10 Δεκεμβρίου 2025

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Ιστορία Γενικά

Η καθιέρωση του όρου “Γενοκτονία”

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Ο.Η.Ε.

Ο πολιτισμένος κόσμος έπρεπε το 1945 να ανακαλύψει μια καινούργια λέξη «ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ», για να μπορέσει να αποτυπώσει με ακρίβεια τα εγκλήματα που διέπραξαν οι ΝΑΖΙ, σε βάρος των Εβραίων. Ο Αμερικανός καθηγητής Λέμκιν πολωνικής καταγωγής καταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης, σε βάρος των Ναζί, θέλοντας έτσι να αποδώσει τα εγκλήματά τους χρησιμοποίησε τον όρο «ΓΕΝΟ­ΚΤΟΝΙΑ». Το 1948 στον ΟΗΕ τα κράτη μέλη του, καθιέρωσαν τον όρο διεθνώς.

Στις 3 Δεκεμβρίου του 1948 ψηφίζεται η Σύμβαση του ΟΗΕ περί γενοκτονίας, που στο άρθρο 2, αυτής της Σύμβασης ορίζεται: «Στην παρούσα Σύμβαση, ως γε­νοκτονία νοείται οιαδήποτε εκ των κατωτέρω πράξεων, ενεργούμενη με την πρό­θεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδας, εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής:

  • Φόνος μελών της ομάδας.
  • Σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας.
  • Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες δυνάμενες να επιφέρουν την πλήττει ή τη μερική σωματική καταστροφή αυτής.
  • Μέτρα απρόβλεπτα στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στους κόλπους ορι­σμένης ομάδας.
  • Αναγκαστική μεταφορά παιδιών μιας ομάδας σε άλλη ομάδα».

Κατ’ επέκταση οι ενέργειες και οι πράξεις των τουρκικών κυβερνήσεων της επο­χής 1914-1922 σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών και οι βανδαλισμοί και οι λε­ηλασίες των μνημείων που ακολούθησε, αποτελούν αναμφισβήτητα σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ πράξεις ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ.

Όμως οι Τούρκοι με τις Γενοκτονίες και τις πράξεις τους αυτές, σε βάρος Αρμέ­νιων, Ελλήνων, Ασυρίων κ.α. δεν κατάφεραν, όπως λαθεμένα πίστευαν, να λύσουν μια για πάντα το Αρμενικό και το Ποντιακό ζήτημα. Αντίθετα οι Τούρκοι ηγέτες και οι συνεργοί τους, εκείνης της εποχής, κατάφεραν να κάνουν το όνομά τους συνώ­νυμο των λέξεων δολοφόνοι, βάρβαροι, σφαγείς.

Και ενώ οι Αρμενικές κοινότητες σ’ όλο τον κόσμο από τα πρώτα χρόνια της τρα­γωδίας που υπέστησαν, αλλά ειδικότερα τα τελευταία χρόνια με την πρωτοβουλία των κυβερνήσεων του νεοσυσταθέντος Αρμενικού κράτους, κατάφεραν να αναγνωρισθεί από πολλές κυβερνήσεις η Γενοκτονία που υπέστησαν οι πρόγονοί τους, και να γίνει συνείδηση σχεδόν από όλη τη διεθνή κοινότητα.

Χρειάστηκαν να περάσουν 72 χρόνια έως ότου το 1994, ύστερα από την από­φαση 500 περίπου εκπροσώπων ποντιακών σωματείων από όλο τον κόσμο, στο Β’ Παγκόσμιο Ποντιακό Συνέδριο (1988), που ψήφισαν την πρόταση του κοινωνιολό­γου και συγγραφέα Μιχάλη Χαραλαμπίδη, για να οριστεί η 19η Μαΐου, ως ημέρα μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας και να υιοθετηθεί στη συνέχεια από τα κόμ­ματα, η πρόταση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων (Π.Ο.Π.Σ.), για να κατατεθεί σχετικό σχέδιο νόμου στη Βουλή, που ομόφωνα οι βουλευτές ψή­φισαν στις 24 Φεβρουάριου 1994 και όρισαν την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.

Την μέρα (19 Μαΐου 1919) που ο Μουσταφά Κεμάλ πασάς αποβιβάστηκε στη Σαμσούντα με το πρόσχημα της αποκατάστασης της τάξης στην πόλη και την εκ­καθάρισή της από τις ληστοσυμμορίες των Μουσουλμάνων και ανταυτού άρχισε μεθοδευμένα τη δεύτερη φάση της εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόν­του.

 

19η Μαΐου γιατί επιμένουμε

Η 19η Μαΐου κάθε χρόνου, για την γενιά των Ελλήνων που εγκατέλειψε χωρίς τη θέλησή της την ιστορική της πατρίδα, τον Πόντο, είναι μια ακόμη ημέρα που προστίθεται μέσα στον αβάσταχτο πόνο για τον ξεριζωμό, την εγκατάλειψη των ιερών, και των οσίων τους. Ό,τι για χρόνια οι πρόγονοί τους που έζησαν εκεί ειρη­νικά για 2000 χρόνια, είχαν δημιουργήσει και έχασαν.

Για μας, τα παιδιά και τα εγγόνια τους, που οι γονείς μας και οι δάσκαλοί μας, μας έμαθαν να κρατάμε σταθερή πορεία πάνω σε αξίες, αρχές και παραδόσεις, είναι μέρα Μνήμης και Περισυλλογής. Μέρα που θυμόμαστε και τιμάμε τους 353.000 αδελφούς μας, που σφαγιάσθηκαν από τους Νεότουρκους από το 1908 έως το 1918 και τις «εθνικιστικές» ορδές του Κεμαλικού καθεστώτος από το 1919 έως το 1923.

Είναι η μέρα που θέλουμε δημόσια να στείλουμε σε όλους το μήνυμα, ότι αρνούμαστε να ξεχάσουμε. Γιατί η λήθη, για όλους εμάς θα ήταν ένα δεύτερο, αλλά μεγαλύτερο έγκλημα από αυτό της Γενοκτονίας που υπέστησαν οι πρόγονοί μας.

Γιατί δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ξεχάσουμε, την ιστορία και την προσφορά της Ιερής Μονής «Παναγίας Σουμελά» του Ιωάννου Βαζελώνα και του Αγίου Γε­ωργίου Περιστερεώτα, στον Πόντο.

Τα εκατοντάδες μνημεία που οι πρόγονοί μας δημιούργησαν στον Πόντο που έπεσαν θύματα της βαρβαρότητας φανατισμένων Τούρκων εθνικιστών και δεκαε­τίες τώρα αφήνονται στην καταστροφική μανία του χρόνου, ή αλλοιώνεται η φυ­σιογνωμία τους από τις Τουρκικές Κυβερνήσεις και τα όργανά της, χρησιμοποιώντας τα ως τουριστικά αξιοθέατα.

Το φιλόσοφο Διογένη, το γεωγράφο Στράβωνα, τον Μ. Βασίλειο, τον Άγιο Ευ­γένιο, τον επίσκοπο Βησσαρίωνα. Τη Σινώπη, την Αμισό, την Αργυρούπολη, τη Σάντα, την Κρώμνη, την Ιμέρα, την Τραπεζούντα. Τον δημοσιογράφο Καπετανίδη, τον επιχειρηματία Κωνσταντινίδη, τον Επίσκοπο Αμισού και Αμάσειας Γερμανό Καραβαγγέλη. Τον Καπετάν Ευκλείδη, την Καπετάνισσα Πελαγία και όλους τους αδελφούς μας που αντιστάθηκαν στην γενοκτόνα πολιτική του Κεμάλ Μουσταφά Πασά. Τους 353.000 χιλιάδες αδελφούς μας που έπεσαν θύματα της μανίας των Νεότουρκων και των Κεμαλιστών.

Όλους όσους αντιστάθηκαν επί αιώνες, στην εθνολογική, θρησκευτική και γλωσ­σική μας αλλοτρίωση και όλους αυτούς που με την στάση ζωής τους δημιούργησαν ένα λαό αντιστασιακό, ένα λαό από ακρίτες. Τους αείμνηστους, Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, τον Υπουργό Λεωνίδα Ιασωνίδη, τον Βουλευτή Φίλωνα Κτενίδη, τον ηγούμενο Αμβρόσιο Σουμελιώτη, τον Βουλευτή Ισαάκ Λαυρεντίδη και όλους εκείνους που αναστήλωσαν τα «Ιερά του Πόντου» στη Μητροπολιτική Ελ­λάδα, κρατώντας άσβεστη τη μνήμη και την αγάπη μας για τον Πόντο.

Τους εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας, που έμειναν στον Πόντο και εξα­κολουθούν να ζουν εκεί, αντιμετωπίζοντας τα μύρια προβλήματα από τις Τουρκικές κυβερνήσεις. Όλους αυτούς που σήμερα 90 χρόνια μετά, με απορία αλλά και με πα­ράπονο, μας ρωτούν:

 
ΓΙΑΤΙ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΤΕ ΚΑΙ ΦΥΓΑΤΕ;

Η 19η Μαΐου για μας κάθε χρόνο είναι μια νέα αφετηρία για τη συνέχιση του ει­ρηνικού αγώνα μας για την αναγνώριση από την Τουρκία και την διεθνή κοινότητα, της δεύτερης μεγαλύτερης γενοκτονίας του αιώνα που πέρασε.

Η σημασία της αναγνώρισής της, ειδικά με συνοδευτικό το σύγχρονο χαρακτη­ριστικό όρο «Γενοκτονία», δεν περιορίζεται μόνο στην ιστορική δικαίωσή μας, αλλά και στην αποκατάσταση της πραγματικότητας που είχε θύματά τους παππούδες μας, τις μητέρες, τους συγγενείς, τους φίλους, και χιλιάδες αγαπημένα μας πρόσωπα.

Όπως κάθε μέρα μνήμης, έτσι και η σημερινή, φορτίζεται από την τρέχουσα ιστο­ρία. Με την έννοια αυτή εκπέμπει μηνύματα ενάντια σε κάθε σύγχρονη εθνοκάθαρση κατά των όποιων μειονοτήτων.

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα απευθυνόμαστε και στον εκάστοτε Πρόεδρο των ΗΠΑ, που στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, στις μέρες μας, παρακολου­θούμε με έκπληξη να υπερασπίζεται και με τη χρήση βίας, την ειρήνη, την ελευθερία και το διεθνές δίκαιο στον πλανήτη μας. Στους ηγέτες όλου του κόσμου και ειδικότερα στους Ευρωπαίους Εταίρους μας, που ενώ ισχυρίζονται και αυτοί ότι υπηρετούν το δί­καιο, εξαθλιώνουν και στραγγαλίζουν κράτη και λαούς προς όφελος τους, με όπλο την ισχυρή οικονομική τους θέση.

Απευθυνόμαστε στους Διεθνείς οργανισμούς, που η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητά τους για την υπεράσπιση του δικαίου και της ειρήνης στον κόσμο, στις μέρες μας δοκιμάζονται. Στις Πανεπιστημιακές κοινότητες όπου γης και τους καλούμε σε κοινό αγώνα, για την καταδίκη και διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας που έγινε σε βάρος κάθε λαού αλλά και σε βάρος του ελληνισμού του Πόντου και της Μικράς Ασίας την περίοδο 1914-1923.

Η γενοκτονία που έχουμε υποστεί, καθώς και αυτή των Αρμενίων, από τους Τούρκους, αποτελούν τυπικά παραδείγματα εξόντωσης του «άλλου», όχι επειδή διέ- πραξε κάτι, όχι επειδή αυτό ήταν συνάρτηση πολέμου, αλλά επειδή έτυχε να είμα­στε διαφορετικοί ως προς την εθνότητα, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό.

Είμαστε το κομμάτι εκείνο του Ελληνισμού που έπεσε θύμα της πολιτικής φυ­λετικής και θρησκευτικής καθαρότητας, της Κεμαλικής Τουρκίας. Πάνω στο αίμα μας, καθώς και σ’ αυτό εκατομμυρίων Αρμενίων, Ασσυρίων, Μικρασιατών, Ιμβρίων, Κωνσταντινουπολιτών και Κούρδων, συγκροτήθηκε, υπάρχει και λειτουργεί μέχρι τις μέρες μας, το σύγχρονο Τουρκικό κράτος.

Ένα κατ’ επίφαση δημοκρατικό κράτος, που όμως η συμπεριφορά των Κυβερνήσεών του έδειξε ότι πολύ απέχει από κάθε έννοια Δημοκρατίας. Αφού χρόνια τώρα εξακολουθεί να μην σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την γλωσσική και θρησκευτική διαφορετικότητα των υπηκόων της, τον πολιτισμό και τα μνημεία που δημιουργήσαμε στον Πόντο και την Μικρά Ασία, το διεθνές δίκαιο. Συνεχίζει να κα­τέχει παράνομα το 40% της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Απευθυνόμαστε σήμερα στους ηγέτες των κομμάτων και την κυβέρνηση της Τουρκίας που αρέσκονται να ισχυρίζονται ότι η χώρα τους εκδημοκρατίζεται. Τους καλούμε να ζητήσουν συγγνώμη από τους απογόνους των χιλιάδων θυμάτων της Γενοκτονίας, να σεβαστούν τα μνημεία και τις εκκλησίες που οι πρόγονοί μας δη­μιούργησαν, τα ανθρώπινα και πολιτιστικά δικαιώματα των χιλιάδων ποντιόφωνων Μουσουλμάνων, που ζουν στην επικράτειά της, αναγνωρίζοντας έτσι τα όσα οι πρό­γονοί τους έκαναν σε βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού.

Ζητάμε την αλλαγή της στάσης της Τουρκίας απέναντι στην ιστορία, όχι για να καλλιεργήσουμε το μίσος ανάμεσα στους λαούς μας, αφού οι πανανθρώπινες αξίες της ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, παραμένουν ισχυρές στη συνείδηση και την ψυχή μας, αλλά για να πληροφορηθούν οι σύγχρονοι Τούρκοι πολίτες και ο πο­λιτισμένος κόσμος για τη Γενοκτόνα πολιτική, που οι Τούρκοι πασάδες εφάρμοσαν από το 1914-1923 και σε βάρος του Ελληνισμού του Πόντου.

Όχι για να πάρουμε εκδίκηση, για τα όσα σε βάρος των προγόνων μας έκαναν οι Νεότουρκοι και οι συνεχιστές τους. Αλλά για να σπάσουμε το απόστημα της λήθης, που δημιουργήθηκε από την σιωπή που προσπάθησαν να μας επιβάλλουν.

Για να υπηρετήσουμε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη και να φωτίσουμε αυτές τις μαύρες σελίδες της Ιστορίας.

Για να δώσουμε την ευκαιρία στην Τουρκική ηγεσία, που ενώ φιμώνει και δο­λοφονεί κάθε Δημοκρατική φωνή, στο εσωτερικό της και δεν σέβεται τα ανθρώ­πινα δικαιώματα, αναζητά μια θέση στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, να ζητήσει συγγνώμη για τα όσα σε βάρος μας έκανε στο παρελθόν.

Για να θωρακίσουμε τις ψυχές των σύγχρονων και μελλοντικών Ελλήνων, ώστε να μη θρηνήσουμε ποτέ πια γενοκτονίες, να μη ζήσουμε άλλη προσφυγιά, να μην έχουμε και άλλες αλησμόνητες πατρίδες.

Από τα τραγικά εκείνα γεγονότα της περιόδου 1916-1923 στον ιστορικό Πόντο, μέχρι σήμερα πέρασαν 90 χρόνια. Πολύ λίγα, για να μπορέσουν να χωρέσουν μέσα τους, όλα εκείνα που οι πρόγονοί μας έχουν υποστεί.

Ενώ τα τελευταία 25 χρόνια απόγονοι όλων αυτών που χάθηκαν στον Πόντο και είχαν καταφύγει στην τ. Ε.Σ.Σ.Δ. για να σωθούν και στη συνέχεια ανέπτυξαν εκεί δη­μιουργικές δραστηριότητες, μετοίκησαν στην Μητροπολιτική Ελλάδα, πρόσφυγες για τρίτη φορά στην ιστορία τους, αφού υπέστησαν μια δεύτερη γενοκτονία την εποχή του Στάλιν. Σήμερα υπερήλικες πια δοκιμάζονται ξανά εξαιτίας της κατάργησης, με νόμο, της προνοιακής σύνταξης, που μέχρι σήμερα έπαιρναν από τον Ο.Γ.Α..

Οι παπούδες μας, οι ιστορικοί, οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια, με τις διηγήσεις, τις εργασίες που δημοσίευσαν, τα τραγούδια, μέσα από τα ήθη και τα έθιμα του Πόντου, που κράτησαν ζωντανά και μας μεταλαμπάδευσαν, με την εμμονή και το πεί­σμα που τους διακρίνει, την αγάπη τους για τη ζωή, κράτησαν άσβεστη τη φλόγα της μνή­μης για την ιστορία και τον πολιτισμό του Ελληνισμού του Πόντου.

Οι ποντιακές οργανώσεις, ειδικότερα μετά το 1994, με πρωτοπόρες την Π.Ο.Π.Σ., το ΠΑ.Σ.ΠΕ., την Π.Ο.Ε., την Π.Ο.Σ.Ε.Π.Ε. και τις άλλες Ποντιακές Ομοσπονδίες που λειτουργούν σε όλο τον κόσμο, αλλά και τη συνεχή μαχητική παρουσία των πρωτο­βάθμιων σωματείων τους, αγωνίζονται για την διεθνή αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας από τους Τούρκους, την ανοικοδόμηση και επαναλειτουργία μοναστηριών και μνημείων στον Πόντο, την ανάδειξη της πολιτιστικής ταυτότητας των ποντιόφωνων Μουσουλμάνων της Τουρκίας, τη στήριξη και την κοινωνική ένταξη των Ελλήνων από τις χώρες της τ. Ε.Σ.Σ.Δ. Για όλες αυτές τις διεκδικήσεις τους κατέθεσαν κατ’ επα­νάληψη σχετικά υπομνήματα στην Επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον Ο.Η.Ε, στην Νέα Υόρκη, στη Γενεύη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε Πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Πραγματοποίησαν δεκάδες σχετικές ημερίδες, και διαλέξεις στην Ελλάδα, την Αμερική, την Αυστραλία, την Ευρώπη, στις χώρες της τ. Ε.Σ.Σ.Δ.

Παράλληλα άξιοι επιστήμονες, όπως ο καθηγητής Πολύχρονης Ενεπεκίδης, ο κα­θηγητής X. Ψωμιάδης, ο ιστορικός Χάρης Τσιρκινίδης, ο καθηγητής Νεοκλής Σαρρής, ο καθηγητής Παναγ. Τανιμανίδης, ο ερευνητής Γεωργ. Αντωνιάδης, ο καθηγητής Κώ­στας Φωτιάδης, ο ιστορικός Βλάσης Αγτσίδης, ο ιστορικός Dr. Αχιλλέας Ανθεμίδης, η νομικός Χαρούλα Γαλανού, ο καθηγητής Παν. Διαμαντής, ο καθηγητής Βενιαμίν Καρακωστάνογλου κ.α. εξέδωσαν ντοκουμέντα ξένων Υπουργείων, ή παρουσίασαν στοιχεία που τεκμηριώνουν το ιστορικό και πολιτικό γεγονός της Ποντιακής Γενο­κτονίας.

Αντίθετα όλα αυτά τα χρόνια οι Ελληνικές Κυβερνήσεις δεν πήραν τις σχετικές πρωτοβουλίες που όφειλαν για την ανάδειξη και τη διεκδίκηση του θέματος. Με αδικαιολόγητη καθυστέρηση 70 χρόνων, το Φεβρουάριο του 1994, ύστερα από αί­τημα της ΠΟΠΣ και άλλων ποντιακών φορέων, έφεραν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το θέμα, το οποίο ομόφωνα καθιέρωσε την 19η Μαΐου, ως ημέρα μνήμης της Πον­τιακής Γενοκτονίας.

Έκτοτε οι πολιτικές ηγεσίες όλων των κομμάτων και οι εκάστοτε κυβερνήσεις της Ελλάδας, ενώ με δημόσιες δηλώσεις τους κατά καιρούς καταγγέλλουν το έγ­κλημα της Τουρκικής Γενοκτονίας σε βάρος του Ελληνισμού του Πόντου, την κα­ταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, δεν έχουν θέσει ακόμη επίσημα το θέμα στις Τουρκικές Κυβερνήσεις, στη διεθνή κοινότητα, και τα φό­ρουμ, για συζήτηση.

Σήμερα 90 χρόνια μετά τη Γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου, θεωρούμε ότι οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις συνεπικουρούμενες από όλα τα κόμματα, θα πρέπει να αποκαταστήσουν την πολιτική αδράνεια και ολιγωρία των προηγούμενων 70 χρόνων.

Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να λειτουργήσουν ενισχυτικά και οι μέχρι σήμερα αναγνωρίσεις ξένων χωρών και κοινοτήτων καθώς και δηλώσεις πολιτικών στελε­χών, του Ελληνικού Κοινοβουλίου, αλλά και ξένων χωρών που τα τελευταία χρό­νια έγιναν δημόσια, σε εκδηλώσεις οργανώσεων του Ποντιακού χώρου, από τις οποίες σαφώς και προκύπτουν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις για την προώθηση του θέματος της Διεθνούς αναγνώρισης, της ποντιακής Γενοκτονίας.

Γιατί πιστεύουμε ότι μόνον εάν αναγνωρισθεί διεθνώς το έγκλημα της Ποντια­κής Γενοκτονίας, θα βρουν ανάπαυση οι ψυχές των χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου, που σχεδόν εδώ και ένα αιώνα ζητούν δικαίωση.

Μόνον εφόσον το σύγχρονο Τουρκικό κράτος αναγνωρίσει την Γενοκτονία, που έκαναν οι πρόγονοι τους σε βάρος μας, κατεδαφίσει το μνημείο μίσους του Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα και καταθέσει στεφάνι μνήμης στο μνημείο της Ποντια­κής Γενοκτονίας, θα έχουμε σοβαρές ενδείξεις, ότι δεν θα διαπράξει στο μέλλον και πάλι τα ίδια εγκλήματα που έκανε σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου και της Μι­κρός Ασίας, αλλά και σε βάρος άλλων λαών.

Το κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Γενοκτονία Ποντίων Μνήμης Εγκόλπιον, του Στέφανου Π. Τανιμανίδη Επιτίμου Προέδρου της Π.Ο.Π.Σ. τον οποίο ευχαριστώ για την άδεια να δημοσιεύσω ένα κεφάλαιο από το εξαιρετικό βιβλίο του.   

Η φωτογραφία είναι ενδεικτική και προέρχεται από την συγκλονιστική εκδήλωση: “Για τ΄ ε μάς ο Πόντος ζεις” που είχε πραγματοποιήσει στο Ηράκλειο το Παραδοσιακό εργαστήρι του κυρίου Γιώργου Κουγιουμουτζή στις 19-5-2024.