαία εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ενώ στη Θέρμη από τον Πόντο, τη Βουλγαρία, τη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τον Καύκασο. Αντιμέτωποι τα πρώτα χρόνια με την κρατική δυσπραγία, αλλά και με τη δυσπιστία του ντόπιου πληθυσμού, κατόρθωσαν να επιβιώσουν συμβάλ­λοντας στην ανάπτυξη της σύγχρονης Ελλάδας.

 
Β Παγκόσμιος Πόλεμος 

Ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-45), όπως και ο Α’, χώρισε την Ευρώπη σε δύο στρατόπεδα. Η Ελλάδα βρέθηκε πάλι με την πλευρά των συμμάχων Άγγλων και Γάλλων, αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του Άξονα Γερμανίας, Ιταλίας Βουλγα­ρίας. Τις νίκες του ελληνικού στρατού εναντίον των Ιταλών στα βουνά της Αλβανίας ακολούθησε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και η κατοχή.

Στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη κατέφυγαν ακόμη μια φορά πρόσφυγες από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους εξαιτίας της εκεί σκληρής βουλγαρικής κατοχής, ο πληθυσμός της πόλης γνώρισε πολλές στερήσεις βιαιότητες και εκτελέσεις με σημαντικότερη τη γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί (1943-44)

Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης ήταν πολυάριθμη, καθώς αποτελούσε τα 2/3 από τους 73.000 Εβραίους όλης της χώρας. Οι γερμανικές αρχές με συντονισμένα και κλι­μακούμενα σε ένταση μέτρα προετοίμασαν την εφαρμογή της λεγάμενης «τελικής λύσης του εβραϊκού προβλήματος». Απαγόρευσαν την κυκλοφορία του εβραϊκού τύπου. Το κα­λοκαίρι του 1942 έκαναν απογραφή των αρρένων Εβραίων που ήταν ικανοί για εργασία. Μετά από επιθεώρησή τους στην πλατεία Ελευθερίας χιλιάδες από αυτούς επιστρατεύτηκαν σεκαταναγκασπκές εργασίες. Για να απαλλαγούν, υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν υπέρογκα λύτρα. Ακολού­θησαν δημεύσεις περιουσιών, κατασχέσεις υποχρεωτική σήμανσή τους με διακριτικό σήμα (κίτρινο αστέρι) και εγκα­τάστασή τους σε ειδικές περιοχές (γκέτο).

Το Μάρτιο του 1943 από τη συνοικία Χϊρς όπου ήταν συγκε­ντρωμένοι, ξεκίνησε η μεταφορά τους με τραίνα “στην και­νούργια πατρίδα”. Ως τον Αύγουστο μεταφέρθηκαν 49.000 άτομα σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Λίγοι μόνο Εβραίοι σώθηκαν διαφεύγοντας από την πόλη, διότι ανπλήφθηκαν το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσής τους. Από αυτούς που έφυγαν με τα τραίνα γύρισαν ζωντανοί μετά το τέλος του πολέμου περίπου 2.000.

Το αποτέλεσμα της γενοκτονίας ήταν να εξαφανιστεί η ακμαία εβραϊκή κοινότητα της Θεσσάλονίκης και η πόλη να χάσει τον πολυεθνικό της χαρακτήρα, θύματα της ναζιστικής φυ­λετικής μανίας έπεσαν και μειονότητες, όπως οι Τσιγγάνοι της πόλης.

Η επικράτηση των συμμαχικών δυνάμεων στην παγκόσμια αυτή διαμάχη σήμανε την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 30 Οκτωβρίου 1944.

 

 
Αστυφιλία Παλιννοστούντες

Από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική κατοχή το 1944 μέχρι τη μεταπολίτευση το 1974, που σήμανε το τέλος της πολιτικής αστάθειας και την εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα, έγιναν πολλές πληθυσμιακές μετακινήσεις.

Οι άσχημες οικονομικές συνθήκες εξαιτίας του Β’ Παγκο­σμίου Πολέμου (1939-45), η ανεργία και η επιθυμία για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης δημιούργησαν στις δε­καετίες του 1950 και 1960 τεράστιο κύμα μετακίνησης. Νέοι κυρίως άνθρωποι αναζήτησαν καλύτερο μέλλον στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, φαινόμενο που ονομάζουμε αστυφιλία. Άλλοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό, στις ανεπτυγμένες βιο­μηχανικά χώρες της Ευρώπης, στις Η Π Α και στην Αυστρα­λία. Το κύμα των μετακινήσεων ενισχύθηκε επίσης από τις εχθροπραξίες του εμφυλίου πολέμου (1944-49), που ταλαιπώρησε ιδιαίτερα τις ορεινές, αγροτικές και φτωχές περιοχές της Μακεδονίας.

Η Θεσσαλονίκη, αστικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας δέχτηκε μεγάλο μέρος αυτού του κύματος. Η αυξημένη ζήτηση φτηνής στέγης σε συνδυασμό με την απουσία κρατικού σχεδιασμού, αντιμετωπίστηκε με τη μέθοδο της αντιπαροχής και την πρόχειρη ανοικοδόμηση, που διαμόρφωσε το πρόσωπο της σύγχρονης πόλης.

Το ρεύμα μετακίνησης από την περιφέρεια προς τα μεγά­λα αστικά κέντρα γνώρισε μικρές διακυμάνσεις στη δεκα­ετία του 1970-80. Ουσιαστικά, όμως δε διακόπηκε και συνεχίζεται ως τις ημέρες μας συντελώντας στην άνιση οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (1989- 90), η Ελλάδα από χώρα εξαγωγής μεταναστών μετατρά­πηκε σε χώρα υποδοχής αλλοδαπού εργατικού δυναμικού. Σε αυτό το δυναμικό προστέθηκαν εθνικοί μετανάστες όπως οι Βορειοηπειρώτες από την Αλβανία. Ιδιαίτερη κα­τηγορία ομογενών αποτελούν οι επαναπατριζόμενοι Έλ­ληνες από τον Καύκασο, τη νότια Ρωσία και την κεντρική Ασία, που εγκατέλειψαν τις εστίες τους μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Στη δεκαετία του 1990 πολλοί από τους παλιννοστούντες ομογενείς όπως επικράτησε να λέγονται, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, στις περιοχές του κέντρου και των δυτικών συνοικιών, όπως στο Ελευθέριο-Κορδελιό, στον Εύοσμο, στην Πολίχνη και στη Σταυρούπολη. Αντι­μέτωποι με προβλήματα κοινωνικής ένταξης γλώσσας και διαφορετικής κουλτούρας αποτέλεσαν στην αρχή φθηνή εργατική δύναμη. Με τη νέα γενιά των παιδιών τους που γεννήθηκε και μεγαλώνει στη χώρα, γίνεται σταδιακά η ενσωμάτωσή τους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

 
Τόποι εμπορίου

Αγορές της πόλης

Η θέση της εμπορικής αγοράς της Θεσσαλονίκης στα ελληνιστικά χρόνια μας είναι άγνωστη. Η Αγορά των ρωμαϊκών χρό­νων, που ανασκάφηκε στην Πλατεία Δικαστηρίων, έχει στη νότια πλευρά της σειρά εμπορικών καταστημάτων μ’ένα στε­νό μαρμαροσπρωμένο δρόμο μπροστά τους. Αναζητώντας τις αγορές της πόλης φτάνουμε στα τέλη του 8ου αι., όταν ο μοναχός Θεόδωρος Στουδίτης έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Μπαίνοντας στην πόλη από την Κασσανδρεωτική πύλη, στη σημερινή πλατεία Συντριβανίου, αναφέρει ότι διαβαίνοντας την Εγνατία με προορισμό το ναό της Αγίας Σοφίας πέρασε μέσα από την αγορά. Φαίνεται, δηλαδή, ότι η Εγνατία, η λεω­φόρος των βυζαντινών χρόνων, ήταν εμπορικός δρόμος από τότε. Αγορά τροφίμων λειτουργούσε πιθανώς στη θέση της σημερινής αγοράς Καπόνι. Δυτικά της Παναγίας Χαλκέων βρι­σκόταν η χαλκευτική στοά, με τα καταστήματα των χαλκωματάδων, που πουλούσαν σκεύη και εργαλεία, όπως και στις μέρες μας. Στην περιοχή του λιμανιού, κοντά στον Άγιο Μηνά, υπήρχε αγορά, ονομαζόμενη φόρος (αγορά) του σταυρίου.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Εγνατία οδός, ο φαρδύς δρό­μος τώρα, συνέχισε να είναι εμπορικός δρόμος με διάφορα καταστήματα, όπως επίσης και οι σημερινοί δρόμοι Βενιζέλου και Ίωνος Δραγούμη. Τα πολύτιμα εμπορεύματα, πολυτελή υφάσματα και χρυσαφικά, τα εύρισκε κανείς στο Μπεζεστένι, που ήταν φυλασσόμενος χώρος. Αλευροπάζαρο υπήρχε στην περιοχή της Παναγίας των Χαλκέων. Στο χώρο του βυζαντινού λιμανιού, που είχε επιχωματωθεί, αναπτύχθηκε η αγορά (Ιστιρά), όπου γινόταν το χονδρεμπόριο δημητριακών, λαδιού και αποικιακών προϊόντων. Η περιοχή, γνωστή σήμερα ως Λαδά­δικα, έχει χάσει τον παλιό της εμπορικό χαρακτήρα και έχει μεταβληθεί σε χώρο διασκέδασης.

Σήμερα το κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι μια απέραντη αγο­ρά. Οργανωμένες αγορές, κυρίως τροφίμων, είναι η Μοδιάνο και το Καπόνι, ενώ διάσπαρτες στην πόλη είναι οι λαϊκές αγορές.

Πανηγύρια, Δημήτρια

Σημαντικό ρόλο στο εμπόριο έπαιζαν τα πανηγύρια που γίνο­νταν στις γιορτές των αγίων. Η σπουδαιότερη εμποροπανήγυρη ήταν τα Δημήτρια στη γιορτή του αγίου Δημητρίου. Σύμφωνα με τον Τιμαρίωνα, έργο άγνωστου συγγραφέα του α’ μισού του 12ου αι., τα Δημήτρια ήταν η μεγαλύτερη πανήγυρη στη Μακε­δονία. Εκτός από τους ντόπιους και τους Έλληνες από τα άλλα μέρη της Ελλάδας, συγκέντρωνε Βούλγαρους, Ιταλούς, Ισπα­νούς, Πορτογάλους, Κέλτες και άλλους. Απλωνόταν έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης μέχρι τον Αξιό ποταμό. Οι έμποροι έστηναν τις σκηνές τους στη σειρά, δεξιά κι αριστερά από ένα φαρδύ διάδρομο με μεγάλο μήκος. Κάθετα στο διάδρομο έστη­ναν κι άλλες σκηνές στη σειρά, αλλά σε μικρό μήκος. Κι αν όλο αυτό το έβλεπε κανείς από την κορυφή κάποιου λόφου, θα έλεγε πως μοιάζει με σαρανταποδαρούσα. Και υπήρχαν στους πάγκους των εμπόρων πλήθος εμπορεύματα. Υφάσματα και νήματα για άνδρες και γυναίκες, προϊόντα από τη Βοιωτία και την Πελοπόννησο και άλλα από την Ιταλία, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, τον Εύξεινο Πόντο, την Ισπανία τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ), όπου έκαναν τα πιο όμορφα έπιπλα. Και παραδί­πλα πλήθος κοπάδια από άλογα, βόδια, πρόβατα και χοίρους που ένωναν τις φωνές τους με το βουητό του κόσμου.

Το 1966 ο Δήμος Θεσσαλονίκης αποφάσισε την αναβίωση του θεσμού των Δημητρίων δίνοντάς τους πνευματικό και καλλι­τεχνικό χαρακτήρα. Ο εμπορικός χαρακτήρας των βυζαντινών Δημητρίων εκφράστηκε με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ενώ στις μέρες της γιορτής του αγίου Δημητρίου γύρω από το ναό του αναβιώνει σε μικρογραφία με τους πάγκους των μικροπωλητών η ατμόσφαιρα του βυζαντινού πανηγυριού.

 
Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης

Το 1925 η Θεσσαλονίκη, με νωπές ακόμη τις μνήμες και τις πληγές από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, ζούσε, όπως και όλη η Ελλάδα, τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών. Σ’ αυτό το σκηνικό της οικονομικής ύφεσης ένας οραματιστής ο Νικόλαος Γερμανός βουλευτής Θεσσαλονίκης συνέλαβε την ιδέα για τη διοργάνωση μιας γενικής έκθεσης στη Θεσσαλονίκη, που θα έδινε στην πόλη και στην ευρύτερη περιο­χή την ευκαιρία για οικονομική αναγέννηση. Άνθρωπος δραστήριος έκανε τη σχετική πρόταση στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Η θετική απάντηση του Υπουργείου μπορεί να θεωρηθεί ως το ιδρυτικό έγγραφο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Η 1η ΔΕΘ εγκαινιάστηκε την επόμενη χρονιά, στις 3 Οκτωβρίου 1926, στο πε­δίο του Άρεως όπου διοργανώθηκαν οι πρώτες δεκατέσσερις εκθέσεις μέχρι και το 1939. Η 15η ΔΕΘ του 1940 διοργανώθηκε στο χώρο που λειτουργεί και σήμερα. Ο πόλεμος που κηρύχθηκε λίγες μέρες μετά τη λήξη της σήμανε και την αναστολή της λειτουργίας της για δέκα χρόνια. Η πρώτη μεταπολεμική έκθεση έγινε το 1951. Από το 1977 στο πλαίσιο της διεύρυνσης των δραστη­ριοτήτων της η ΔΕΘ άλλαξε τον τίτλο της σε Η ELEXPO-ΔΕΘ ΑΕ.

Γεωργική και βιοτεχνική στα πρώτα της βήματα, έφτασε η ΔΕΘ λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να αποτελεί ακμαία οικονομική εκδήλωση με διε­θνή ακτινοβολία, πεδίο αφενός γνωριμίας με την τεχνολογία των προηγμένων βιομηχανικά κρατών και αφετέρου προβολής της ελληνικής παραγωγής και προώθησης των εξαγωγών.

Για τον πολύ κόσμο, όμως η ΔΕΘ ήταν και είναι πόλος έλξης κυρίως για το κλί­μα του πανηγυριού που τη διέκρινε και τη διακρίνει μέχρι σήμερα.

 
Οι άνθρωποι του εμπορίου

Οι εμπορικές σχέσεις που ανέπτυξε η Θεσσαλονίκη με άλλους τό­πους στη διάρκεια της ιστορίας της είναι αυτονόητο ότι προϋπέ­θεταν την παρουσία ξένων εμπόρων, που σε συνεργασία με τους ντόπιους διακινούσαν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Επι­γραφές και ανασκαφικά ευρήματα προσφέρουν τις σχετικές πλη­ροφορίες για τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Στις αγορές της πόλης κυκλοφορούσαν έμποροι από άλλες πόλεις της Ελλά­δας, από την Ασία, από τη Μαύρη θάλασσα, Εβραίοι, Ρωμαίοι, Θράκες κ.ά.

Η εμπορική δραστηριότητα συνεχίστηκε με περιόδους ακμής και ύφεσης και στα βυζαντινά χρόνια, με τη Θεσσαλονίκη να γίνεται το οικονομικό κέντρο των Βαλκανίων. Από το 13ο αι., όμως, και μετά, οι ντόπιοι έμποροι βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση, γιατί ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος έδωσε το 1261 εξαιρε­τικά εμπορικά προνόμια και τελωνειακές απαλλαγές στους Ιτα­λούς εμπόρους κυρίως Γενουάτες και Βενετούς που εγκατα­στάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το 1430 επηρέασε αρνητικά το εμπόριο της πόλης ωστόσο εξακολού­θησαν οι οικονομικές της σχέσεις με τη Βενετία. Μεγαλέμπορος μακεδονικού σιταριού στην Ιταλία ήταν ο Λουκάς Σπαντούνης που τάφηκε στον Άγιο Δημήτριο το 1481 σε μεγαλόπρεπο ταφικό μνημείο. Την ίδια εποχή η μαζική άφιξη των Εβραίων και η εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη έδωσε νέα πνοή στην εμπορική κίνηση. Με τη συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718 ανάμεσα στην αυστριακή και την οθωμανική αυτοκρα­τορία άρχισε νέα περίοδος οικονομικής άνθησης. Ξένα δυτικά προξενεία εγκαταστάθηκαν στην πόλη και οι πρόξενοί τους ασκούσαν το εξαγωγικό και εισαγωγικό εμπόριο. Δίπλα στη βενετική εμπορική παροικία, προστέθηκαν οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και αργότερα έμποροι από τη Γένοβα, τις Δύο Σικελίες καθώς και Ραγουζαίοι, Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί, Αυστριακοί, Γερμα­νοί και τέλος Ρώσοι. Όλοι αυτοί οι ξένοι προστατεύονταν από ιδιαίτερους οικονομικούς όρους και διαθέτοντας μεγάλα κεφάλαια έκαναν τη Θεσσαλονίκη μεγάλο λιμάνι και εμπορικό κέντρο των Βαλκανίων.

Από τα μέσα του 19ου αι., με τη μεταρρυθμιστική πολιτική του οθωμανικού κράτους η Θεσσαλονίκη παρουσίασε μεγάλη οικο­νομική ανάπτυξη. Ξένοι εμπορικοί και τραπεζικοί οίκοι εγκα­ταστάθηκαν στην πόλη και οι περισσότεροι από αυτούς προ­στατεύονταν από την Αγγλία, τη Ρωσία, τη Γαλλία και την Αυ­στρία. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκαν και επιχειρηματικές οικογένειες της πάλης. Στον 20ό αι. με την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος αλλάζουν τα εμπορικά και οικονομικά δεδομένα της πόλης η οποία ακολουθεί την πορεία του ελληνικού συστήματος χάνοντας έτσι τον κοσμο­πολίτικο χαρακτήρα της.

 

 
Νέα εποχή και κοινωνικές αλλαγές

Η Θεσσαλονίκη συνδέεται με μια πλούσια ιστορία εργατικών και λαϊκών αγώνων. Της αποδόθηκαν χαρακτηρισμοί όπως φτωχό μάνα, πόλη των ξένων, πόλη των μεγάλων αντιθέσεων. Η εκβιομηχάνιση της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου αι. είχε ως συνέπεια τη δημιουργία εργατικής τάξης, που από νωρίς διεκδίκησε αγωνιστικά το δίκαιό της. Το 1900 απέργησαν οι εργάτες της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονί­κης – Σκοπίων, το 1904 οι καπνεργάτες το 1905 οι υφάντριες, το 1906 οι εργάτες της κεραμοποιίας Αλλατίνι. Η πρώτη μαζική εργατική διαδήλωση, που κατέβασε χιλιάδες εργά­τες στους δρόμους της πόλης, οργανώθηκε την Πρωτομα­γιά του 1909.

Η συνειδητοποίηση των εργατών μέσα από τους αγώνες δημιούργησε το κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών. Σημαντική για την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος ήταν η άφιξη στην πόλη τον Αύγουστο του 1908 του εβραίου σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια. Ο Μπεναρόγια το καλοκαίρι του 1909 ίδρυσε τη Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία, γνωστή ως Φεντερασιόν, που προήλ­θε από τη συνένωση του Εργατικού Συνδέσμου Θεσσαλο­νίκης και του Σοσιαλιστικού Κέντρου. Η Φεντερασιόν, με μέλη από όλες τις εθνότητες υπήρξε η μαζικότερη σοσιαλιστική οργάνωση των Βαλκανίων. Οργάνωσε τα εργατικά συνδικάτα και πρωτοστάτησε σε πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις. Η εφημερίδα της Α βάντι κυκλοφορούσε στα ελλη­νικά. εβραϊκά, τουρκικά και βουλγαρικά. Μετά την απελευ­θέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 η Φεντερασιόν συνερ­γάστηκε με το ελληνικό εργατικό σοσιαλιστικό κίνημα και έπαιξε σημαντικό ρόλο το 1918 στην ίδρυση του ΣΕΚΕ (Σο­σιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), του μετέπειτα Κομ­μουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), αλλά και της Εργα­τικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας (ΓΣΕΕ).

Η αύξηση του εργατικού δυναμικού της πόλης αλλά και της ανεργίας με τον ερχομό των προσφύγων του 1922, καθώς και η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 προκάλεσε νέα κλιμάκωση των εργατικών κινητοποιήσεων. Την άνοιξη του 1936 η Θεσσαλονίκη έζησε μερικές από τις συγκλονιστικό­τερες στιγμές του εργατικού κινήματος. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιήθηκε πανεργατική απεργία και διαδήλωση, που κατέ­ληξε σε αιματηρά επεισόδια. Ο πρώτος νεκρός ήταν ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Η εικόνα με τον θρήνο της μάνας του ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να γράψε ι τον «Επιτάφιο». Συνολικά σκοτώθηκαν τριάντα εργάτες και πάνω από τριακόσιοι τραυματίστηκαν. Η κηδεία των νεκρών μετατράπηκε σε παλλαϊκή εξέγερση.

Στο δεύτερο μισό του 20ού α. το εργατικό δυναμικό της πό­λης αυξήθηκε, αφενός λόγω της οικονομικής κατάστασης της χώρας που ευνόησε την αστυφιλία στις δεκαετίες 1950 και 1960 και αφετέρου με την άφιξη των παλιννοστούντων και των μεταναστών από τις γειτονικές χώρες μετά το 1990.

 
Σχολές και εκπαιδευτικά ιδρύματα 

Η οργάνωση και λειτουργία των εκπαιδευτηρίων της πόλης κατά την Τουρκοκρατία ήταν αρμοδιότητα των κοινοτήτων. Η εβραϊκή κοινότητα είχε το μεγαλύτερο αριθμό εκπαιδευ­τηρίων με το υψηλότερο επίπεδο ανώτερης εκπαίδευσης. Στο συγκρότημα της κεντρικής συναγωγής της πόλης Ταλμούδ Τορά, που ιδρύθηκε το 1520 και βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής αγοράς Βλάλη, υπήρχε η ομώνυμη θεολογική σχολή με πλούσια βιβλιοθήκη. Την επίσημη μουσουλμανική εκπαίδευση αντιπροσώπευαν ως το 19ο αι. οι μεντρεσέδες σχολεία προσκολλημένα συνήθως σε κάποιο τζαμί. Η ελληνι­κή κοινότητα μέχρι το 18ο αι. είχε μόνο μία σχολή.

Στα τέλη του 19ου αι., στο πλαίσιο του εξευρωπαϊσμού του οθωμανικού κράτους, της μεγαλύτερης ελευθερίας των αλλοθρήσκων και της ανόδου της αστικής τάξης υπήρξε ανανέωση του διδακτικού συστήματος στα σχολεία όλων των κοινοτήτων. Ιδρύθηκαν αστικές σχολές τις οποίες επέλεγαν αντί του δημοτικού όσοι μαθητές επιθυμούσαν κατόπιν να φοιτήσουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ο αριθμός των εκπαιδευτηρίων αυξήθηκε, ιδρύθηκαν σχολές ανώτερης εκπαίδευσης ιδιωτικές καθώς και εξειδικευμένες τεχνικές ή εμπορικές σχολές.

Σε σχέση με τα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους τα εκπαιδευτήρια της Θεσσαλονίκης υπερείχαν ποιοτικά ως προς τη διδασκαλία μαθημάτων για εξειδικευμένες επαγγελ­ματικές κατευθύνσεις και των ξένων γλωσσών. Ενδεικτικό της πολυπολιτισμικότητας της πόλης είναι πως στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη εκπαιδευτήρια οκτώ θρησκευμάτων και δεκατριών εθνοτήτων.

Στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας στην προσπάθεια αύξησης της επιρροής τους στην πόλη, αποστολές ευρωπαϊ­κών δυνάμεων και βαλκανικών κρατών οργάνωναν σχολεία, οικοτροφεία και ορφανοτροφεία, που δέχονταν παιδιά κάθε εθνότητας. Ο βαθμός της προσηλυτιστικής ή προπαγανδι­στικής δραστηριότητας διέφερε από σχολείο σε σχολείο.

 
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 

Η ιδέα για πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση της πάλης το 1912. Η ταραγμένη επο­χή που ακολούθησε, όμως, δεν άφηνε τόπο για τέτοιες ιδέες. Τελικά η ώρα του πανεπιστημίου ήρθε το 1924, όταν η κυβέρνηση Παπαναστασίου πήρε την απόφαση για την ίδρυσή του.

Ο νόμος που ίδρυε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ψηφίστηκε το 1925. Το 1926 ξεκίνησε η λειτουργία της πρώτης σχολής της Φιλοσοφικής, που στεγάστηκε για ένα χρόνο στη βίλα Αλλατίνι. Τον επόμενο χρόνο μεταφέρθηκε στο κτίριο της Iνταντιγιέ, της οθωμανικής σχολής δημόσιας διοίκησης που σή­μερα είναι γνωστό ως Παλιά Φιλοσοφική. Στο νόμο προβλεπόταν να ιδρυθεί και δεύτερο πανεπιστήμιο στο μέλλον για τις πρακτικές επιστήμες. Τελικά, όλες οι σχολές εντάχθηκαν στον ίδιο πανεπιστημιακό οργανισμό. Το 1927 ιδρύθηκε η Φυσικο­μαθηματική, το 1930 η Νομική, το 1942 η Ιατρική και η θεολογική και το 1950 η Πολυτεχνική Σχολή. Το 1954 το Πανεπιστή­μιο Θεσσαλονίκης επονομάστηκε Αριστοτέλειο. Δεύτερο Πα­νεπιστήμιο ιδρύθηκε πολύ αργότερα, το 1957. Ήταν η Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή, μετεξέλιξη της οποίας είναι το Πανεπι­στήμιο Μακεδονίας από το 1990.

Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης λειτούργησε από την αρ­χή ως αντίποδας του Πανεπιστημίου της Αθήνας στο γλωσσι­κό ζήτημα της Ελλάδας. Οι καθαρευουσιάνοι καθηγητές της Αθήνας αποκαλούσαν τους νεοδιορισμένους καθηγητές στη Θεσσαλονίκη «κοσμοπολίτες άθεους μασόνους και κομμου­νιστές». Ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες του δημοτι­κισμού, που βρέθηκαν στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης στα πρώτα της βήματα, ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και ο Αλέξανδρος Δελμούζος.

Ο Αλ. Δελμούζος ίδρυσε το 1935 το Πειραματικό Σχολείο ως μονάδα ενταγμένη στη Φιλοσοφική Σχολή, όπου οι φοιτητές έκαναν πρακτική εξάσκηση. Αρχικά στεγάστηκε σε άλλο κτί­ριο, ώσπου να ολοκληρωθεί το 1936 το σημερινό κτίριο στην οδό Πλάτωνος σε σχέδια του Δημήτρη Πικιώνη. Το σχολείο περιλάμβανε Δημοτικό καιι Γυμνάσιο, με ανώτερο επίπεδο γνώ­σεων από τα υπόλοιπα γυμνάσια. Τελικά, όμως δε λειτούργη­σε ως κοιτίδα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, στο βαθμό που το οραματιζόταν ο Δελμούζος: ο ίδιος απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο το 1936, στο πλαίσιο της «εκκαθάρισης των δημόσιων υπηρεσιών από πρόσωπα που δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη».

 
Η μουσική στη Θεσσαλονίκη

Το μουσικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλα αστι­κά κέντρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας χρωματίστηκε με μουσικές από την Ευρώπη. Ήταν ένα ακόμη σύμπτωμα του αέρα της μεταρρύθμισης που φύσηξε στην οθωμανι­κή αυτοκρατορία σε όλα τα επίπεδα στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Ήδη στις αρχές του 20ού αι. η αστική τάξη της πό­λης άκουγε ευρωπαϊκή μουσική στα κέντρα διασκέδασης τα καφέ σαντάν. Από την άλλη ο λαός άκουγε ανατολίτικη και παραδοσιακή μουσική στα καφέ αμάν, ενώ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 οι Έλληνες πρόσφυ­γες έφεραν μαζί τους το ρεμπέτικο. Η εβραϊκή μουσική παράδοση εκφράστηκε με τα σεφαραδίτικα τραγούδια και εμπλουτίστηκε με τραγούδια επηρεασμένα από τις μουσικές των Βαλκανίων.

Παράλληλα με τα παραπάνω υπήρχαν στις αρχές του 20ού αι. και τα ακούσματα από χορωδίες μαντολινάτες και φιλαρμονικές ορχήστρες. Η πιο σημαντική ήταν η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Παπάφειου Ορφανοτροφείου, που συγκροτήθηκε σε πλήρη μορφή το 1909 και λειτούργησε μέχρι το 1980. Μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1912 η πρώτη μόνιμη ορχήστρα με σημαντική προσφορά στα μουσικά πράγματα υπήρξε αυτή του Κέντρου του Λευκού Πύργου.

Το 1914 ιδρύθηκε το Κρατικό Ωδείο με πρώτο διευθυντή τον Αλέξανδρο Καζαντζή και ανάμεσα στους καθηγητές τον Αιμίλιο Ριάδη και το Λώρη Μαργαρίτη. Το Ωδείο έγινε ο κύριος φορέας της μουσικής παιδείας στην πόλη, συνδέοντάς την με την έντεχνη μουσική παράδοση της Ευρώπης. Δεύτερο σημαντικό ωδείο υπήρξε το Μακεδονικό Ωδείο, που ιδρύθηκε το 1926.

Το 1959 ιδρύθηκε ως τμήμα του Κρατικού Ωδείου η Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος, που το 1966 έγινε ανεξάρτητος κρατικός οργανισμός με την ονομασία Κρα­τική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Το 1987 ιδρύθηκε η Συμφω­νική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης πλουτίζοντας περισσότερο τη μουσική δραστηριότητα της πόλης

Διάφορα μουσικά σχήματα και χορωδίες συμπλήρωναν κα­τά καιρούς το μουσικό τοπίο της πόλης ενώ η ανέγερση του Μεγάρου Μουσικής που εγκαινιάστηκε το 2000, κάλυψε το μεγάλο κενό που υπήρχε στη μουσική σκηνή της πόλης.

 
Λογοτεχνία, θέατρο και κινηματογράφος στη Θεσσαλονίκη

Λογοτεχνία

Η λογοτεχνική παραγωγή στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1930 ήταν φτωχή. Τότε εμφανίστηκαν τα πρώτα αξιόλογα έργα στη λογοτεχνία της πόλης. Μια ομάδα λογοτέχνες συσπει­ρώθηκαν γύρω από το περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», που ίδρυσε ο Πέτρος Σπανδωνίδης το 1932. Ανάμεσα στους στόχους τους ήταν η σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα λογο­τεχνικά ρεύματα της Ευρώπης. Ο νέος τρόπος γραφής τους ο λεγόμενος εσωτερικός μονόλογος, πρωτοποριακός για τα λογοτεχνικά πράγματα της Ελλάδας, καθόρισε τη λογοτεχνι­κή φυσιογνωμία της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης δημιουρ­γώντας λογοτεχνική παράδοση, γνωστή ως «Σχολή Θεσσα­λονίκης».

Κινηματογράφος

«Ο κινηματογράφος έκανε χθες το ντεμπούτο του στη σάλα του καφέ-μπυραρία Ή Τουρκία’. …Πρόκειται αναντίρρητα για την πιο διασκεδαστική εφεύρεση του αιώνα μας. Ελπίζουμε ότι οι συμπολίτες μας θα θελήσουν να κάνουν την γνωριμία της», έγραφε η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Journal de Salonlque στις 5 Ιουλίου 1897. Και οι ελπίδες της δεν πήγαν χαμένες.

Τα σινεμά στη Θεσσαλονίκη πλήθυναν μετά την πυρκαγιά του 1917 και ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, που έφερε νέους κατοίκους στην πόλη. Φτηνή διασκέδαση, που χωρούσε τα όνειρα όλου του κόσμου, έγινε το αγαπημένο θέαμα για δεκαετίες πριν να πάρει τα πρωτεία η τηλεόραση και τα σινεμά γίνουν σούπερ μάρκετ και κέντρα διασκέδασης.

Θέατρο

Η θεατρική ιστορία της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. γράφτηκε από ερασιτεχνικούς θιάσους της πόλης κυρίως όμως από περιοδεύοντες ιταλικούς και γαλλικούς θιάσους που έκαναν στάση στην πόλη πηγαίνο­ντας για Κωνσταντινούπολη. Δεν έλειπαν, βέβαια, και θίασοι των Αθηνών.

Η απελευθέρωση της πόλης το 1912 έκανε τους αθηναϊκούς θιάσους να ανεβαίνουν συχνότερα στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, στις αρχές του 1914 μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα εμφανίστηκαν ο θίασος της Κυβέλης με δεκατρία έργα, ο θίασος του Οικονόμου με εννέα και ο θίασος της Κοτοπούλη με δέ­κα. Το διάστημα που ακολούθησε, γεμάτο πολιτικά και πολε­μικά γεγονότα, έδωσε την πρώτη ύλη για την ανάπτυξη της ντόπιας επιθεώρησης στα χνάρια της αθηναϊκής. Η θεατρική ζωή της πόλης συνεχίστηκε μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με παραστάσεις από αθηναϊκούς και τοπικούς θιάσους και από ερασιτεχνικά θεατρικά σχήματα. Στα τέλη του 1943 μέσα στη γερμανική κατοχή ιδρύθηκε το Κρατικό θέατρο Θεσσαλονίκης που λειτούργησε μέχρι τις αρχές του 1945.

Το 1961 η ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος αναβάθμισε τα θεατρικά πράγματα της Θεσσαλονίκης. Με διευθυντή το σκηνοθέτη Σωκράτη Καραντινό, που υπήρξε η κινητήρια δύναμη στο ξεκίνημά του, το νέο θέατρο ήταν το πρώτο που καθιέρωσε στην Ελλάδα το εναλλασσόμενο ρεπερτόριο, έχοντας ανάμεσα στους στόχους του το ανέβασμα έργων από το ελληνικό και ξένο δραματολόγιο, την πραγματοποίηση περιοδειών σε πόλεις της Ελλάδας και την οργάνωση παραστάσεων αρχαίου δράματος σε αρχαία θέατρα. Αρχικά στεγάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο και από το φθι­νόπωρο του 1962 στο νεόκτιστο κτίριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κασσάν­δρα, που η μελέτη του πήρε το πρώτο βραβείο στο σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό.

Στη δεκαετία του 1970 άρχισαν να δημιουργούνται θεατρι­κές ομάδες και θίασοι που έδωσαν ποικιλία στο θεατρικό τοπίο της πόλης.

 
Ο Τύπος της Θεσσαλονίκης

Στις αρχές του 16ου αι, περίπου πενήντα χρόνια μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας στη Δύση, ιδρύθηκε το πρώ­το τυπογραφείο στη Θεσσαλονίκη, που ήταν εβραϊκό.

Η τυπογραφική παραγωγή υπήρξε καθρέφτης της πολυπολιτισμικότητας της Θεσσαλονίκης: από το 1869 ως το 1924 εκδόθηκαν πάνω από τριακόσιες εφημερίδες και περιοδικά σε διάφορες γλώσσες. Υπήρχαν εφημερίδες τουρκικές, ελληνικές, εβραϊκές, που, εκτός από την εβραϊκή γλώσσα εκδίδονταν στη γαλλική και στην πολική, καθώς και εφημερίδες στην αγγλική, τη γαλλική, τη ρωσική, τη βουλγαρική, την αρμενική.

Η πρώτη εφημερίδα της Θεσσαλονίκης ήταν κρατική και άρχισε να εκδίδεται το 1869 από το τυπογραφείο του Γενι­κού Διοικητηρίου της Νομαρχίας. Ονομαζόταν Σελανίκ και κυκλοφορούσε στα τουρκικά, στα ελληνικά, στα εβραϊκά και για μικρό διάστημα στα βουλγαρικά. Οι τουρκικές αρ­χές δεν έδιναν εύκολα άδεια για την έκδοση εφημερίδας ειδικά σε αλλόθρησκους.

Η πρώτη ιδιωτική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης ο Ερμής ήταν ελληνική και κυκλοφόρησε το 1875, ενώ από το 1881 συνεχίστηκε η έκδοσή της με τον τίτλο Φάρος της Μακεδονίας. Ο εκδότης Σοφοκλής Γκαρπολάς ήταν γιος του πρώτου Έλληνα τυπογράφου της πόλης. Η άδεια για την έκδοση δόθηκε από τον Τούρκο γενικό διοικητή, σε αντάλ­λαγμα ευνοϊκής αναφοράς της ελληνικής κοινότητας για τη συμπεριφορά του. Η δεύτερη ελληνική εφημερίδα εκδόθηκε το 1903 με την αξιοποίηση άδειας που είχε δοθεί στον ιταλό τυπογράφο Σαλβατόρε Μουρατόρι και αφορού­σε την έκδοση ελληνόγλωσσης εφημερίδας με τον ιταλικό τίτλο La Verita. Η εφημερίδα κυκλοφόρησε έχοντας τον υπέρτιτλο Αλήθεια, που είναι η μετάφραση του ιταλικού τίτλου, και έτσι έγινε γνωστή. Βασικός συνεργάτης ήταν ο δάσκαλος Ιωάννης Κούσκουρας ως το 1909, όταν απο­χώρησε για να ιδρύσει τη Νέα Αλήθεια.

Μετά το 1908 εκδόθηκαν πολλές νέες εφημερίδες από όλες τις εθνότητες, επειδή το Σύνταγμα του 1908 σήμανε την κατάργηση της λογοκρισίας. Πολλές από αυτές ήταν βρα­χύβιες ανάμεσά τους, όμως ήταν και μία ιστορικής σημα­σίας, η Μακεδονία του Κωνσταντίνου Βελλίδη, που το πρώ­το φύλλο της κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου 1911.

Από τις δεκαεπτά εβραϊκές εφημερίδες που κυκλοφόρη­σαν συνολικά ως το 1912, ιδιαίτερης μνείας αξίζουν οι εκ­δόσεις του Αβραάμ Μπεναρόγια, ιδρυτή της Φεντερασιόν {Σοσιαλιστική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης). Πρώτη ήταν η τετράγλωσση Εφημερίδα του Εργάτου, και γνωστότερη όλων η Avanti.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Κατα­στροφή του 1922 και η δραματική μείωση του εβραϊκού στοιχείου της Θεσσαλονίκης με τη γερμανική κατοχή του 1941-44 έσβησαν την πολυπολιτισμική φυσιογνωμία που έδιναν οι εφημερίδες στην πόλη και άφησαν το πεδίο ολο­κληρωτικά στον ελληνικό τύπο.

Το κείμενο αντλήθηκε από αναρτημένες επιγραφές εντός του Λευκού Πύργου.