Τι σημαίνει η λέξη πιλόθω;
Πιλόθω ή πιλόχνω: τι σημαίνει στο κρητικό ιδίωμα
Η λέξη «πιλόθω ή πιλόχνω» αποτελεί ρήμα του κρητικού γλωσσικού ιδιώματος και χρησιμοποιείται κυρίως στην ανατολική Κρήτη. Σημαίνει σπρώχνω, ωθώ, ασκώ δύναμη ή πίεση για να μετακινηθεί κάτι. Πρόκειται για μια λέξη που αποδίδει με ακρίβεια τη φυσική προσπάθεια και τη χρήση δύναμης, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.
Όταν λέμε ότι κάποιος πιλόθει, εννοούμε πως βάζει δύναμη για να μετακινήσει ένα αντικείμενο, να το φέρει πιο κοντά ή πιο μακριά, να το ανοίξει, να το κλείσει, να το σηκώσει ή γενικά να υπερνικήσει μια αντίσταση.
Παραδείγματα χρήσης του ρήματος «πιλόθω»
- Πιλόθω το αυτοκίνητο να κυλήσει για να πάρει μπροστά.
- Ο μαθητής πιλόθει την καρέκλα πιο κοντά στο θρανίο.
- Ο εργάτης πιλόχνει το βαρύ κιβώτιο προς την αποθήκη.
- Πίλοξα το συρτάρι για να κλείσει καλά.
- Να πιλόξω την πόρτα με δύναμη για να ανοίξει, γιατί έχει κολλήσει.
Στην καθημερινή ομιλία συναντάται συχνά και σε προστακτική μορφή:
Πίλοξε να σηκώσω το τσουβάλι. Δηλαδή βάλε δύναμη.
Μεταφορική χρήση
Το ρήμα «πιλόθω ή πιλόχνω» δεν περιορίζεται μόνο στη φυσική δύναμη. Χρησιμοποιείται και μεταφορικά, για να δηλώσει την ψυχική ή συναισθηματική πίεση που αναλαμβάνει κάποιος:
«Εγώ πιλόχνω τα βάρη της οικογένειας»,
θα πει κάποιος που αισθάνεται ότι σηκώνει περισσότερες ευθύνες από τον/την σύζυγό του.
Η λέξη αυτή απαντάται στα χωριά της Κρήτης, πότε ως πιλόθω και πότε ως πιλόχνω. Λίγο παλιότερα αποτελούσε μέρος της γλωσσικής καθημερινότητας, ενώ στα αστικά κέντρα έχει εκλείψει.
Λόγω της επιλογής να διδάσκεται η Αττική διάλεκτος, στα σχολεία όλης της χώρας, οι γλωσσικοί ιδιωματισμοί κάθε περιοχής κοντεύουν να εκλείψουν. Δεν το αναφέρουμε ως κακό ή καλό, αλλά ως γεγονός. Στο Κρητικό ιδίωμα σώζεται πλούτος από λέξεις απευθείας από την αρχαία Ελληνική γλώσσα.
Η λέξη «πιλόθω» στο Κρητικό γλωσσικό ιδίωμα (με σημασίες σπρώχνω, πιέζω, συμπιέζω, συνωθώ) έχει αρχαία ελληνική καταγωγή.
Σύντομη ετυμολογία
πιλόθω < αρχαίο ρήμα πιλέω / πιλόω, που σημαίνει συμπιέζω, κάνω πυκνό, και συνδέεται με το ουσιαστικό πῖλος (= τσόχα, συμπιεσμένο ύφασμα).
👉 Αρχικά δήλωνε τη μηχανική πράξη της συμπίεσης (όπως στο πάτημα ή στρίμωγμα υλικών) και στην κρητική διάλεκτο η σημασία διατηρήθηκε και επεκτάθηκε μεταφορικά σε πράξεις πίεσης ή σπρωξίματος.
Με απλά λόγια, πιλόθω ή πιλόχνω σημαίνει κυριολεκτικά «συμπιέζω όπως γίνεται η τσόχα» και από εκεί προκύπτει η σημερινή σημασία πιλόθω-πιλόχνω=σπρώχνω.
