Το ιστορικό της σφαγής στην Τριπολιτσά

 

 Το πάρσιμο της Τρίπολης με απίστευτες λεπτομέρειες για την μεγάλη σφαγή 

Αφού είχαν αρχίσει παζάρια οι αρχηγοί, τι θα έκανε ο πεινασμένος λαός; Πως μπορούσε να μπει στη σκέψη του κεχαγιάμπεη και να κρατηθεί; Το εμπόριο που είχαν αρχίσει πριν, όπως είδαμε, οι Αρβανιτάδες και τη νύχτα μόνο, απλώθηκε τώρα σ’ όλο το στρατό και το λαό. Φόρα την ήμερα για τρόφιμα, σύκα, τυρί, πουλούσαν οι Τούρκοι τ’ άρματά τους και ο πληθυσμός έδινε τ’ασημικά του και τα γρόσια του. Τόσο κεντήθηκε η δίψα για το κέρδος, που όλα τα στρατόπεδα γίνηκαν αγορές κάτω από τα τείχη. Πολλοί, πάρα πολλοί αξιωματικοί των Ελλήνων, είχαν το μερτικό τους. Όταν οι άντρες τους έκαναν το εμπόριο τούτο κρυφά οι αξιωματικοί κατηγορούσαν τα παλληκάρια των άλλων, όταν και οι δικοί τους άντρες εμπορεύονταν μέρα μεσημέρι και τούς τσάκωναν, λέγανε:

— Τι θέλετε να κάνουμε; Δε μας ακούνε πιά.

Πολλές φορές μερικοί απ’ τούς πολιορκουμένους, άμα βρίσκαν παράμερα κανέναν Έλληνα με πράματα που πή­γαινε να τους πουλήσει τον σκότωναν και του τα έπαιρναν. Οι Μανιάτες, που ήταν οι πιο φτωχοί απ’ όλους στα στρατό­πεδα είχαν ριχτεί σ’ αυτό το εμπόριο με τα μούτρα. Καθώς η όρεξη έρχεται τρώγοντας, μιά νύχτα έπιασαν ακόμα και τα μεταγωγικά των Ελλήνων, άρπαξαν τα ψωμιά που φέρναν στα στρατόπεδα και τα πούλησαν στους Τούρκους. Οι πιο φρόνιμοι τότε — και όσοι δε μπορούσαν να κάμουν τίποτα τα εμπόρια – έβραζαν από θυμό, γιατί γινόντουσαν δυο μεγάλα κακά: Ο εχθρός έπαιρνε τρόφιμα, την ώρα που η πολιορκία είχε σφιχτεί για να τον στενοχωρήσει και δεύτερο έδινε τα γρόσια του και τα πολύτιμα πράματά του, ελαττώνοντας έτσι την αξία του πλιάτσικου που έπρεπε να πέσει αύριο στα χέρια όλων.

Οι αρχηγοί των Ελ­λήνων, μα καί των Τούρκων, ήταν ανήσυχοι. Οι πρώτοι για τους λόγους που είπα, ο κεχαγιάμπεης γιατί έβλεπε τους άντρες του να δίνουν τ’ άρματά τους. Και μελετούσαν όλοι με τι τρόπο θα έπαυαν αυτή την αναρχία, Οι ανώτε­ροι απο τούς Έλληνες καπεταναίους μαζεύτηκαν στην κα­λύβα του Μαυρομιχάλη, που είχε αφήσει ο Υψηλάντης αρχι­στράτηγο, να δουν τι μπορούσαν να κάμουν μα δε βρή­καν κανέναν τρόπο, γύρο τους βούιζαν τα παλληκάρια κο­πάδι, αγρίμια, ερεθισμένα, που δεν ήθελαν ν’ άφήσουν το ψοφίμι τους. Ο κεχαγιάμπεης όμως, βλέποντας πως η κατά­σταση του ξέφευγε άπ’ τα χέρια, κοίταξε την τελευταία στιγμή να την κρατήσει με το ντουφέκι. Έστειλε μερι­κούς πιστούς με τ’άρματά τους, στους πύργους και τις ντουφεκίστρες του κάστρου, να παίξουν τούτο το άσκημο παιγνίδι: Έριξαν από τα τείχη κάτω ασημικά, μερικά παλληκάρια έτρεξαν να τα πάρουν. Μόλις έφτασαν όμως κάτω από τα τείχη τους δέχτηκαν οι Τούρκοι με μπαταριές, σκοτώνοντας μερικούς. Οι άλλοι άρχισαν κ’ αυτοί τον πόλεμο, το ντουφεκίδι γενικεύτηκε. Ο Κολοκοτρώνης κατά­λαβε το παιγνίδι του κεχαγιάμπεη: Ήθελε ν’ ανάψει πάλι την έχθρα, να ζωντανέψει το μίσος, να κρατήσει το φρό­νημα των δικών του και προ πάντων να χαλάσει τις χωρι­στές ομιλίες που γινόντουσαν με τους Αρβανιτάδες. Οστόσο το μάθημα που πήραν οι αυτοχειροτόνητοι έμποροι ήταν ωφέλιμο κ’ αποτελεσματικό, τόσο κι ο κίνδυνος μεγάλος.

Ο Κολοκοτρώνης έτρεξε κ’ έσβησε τη φωτιά, καθησύχασε τα
πράματα. Οι Αρβανιτάδες του παράγγειλαν πως θα έβγαι­ναν την άλλη μέρα να κάμουν επίσημες κουβέντες.

Είχαν πολλούς λόγους να θέλουν τέτοιες ομιλίες. Ο θυμός των Ελλήνων καπεταναίων για την αναποφάσιστη και δολερή στάση του κεχαγιάμπεη και του καϊμακάμη σή­κωνε τη θέση των Αρβανιτάδων. Τι είχαν να περιμένουν αυτοί από τα παζαρέματα των άλλων Τούρκων που ήξεραν πως δε θα τελείωναν ποτέ; Από το άλλο μέρος ηξέραν πως οι Έλληνες, έχοντας ανάγκη να τους χωρίσουν από τους άλλους Τούρκους, θα τους παραχωρούσαν καλύτερους όρους. Τέλος τους ευκόλυνε μιά συμμαχία που είχαν οι Σου­λιώτες, οι Ρουμελιώτες και οι Τουρκαρβανιτάδες που ήταν με το μέρος του Αλή πασά. Όταν τούτοι έμαθαν πως κινδυνεύουν οι πατριώτες τους Αρβανιτάδες της Τρίπολης γύ­ρεψαν από τους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες καπεταναίους να μπουν στη μέση να τους γλυτώσουν, στο όνομα της συμμαχίας. Οι Έλληνες είχαν γελάσει τους αληπασαδικούς πως τάχα επαναστατούν, για να βοηθήσουν τον τύραννο της Ηπείρου. Η γελασιά όμως δεν είχε φανεί ακόμα κα­λά και η συμμαχία δεν είχε σβήσει. Οι Σουλιώτες και Ρουμελιώτες καπεταναίοι έστειλαν στον Κολοκοτρώνη γράμ­ματά με το Χρηστάκη Στάϊκο και το Δημήτρη Καραπάνο. Άμα έφτασαν στα στρατόπεδα έγινε συμβούλιο των κα­πεταναίων. Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε, πως για γενικότε­ρους λόγους, έπρεπε να δεχτούν το αίτημα των Σουλιωτών και Ρουμελιωτών και ν’ αφήσουν τους Αρβανιτάδες να φύγουν από την Τρίπολη με τ’ άρματα και τα πράματά τους. Οι περισσότεροι από τους άλλους το είχαν για προσβολή. Γύρευαν και τ’αρματα και τα πράματα τους. Ο Κολοκο­τρώνης τούς είπε:- άμα το κάμουμε τέτοιο πράμα με τι μούτρα θα
δούν υστέρα τους Αρβανιτάδες οι καπεταναίοι της Ρού­μελης; Αφού αυτοί έχουν μπέσα, πρέπει και εμείς να κά­μουμε μπέσα, σαν αδέρφια που είμαστε με τους Ρουμελιώτες: Να τους τιμήσουμε.

Ο Αναγνωστόπουλος, πολίτικος αντιπρόσωπος του Υψηλάντη, δέχτηκε τη γνώμη του Κολοκοτρώνη, απόλυτα σω­στή κ’ από εθνική κ’ ηθική μεριά. Οι άλλοι αναγκάστηκαν τότε να την παραδεχτούν. Παράγγειλαν στους Αρβανιτάδες να βγουν λεύτερα να μιλήσουν. Στις δεκαοχτώ του Σεπτέμ­βρη μέρα Κυριακή, ο Ελμάζμπεης βγήκε καβάλα με μικρή ακολουθία και πήγε όλο ίσα στην καλύβα του Κολοκοτρώνη. Τον δέχτηκε με τη μεγαλύτερη ευγένεια. Έσφιξαν τα χέρια, πήραν κ έδωσαν μπέσα’ κ’αρχισαν να μιλούν σαν παλιοί καλοί φίλοι. Ο Ελμάζμπεης, όπως μας τον ζωγράφισε ο Ραιμπώ στ’ απομνημονεύματά του, ήταν από τους ωραιότερους Τούρκους του καιρού του, ψηλός, λυγερός, μαυριδερός, μεγάλα μάτια, ξεχώριζε μέσα σ’ όλους τους καπεταναίους που είρθαν τώρα στη σκηνή του Κολοκοτρώνη, με την ευγέ­νεια της μορφής, την πλούσια φορεσιά και τ’ άρματά του. Είχε στο κεφάλι μιά βαρύτιμη σερβέτα και τα παχιά με­ταξωτά της κρόσσια έπεφταν με χάρι απ’ το δεξί αυτί στον πλατύ ώμο του. Η μεγαλοπρέπεια κ’ η λάμψη του ερχό­ταν σε χτυπητή αντίθεση με τη λέρα μερικών καπεταναίων, όπως του Κολοκοτρώνη και του Αναγνωσταρά, που είχαν ορκιστεί να μην αλλάξουν πουκάμισο πριν πέσει το κάστρο. Αυτό το πουκάμισο, μαυρισμένο, ανοιχτό, άφηνε να φαί­νεται το δασύ και ψημένο στήθος τους. Οι άντρες της ακο­λουθίας του Μαυρομιχάλη κ οι «ουρές» των άλλων αρχη­γών κοίταζαν με φλογερά, λιχούδικα μάτια τα διαμάντια και τις βαρύτιμες πέτρες των δαχτυλιδιών που φορούσε, η γυναίκα. Ο τσιμπουκσής του άναψε μιά πίπα χρυσοστόλιστη, πλουμισμένη με πετράδια. Είχε στα χείλη του παράξενο προκλητικό χαμόγελο υπεροχής, θα το πλήρωνε με τη ζωή του—και μ όλα του τα χρυσαφικά—αν τα παλληκάρια των καπεταναίων τον πετύχαιναν λίγο παραέξω.

Οι χωριστές ομιλίες με τους Αρβανιτάδες άρχιζαν κ επίσημα τώρα: Ο Ελμάζμπεης βεβαίωσε πως δέχονται να βγουν με τ’ άρματά τους, τα κινητά τους πράματα κ” αν τους ασφάλιζαν με ομήρους το ταξίδι ως την Ήπειρο. 0 Κολοκοτρώνης, ο Μαυρομιχάλης κ οι άλλοι πρωτοκαπεταναίοι, ως κ ο αντιπρόσωπος του Υψηλάντη, δέχτηκαν την πρόταση μ έναν όρο: Να μην ξανασηκώσουν, οι ίδιοι, στο έξης τ άρματα κατά των Ελλήνων. Ο Ελμάζμπεης δέχτηκε τον όρο και βεβαίωσε, με το λόγο της τιμής του, πώς κανείς απ αυτούς που θα βγουν δε θα πολεμήσει. Τότε πήρε θάρρος και γύρεψε ν’ αφήσουν μαζί με τους Αρβανίτες να βγουν κ ο κεχαγιάμπεης κ ο καϊμακάμης κ ο Μπινά εμίνης κ ο Διβάν εφέντης κ ο καδής της Τρί­πολης και η μπάς-χανούμ κ όλα τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά, του Κιοσέ Μεχμέτ πασά και του Σιλιχτάρ αγά του Χουρσίτ πασά και να δοθούν οι αιχμάλωτοι Αρβανιτάδες. Ο Κολοκοτρώνης δέχτηκε να δοθούν οι αιχμά­λωτοι, για τους άλλους όμως Τούρκους πρόβαλε την πιο ρητή άρνηση. Τού είπε ότι αυτός δεν είχε βγει να μιλήσει για όλους παρά μονάχα για τους Αρβανιτάδες, γι’ αυτούς οι Έλληνες σύμφωνα με τη συμμαχία των Σου­λιωτών και Ρουμελιωτών καπεταναίων, ήταν υποχρεωμένοι να κάμουν όλες τις ευκολίες. Για τους άλλους όμως Τούρ­κους δεν είχαν τέτοια υποχρέωση και δεν ήταν διόλου σω­στό να γυρεύει ο Ελμάζμπεης να τους ανακατέψει κ αυτούς. Είπε τότε στους Έλληνες πως είχαν προσπέσει όλοι αυτοί στο έλεος των Αρβανιτάδων και πως από λόγους φιλοτιμίας ήθελαν να τους βοηθήσουν. Ο Κολοκοτρώνης του αποκρίθηκε πως με τους Τούρκους είχαν χωριστό λογαριασμό. Τότε ο Ελμάζμπεης πρότεινε να μοιραστεί όλη η κινητή περιουσία, τα πράματα, τα χρήματα και τα τζοβαερικά των γυναικών σε τρία ίσα μερίδια: Το ένα να πάρουν οι Έλληνες, το άλλο οι Αρβανιτάδες και το τρίτο να τ αφήσουν σ’ αυτούς τους Τούρκους για τα έξοδα του ταξιδιού τους:

— Να μην κοιταχθούν τα χαρέμια όμως, πρόσθεσε γιατί είναι ντροπή να ψαχτούν πασάδων γυναίκες.

Ο Κολοκοτρώνης δε δέχτηκε ούτε αυτή την πρόταση, κ έμειναν στη συμφωνία να βγουν μονάχα οι Αρβανιτάδες με τους ορούς που είπαμε. Δεν έκαμαν κανένα χαρτί. Είπαν πως θα το υπόγραφαν σ’ άλλη αντάμωση. Τη νύχτα της άλλης μέρας οι Αρβανιτάδες έστειλαν στην καλύβα του Κολοκοτρώνη εικοσιέξυ «ερούρτσια», πέτσινα πλευρά, για δεκατρία φορτώματα, που είχαν μέσα τους μιστούς τους για τέσσερις μήνες κ” ότι άλλο πολύτιμο είχαν, χρυσαφικά, δια­μαντικά κ ασημικά— αξίας, επάνω από τέσσερα εκατομ­μύρια γρόσια. Τότε σηκώθηκε άγρια μουρμούρα και κακό στα στρατόπεδα, σαστισμάρα και ταραχή μεγάλη στους Τούρκους, που έβλεπαν να ζυγώνει το τέλος τους. Γύρεψαν οι ντόπιοι, να μπουν κ’αυτοί στη συμφωνία των Αρβανιτάδων, μα ήταν αργά πιά. Τότε άρχισε να κορυφώνεται η αναρχία. Δυο ρέματα είχαν γίνει. Το πρώτο, στην αρχή, μαζί με το φίλιωμα των Αρβανιτάδων με τους Έλληνες: Ήταν από τα έξω του κάστρου προς τα μέσα. Έλληνες κ’ Ελληνίδες άρχισαν να μπαίνουν στην πολιτεία από τις τρείς πόρτες που φύλαγαν οι Αρβανιτάδες: Των Καλαβρύτων, του Άη-Θανάση και της Καρύταινας και προ πάντων απ την τελευταία που δούλευε τώρα λεύτερα.

Οι σκοποί πήγαιναν τους παράξενους τούτους επισκέπτες από την πόρτα στο κονάκι του Ελμάζμπεη. Ο μπέης τους εδινε καλόβολα έναν Αρβανίτη συνοδό και πήγαινε ο κα­θένας κ’ η καθεμιά στο γνώριμο Τούρκο η την Τουρκάλα που ήθελε να δεί. Οι Τούρκοι, άμα τους βλέπαν άνοιγαν, οι δυστυχισμένοι, διάπλατα τις πόρτες των σπιτιών τους και τους φίλευαν άρματα και ό,τι πολύτιμο είχαν για να τους καλοπιάσουν. Όταν έπαιρναν κομμάτι θάρρος και νόμιζαν πως κέρδισαν τη συμπάθεια των ραγιάδων τους έδιναν κ άλλα πράματα, «να τους τα φυλάξουν, να τους τα κρύψουν» αυτά, με την ελπίδα πως θα τους τα έδιναν πίσω πάλι, όταν θά τέλειωνε το δράμα της πολιορκίας. Δεν ήξαιραν πως έτσι τους έκαναν να θέλουν το χαμό τους, να μην έχουν να γυρίσουν σε κανένα τίποτα! Ο Αρβανίτης συνοδός ήταν υποχρεωμένος να τους φέρει, φορ­τωμένος δώρα, πάλι στον Ελμάζμπεη’ κ αυτός να τους ξεβγάλει από το κάστρο για να μην πάθουν τίποτα άπ τους Τούρκους. Μα πάρα πέρα δεν ήταν βέβαιο, πως δε θα τους χτυπήσουν άλλοι, Έλληνες, για να τους πάρουν ό,τι κρατούσαν. Το δεύτερο ρέμα ήταν από το κάστρο μέσα προς τα έξω. Όταν είδαν οι Τούρκοι, πως έβγαλαν τα πράματά τους οι Αρβανιτάδες, αυτό το ρέμα φούσκωσε. Από τις πόρτες του κάστρου μα κ’ από τα τείχη ψηλά γκρεμιζόταν κοσμος και κοσμάκης, γέροντες, γυναίκες, παιδιά, κ έτρεχε ο καθένας σ’ όποιον γνώριζε: Άλλοι στους Μαυρομιχαλαίους, άλλοι στους Δεληγιανναίους, άλλοι στους Κρεββατάδες κ’ άλλοι σ’ άλλους και μπουλούκια ολάκερα έτρεχαν στους άλλοτε γειτόνους: Οι Μιστριώτες στους Σπαρτιάτες, οι Μπαρδουνιώτες στους Μανιάτες, οι Λιονταρίτες στους Μεγαλοπολίτες κ’αλλοι σ’ άλλους. Γύρευαν από το στρατόπεδό σωτηρία. Την ημέρα έδιναν και έπαιρναν τα πιο ντρο­πιασμένα παζάρια. Και τη νύχτα κουβαλούσαν από το κά­στρο το αντίτιμο της ζωής τους, στο δρόμο πολύ συχνά τους σκότωναν οι φρουροί, Αρβανιτάδες κ’ Έλληνες, για να τ’ αρπάξουν. Τα τσαντήρια μερικών αξιωματικών γέ­μισαν δώρα. Κάτι Τούρκοι, από τους καλούς, πήγαν και στην καλύβα του Κολοκοτρώνη. Έκυψαν και φίλησαν το χώμα κατά το συνήθειο τους το ανατολίτικο.

— Τι κάνετε αυτού; Τους, φώναξε. Αυτά τα καμώματα φυλάξτε τα για τους πασάδες σας! Κοιτάτε με ίσα και μιλάτε!

Οι Τούρκοι έβαλαν στα πόδια του δώρα που άξιζαν.

— Κοιτάτε τα τα ζωντόβολα! Φώναξε ο Κολοκοτρώνης. Και ξουρίζουν τα γένια τους κιόλα! Τι ελπίδα έχετε, βρε Τούρκοι, με τα πεσκέσια σας; Εδώ δεν είναι τώρα κλεφτουριά! Εδώ είναι για μιλιούνια ψυχές που πολεμάμε. Γι’ αυτούς και για τη μοίρα τη δική τους κρινόμαστε. Πάρτε πίσω τα χαρίσματα σας! Μ’ αρέσουν τα γρόσια, δεν το κρύβω, μα θέλω να τα πάρω με το σπαθί μου! Και να με καρτεράτε στην Τριπολιτσά! Οι Τούρκοι φύγανε βουβοί, ταπεινωμένοι.

Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ

Ησυχία, βουβαμάρα, η γνωστή βαθιά γαλήνη, προάγγελος φοβερής τρικυμίας, βασίλευε την άλλη μέρα και στα στρατόπεδα και στην πολιτεία που έμοιαζε νεκρωμένη. Από δυο τρεις πόρτες του κάστρου ακούστηκε μεγάλη βουή,
κραυγές σπαραγμού, από γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Είδαν υστέρα οι πολιορκητές πολύχρωμα, μεγάλα ποτάμια, να ξεχύνονται κατά τα στρατόπεδα. Ήταν ως τέσσερις χιλιάδες Τουρκάλες, με τα παιδιά τους, άλλα στο βυζί, άλλα στο χέρι και τα μεγαλύτερα έτρεχαν γύρω τους, ήταν πα­ράξενο θέαμα, φορούσαν όλες άσπρα γιασμάκια και κα­θώς είχαν σηκώσει ψηλά τα χέρια, με τα μεγάλα μανίκια, κατά τον ουρανό, έμοιαζαν με κοπάδι από αμέτρητα κινούμενα πουλιά. Όσο ζύγωναν, τόσο καθάριζαν οι τραγικές τους κραυγές:

— Αμάν! Αμάν! Αλλάχ ίστουν! Έλεος, έλεος, για όνομα του Θεού.

Τα παλληκάρια σάστισαν για μια στιγμή. Τι γύρευε όλος αυτός ο κόσμος; Φαγητό και προστασία. Όταν ήρθαν κοντά είδαν τα χάλια τους. Σαν να είχαν βγει από μνήματα. Την έξοδο είχε συδαυλίσει ο κεχαγιάμπεης. Βλέποντας πως ξέκοψαν οι Αρβανιτάδες, ήθελε τώρα να καθαρίσει το κάστρο από τα περιττά στόματα και να δοκιμάσει απελπι­σμένη αντίσταση. Ο Μαυρομιχάλης, ο Γερμανός, ο Δεληγιάννης, ο Κρεββατάς κ’ ο Αναγνωστόπουλος έτρεξαν να εμποδίσουν αυτό το κακό, να στείλουν τα γυναικόπαιδα πίσω στο κάστρο. Όταν έφτασαν μέσα στο απελπισμένο πλήθος κρατήθηκαν για μιά στιγμή από έλεος, τους βεβαίωσαν κιόλας οι γυναίκες πως θα έβγαιναν κ’ οι άντρες. Περίμεναν εικοσιτέσσερις ώρες, μάταια όμως. Τότε ανάγκη σκληρή ετοίμασε εκεί πέρα σκηνή φρίκης. Οι Έλληνες έσπρωχναν τα γυναικόπαιδα κατά το κάστρο, οι Τούρκοι φοβέριζαν από τις πολεμίστρες ψηλά, να τα σκοτώσουν. Ξεφωνητά, κλάματα, ούρλιασμα, τσαλαπάτημα. Οι καπεταναίοι λυπή­θηκαν. Τους όρισαν ένα μέρος, στα ριζά του κάστρου, να μείνουν και πρόσταζαν τους άντρες τους να μη ζυγώσει κανένας, χωρίς την άδεια τους. Ο ανθροποσωρός, άρρω­στοι με γερούς, πεινασμένοι με τρομαγμένους, σαβανωμένα, μπαμπουλωμένα σκέλεθρα, μάτια χιλιάδες, από το κλάμα θολά και την απελπισία, ράγιζαν και την πιο σκληρή καρδιά. Δεν πρόφτασε να κατακαθίσει τούτο το κακό και φούντωσε άλλο: Από το κάστρο έφτασε στο στρατόπεδο με το γραμ­ματικό του το Σκαλίδη και μικρή συνοδεία ο δραγομάνος του καϊμακάμη Σταυράκης Ιωβίκης. Πλήθος συνάχτηκε γύρω του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και μερικοί άλλοι φώναζαν πως πρόδωσε τη φιλική κ αυτόν τον ίδιο το Γερμανό τέσσερις φορές και ήθελαν να τον σκοτώσουν. ’Άλλοι με τον Κρεββατά τον υπεράσπιζαν πως είχε φερθεί καλά με τους φυλακισμένους προεστούς και ήθελαν να τον γλυτώσουν. Κ’ ήταν σούσουρο, φωνές, καυγάδες κ ο άν­θρωπος κινδύνευε. Ο Σκαλίδης, που ήταν όπως είπα φι­λικός, μπήκε στη μέση.

— ΙΊως είναι δυνατό, τους φώναξε, να έχει προδώσει ο δραγομάνος τη φιλική, αφού δεν είχε μπει στο μυστή­ριό της και δεν ήξερε τίποτα;

Αυτός ό λόγος κ ο πιστός άνθρωπος που μαρτυρού­σε, του γλύτωσαν, από τρίχα, το κεφάλι: Τον έστειλαν με φρουρά στον Άη-Γιάννη.

Αυτές τις μέρες είχε φτάσει από τ’ Ανάπλι στα στρα­τόπεδα, κ η καπετάνισσα Μπουμπουλίνα με κάμποσους δικούς της. Οι καπεταναίοι και τα παλληκάρια την είχανε δεχτεί με χαρές μεγάλες. Ψηλή, σαρκωμένη, με καλοδεμένο κορμί Ήρας, με το ζιπούνι φουσκωτό από το πλούσιο στήθος, σαν τους φλόκους των καραβιών της, λεβέντισσα, γέμιζε το μάτι του στρατού. Τρέχουν να τη δουν, τη θαύμαζαν. Ήταν ζωσμένη άρματα βαριά. Μεστή, αντρογυναίκα θαρρετή, μορφή μελαχρινή, μεγάλα μάτια, φλο­γερά, ήταν για όλα της τα παληκαριά, τρόπους, αέρα, του λαού αγαπημένη. Οι ντελικάτοι της ακολουθίας του Υψηλάντη κ οι ξένοι δεν τη χώνευαν. Δεν της βρίσκαν καμμιά αναλογία με την Ζάν ντ ’Αρκ ούτε καμμιά λεπτότητα. Όταν όμως στο τραπέζι των καπεταναίων ακουμπούσε το κεφάλι στο παχουλό της χέρι, γεμάτο παλιά δαχτυλίδια, κ άρχιζε να τραγουδάει με φωνή ζεστή κοντράλτας κανένα κλέφτικο παθητικό τραγούδι, άστραφταν ντουφεκιές. Ρω­μαλέο θηλυκό, πλατεία και πρωτόρμητη λαϊκή ψυχή, θαλασσαετίνα, τα χνώτα της ταίριασαν στη στιγμή με του Κολοκοτρώνη. Τον θάμαζε, σ’ αυτόν ένοιωθε, με τη γυ­ναικεία διαίσθηση, το φυσικό αρχηγό του πολέμου της λευ­τεριάς. Λημέριαζε στην καλύβα του. Αν έβαζε αύτη ο αρχηγός, τη νύχτα, στις μακρινές συντροφιές των στρα­τιωτών, θ άκουγε πως η φιλία του με τη Μπουμπουλίνα είχε γίνει κιόλας τραγούδι, μ ένα σωρό παραλλαγές, τη μια πιο ανοιχτή από την άλλη. Ο ερχομός της είχε κάμει εντύπωση, η Ευρώπη όλη βούιζε. Ο αμαθέστατος συντάχτης της ιταλικής γαζέτας του καιρού «Ντιάριο ντι Ρώμα» έγραφε πως «η Μπουμπουλίνα παρουσιάστηκε μ όλο της το στόλο, μπροστά στα τείχη της Τρίπολης, από το μέρος της θάλασσας, την ώρα που οι άλλοι Έλληνες έμπαιναν από τη στεργιά!» Η αλήθεια είναι πως δεν είχε αφήσει τον αποκλεισμό τ’ Αναπλιού μονάχα για να γνω­ρίσει τον Κολοκοτρώνη, είχε φτάσει και γιατί ζύγωνε η ώρα να πέσει το κάστρο. Η μπάς-χανούμ, τα χαρέμια του Χουρσιτ, του Κιοσέ Μεχμέτ και των άλλων μεγάλων, ως και μερικές πλούσιες Εβραίες της Τρίπολης, άμα έμαθαν πως βρίσκεται στο στρατόπεδο κ έχει τα πιστά του Κολοκοτρώνη γύρεψαν να την δουν. Γυναίκα, καταλάβαινε τη θέση τους, μπορούσαν να της μιλήσουν.

Η Μπουμπουλίνα μέσα στο κάστρο της Τρίπολης 

Μπήκε στο κάστρο ο Ελμάζμπεης τη δέχτηκε μ ένα σωρό περιποιήσεις. Η Μπουμπουλίνα, με τ’ αρβανίτικά της, που τα μιλούσε σα μητρική της γλώσσα, του φάνηκε σαν πατριώτισσα του, την πήγε στο σαράι. Η Όμορφη Εσμέ κ’ οι άλλες χανούμ δεν ήξεραν τι να κάμουν για να την καλοπιάσουν. Μ’ όλη τη φοβερή θέση όμως που βρισκόντουσαν αυτές οι γυναίκες, ήξεραν να κρύβουν την αγωνία και το φόβο τους, δεν έδειξαν καμμιά ταπείνωση, της μίλησαν μ αξιοπρέπεια, καμμιά χυδαία κολακεία, αν η μοίρα έφερνε τα πράματα, όπως δεν επιθυμούσαν—της είπαν—είχαν την αξίωση να φερθούν οι Έλληνες ανθρώπινα στο δυστυχι­σμένο πληθυσμό και σ’ αυτές τις ίδιες με τον τρόπο που ταίριαζε σε γυναίκες πασάδων. Πάσχισαν ακόμα, με τρόπο, να δούν, αν θα μπορούσαν μ’ αυτή να πετύχουν καμμιά ιδιαίτερη συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη. Και σ’ αυτές και σε μερικές πλούσιες Εβραίες η Μπουμπουλίνα έδινε τις πιο αόριστες ελπίδες. Έτσι βγήκε από το κάστρο φορτωμένη χαρίσματα.

Οι Έλληνες έσωσαν τον Εβραίο Χανάμ από τη σφαγή στην Τρίπολη

Ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, από την άλλη μεριά, μεσίτεψε στον Κολοκοτρώνη για το Χανάμ, πλούσιο Εβραΐο, τραπεζίτη του Χουρσίτ, αυτός είχε φανεί χρήσιμος στους Έλληνες της Τρίπολης, είχε δείξει πάντα φιλανθρωπία. Ο Κολοκοτρώνης δέχτηκε να βγει από το κάστρο με τη γυ­ναίκα, τους δικούς του και τη συνοδεία του. Ήρθε στην καλύβα του αρχηγού. Είχε στη μέση του μαχαίρι χρυσομάνικο και κουμπούρες χρυσοστόλιστες, και το μαχαίρι κ’ αυτές ήταν όλο πετράδια.

— Μπά! Έκαμε ο Κολοκοτρώνης: Εβραίος κ’ αρμα­τωμένος δε γίνεται!

Του πήρε τ’ άρματα και τα έβαλε στο σελάχι του. Ο Ραιμπώ μας λέει πως έξω από τ’ άρματα, δέχτηκε ο Κολοκοτρώνης και τετρακόσες χιλιάδες γρόσια. Να το έχει ακού­σει από τους φίλους του Μαυροκορδάτου, που ήθελαν να λερώ­σουν τον Κολοκοτρώνη; Ήταν αλήθεια; Όπως και νάναι ο Χανάμ δεν ήταν εμπόλεμος, ούτε εχθρός των Ελλήνων, για ν αρνηθεί ο Κολοκοτρώνης, αν είναι αλήθεια πως δέχτηκε τέτοιο χάρισμα.

Οι ντόπιοι Τούρκοι μιλούν με τον Κολοκοτρώνη

Την ίδια μέρα, εικοσιδύο του Σεπτέμβρη, Πέμπτη, βγήκαν απ το κάστρο και πήγαν στην καλύβα του Μαυρομιχάλη ο Κιαμήλπεης κ’ άλλοι επίσημοι Τούρκοι, από τους ντόπιους. Αν δεν είχαν πετύχει να μπουν στην ίδια συμφωνία με τους Αρβανιτάδες δεν είχαν χάσει την ελπίδα να φτάσουν σε συνθηκολόγηση ξεχωριστή, αφήνοντας τον κεχαγιάμπεη και τους άλλους Ασιανούς Τούρκους ολομόναχους. Ο Κολοκοτρώνης, από την αρχή, παράλληλα με τις κουβέντες που έκανε με τους Αρβανιτάδες, είχε έρθει σε κουβέντες και με τους Λαλαίους Τούρκους, και σε τούτο τον βοηθούσε πολύ ο Αναγνώστης Πετμεζάς, αυτές οι συνενοήσεις είχαν κάμει τους ντόπιους Τούρκους να θέλουν παζάρια για συνθηκολόγηση και να παρασύρουν σ’ αυτές τον κεχαγιάμπεη. Είναι όμως πολύ αμφίβολο κ’ αν ήθελε την τελική συμφωνία μ’ αυτούς, γιατί τότε θα μπορούσε να την είχε πετύχει. Όπως κ’ αν είναι οι ντόπιοι Τούρκοι, τούτη την τελευταία στιγμή, θέλησαν να κουβεντιάσουν οριστικά με τους καπεταναίους. Συγχρόνως οι αρχηγοί των Αρβανιτάδων βγήκαν στην καλύβα του Κολοκοτρώνη, να κά­μουν γραφτά όσα είχαν συμφωνήσει για την έξοδο τους. Ούτε οι πρώτοι όμως, ούτε οι δεύτεροι κατάφεραν τίποτα. Η συζήτηση με τους ντόπιους Τούρκους ήταν ατέλειωτη. Η κανονική παράδοσή τους δε σύμφερε ούτε ατομικά τους καπεταναίους, γιατί, φυσικά, είχαν την ελπίδα πως θα κέρ­διζαν περσότερα στην αναμπουμπούλα, μα ούτε κ’ από γε­νικότερη άποψη. Η επανάσταση βρισκόταν στην αρχή
της. η μεγάλη αιματηρή γραμμή που έπρεπε να γίνει ορό­σημο αξεπέραστο ανάμεσα στους χτεσινούς ραγιάδες και τους αφεντάδες τους, δεν είχε χαραχτεί ακόμα καθαρά.

Οι συνειδήσεις ήταν ρευστές κ η τύχη του πολέμου αβέβαιη. Οι Έλληνες δεν πολεμούσαν μ ένα άλλο έθνος, σαν ίσοι με ίσους. Είχαν να κάμουν με λαό καταχτητή που δεν ήξερε άλλο δίκιο από τη σπάθα του. Δεν είχε σεβαστεί άλλο νόμο από το κέφι του.

Αιώνες είχε αγωνιστεί να πεί­σει τους ραγιάδες πως δεν υπάρχει άλλη δύναμη από το λεπίδι. Και η ώρα είχε φτάσει τώρα να δει τι μαθητές είχαν βγει απ’ αυτό το σκολειό. Την τελευταία στιγμή ο Αναγνωσταράς δεν ήθελε να παραδεχτεί ούτε τη συμφωνία που έγινε με τους Αρβανιτάδες. Πιάστηκαν με τον Κολοκοτρώνη. Και η συνθήκη δεν υπογράφηκε. Όλοι γύριζαν σαν πεινασμένο κοπάδι λύκων, κοντά σε στάνη, το χειμώνα, γύρω από τα χρυσοφόρα «φούρτσια» των Αρβανιτάδων που ήταν στην καλύβα του Κολοκοτρώνη. Χάλασμα της συμφω­νίας, πλιάτσικο κ αρπαγή κ αυτών και των κεμεριών και των αρμάτων ήταν τ όνειρο πολλών. Θα μπορούσε να το ματαιώσει ο Κολοκοτρώνης; Όλα ήταν αβέβαια, τη μαύ­ρη τούτη νύχτα. Τα δυο λεπίδια—του ραγιά και των τυ­ράννων του—ήταν σταυρωτά: Από τα δύο ένα θάμενε ορθό για τη σφαγή. Τα παλληκάρια κρατούσαν σφιχτά το δικό τους, ακονισμένο. Οι καμπάνες της καταστροφής εί­χαν αρχίσει να σημαίνουν.

Δούνιας ο πορθητής

Η Παρασκευή ξημέρωσε κομμάτι αλλόκοτη. Από βρα­δύς μια υγρασία χλιαρή βάραινε τον αέρα. Από πολύ πρωί φάνηκε πως, μ’ όλο που ήταν τέλη Σεπτέμβρη — εικοσιτρείς — θα ξαναγύριζε η μεγάλη κάψα: Ήταν, μ ένα λόγο, γαϊδουροκαλόκαιρο. Άρχισε να παραξενεύει τα παλληκάρια η ερημιά στις τάπιες, τούς πύργους και τις πολεμί­στρες, ήταν άδεια όλα, κ ακόμα πιο μεγάλη εντύπωση τους έκανε η νέκρα που βασίλευε στην πολιτεία, πολύ βαθύτερη από τη χθεσινή. Από τις οχτώ ή ώρα δεν ακουγόταν τί­ποτα, όταν κάποιος, από τους αραιότατους, που φαινόν­τουσαν, εδώ κ’ εκεί ψηλά, στο κάστρο, φώναζε, νόμιζαν πως αντιλαλούσε η πολιτεία σαν άδειο κιούπι τεράστιο. Από τη νύχτα ο κεχαγιάμπεης, ανήσυχος, είχε προσκαλεσμένους επίσημους και μη στο σαράι να σκεφτούν μια τελευταία φορά. Ήθελε να τους καταφέρει να εξακολουθήσουν την αντίσταση, όταν θα έβγαιναν οι Αρβανιτάδες και όποιοι άλλοι θα πήγαιναν μαζί τους, κ’ είχαν τρέξει, μικροί μεγάλοι, στο σαράι, μέσα κ ολόγυρα και δεν είχαν αφήσει μονάχα τάπιες και πύργους αφύλαχτους, μα και τα ίδια τους τα σπίτια, λίγοι κλέφτες θα μπορούσαν αυτή την ώρα να σηκώσουν ολάκερη την Τρίπολη. Οι με­γάλοι από τους Τούρκους είχαν ανέβει στο σαράι, κ ο λαός μαζεμένος στην πλατεία, πρόσμενε με βουβή αγωνία την απόφασή τους. Την ίδια ώρα, ζύγωναν σε λιγάκι εννιά, στην πόρτα τ’ Αναπλιού, γινόταν κάτι που έδοσε με μιας
τη λύση στο δράμα του κάστρου, που μάκραινε τόσο και­ρό.

Από πάνω απ’ αυτή την πόρτα ήταν μια τάπια και μπροστά μια εκκλησία, η Αγιά-Σωτήρα, κ’ ως είκοσι χα­λασμένα σπίτια, που τάλεγαν Αρσενέϊκα. Στα χαλάσματα τούτα πήγαιναν ταχτικά οι Έλληνες για εμπόριο με τους Τούρκους της τάπιας, όπως γινόταν και σ’ άλλες μεριές ολόγυρα στο κάστρο. Οι καπεταναϊοι της πλευράς, έχοντας πολλούς στρατιώτες χωρίς άρματα, καμώνονταν πως δεν τους έβλεπαν. Οι Τούρκοι «τοπσήδες» της τάπιας ήταν Αρβανίτες κ’ Ανατολίτες απονήρευτοι. Αντίκρυ από τού­τους, στο στρατόπεδο των Ελλήνων, ήταν δυο κανόνια, και τα ύπερετούσαν, «τοπσήδες» κ’ αυτοί πυροβολητές, ανάμεοα σ’ άλλους ο Μανώλης Δούνιας, παληκάρι απ την Τσακωνιά και δυο Σπετσιώτες, ο Αυραντίνης κ’ ο Γκίκας Γουμάνης. Ήταν αχώριστη παρέα οι τρεις αυτοί. Είχαν κάμει στην Πόλη, ξαίρανε καλά τα τούρκικα κ’ ακόμα κα­λύτερα τα κανόνια. Ο Μανώλης Δούνιας ήταν τύπος διαολεμένου ρωμιού… Για να κάνει καλύτερα τη δουλειά του, με περισσότερη ασφάλεια κ’ ευκολία, όταν είχαν αρχί­σει τα εμπόρια με τους Τούρκους, σκαρφίστηκε να παίξει σ’ έναν από τους πυροβολητές της αντικρυνής τάπιας τούτο το παιγνιδάκι.

Τον φώναξε με τ’ όνομά του — αφού φρόν­τισε να το μάθει προτήτερα — και του είπε με λαχτάρα:

— Δε με γνωρίζεις;

— Ποιος είσαι;

— Ο Δούνιας, ο καρδάσης σου!

Ο άλλος απόμεινε σα χαζός.

— Δεν έχουμε κάμει μαζί στην Πόλη; Του ξαναείπε ο Δούνιας.

Και λόγο με λόγο τον κατάφερε πως είναι γνώριμοι παλιοί, Σιγά-σιγά η συντροφιά του Δούνια είχε πάρει τα πιστά των Τούρκων τούτης της τάπιας. Τους πετούσαν σκοινιά, τα έδεναν από τα κανόνια του πυροβολείου και κείνοι, απ τα καράβια μαθημένοι, ανέβαιναν γοργά, για να τους πάνε φρέσκο ψωμί και λογιών-λογιών τρόφιμα. Αυτό γινόταν κάμποσο καιρό τώρα.

Όταν άρχισαν τα παζάρια για παράδοση του κάστρου ο Δούνιας κ η συντροφιά του έκαναν μεγάλες περιποιήσεις στους Τούρκους τοπσήδες. Όταν τελευταία είχαν όλα ματαιωθεί κ είχαν γίνει σκούρα τα πράματα, τους έδιναν κουράγιο. Αποβραδύς μάλιστα τους είχαν ανεβάσει πολλά τρόφιμα και τους είχαν πει να μη τους νοιάζει διόλου, για­τί, όπως και να το έφερνε η περίσταση, θα τους γλύτωναν αυτοί. Έτσι τούς βλέπαν οι Τούρκοι «τοπσήδες» και σα σωτήρες. Τούτη την ημέρα, λίγο πριν απ τις εννιά το πρωί, τους είχαν ανεβάσει πάλι στην τάπια. Τώρα όμως, μαζί με τον Αυραντίνη ζύγωσαν τα ριζά του κάστρου και κάμποσοι Τσάκονες με σκοινιά κ αυτοί. Ο Αυραντίνης τους τα έδεσε απ τα κανόνια κ άρχισαν ν ανεβαίνουν στην τάπια. Οι Τούρκοι κ αν δεν το ήθελαν κ αν το φοβόντουσαν δεν μπορούσαν να μιλήσουν, ντρεπόντουσαν να δείξουν την τελευταία στιγμή, πως έχουν υποψία. Όταν ανέβηκαν κάμποσοι και κουβέντιαζαν με τους Τούρκους, είδαν πως αλήθεια λίγοι, πολύ λίγοι, φύλαγαν στους πύργους, πως όλα τα πυροβολεία ήταν έρημα και μόνο στη μεγάλη τάπια που ήταν στη νοτιοδυτική άκρη του κάστρου, είχε μείνει φρουρά. Τότε μερικοί Τσάκωνες, αφού συνεννοήθηκαν με νοήματα μ άλλους πατριώτες τους κ Αγιοπετρίτες που ήταν κάτω από τα τείχη, γλίστρησαν με τρόπο από την τάπια στα μέσα του κάστρου, έτρεξαν στην πόρτα τ’ Αναπλιού που ήταν κοντά και καθώς δεν τη φύλαγε κανείς, την άνοιξαν. Αυτοί που είχαν ζυγώσει απ έξω και περίμεναν όρμησαν στη στιγμή μέσα. Δεν τους είχε δει ψυχή. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως το κάστρο είχε πέσει έτσι απλά και ήσυχα, σε μια στιγμή. Αυτά όλα είχαν γίνει ως που ν’ ανοιγοκλείσει κανείς τα μάτια του, φυσικά, μονάχα τους, χωρίς κανένα σχέδιο, κ όχι μονάχα χωρίς προσταγή των καπεταναίων, μα κ ενάντια στο πνεύμα και τη θέλησή τους. Ήταν αυτόματη ενέργεια των παληκαριών, που έβλεπαν πως με το πέγαινέλα των Τούρκων στις καλύβες των αρχηγών και με τα σούρτα-φέρτα του ελληνικού πλη­θυσμού στα σπίτια των Τούρκων, θ άδειαζε απ τ πλιάτσικα η πολιτεία και πως γι αυτούς δε θα έμενε στο τέλος τίποτα. Ποθούσαν το γιουρούσι, να τελειώνουν, όλα τα στρατόπεδα. Θα άρχιζαν, αυτόματα κ αναρχικά, με δόλο, για να συμπληρώσουν με τη φωτιά, το μολύβι και το μαχαίρι.

Όταν οι άλλοι Αγιοπετρίτες είδαν από το ταμπούρι τους, πως άνοιξε η πόρτα τ’ Αναπλιού κ άρχισαν να μπαίνουν Έλ­ληνες ξεσηκώθηκαν στη στιγμή, άρπαξαν τα μπαϊράκια τους και με τους καπεταναίους τους όρμησαν κατά τα τεί­χη, ως που να φτάσουν οι άλλοι από μέσα είχαν ανοίξει και την πόρτα του σαραγιού. Μπήκαν απ αυτή. Από την ίδια όρμησε στη στιγμή, από τα ταμπούρια του Μαντζαγρά ο Δημήτρης Δεληγιάννης με το σώμα του. Πιάνουν την τάπια του σαραγιού. Αρχίζουν ραγδαία ν’ ανοίγουν τώρα οι πόρτες η μιά μετά την άλλη. Από τα πιο κοντινά ταμπούρια της Βολιμής και του Άη-Σώστη ορμούν τα σώ­ματα του Κεφάλα, του Βαλσαμή, του Γιαπατσώνη, του Κοντάκη, του Γιώργη Μιχαλάκη και του αρχιμανδρίτη Ιεροθέου Αθανασόπουλου. Μπαίνουν από την πόρτα του Μιστρά. Από την ίδια μπαίνουν κ οι Σπαρτιάτες με το δεσπότη Βρεσθένη, τον Κρεββατά και το Γιατράκο που όρμησαν από τα ταμπούρια του Θάνα. Οι Γορτύνιοι, Μα­νιάτες, Φαναρίτες, Τριπολιτσιώτες, Μεγαλοπολίτες κ’ άλλοι από την πόρτα του Άη-Θανάση. Άλλοι απ αλλού. Μια φωνή ακούγεται

— Γιουρούσι γίνεται! Απάνω τους!

Όποιοι βρίσκονται από τις πόρτες μακριά, βάζουν τις σκάλες που είχαν φέρει για την πρώτη έφοδο που είχε μα­ταιωθεί. Δρασκελίζουν σαν μαύρη μυρμηκγιά τα τείχη.

Οι Τούρκοι στην αρχή δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Συνεδρίαζαν ακόμα με τον κεχαγιάμπεη, όταν ο Δούνιας κ’ ο Αυραντίνης, άμα πιάσανε την τάπια της πόρτας τ’ Αναπλιού γύρισαν τα τούρκικα κανόνια κατά το σαράι κ άρ­χισαν να το χτυπούν δυνατά — μετά το δόλο δείχνοντας ίση παληκαριά. Ή πρώτη κανονιά έκοψε για πάντα τη μά­ταιη φλυαρία των επίσημων. Ή μπόμπα έπεσε πλάι στο σαράι. Τα πλήθη σκόρπισαν με ξεφωνητά τρομάρας.

— Αμάν ! . . . Αλλάχ ! . . .

Άρχισαν να τρέχουν. Που πήγαιναν; Στην αρχή κ’ αυτοί δεν ήξεραν. Όταν οι πυροβολητές της μεγάλης τάπιας είδαν την τάπια της πόρτας τ’ Αναπλιού να χτυ­πάει το σαράι, κατάλαβαν: Γύρισαν τα κανόνια τους σ αυ­τή την τάπια κ άρχισαν να την βαρούν μ όλες τις μπού­κες. Φοβερό μπουμπουνητό, σύννεφα ο καπνός σκέπαζε την πολιτεία, ο τόπος έτρεμε.

Οι Τούρκοι έτρεχαν τώρα στα σπίτια τους, άλλοι να κρυφτούν, άλλοι να πολεμήσουν ως το τελευταίο φουσέκι. Οι πιο παλληκαράδες είχαν ανέβει κιόλας στις πολεμίστρες κ έριχναν. Μα το ντουφεκίδι άναβε τώρα μέσα στην πολιτεία. Όπου κ αν έκαναν οι Τούρ­κοι, απ όποιο στενό και να έφευγαν, έβρισκαν μπροστά τους Έλληνες, που έμπαιναν από τις πόρτες και τους δεχόντουσαν με φωτιές. Ξεγλυστρούσαν από τη μιά φωτιά και πέφταν στην άλλη. Καινούργια ξεφωνητά, βρισιές λύσ­σας, βόγγοι λαβωμένων. Μάταια οι αρχηγοί θέλουν να κρατήσουν και να πνίξουν την αναρχία, μάταια γυρεύουν να μαζέψουν τους σκόρπιους άντρες. Έχουν μπροστά τους μια τυφλή και κουφή μάζα, παραδομένη στα πιο πρωτό­γονα πάθη. Ο Κολοκοτρώνης ήταν στα εφτά καρφιά. Φο­βόταν — και με το δίκιο του — μη χτυπήσουν τους Αρβανιτάδες, που τους είχε δόσει μπέσα κ’ είχε τα πράματά τους στην καλύβα του. Κινδύνευε να βγει από το λόγο, ν’ ατιμάσει και να εκθέσει τους Σουλιώτες και Ρουμελιώ­τες καπεταναίους που είχαν κ’ αυτοί συμμαχία μαζί τους. Είχε φροντίσει να στείλει το Φωτάκο από μέρες μέσα στην Τρίπολη νάχει τό νού του. Η γενική τούτη πρόβλεψη του φαινότανε τώρα πως έφτανε. Φώναξε το Δημήτρη τον Πλαπούτα, μόλις πέσαν τα πρώτα ντουφέκια, να τρέξει γλήγορα μέσα στο κάστρο, από την πόρτα του σαραγιού, να πει στους Αρβανιτάδες, πως αυτός κρατάει τη μπέσα του και το γιουρούσι δε γινόταν με τη θέλησή του, μα ούτε και των άλλων αρχηγών και πως αυτός τέλος ήταν εκεί για να τους προστατέψει. Πριν αρχίσει το κανονίδι και το ντουφεκίδι κ’ οι Τούρκοι συνεδρίαζαν ακόμα στο σαράϊ έστειλαν κ’ έφώναξαν τους Αρβανιτάδες μπέηδες, για νάναι κ’ αυτοί στο συμβούλιο. Τους είχαν παραγγείλει ακόμα να πάρουν και τον υπασπιστή του Κολοκοτρώνη, το Φιοτάκο, που ήθελαν κάτι να τον παρακαλέσουν τα χα­ρέμια του Χουρσίτ. Η μπάς-χανούμ είχε δυο Ελληνάκια, δυο χριστιανούς υπηρέτες του χαρεμιού, και δεν ήθελε να τους αποχωριστεί, γύρευε, λοιπόν, να της υπογράψει ο Κολοκοτρώνης δυο πασαπόρτια γι’ αυτούς τους ύπερέτες, να μπορέσει να τους πάρει μαζί της, αν έβγαινε από το κά­στρο, οι γυναίκες του Χουρσίτ πίστευαν πως οι Αρβανιτάδες θα πασχίσουν να τις πάρουν μαζί τους και να τις πάνε στον πασά. Είχαν μάθει όμως, από το άλλο μέρος, πως ο Κολοκοτρώνης θα τους έψαχνε τους Αρβανίτες, όταν θα έβγαιναν κ’ αν εύρισκε χριστιανούς θα τους κρατούσε, γι’ αυτό η πασίνα γύρευε τα πασαπόρτια. Άμα οι Αρβανιτάδες αρχηγοί αποφάσισαν να πάνε στο σαράι να δουν τι τους θέλουν — γιατί, τελευταία, είχαν κόψει κάθε κου­βέντα με τους ντόπιους, επειδή αυτοί τους κατηγορούσαν πως δεν είχαν φερθεί σαν Τούρκοι, να υπομείνουν μαζί τον κίνδυνο μα θέλησαν να γλυτώσουν τα κουφάρια τους — πήραν μαζί τους πεντακόσιά παλληκάρια κ ξεκίνησαν αφού είπαν στους αξιωματικούς τους:

— Έχετε το νου σας μη μας κάμουν οι ντόπιοι καμμιά απιστία, μην κλείσουν τις πόρτες άμα μπούμε στο σαράι και μας σκοτώσουν. Αν ακούστε τίποτα να τρέξετε στη στιγμή να μας βοηθήστε.

Έτσι ο Ελμάζμπεης, με τον υπασπιστή του Κολοκοτρώνη και τους άλλους τραβούσαν για το σαράι, άμα κον­τοζύγωσαν όμως από τη βορεινή μεριά το πανηγύρι άρ­χιζε, άκουσαν τα κανόνια και πυκνό ντουφεκίδι από την ανατολική πλευρά. Έλληνες ξεφύτρωσαν άξαφνα μπροστά τους κ άρχισαν τη φωτιά. Κάμποσοι Αρβανιτάδες έπεσαν στον τόπο.

— Μην τους βαράτε! Μη! Φώναξε ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη: Έχουμε μπέσα! Είναι δικοί μας! Είναι φίλοι μας! Πηγένετε από τη βορεινή μεριά να χτυπάτε!

Αυτή την κρίσιμη στιγμή έφτασε, ανοίγοντας δρόμο μέσα στο ντουφεκίδι, ο Πλαπούτας, είχε πάρει από το μπράτσο, για να τον προστατέψει, τον Αρβανίτη αρχηγό Βελή Κογιάτσο, τον ακολουθούσαν κ άλλοι μπέηδες:

— Μη βαράτε! Φώναξε κ’ αυτός στους Έλληνες: Είναι ντροπή! Φυλάτε τη μπέσα!

Εκεϊ βρέθηκαν και τον βοηθούσαν ο Κωσταντής κ ο Αναγνώστης Παπαζαφειρόπουλος κ ο Ανάστασης Λογιό­τατος. Τράβηξαν όλοι μαζί κατά την πόρτα των Καλαβρύ­των, όπου περίμενε μ αγωνία ο Κολοκοτρώνης, που έφτασε να κινδυνέψει δυο φορές τη ζωή του, όπως θα δούμε, για να μείνει πιστός στο λόγο του.

0 Κολοκοτρώνης κινδυνεύει

Οι Αρβανίτες άρχισαν να βγαίνουν — μπροστά ο Πλαπούτας κ ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη — από την πόρτα των Καλαβρύτων. Ο Κολοκοτρώνης τους πρόσμενε καβάλα, πλάι του η Μπουμπουλίνα κ ο Γιαννάκης Κολο­κοτρώνης, από την προσωπική φρουρά του όμως πολύ λί­γοι. Δεν είχε προλάβει να νοιώσει ο αρχηγός κάποιαν ανα­κούφιση που είδε πως κρατούταν η συμφωνία, όταν φά­νηκε ξέμακρα κομμάτι απ αυτή την πόρτα του κάστρου ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ανατολικά της Αγιά-Βαρβάρας, με στρατιώτες πατριώτες του κ άρχισαν να χτυπούν τους Αρβανιτάδες, να τους σκοτώνουν και να κάνουν πλιάτσικο. Τούτοι πίστεψαν για μιά στιγμή πως οι Έλληνες τους εί­χαν οργανωμένη απάτη και πως τους έβγαζαν εκεί, για να τους σκοτώσουν όλους μαζί. Έτρεξαν με μεγάλη βουή και κύκλωσαν τον Κολοκοτρώνη. Ο ίδιος ο Ελμάζμπεης είχε τώρα απορίες. Πήγε και στάθηκε κοντά στον Κολοκοτρώνη, έτοιμος γιά όλα κρατούσε τ’ άλογό του μο­νάχος και δεν τό καβαλλίκευε. Ό Κολοκοτρώνης είχε πα­νιάσει, δεν ήταν σίγουρος, αν αυτά όλα δεν τάζανε ο Ανα­γνώστης Δεληγιάννης, για να του ριχτούν εκεί, καθώς ήταν ανυπεράσπιστος, οι Αρβανιτάδες και να τον σπαρά­ζουν. Και δεν ήταν υποψία διόλου αβάσιμη ο Κολοκοτρώνης ήξερε καιρό τώρα πως οι κοτζαμπάσηδες συνωμοτού­σαν και κατά του Υψηλάντη κ εναντίον του. Ο Γιώργης Σέκερης είχε ακούσει όλες τις σκευωρίες που έκαναν οι προε­στοί με το Μαυροκορδάτο στη Ζαράκοβα. Όσο για την ειδική συνωμοσία κατά του Κολοκοτρώνη, που ήθελαν να του λερώσουν τ’ όνομα και να του κλονίσουν τη θέση, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης είχε μιλήσει ανοιχτά στον Καφετζή, που ήταν άλλοτε άνθρωπός του και τον νόμιζε ακόμα δικό του. Η επανάσταση όμως τον είχε αναδείξει κ αυτόν οπλαρχηγό, είχε άλλα συμφέροντα, έξω απ’ αυτό είχε μυστικό συμπεθεριό με τον Πλαπούτα. Αυτά όλα δεν τα ήξερε ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, γιατί έλειπε στην Πόλη βεκίλης κ’ ήρθε όταν είχε αρχίσει πιά η επανάσταση. Έτσι την είχε πάθει: Ο Καφετζής τα είχε μαρτυρήσει όλα, ο Κολοκοτρώνης τάξερε, κ’ ας έκανε πως δεν τα ξέρει.

Έβλεπε λοιπόν τώρα τον κίνδυνο μεγάλο. Το μελίσσι των Αρβανιτάδων, ερεθισμένο από το φέρσιμο του Δεληγιάννη, τον είχε κυκλώσει γεμάτο φοβέρα. Τι παραμικρότερη απροσεξία και θα φούντωνε το δράμα. Ο Κολοκοτρώνης πάσχιζε να κρατηθεί. Οι Αρβανιτάδες φώναζαν.

Άλλοι γύρευαν να τους δώσει τους μισθούς, άλλοι τ’ άρ­ματά τους, όσα οι Έλληνες τους είχαν αρπάξει, όταν τους ξεμονάχιαζαν. Άξαφνα ένας απ τους πολύ αγριεμένους τον ζύγωσε και του φώναξε μούτρο με μούτρο:

— Θέλω την πιστόλα μου!

Ο Κολοκοτρώνης έχασε την υπομονή του. Τραβάει την
πιστόλα του από το κουμπουρλούκι του αλόγου του και του τη ζυγιάζει στο μεσόφρυδο:

— Θέλεις να σου δώσω τη δική μου; Του φώναξε

Ο Αρβανίτης δεν κατάλαβε την ερώτηση, ούτε τη φο­βερή σημασία της. Άπλωσε να την πάρει. Μια στιγμή ακόμα και του την άναβε, κ’ ο ανθρωποσωρός θα γινόταν μπελντές από σάρκες κ’ αίματα. Ο Ελμάζπεης έσωσε την περίσταση: Τραβάει σαν αστραπή την πάλα του, χτυπάει το χέρι του Αρβανίτη, του το κατεβάζει.

— Τραβηχτήτε! Φωνάζει: Είναι ώρα τώρα να γλυτώ­σετε τις πιστόλες σας η τα κεφάλια σας;

Οι Αρβανίτες τραβήχτηκαν, ο Κολοκοτρώνης ανάσανε. Κατάφερε και τον Ελμάζμπεη να καβαλικέψει. Αγκαλιά­στηκαν, φιλήθηκαν. Ο αρχηγός είχε προστάξει στο μεταξύ τον Πλαπούτα να τραβήξει τους αρχηγούς των Αρβανιτάδων κατά την Αγιά Βαρβάρα και κεί να μαζοχτούν κ’ οι άντρες τους. Ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη κατά­φερε τέλος και τον Ελμάζμπεη να πάει να ενωθεί με τους άλλους. Μερικοί Αρβανιτάδες που απόμειναν έζωσαν πάλι τον Κολοκοτρώνη. Ο υπασπιστής του φωνάζει τότε:

— Ανοιχτέ! Οι μπέηδες γυρεύουν τον αρχηγό.

Έτσι τον λευτέρωσε. Ο Κολοκοτρώνης τράβηξε στα τέσσερα στην καλύβα του. Έστειλε κ’ μάζεψε όσους μπόρεσε απ’ την προσωπική του φρουρά. Κ’ έτρεξε πάλι κοντά στους Αρβανιτάδες, που είχαν αποτραβηχτεί με τον Πλαπού­τα, κατά το Μύτικα. Γιατί καινούργιος κίνδυνος είχε φυτρώσει τώρα πάλι: Στρατιώτες του Αναγνωσταρά, που ήθελε κ’ αυτός να χαλάσει τη συνθήκη μαζεύτηκαν ένα γύρω κ’ ετοιμάζονταν να χτυπήσουν μαζί με τους στρατιώτες του Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ο Κολοκοτρώνης μπήκε αποφα­σιστικά στη μέση:

— Αν θέλετε, Έλληνες, τους φώναξε, να βαρέσετε τους Αρβανίτες, σκοτώστε πρώτον έμενα, είδε και είμαι ζωντα­νός, όποιος πρωτορίξει σ’ αυτούς, κείνον θα πρωτοσκοτώσω!

Τα κοφτά τούτα λόγια, μα προ πάντων η επιβολή του και τα παλληκάρια του σταμάτησαν το κακό. Είχε όμως κιό­λας προλάβει να προστάξει τον Πλαπούτα, να πιάσει τα καταράχια του Μύτικα με πεντακόσιους Αρβανιτάδες έτοι­μους ν’ ανοίξουν ντουφέκι.

Μέσα στα μπουλούκια που είχαν βγει σύμφωνα με τη μπέσα, ήταν κ’ ο περίφημος Ίσα μπουλούκμπασης. Μ’ αυτόν τα Κολοκοτρωνέϊκα είχαν φοβερά προηγούμενα. Ήταν όπως είδαμε, στο μεγάλο χαλασμό της κλεφτουριάς του Μωριά και το κυνήγι των Κολοκοτρωναίων. Οι ίδιοι οι Αρβανι­τάδες τον έπιασαν και τον έφεραν μπροστά στον αρχηγό.

— Κάνε τον ό,τι θέλεις !

Ήταν κίτρινος σαν το φλουρί, καμμιά ελπίδα δεν είχε, πίστευε πως θα τον παίδευαν σκληρά. Ο Κολοκοτρώνης έριξε μιά ματιά στον παλιό του εχθρό, που είχε ρημάξει τη φαμίλια του. Ύστερα γύρισε στους άλλους:

Εγώ, τους είπε, μεγαλόψυχα, έκαμα το «σιάξιμο» — συνθήκη — μ’ ολους εσάς μαζί, λοιπόν είναι κ’ αυτός μέσα, και θ αρθεί κοντά σας.

Ο Αρβανίτης αποτραβήχτηκε με βουρκωμένα μάτια. Ο Κολοκοτρώνης άρχισε να ψάχνει τώρα τα μπουλούκια, να δει μην είχαν βγει μαζί τους και Τούρκοι από τους ντόπιους. Βρήκε κάμποσους και μέσα σ’ αυτούς το Μαραμπούτη, γνωστότατο Τούρκο της Αρκαδίας. Είπε αμέσως στους αρχηγούς των Αρβανιτάδων πως δε θα τους άφηνε να φύγουν, γιατι ήταν έξω από τη συμφωνία. Αυτοί έπεσαν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν.

Έχουμε δώσει το λόγο μας, του έλεγαν, δεν μπορούμε να τον πάρουμε πίσω, μη μας πατάς το φιλότιμο.

Όταν εγώ, τους αποκρίθηκε, δε σας γυρεύω τον Τσαμπουλούκμπαση, που είχει σκοτώσει τον αδερφό μου και τόσους από τη φαμίλια μου, μόνο και μόνο γιατί είναι Αρβανίτης, δεν πρέπει και σεις να μου ζητάτε να σας αφήσω ντόπιους Τούρκους, αφού δεν είναι Αρβανίτες.

’Έτσι χώρισαν οι ντόπιοι, απόμειναν αιχμάλωτοι στους Έλληνες, με τη λαχτάρα στην καρδιά, για την τύχη που τους περίμενε. Ένας καβαλάρης έφτασε απ’ την Τρίπολη στα τέσσερα, κείνη την ώρα:

— Τρακόσιοι Αρβανιτάδες, λέει στον αρχηγό, λαχανια­σμένος, κλεισμένοι στα κονάκια του σαραγιού, κρατάνε ντου­φέκι. Οι δικοί μας τους έχουν ζωσμένους, και τούτοι φω­νάζουν, γυρεύουν εσένα, που σου έχουν μπέσα, να τους βγά­λεις απ το κάστρο.

Ο Κολοκοτρώνης σπηρουνίζει τ’ άλογό του. Απ’ολο το κάστρο απάνω κρέμονταν, απέραντο το σύννεφο, οι καπνοί, απ’τη μεγάλη τάπια, που κρατούσαν οι Τούρκοι ταμπουρωμένοι και χτυπούσε ζερβά, δεξιά, μπροστά, στα στραβά κ’ από τις άλλες, τις πλαϊνές που βαρούσαν αυτοί.

Το ντουφεκίδι κόχλαζε, δυναμωμένο τώρα, μέσα στην πολιτεία κ’ ανακατωνόταν με τη βουή των παληκαριών και τα ξεφω­νητά των γυναικών. Ο Κολοκοτρώνης μπήκε, με συνοδεία μικρή, από την πόρτα του σαραγιού: Είχε περάσει κιόλας από τούτη τη μεριά το γιαταγάνι των Ελλήνων. Μόλις μπήκε στα στενά σοκάκια, για να φτάσει στα κονάκια του σαραγιού, δεν άκουγε πιά τα πέταλα του άλογου του, το περπάτημά του είχε γίνει άξαφνα βελουδένιο. Ο Κολο­κοτρώνης, σε μεγάλη συλλογή ως εκείνη τη στιγμή, τινά­χτηκε, ήρθε στον εαυτό του, κοίταξε γύρω: Τ’άλογό του ολοένα πατούσε απάνω σε παράξενο, αλλόκοτο χαλί από πτώματα: Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κεφάλια κομμένα, κρανία ανοιγμένα, σπλάχνα σκορπισμένα, μέλη χωρισμένα. Μπόλικα σκυλλιά που διατηρούσαν οι Τούρκοι, πεινασμένα, λιμασμένα, απ’την εξάμηνη πολιορκία, είχαν ρι­χτεί, εδώ κ’εκεί κ έβοσκαν τις σάρκες των σκοτωμένων, αγριεμένα, σαν κοπάδια τσακαλιών. Άλλα πιάνονταν κ’ άνοιγαν καυγάδες, κ άλλα φεύγαν σέρνοντας μιαν ανθρώ­πινη σκοταριά η ένα κεφάλι. Ο Κολοκοτρώνης γύρισε άλ­λου τα μάτια. Ποτέ δε φανταζόταν τέτοια τρομερή αντα­πόδοση στο χαστούκι που είχε φάει μικρός, από τους Τούρ­κους, σ’ έναν απ’αυτούς τους δρόμους που περνούσε τώρα. ’Έφτασε μπροστά στα κονάκια. Οι Έλληνες, αφού είχαν παστρέψει από Τούρκους τα τριγυρινά σπίτια, ντουφεκούσαν απ’αυτά τους Άρβανιτάδες, που φώναζαν κάθε τόσο πως έχουν μπέσα και θέλουν να βγούν. Ο Κολοκοτρώνης φανερώθηκε ξαφνικά στη μέση. Φώναξε στα παληκάρια να πάψουν το ντουφεκίδι. Στάθηκαν για μιά στιγμή. Μέσα στους καπνούς, που ήταν απλωμένοι σαν πάχνη προχώρησε κάτω απ’τα κονάκια, με κίνδυνο της ζωής του.

Τι γυρεύετε, βρε Αρβανίτες, τους φώναξε.

— Τον Κολοκοτρώνη!

Εγώ είμαι ο Κολοκοτρώνης.

— Θέλουμε τον ίδιον.

Εγώ είμαι, βγήτε και δε θα σας αγγίξει κανένας.

— Να έρθει ο Κολοκοτρώνης.

Μα το Θεό, τους φώναζε, μα τα τέσσερα κιτάπια του Θεού, μα το Χασρέτ Τσά, εγώ είμαι ο Κολοκοτρώνης, δεν πιστεύετε; Το κρίμα στο λαιμό σας! Δε θα είμαι εγώ που πάτησα τη μπέσα.

Μα δεν τον πίστευαν, δεν τον γνώριζαν, και δεν ήταν
εκεί κανένας ανώτερος, για να μπορέσει να μιλήσει. Καταλυπημένος αποτραβήχτηκε. Τώρα τα παλληκάρια μάζευαν άχερα, ξύλα και μπαρούτι, να βάλουν φωτιά στα κονάκια να τους κάψουν.

ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ TOY ΣΑΡΑΓΙΟΥ

Του κάκου, ο Κολοκοτρώνης κ άλλοι αρχηγοί πάσχισαν να κρατήσουν τους άντρες τους. Ο αρχηγός μάλιστα είχε βγάλει και ειδικό τελάλη να μη χτυπούν τους Αρβανιτάδες οι τρακόσιοι όμως αυτοί, στα κονάκια του σαραγιού, ξαναρχίζοντας το απελπισμένο ντουφεκίδι τους, άναψαν τη λύσσα των παληκαριών. Πίσω απ’ αυτά τα κανόνια ήταν το σαράι, μ’ όλους τους επίσημους, τα χαρέμια και τα πλούτη του Χουρσίτ. Βιάζονταν να ξεκάμουν αυτή τη λίγη αντίσταση των κονακιών, για να πηδήσουν μέσα και να χορτάσουν την εκδίκησή τους. Άναψαν και καίγονταν σε λίγο τα γύρω σπίτια. Οι καπνοί κ’ οι φλόγες στούμπωσαν όλο το μέρος. Οι βροντές των κανονιών και των ντουφε­κιών έσμιγαν τώρα με τους κρότους των δοκαριών που έπεφταν καρβουνιασμένα και των κεραμιδιών που κάθιζαν με πάταγο και σύννεφα σκόνη. Οι Αρβανιτάδες πνίγονταν, άλλοι έκαμαν γιουρούσι, άνοιξαν την πόρτα ενός κονακιού και πήδησαν έξω με τα γιαταγάνια στο χέρι και με φωνές. Οι Έλληνες έπεσαν απάνω τους και τους λιάνιζαν έναν-ένα. Άλλοι μ’ όλο που το κάτω πάτωμα των κονακιών είχε πάρει φωτιά κ’ οι φλόγες ανέβαιναν, πολεμούσαν από τ’
απάνω, τα ντουφέκια τους όμως αραίωναν, η αντίσταση λιγοψυχούσε. Είχαν ζώσει τώρα σφιχτά το σαράι ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, με τους Μανιάτες, ο Γιατράκος κ ο Κρεββατάς με τους Σπαρτιάτες και κάμποσοι Γορτύνιοι με το Δημήτρη Δεληγιάννη. Η μπάς-χανούμ, οι άλλες γυναίκες του Χουρσιτ και του Κιοσέ Μεχμέτ είχαν αποτραβηχτεί στα χαρεμλίκια του σαραγιού βαθιά κ έκαναν με κλάματα την προσευχή τους στον προφήτη. Άμα ο Ντελήμπασης του πασά είδε πως πέφτουν και οι στερνοί Αρβανιτάδες έβαλε φωτιά στο σαράι να κάψει τα χαρέμια. Ένα στριγκό ξεφωνητό τρομάρας έβαλαν οι γυναίκες, μόλις είδαν τις φλόγες, ύστερα βουβές, αποφασισμένες, αγκάλιαζε η μιά την άλλη και πρόσμεναν τον θάνατο. Ο πόλεμος ήταν τώρα μέσα στην αυλή του σαραγιού. Οι τελευταίες ντουφεκιές πέφτουν στις πόρτες. Τέλος, Μαυρομιχάλης, Γιατράκος, Δεληγιάννης, Κρεββατάς ορμούν μέσα με τους άλλους καπεταναίους τους και μερικά παλληκάρια. Σβήνουν τη φωτιά, μπαίνουν με τα σπαθιά στα χέρια στο μεγάλο οντά. Ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης, ο Κιαμήλμπεης, οι περισσότεροι από τους επίσημους Τούρκους ήταν μαζωμένοι εκεί. Παραδίνονται άδοξα. Ο Κολοκοτρώνης φτάνει. Γυρεύει τον Κεχαγιάμπεη, τον χαιρετάει:

— Θυμάσαι μπέη, του λέει, τι σου έγραψα μετά τον πό­λεμο μας στο Βαλτέτσι; Να κάμουμε σιάξιμο, να μη χαθεί άδικα ο κοσμάκης. Δε μ άκουσες. Σου έγραφα κ εν άλλο. Αν δε μ ακούσεις καλή αντάμωση στο σαράι σου μέσα. Και να που βάσταξα το λόγο μου.

— Ήμουν σκλάβος στους Ρώσους, του είπε ο κεχα­γιάμπεης, σ άλλον πόλεμο, καλύτερα να χαθώ τώρα στους Έλληνες, έτσι κι αλιός αλλού θα με στείλει ο σουλτάνος να χαθώ.

— Μη φοβάσαι, του είπε ο Κολοκοτρώνης, δε σκοτώ­νουμε όσους προσκύνησαν.

’Έφτασε κ’ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Σε μια στιγ­μή, που έλεγε στον κεχαγιάμπεη να μη στενοχωριέται για την τύχη του, αποκρίθηκε.

— Ήθελα να πολεμήσουμε άλλη μια φορά και να σε πάρω εγώ σκλάβο, για να δεις αν θα στενοχωριόσουνα.

— Κ’ εγώ ήθελα να πολεμήσουμε άλλη μιά φορά, μα κ’ αν δε σε νικούσα, πάλι ζωντανό δε θα μ’ έπιανες.

— Ουτ’ εγώ θα ξαναγίνω πιά σκλάβος σου, του είπε ο κεχαγιάμπέης.

Ύστερα από ένα χρόνο ξαναπολέμησαν, αντιμέτωποι, στην Ήπειρο, στη μάχη του Φαναριού. Και σκοτώθηκαν κ οι δυο.

Στο μεταξύ άλλοι έτρεξαν στα χαρεμλίκια. Οι γυναί­κες έβαλαν σπαραχτικές φωνές. Η όμορφη Εσμέ τέντωσε τον άσπρο της λαιμό, νομίζοντας πως έρχονται να της πάρουν το κεφάλι. Τις ησύχασαν όλες. Τις παράδωσαν στη φύλαξη των Μαυρομιχαλαίων. Οι ίδιοι πήραν αμέσως στην προστασία τους και τον Κεχαγιάμπεη, τον καϊμακά­μη και τον Μπινά Εμίνη. Το Σιέχ Νεντζήπ εφέντη, μ’όλη του τη φαμίλια, ο Κολοκοτρώνης, το Μουσταφάμπεη και το Δεφτέρ κεχαγιά ο Κεφάλας κ’ ο Παπατσώνης, τον Κιαμήλμπεη ο Γιατράκος, τους Αρναουτογλέους ο Αναγνωσταράς και άλλοι άλλους. Ο κάθε αρχηγός γλύτωσε τους επίσημους που είχε στην προστασία του όπου κ’ όπως μπορούσε. Τα χαρέμια, του κεχαγιάμπεη και του καϊμακάμη τα πήγαν γλήγορα με δυνατή συνοδεία στο νεόχτιστο σπίτι του Μουσταφάμπεη. Οι γυναίκες, καθώς διάβαιναν ανάμε­σα σε πτώματα και σκουντουφλούσαν απάνω σ’ αυτά, λιποθυμούσαν, άλλες θρηνούσαν, κωρονυχιάζαν το πρόσωπο τους χτυπιόνταν, τις έσερναν από κοντά με τη φοβέρα. Όταν ζύγωσαν στου Μουσταφάμπεη έφτασε κ η Μπουμπουλίνα, ήταν αρματωμένη, μπήκε στο σωρό, ησύχασε και παρηγό­ρησε τα χαρέμια. Τους είπε πως δεν έχουν κανένα φόβο και για να τους δώσει κουράγιο έμεινε κοντά τους κάμποσο. Τον Κιαμήλμπεη ο Γιατράκος τον φύλαξε στο σπίτι του Τριπολιτσιώτη Γιώργη Ιωάννου. Εκεί καθόταν ο πλουσιότα­τος τούτος άρχοντας της Κορίνθου, τριγυρισμένος από τους δούλους του, μ όλη την ασιατική του μεγαλοπρέπεια και κάπνιζε τα τσιμπούκια του, ατάραχος, σα να μην είχε γί­νει τίποτα. Ο Κολοκοτρώνης έτρεξε να του πει, να μην έχει κανένα φόβο. Είχε την ελπίδα ο Γέρος πως θα τον κατάφερνε να ενεργήσει να παραδοθεί μιά ώρα γληγορώτερα το κάστρο της Κορίνθου. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ακολουθούσε τον πατέρα του σ’ αυτή την επίσκεψη. Μπήκε μέσα και καθώς είδε τον Τούρκο σ’ όλο το παλιό του μεγα­λείο, του είπε θαρρετά:

— Γειά σου, Κιαμήλη !

Ο μπέης κοίταξε με περιέργεια τ’ αρματωμένο παλληκαράκι.

— Καλώς όρισες, του είπε, στενοχωρημένος γι’ αυτή την άξαφνη Ισοπέδωση.

— Μπέη! του φώναξε ο μικρός, μη σου παραξενοφαίνεται ο χαιρετισμός μου, τώρα ήρθε καιρός να σας χαιρε­τούν οι Έλληνες, καθώς εσείς χαιρετάτε τους ραγιάδες. Είμαστε όλοι ίσοι, γειά σου Γιάννη, γειά σου Κιαμήλη!

Όλοι γέλασαν.

— Τίνος γιος είσαι; Τον ρώτησε ο μπέης.

— Του Κολοκοτρώνη.

Ο Κιαμήλ σηκώθηκε, τον χάϊδεψε, ευχήθηκε στον Κολοκοτρώνη να του ζήσει, είπε ύστερα στο Γενναίο:

— Είσαι έξυπνος, θα γίνεις τρανός άνθρωπος, μα να φυλάς τη μπέσα σου, γιατί αυτό θα πει μεγάλος άνθρω­πος, αυτός που κρατάει το λόγο του.

Μίλησαν με τον αρχηγό. Ο Κολοκοτρώνης τον άφησε σε λίγο ακόμα ησυχώτερο απ’ ό,τι τον βρήκε. Όταν, γυρί­ζοντας στο σαράι, περνούσε από την αγορά, είδε το με­γάλο πλάτανο, που κρεμούσαν οι Τούρκοι τους κλέφτες, αναστέναξε βαθιά:

— Πόσοι απ’ το γένος μου και τη φαμίλια μου έχουν κρεμαστεί εδώ!

Και πρόσταξε στη στιγμή να τον κόψουν. Ήθελε να σβήσει, αν μπορούσε και το τελευταίο χνάρι από τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς.

Ωστόσο αυτοί που μπήκαν στο σαράι άμα ξέβγαλαν τους επίσημους δόθηκαν στην αρπαγή. Ό,τι μπορούσε να παρθεί, αρπάχτηκε στη στιγμή. Στους μεγάλους επιχρυσω­μένους οντάδες του με τα σκαλιστά ταβάνια πήγαιναν, ερχόντουσαν, βούιζαν άνθρωποι π άλλο δεν είχαν στο νου τους παρά το πλιάτσικο. Ντουλάπια, μουσανταράδες, κελά­ρια, κρυψώνες, πατώματα ξύλινα χωρίσματα, ξηλώθηκαν με τον μπαλτά. Μεταξωτά παπλώματα, στρωσίδια, φου­στάνια, χαλιά, γούνες, ζώνες βαρύτιμες περσικές κ ινδιάνικες, στόφες χρυσοκέντητες, άρματα κ ασημικά, σύρθηκαν έξω, εδώ κ εκεί και μέσα σ’ άπειρους καυγάδες, φωνές κ αντάρες, χάθηκαν, αφανίστηκαν. Γούνες σχήστικαν στα δυο, ζώνες κομμάτιαζαν, παπλώματα κουρέλιαζαν. Σκοτώθηκαν άνθρωποι για ένα κεχριμπαρένιο τσιμπούκι. Δεν ήταν πάντα οι αρχηγοί που έβγαιναν κερδισμένοι απ’ αυτή την αναρχία: Η μεγάλη διαμαντοπλουτισμένη μαχαίρα του Χουρσίτ πασά έπεσε στα χέρια ενός απλού, Πάνου Σάκου, του Παλουμπιώτη, πουλήθηκε σ’ έναν Υδραίο για χίλια δεκαεννιάρια χρυσά και λίγο υστέρα, ο Μουχάμετ-Άλης της Αίγυπτου την αγόρασε — στο τρίτο της αξίας της — για εκατόν τριάντα χιλιάδες γρόσια. Μα δεν ήταν μόνο τα πολύτιμα πράματα που άρπαζαν. Οι Μανιά­τες δεν είχαν στην πατρίδα τους την παραμικρή βιομηχα­νία, δεν είχαν ούτε την πιο απλή σιδηρική στο βραχότοπο τους. Έβγαζαν, λοιπόν, από τις πόρτες ακόμα και τις κλειδαριές και ό,τι άλλο σιδερένιο. Αφού έτσι γυμνώθηκε τέλεια το σαράι κ’ έγινε ρημάδι έπρεπε τούτα τα καμώ­ματα να σκεπαστούν: Οι άλλοι θα γύρευαν μερτικό απο τα πλιάτσικα που τα τρανταζόντουσαν πολύ πλουσιότερα απ ό,τι μπορούσαν νάναι. Τι θα τους έλεγαν; Άλλος τρό­πος να κρυφτούν δεν απόμενε απ’ τη φωτιά. Είχε νυχτώ­σει πιά. Η ώρα ήταν περασμένη. Τα υλικά δεν έλειπαν. Σε λιγάκι ένα δέντρο, πελώριο, από φλόγες φύτρωνε, άπλωνε  γλήγορα κλαριά και θέριευε απάνω απ’ τη σκεπή του σαραγιού. Η βαμμένη και χρυσωμένη ξυλεία καιγό­ταν σα ρετσίνι.

— Το σαράι καίγεται!

Ακούστηκαν φωνές μέσα στο ντουφεκίδι που ξανάναβε μέσα στην πολιτεία. Πλήθος αρματωμένο έτρεξε. Άλλοι έβριζαν, βλαστημούσαν, άλλοι ορμούσαν, θαρρώντας πως θα γλυτώσουν θησαυρούς μέσ’ από τις φλόγες. Κ’ η αγανάχτηση ξεσπούσε πάλι στον τούρκικο πληθυσμό: Τα παλληκάρια σκόρπιζαν για να εξακολουθήσουν το έργο της καταστροφής σ όλη την πολιτεία. Οι επίσημοι Τούρκοι ακούγοντας όλο τούτο το κακό άρχισαν ν’ ανησυχούν. Χρειά­στηκε να πάει να τους δει ο Αναγνωστόπουλος από μέρος του Υψηλάντη:

— Ο πρίγκηπας μου είπε — παρηγορούσε τον καθένα —
να μη λυπάστε, γιατί έτσι είναι τ’ ανθρώπινα, για την τιμή σας και τη ζωή σας δίνω εγγύηση.

Αυτοί τον ευχαριστούσαν και ρωτούσαν για την υ­γεία του.

— Εμείς, του έλεγαν στερεότυπα, είμαστε κρεμασμένοι στην τιμή σας, εκάμαμε το χρέος μας σαν πιστοί δούλοι του βασιλιά μας.

— Γι’αυτό σας σεβόμαστε, τους βεβαίωνε ο Αναγνωστόπουλος.

Ωστόσο οι βροντές, οι ντουφεκιές, οι θρήνοι, τα ξεφω­νητά, η βουή δυνάμωναν ολοένα και περισσότερο μέσα στην πολιτεία. Η ησυχία της νύχτας διπλάσιαζε τη δύναμή τους κ’ οι λαμπάδες από τόσες φωτιές που είχαν βάλει φώτιζαν απαίσια το φριχτό έργο.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΦΑ ΓΗ

«Κτυπούν όλοι απάνω κάτω. Κάθε κτύπημα που φέβγει είναι κτύπημα θανάτου. Χωρίς να δευτεροθει.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει, Λες και εκεί η ψυχή Απ’ το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχτεί.

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι Ούτε πέλαγο, ούτε γη, Γι’αυτούς όλους το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί».

Όταν οι Αρβανιτάδες είχαν βγει, όπως είδαμε, κατά τις εννιά μίση το πρωί, από την πόρτα των Καλαβρύτων, ο Κολοκοτρώνης, πιστεύοντας πως δεν έχουν απομείνει άλλοι στο κάστρο, πρόσταζε να κλείσουν την πόρτα, για να μη βγαίνουν οι ντόπιοι Τούρκοι. Την ίδια προσταγή έδωσαν κ οι άλλοι καπεταναίοι: Όλες οι πόρτες σφάλισαν και το κάστρο με τα ψηλά του τείχη, που ήταν τόσους μήνες, δυνατός προστάτης, έγινε τώρα με μιας τεράστια φάκα, όπου είχαν όλοι πιαστεί σαν ποντίκια. Στη στιγμή άρχισε η σφαγή. Ποιος μπορούσε να κρατήσει; Και γιατί; Κ ο τελευταίος στρατιώτης ένοιωθε πως η επανάσταση δεν ήταν σε θέση να έχει τόσους αιχμάλωτους, όσοι βρίσκονταν αυτή τη στιγμή στην Τρίπολη. Δεν μπορούσε ούτε να τους φυ­λάξει, ούτε να τους θρέψει, για να τους έχει αύριο, σε μιά εισβολή τουρκικού στρατού, δύναμη εχθρική κ επικίνδυνη στα νώτα της. Έπρεπε να λείψουν.

Ή επανάσταση θα ήταν ανάξια της μεγάλης αποστολής της, αν δείλιαζε μπροστά στον αριθμό των θυμάτων. Ο Τούρκος χωρίς να βρίσκε­ται στην ίδια στυγνή ανάγκη με τους επαναστάτες, δεν κάθισε διόλου να μετρήσει τα θύματα στις σφαγές της Πόλης, της Σμύρνης, του Αϊβαλιού. Κ ήταν πολύ φρέσκα τα κατορθώματα της μαχαίρας του, είχαν συδαυλίσει τα προαιώνια μίση κ είχαν ανοίξει όλους τους παλιούς λογα­ριασμούς. Η βεβαιότητα κη ασφάλεια της τυραννίας,—οι τούρκοι δεν είχαν φανταστεί ποτέ πως θα κλονιζόταν μιά μέρα η αυτοκρατορία τους—είχαν κάμει θρασύτατο και τον τελευταίο οσμανλή και δεν υπήρχε Τούρκος απ’ τους ντόπιους, που είχαν απομείνει τώρα στο κάστρο, που να μην είχε δυο και τρεις άσπονδους, προσωπικούς εχθρούς, απ τους χτεσινούς τούτους ραγιάδες που έμπαιναν αρματωμένοι τώρα να εκδικηθούν.

Ο αγώνας ήταν για πίστη και για πατρίδα. Η ελληνική Εκκλησία είχε χτυπηθεί στην κεφαλή της. Το σκοινί του Πατριάρχη γίνηκε τεράστιο, απέραντο, για να κουλουριαστεί στο λαιμό χιλιάδων λαού. Δεν ήταν απλή επανάσταση εδώ, ήταν άλλη σταυροφορία της ορθοδοξίας, πνοή τραγικής, τυφλής αδιαλλαξίας φούσκωνε τα στήθη των ραγιάδων κατά των άπιστων τυράννων, για να δώσει στο πάρσιμο της Τρίπολης τη νότα των παλιών ιερών πολέμων, όπου το ελάχιστο έλεος για τον εχθρό ήταν βρισιά στον ίδιο τον Θεό.

Η θεομηνία τούτη των αιμάτων άρχισε από την πόρ­τα των Καλαβρύτων, που μόλις είχε κλείσει πίσω απ’ τους Αρβανιτάδες. Κάμποσοι απ’ αυτούς, καθυστερημένοι, ανα­κατωμένοι με ντόπιους, καμμιά διακοσαριά όλοι, έτρεχαν να προφτάσουν να βγουν κ’ αυτοί από την πόρτα, όταν τους κύκλωσε μελίσσι άγριο. Ήταν Υδραίοι με κεφαλή το Γκίκα Θεοδώρου Γκίκα και τον Πέτρο Μαρκέζη, πρωτοπαλήκαρο του αρχιεπαναστάτη του νησιού Αντώνη Οικονόμου. Ήταν ακόμα μαζί τους κ’ ο Παν­τελής Νέγκας, όλοι αυτοί, με τα παλληκάρια τους, άν­τρες ατρόμητοι και σκληρόψυχοι, πολεμούσαν μαζί στο κάστρο, απ’την πρώτη στιγμή που είχε συστηθεί το στρα­τόπεδο στα Τρίκορφα. Δεν είχαν ντουφέκια, ήταν οπλισμένοι με «σαλτιρμάδες», μεγάλες μαχαίρες και γι αυτό φοβεροί, δεν μπορούσαν αυτοί να πολεμήσουν αλλοιώς, παρά ζυγώνοντας τον εχθρό, στήθος με στήθος, και κανένα χτύ­πημα τους δεν πήγαινε χαμένο. Όταν λοιπόν, είδαν αυτό το μεγάλο μπουλούκι, που πήγαινε να βγει, το κύκλωσαν με αλαλαγμούς κ έπεσαν μέσα με τα μαχαίρια. Οι Τούρκοι σάστισαν, γίνηκε τότε τούτο το παράξενο: άντρες αρματωμένοι με ντουφέκια και πιστόλες, αντί ν ανοίξουν, να χτυ­πήσουν, να υπερασπίσουν τη ζωή τους, έπεφταν από μα­χαίρια. Τους πήραν τ άρματα ως που ν ανοιγοκλείσουν τα μάτια, κ άρχισαν με τους «σαλτιρμάδες», να τους πελεκούν μ’ όλη τη φριχτή κυριολεξία, σαν τραγιά στο χασάπικο. «Ακόμα και τώρα, γράφει, μετά χρόνια πολλά, ένας καπε­τάνιος που ήταν μπροστά στην απαίσια σκηνή, έρχεται στη θύμηση μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκάλων κ ανατριχιάζω». Έκοβαν κεφάλια, χώριζαν κορμιά σε δυο, άνοιγαν στέρνα, και στο βογγητό των θυμάτων αποκρινόταν ο χτύπος, το πελέκημα κ η άγρια κραυγή των φονιά­δων. Ο δρόμος έπηξε σε λίγο από κουφάρια που σπαρτάριζαν. Πέφταν απάνω τους, να πάρουν τα κεμέρια κ ό,τι άλλο πολύτιμο, πολλές φορές μέσ’από το αίμα το ζεστό, που πήγαινε αυλάκι. Όταν τους ξέκαμαν σηκώθηκαν απο κει, καταματωμένοι, σαν κοπάδι λύκοι που σπάραξαν στάνη ολάκερη. Τράβηξαν γι αλλού, σκουπίζοντας πρόχειρα τα μαχαίρια τους, απάνω στα ρούχα των νεκρών και τα δικά τους. Μερικοί μισοτελειωμένοι σέρνονταν χάμο και πάσχιζαν να διώξουν με τα χέρια τα πλήθη των σκυλιών, π αγριεμένα πέφταν ν αποτελειώσουν το έργο των ανθρώπων αυτά τα σκυλιά έμαθαν αμέσως τι δουλειά είχαν έρθει να κάμουν αυτοί που όρμησαν στην πολιτεία, κ’ έτρεχαν πίσω τους με γαυγίσματα κ ουρλιάσματα, έτοιμα να σπαράζουν τον πρώτο που θα έπεφτε από τους πρώην αφεντάδες τους. Ο αλαλαγμός των Ελλήνων ακουγόταν απ’ όλες τις μεριές του κάστρου, απ’όλες τις πόρτες που είχαν μπει και πρόβαινε, ολοένα δυνατότερος, ζύγωνε, απλωνό­ταν στην πολιτεία. Όσοι άκουσαν αυτό τον αλαλαγμό δε μπορούν να τον ξεχάσουν. «Το ξεφωνητό των Ελλήνων, όταν ζυγώνουν (πλησιάζουν) τον εχθρό — έγραψε ο Ραιμπώ που ήταν μπροστά, την ώρα τούτη της εφόδου — είναι είδος αλα­λαγμού λαρυγγικού, η κραυγή όμως αυτή αλλάζει έκφραση, όταν σηκώνουν το μαχαίρι η το γιαταγάνι απάνω στο θύμα. Τότε αδύνατο να την αποδόσει κανένας: Ειρωνεία πι­κρή της νίκης, οργή, εκδίκηση, απάνθρωπη χαρά των αι­μάτων, τα εκφράζει μαζί όλα η κραυγή αυτή που συνοδεύει πάντα γέλιο άγρια σαρκαστικό κ όχι λιγότερο τρομαχτικό. Η κραυγή αύτη του ανθρώπου – τίγρη, του ανθρώπου που καταβροχθίζει τον άνθρωπο, είναι απαίσια στ αυτί και μου έκανε τη θλιβερότερη εντύπωση». Μ αυτή τη φοβερή φωνή ρίχτηκαν τα παληκάρια στους δρόμους, μάζες πυκνές.  Αν βρίσκαν μπροστά τους ανοιχτά σπίτια Τούρ­κων, που τους πλάνεψε η ελπίδα πως τέτοια στάση θα κι­νούσε το έλεος, τα πλημμύριζαν στη στιγμή. Τρελά, στραβά, ορμούσαν σε σκεβρωμένα, ετοιμόρροπα χαγιάτια κ’ ερχόντουσαν κάτω με πάταγο. Από παράθυρα και πόρτες πετούσαν σαν κουρέλια, γυναίκες κ άντρες, χιλιοματωμένους, στους άλλους που βρίσκονταν στο δρόμο, να τους απο­τελειώσουν. Ήταν απίστευτα γλήγορη κ αλλόκοτη σα βραχνάς η καταστροφή τούτη που έφερναν, όπου πατούσαν. Μετά το ένα σπίτι, ευθύς το άλλο και τ’ άλλο. Κ έπειτα όλοι μαζί πάρα κάτω. Που και που μέσα στο ποτάμι τούτο του ολέθρου έπεφτε κ έσκαζε καμμιά μπάλα πυρωμένη, από τα κανόνια της μεγάλης τάπιας, άνοιγαν στη στιγμή με με­γάλη βουή, αφήνοντας στο δρόμο δύο τρείς νεκρούς. Κ’ ύστερα πάλι ορμούσαν μπροστά, στο σκοπό τους.

Ξαφνικά, εδώ κ’ εκεί, τους δεχόταν από μερικά δυνατά σπίτια, γερό ντουφεκίδι Τούρκων κλεισμένων, που πολε­μούσαν με την παληκαριά της απελπισίας. Πιανόταν μάχη. Η μεγαλύτερη σύγχυση βασίλευε σ’ αυτές τις συμπλοκές. Οι σφαίρες σταυρώνονταν απ όλα τα σημεία, Έλληνες έπεφταν από ντουφέκια Ελλήνων, χωρίς να προσέχει κανείς. Μα δε βαστούσαν πολύ αυτές οι μάχες. Έβαζαν αμέσως στα γύρω σπίτια φωτιά, κ η λύσσα ήταν τόση, που ο άνθρωποπόταμος έπεφτε απάνω στα ντουβάρια. Πλίθινες γω­νιές, τοίχοι ολάκεροι γκρεμίζονταν μέσα σε σύννεφα σκόνης και καπνό, σα χτυπημένοι από αρχαίο πολιορκητικό κλιό. Η πάχνη των καπνών απ τα κανόνια και τα ντουφέκια πύκνωνε από τις σκόνες και τους καπνούς των σπιτιών που καίγονταν κ η φυσική ζέστη, από τον ήλιο, γινόταν ανυπόφορη από τις τόσες πυρκαϊές, μέσα στην πολιτεία. Οι ρονιές του ίδρωτα σμίγαν με τα αίματα, παγωμένες των θυμάτων, καφτερές των φονιάδων. Μέσα σ’αυτή την κολασμένη ατμόσφαιρα γινόντουσαν τα πιο τρελά γιουρού­σια. Κόρες αναθρεμμένες στο μοναχικό ίσκιο του χαρε­μιού τις τραβούσαν από τα μαλλιά στο ματωμένο βούρκο του δρόμου, για να τους τσουρουτέψουν άγρια τα κάλλη. Είδαν σκυλιά να τραβούν βυζά μισοκομμένα, που δεν είχε φωτίσει ποτέ ο ήλιος, από χανούμισσες που ζούσαν ακόμα κ έσκουζαν και σπάραζαν στο χώμα. Έμβρυα είχαν πεταχθεί μ άγριες καισαρικές τομές έξω από τα μητρικά σπλάχνα. Μέσα στο φριχτό ανακάτωμα κάποιος αντίκρυζε άξαφνα γνώριμη μορφή παλιού φίλου η Τούρκου που τον είχε ευεργετήσει κ ήθελε να τον γλυτώσει. Έφτανε να τον τραβήξει με λαχτάρα λίγο παράμερα, μα πάρα κάτω άλλος Έλληνας, που είχε προηγούμενα η δούλευε μονάχα στο δαιμόνιο του ολέθρου, του άναβε από πίσω την πιστόλια και πολλές φορές σκότωνε και το σωτήρα μαζί με το θύμα. Έτσι χάθηκαν πολλοί Έλληνες, που γύ­ρεψαν να γλυτώσουν Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης μπόρεσε μονάχα να σταματήσει το κακό μπροστά στο σπίτι του Σιέχ Νεντζήπ. Οι άνθρωποι του ουλεμά τούτου κρατούσαν γερό ντουφέκι.

— Ανοιχτέ! Φώναζαν από κάτω: Θέλει να σας φυλά­ξει ο αρχηγός !

Αυτοί δεν άκουγαν, ντουφεκούσαν, είχαν σκοτώσει δυο-τρία παλληκάρια, γιατί ήταν από κάτω πήχτρα. Τέλος άκουσαν κ άνοιξαν την πόρτα. Σε λίγο έφτασε κ ο Νικόλας Δεληγιάννης κ απόμεινε να φυλάει τη φαμίλια του Νεντζήπ. Μεγάλο κακό γινόταν το’ ίδιο καιρό στο Μαχαλά των Εβραίων. έλυσαν όλοι τους τα κομποδέματα. Χρυσάφι κ ασήμι, πετράδια, μαργαριτάρια, χύθηκαν στα πόδια παληκαριών, μα δεν τους ωφέλησε. Τους πέρασαν όλους από το σπαθί. Ο Κολοκοτρώνης μονάχα κατάφερε να γλυτώσει έναν: Το Λευί. Τίποτα δε μπορούσε να στα­ματήσει το φοβερό ρέμα του θανάτου και της αρπαγής. Όταν τελείωναν με τους αρματωμένους ρίχνονταν μέσα, έψαχναν παντού κ από κατώγεια, κελάρια, τους αποπάτους μέσα, όλες τις δυνατές κ αδύνατες κρυψώνες, τραβούσαν στο δρόμο τα θύματα, να τα ξεσκίσουν. Η μεγάλη τάπια κρατούσε ακόμα, τέσσερα σπίτια: Το «μεχτέπ», το τούρκικο εεροδασκαλείο, κ άλλα τρία, οπού ταμπουρώθηκαν οι «εσπέχηδες», οι παληκαράδες, ο Καντράγας Τράσιτας με τους δικούς του, οι Λασταίοι κ ο Αλή Τσεκούρας, που είχε τυραννήσει τον ελληνικό πληθυσμό. Στο «μεχ­τέπ» είχαν κλειστεί ντερβισάδες μ όλους τους μαθητές του ιεροδασκαλείου, τους άλλους ιερωμένους κ’ άλλους φανα­τικούς. Πολέμησαν παληκαρίσια. Είχαν στρώσει το δρόμο κάτω μ’ ελληνικά πτώματα. Όταν τους σώθηκε και το τε­λευταίο φουσέκι και νύχτωσε καλά, οι Έλληνες έβαλαν φω­τιά. Οι φλόγες, γλώσσες θεόρατες, άλλοι κάηκαν μέσα, μαρτύρησαν για τον προφήτη, άλλοι βγήκαν με τα σπα­θιά και γίνηκαν κομμάτια. Η πολιτεία ήταν τώρα μέσα σε μιά αντάρα, όπου τεράστιες λαμπάδες, από τις πυρκαϊές, φώτηζαν σαν ημέρα σ’ απόσταση χιλιάδων μέτρων. Αντιφέγγιζαν οι ποδιές των βουνών ένα γύρω. Οι κανο­νιές, οι ντουφεκιές, τα ξεφωνητά δεν έπαυαν. Κανένας δεν κοιμήθηκε. Η σφαγή εξακολουθούσε. Η αρπαγή το ίδιο. Αλλοίμονο τώρα όχι μόνο στους Τούρκους, μα στους Έλ­ληνες τους ίδιους, εκείνους, που είχαν πάρει πολλά πλιάτσικα. Μετά τους φόνους, στήθος με στήθος, άρχισαν στα σκοτεινά οι δολοφονίες, μετά το πλιάτσικο ήρθε η ληστεία. Ο Γιάν­νης Μπούτης από την Ανδρίτσαινα, ένα καλό παλληκάρι. που είχε πάρει την ημέρα πολλά λάφυρα, δεν ξαναφάνηκε πιά. Μάταια τον γύρεψαν παντού. Τον είχαν ξεκάμει, του τα πήραν. Άρχιζαν ν’ ανοίγουν και τα σπίτια των Ελ­λήνων, να σπάζουν τα ντουλάπια και τα φορτσέρια. Η πρό­φασή τους ήταν ότι κ’ αυτά που βρίσκαν στους Έλληνες ήταν τούρκικα πλιάτσικα. Δε σταματούσαν, ούτε όταν έβρισκαν μέσα στα πράματα και άγια εικονίσματα. Τα μύριζαν και πριν αρχίσουν την αρπαγή λέγαν στους νοικοκυραίους απλοϊκά.

— Μυρίζουν τουρκίλα!

Και τους έγδυναν.

MATΩΜEΝΑ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ

«Παντού φόβος και τρομάρα, φωνές και στεναγμοί. Παντού κλάψες, παντού αντάρα και παντού ξεψυχισμοί.

Σαν ποτάμι το αίμα έγινε και κυλάει στην λαγκαδιά.

Και τ’ αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά. . .»

Μαύρες τύψεις κυρίεψαν την ψυχή των Αρβανιτάδων, να βλέπουν την Τρίπολη να καίγεται και ν’ ακούν τα ξεφω­νητά των θυμάτων, κάποιος αναβρασμός ακολούθησε στο πρόχειρο στρατόπεδό τους, στα καταράχια του Μύτικα. Τι θα γινόταν, αν άξαφνα φούντωνε μέσα τους ο μουσουλμα­νικός φανατισμός, αν ορμούσαν κατά των Ελλήνων που ήταν σκορπισμένοι στην πολιτεία; Αποφάσισαν, λοιπόν, να τους διόξουν πρωί-πρωί. Τους έδωσαν ομήρους το Γιάν­νη Κολοκοτρώνη, το Χρήστο Κολοκοτρώνη και το Βασίλη Δημητρακόπουλο. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αρνήθηκε να δώσει κ’ αυτός όμηρο τον αδερφό του, όπως είχε συμφωνηθεί, έτσι άρχισε η έχθρα του με τον Πλαπούτα, που τον
πρόσταζε ο Κολοκοτρώνης να συντροφέψει τους Αρβανιταδες ως τη Βοστίτσα: Ο αρχηγός τους έστειλε τα εικοσιέξη «φούρτσια» με τα γρόσια και τα πολύτιμα πράματά τους, στο χωριό Μπετένι. Οι Αρβανιτάδες άφησαν κ’ αυ­τοί όμηρους στα χέρια των Ελλήνων, το Χαϊρεδήν αγά κ’ ένα χότζα. Με το σώμα του Πλαπούτα ενώθηκαν να συν­τροφεύουν τώρα τους Αρβανιτάδες ο Γκίκας Θεόδωρου Γκίκας κ’ ο Μαρκέζης με τους Υδραίους. Όταν έφτασαν στα Σουδενά, Καλαβρυτινοί στρατιώτες περικύκλωσαν τους Αρβανιτάδες και θέλαν να τους σκοτώσουν, ο Πλαπούτας τους γλύτωσε και πάλι. Μα στη Βοστίτσα τους περίμενε ταραχή μεγάλη, ο Αντρέας Λόντος ήθελε να χαλάσει τη συν­θήκη, να χτυπήσει και ν’ αρπάξει. Στο κόμμα των κοτζα­μπάσηδων κ’ αυτός, απο τους πρώτους, ήθελε να εκθέσει τον Κολοκοτρώνη. Ο Πλαπούτας του μίλησε άγρια:

Αν εσείς θέλετε να χαλάσετε τη συνθήκη που κάμα­με και να ντροπιάσετε την υπογραφή μας και την τιμή του έθνους, ενωνόμαστε και μεις με τους Αρβανιτάδες και κα­θόμαστε μουσαφιρέοι στην επαρχία σας, και τότε βλέπετε τι σόι πράμα είμαστε.

Είχαν όμως απομακρύνει όλα τα πλοία. Οι Υδραίοι έπεσαν στη θάλασσα μα τα μαχαίρια στο στόμα, έπιασαν με τη βία ένα καράβι κ’ άρχισαν μ’ αυτό τη μεταφορά των Αρβανιτάδων στη Ρούμελη. Οι αρχηγοί τους, που είχαν μεί­νει τελευταίοι, υπόγραψαν χαρτί, για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον Κολοκοτρώνη που φύλαξε πιστά τη μπέσα.

Την ώρα που έφυγαν οι Αρβανιτάδες για τη Βοστίτσα οι σφαγές στην Τρίπολη εξακολουθούσαν πιο άγριες δεύτε­ρη μέρα τώρα. Μάταια οι αρχηγοί και μάλιστα ο αντιπρόσωπος του Υψηλάντη Αναγνωστόπουλος τοιχοκόλλησαν
ένα χαρτί «μνηστείας των νικημένων κ’ έβαλαν τελάλη να το διαλαλήσει στην πολιτεία. Μάταια, υστέρα πάλι, αφού είδαν πως δεν κάνουν τίποτα, διαλάλησαν πως πρέπει να σφάζουν τους Τούρκους έξω από τα τείχη, για να γλυ­τώσει ο στρατός από αρρώστειες φοβερές. Ούτε σ’ αυτό τους ακούσαν όταν ο ερεθισμός των Ελλήνων κατακάθιζε λιγάκι, τον άναβαν οι νικημένοι. Γυναίκες, παιδιά, που είχαν χάσει τους δικούς τους, απομεινάρια της σφαγής, από τη λύσσα της απελπισίας τυφλωμένα, έβριζαν, προκαλούσαν:

— Σκυλιά, γκιαούρηδες!

Οι φοβερές δεινοπάθειες κ’ ο θάνατος τόσων δεσποτάδων και προεστών, που ήταν φυλακισμένοι στο μπουντρούμι του σαραγιού, έγιναν κ’ αυτές προζύμι που φούσκωνε την ορμή για εκδίκηση. Οι συγγενείς τους γύρευαν να ξεσπά­σουν. Το πλήθος δε σεβάστηκε ούτε τ’ άσυλα του θανάτου. Νεκροί ξεθάφτηκαν, αναποδογυρίστηκαν μνήματα, ως και κει απλώθηκε το χέρι της οργής και της αρπαγής. Τα πλιάτσικα σωριάζονταν σ’ άδεια σπίτια, οι στρατιώτες έκο­βαν ένα κομμάτι πανί άσπρο, έγραφαν απάνω με κάρ­βουνο ένα σταυρό και σήκωναν το πρόχειρο τούτο μπαϊ­ράκι στο σπίτι που έπιαναν. Μα κ’ έτσι ακόμα δεν είχαν καμμιά ασφάλεια πως δε θα έρθουν άλλοι να τούς τα πά­ρουν και σπίτι και πλιάτσικα. Γι’αυτό ταμπούρωναν τα σπίτια. Άλλα μπουλούκια δυσαρεστημένων, που δε μπόρεσαν να κάμουν πλιάτσικο της προκοπής, έπιασαν τις πόρτες του κάστρου και γύμνωσαν αυτούς που πήγαιναν να βγουν φορτωμένοι, για τα χωριά τους. Τούτοι, για να μπορέσουν πάλι να γλυτώσουν τα πλιάτσικά τους, δε βγαίναν από πόρτες μα καβαλίκευαν τα τείχη, όσοι μάλιστα είχαν πάρει άλογα και ζώα κατάφεραν ν’ ανοίξουν τη νύχτα τρύπες και να τα βγάλουν. Ωστόσο το κανονίδι και το
ντουφεκίδι δεν έπαυαν: Η μεγάλη τάπια και τα τρία σπί­τια, που ταμπουρωμένοι πολεμούσαν οι «εσπέχηδες» Καντράγας Τράσιτας, οι Λασταιοι κ’ ο Αλή Τσεκούρας, κρατούσαν. Οι Έλληνες, τη δεύτερη τούτη μέρα, πολιόρκη­σαν λυσσασμένοι τα δυο πρώτα σπίτια. Ο πόλεμος ήταν αδιάκοπος και πεισματικός. Τέλος οι πολιορκημένοι, στενοχωρημένοι, γύρεψαν τους Δεληγιανναίους και παραδό­θηκαν σ’ αυτούς. Για τον Αλή Τσεκούρα όμως, που είχε κά­μει τόσα κακά, δε γίνηκε κανένα έλεος, τον πολιόρκησαν στενά, την άλλη μέρα, ο Θανάσης Λαγρές, ο Μεσσήνιος καπετάνιος, τον έζωσε με τα παλληκάρια του, σαν είδε πως πολεμούσε με μεγάλη απόφαση, θέλησε να βάλει φω­τιά στα γύρω σπίτια, από ένα παράθυρο του έριξαν, η μπάλα τον βρήκε στο κεφάλι, σωριάστηκε. Έτσι χάθηκε ο καπε­τάνιος που είχε υπηρετήσει πιστά την επανάσταση, μέλος τής φιλικής εταιρείας, φίλος κ’ οπαδός του Κολοκοτρώνη, από τους καλύτερους πολεμιστές του Βαλτετσιού. Ο θάνατός του φανάτισε τα παλληκάρια, ο πόλεμος άναψε άγριος. Ο Αλή Τσεκούρας βλέποντας τα στενά, έσφαξε με τα ίδια του χέρια τα χαρέμια του και τα παιδιά του, έβαλε φωτιά στο σπίτι και χάθηκε κ’αυτός. Έτσι ξεπλήρωσε τα ανομήματά του.

Λίγο πιο κάτω πλήρωνε την προδοσία του ο προεστός Σωτήρος Κουγιάς. Ο Γιαννάκης Δαγρές μπήκε στο σπίτι του, θεριό μονάχο. Λένε μερικοί πως στην αρχή του γύ­ρεψε γρόσια, κ’ άμα δεν του έδοσε του φώναξε:

— Εσύ δεν είσαι, βρε, που φόρεσες το μπισίνι σου κ’ έτρεξες στο κονάκι να προδώσεις την εταιρεία, μόλις σου άραξαν λόγο;

Ο άλλος, μ’ ολο το αίμα του φευγάτο, πάσχισε κάτι να πει. Ο Ζαγρές τράβηξε το γιαταγάνι, του έκοψε το αυτί:

— Φάτο ! Φάτο σου λέω, αν θέλεις να μη σου πάρω το κεφάλι!

Με το γιαταγάνι από πάνω από το κεφάλι τον υπο­χρέωσε vα μασήσει το ματωμένο του αυτί. Το μάγουλό του και το στόμα του είχαν γίνει δυο μεγάλες πληγές. Οι άν­θρωποί του πρόσπεσαν με κλάματα στο Δαγρέ, μα δε μπόρεσαν να τον αλάξουν, τέλος στείλαν κρυφά στους Δεληγιανναίους, να έρθουν να τον γλυτώσουν. Άργησαν όμως να φτάσουν, ο Δαγρές τον είχε ξεκάμει.

— Αυτόν γυρεύατε να φυλάξετε; τους φώναξε: Ήταν Τούρκος, ένα «σουνούτεμα» μονάχα των χώριζε απ’ τούς Τούρκους.

Η μεγάλη τάπια έπεσε την άλλη μέρα τελευταία. Εί­χαν μαζωχτεί από κάτω πλήθος παλληκάρια και στρίμωχναν τώρα για καλά τους Τούρκους. Είχαν μπάλες και μπαρούτι κάμποσο. Άρχισαν όμως να τους λείπουν τα τρό­φιμα και το νερό. Ο Κολοκοτρώνης τους έστειλε άνθρωπο να παραδώσουν τ’ άρματα, δέχτηκαν, ο αρχηγός ανέβηκε με μερικούς δικούς του, τους ξαρμάτωσε και τους ασφά­λισε με φρουρά. Ως τόσο το μακελειό απλώθηκε κ’ έξω από το κάστρο. Είδαμε ότι πριν η Τρίπολη πέσει, βγή­καν ως τέσσερις χιλιάδες γυναικόπαιδα των Τούρκων κ’ έμειναν στο ριζό του κάστρου: Όσα ήταν από το Φανάρι και την Καρύταινα στον Άγιο Βλάση κ’ όσα ήταν από το Μιστρά και τα Μπαρδουνοχώρια στο λεγόμενο «ψηλόν ώμο», κατά την πόρτα τον Μιστρά. Το θέαμα ήταν φρι­καλέο, οι περσότερες γυναίκες, άρρωστες απ’ τον τύφο, παραλλαγμένες από την αγωνία και τη στέρηση, φαντά­σματα μισόγυμνα κ’ ελεεινά, περνούσαν τις νύχτες εκεί, γυρεύοντας με κλάματα, λίγο ψωμί, νερό, κανένα ρούχο να σκεπαστούν η να τις λυπηθούν και να τις σκοτώσουν. Γύρo τους είχε γίνει κύκλος από περίεργους, αυτοί που είχαν σπλάχνα λυπόντουσαν που δε μπορούσαν να τις βοηθήσουν, κ’ έφευγαν γιατί δε βαστούσε η ψυχή τους να τις βλέπουν. Άλλοι λέγαν πως, αλήθεια, προτιμότερο θα ήταν γι’ αυτές να τις σκότωναν, άλλοι λέγαν πως αν τις έστελναν στα χωριά θα ήταν κίνδυνος vα μεταδώσουν την αρρώστεια σ’ όλο το Μωριά κ’ άλλοι άλλα.  Άξαφνα ένας στρατιότης, που θα είχε χάσει κάποιον δικό του στην έφοδο η τσακάλι χωρίς τίποτα το ανθρώπινο έμπηξε μιά φωνή μέσ’ από τ’ αρματωμένα μπουλούκια που έμεναν στον Άγιο Βλάση.

Μεριάστε! Τι τις φυλάτε; Ξεμπερδεύτε τις!

Μιά ντουφεκιά κ’ ύστερα μιά, δυο μπαταρίες και τα φαντάσματα μείνανε κάτω σωρός. Το ίδιο έγινε, σε μιά ώρα, και με τ’ άλλα γυναικόπαιδα που ήταν στον «ψηλό ώμο» κατά την πόρτα του Μιστρά. Απ’ αυτά τα γυναικό­παιδα όσα δεν ήταν άρρωστα και μπορούσαν να περπατούν τα είχαν πάρει άλλοι, με την απόφαση να τα πνίξουν στο ρέμα του Αλφειού. Μα δεν είχαν ούτε την υπομονή να φτά­σουν ως εκεί, τα σκότωσαν στο στενό που πάει για τη Βυτίνα και για χρόνια πολλά, οι διαβάτες έβλεπαν σωρούς άταφα κόκκαλα, που τα είχαν ασπρίσει οι βροχές του χειμώνα και ο ήλιος του καλοκαιριού.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες βάσταξε η άγρια σφαγή στην Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης που ήταν σε τέτοια κίνηση που μόλις μετά είκοσι ώρες από το πρώτο γιουρούσι μπόρεσε να βάλει μιά μπουκιά ψωμί στο στόμα του, λογαριάζει σε τριανταδυό χιλιάδες τους νεκρούς. Ο αριθμός όμως είναι υπερβολικός. Λογαριασμός πιο σωστός κατεβάζει τα θύμα­τα σε δώδεκα χιλιάδες. Έσφαξαν μ’ άλλα λόγια τέσσερις χιλιάδες την ημέρα. Η πολιτεία έμοιαζε απέραντο χασάπικο. Απ’ άκρη σ’ άκρη όλο της το χώμα είχε βαφεί από
το αίμα, σε πολλά μέρη το αίμα είχε γίνει αυλάκι. Καθώς τα σπίτια εξακολουθούσαν να καίγονται, τα δοκάρια να πέφτουν, οι καπνοί ν’ ανεβαίνουν, ο καθένας νόμιζε πως είναι απάνω σε ηφαίστειο. Άταφα πτώματα, π’ άρχισαν κιόλας να μυρίζουν, σκέπαζαν τις αυλές, τους δρόμους, τις πλατείες. Ανάμεσα στους Τούρκους, εδώ κ’ εκεί, αραιοί Έλληνες: Είχαν σκοτωθεί τρακόσιοι. Όταν ο Κολοκοτρώνης είδε πως δεν κάνει τίποτα με τους τελάληδες, για να πάψουν οι σφαγές, διόρισε οπλαρχηγούς μ’αρκετή δύναμη. Περιπολίες σκορπίστηκαν τέλος στην πολιτεία, να προλα­βαίνουν την αιματοχυσία. Ένας απ’ αυτούς και ο Νικήτας μ’ εκατόν πενήντα στρατιώτες, ζυγώνοντας στα ρημάδια του σαραγιού, άκουσε ξεφωνητά τρομάρας:

— Αμάν καπετάν! Αμάν! Χριστιάν! Χριστιάν!

Ήταν τέσσεροις Βούλγαροι στην υπηρεσία των χαρεμιών του Χουρσίτ-πασά, πλήθος χωριστές, που δεν κατα­λάβαιναν τη γλώσσα, τους πέρασαν για Τούρκους, τους εί­χαν κυκλώσει κ’ ετοιμάζονταν να τους σκοτώσουν. Ο Νι­κήτας έτρεξε και τους γλύτωσε. Ένας απ’ αυτούς τους τέσσερις ήταν κ’ ο Χατζη-Χρήστος. ο Νικήτας τον έκαμε αρχηγό των Βουλγάρων, γιατ’ ήταν άνθρωπος γενναίος και τίμιος, να υπάρχει ένα σώμα, μακάρι και μικρό από Βουλγάρους, ήταν μιά καλή και πολιτικώτατη γνώμη, ο Νικήτας υποστήριξε από τότε τον Χατζη-Χρήστο και τον βοήθησε, όταν οι Βούλγαροι θέλησαν να τον καθαιρέσουν και δυό φορές πήγαν να τον δολοφονήσουν. Όταν τέλος έπαψαν οι σφαγές στην πολιτεία, ο Αντρέας Παπαδιαμαντόπουλος κ’ άλλοι, μ’ έξακόσιους στρατιώτες, πήραν να φυ­λάξουν τις τάπιες και να παστρέψουν (καθαρίσουν) τους δρόμους από τα πτώματα που είχαν αρχίσει να σαπίζουν κ’ από την όλλη ανυπόφορη ακαθαρσία. Γιατί το θανατικό, θεριεμένο, αποτέλειωνε τώρα την καταστροφή στην Τρίπολη, μα κ απλω­νόταν σ’ όλο το Μωριά. Από τα βρωμισμένα ρούχα που είχαν πάρει με τα λάφυρά κ απ’ τους άρρωστους που γύρι­ζαν στα χωριά η επιδημία φούντωνε και θέριζε παντού. Από τα πλιάτσικα λίγοι, πολύ λίγοι, ωφελήθηκαν υπερ­βολικά. Οι αγάδες συνήθιζαν να τοκίζουν τα γρόσια τους στους χωριάτες, τα πλούτη των Τούρκων ήταν τα διαμάν­τια τους, τα ρουμπίνια τους, τα μαργαριτάρια τους, τα χρυσαφικά κ’ ασημικά τους, τα γουναρικά τους. Τα παλληκάρια όμως δεν ήξεραν να τα εχτιμήσουν, γούνες θαυμά­σιες πουλήθηκαν σα γιδόκαπες, και το μαργαριτάρι με την οκά σα φασόλι. Έπρεπε να πάρουν οι Έλληνες ακόμα δυό-τρία κάστρα για να μάθουν απάνω-κάτω την αξία των πετραδιών. Έτσι από τα πλιάτσικα ωφελήθηκαν περισσότερο οι μεταπράτες. Ό,τι μπόρεσαν να γλυτώσουν από τα λάφυρα του σαραγιού το έκαναν τέσσερα μερίδια για τους στρατιώτες που έλειπαν με τον Υψηλάντη. Το μερίδιο των Μανιατών το πήρε ο Πετρόμπεης, των Καρυτινών ο Πάνος Κολοκοτρώνης κ ο Απόστολος Κολοκοτρώνης, των Φαναριτών ο Τζανέτος Χριστόπουλος και των Λιονταριτών ο Αναγνωσταράς. Ο στρατός όμως του Υψηλάντη λιποτάκτησε κ έφτασε στην Τρίπολη, όταν κατακάθιζε το πανηγύρι. Έγινε τότε κ άλλη, καινούργια έφοδο, άλλη σφαγή. Οι νεοφερμένοι άρπαζαν τα πλιάτσικα όσων δεν είχαν προφτάσει να παν στα σπίτια τους να τα σιγουρέψουν. Άρπαζαν τα λάφυρα και των ντόπιων της Τρίπολης κ έγδυναν τα σπίτια τους. Οι Τριπολιτσιώτες από τότε δε χώνευαν πιά τον Κολοκοτρώνη, κ ήταν εναντίον του και στον εμφύλιο πόλεμο κ επί αντιβασιλείας. Για την πα­τρίδα, για το ταμείο του πολέμου, δεν απόμεινε τίποτα.

Που ήταν αυτό το ταμείο; Και ποιος το κρατούσε; Όταν
ο Υψηλάντης γύρισε στην Τρίπολη, ο Κεφάλας του πα­ρουσίασε δέκα γαβάθες χαλκωματένιες, για το ταμείο της λευτεριάς. Μονάχα ο Νικηταράς, ο ατρόμητος κ άσπιλος ήρωας, δεν είχε καταδεχτεί να λερώσει το χέρι του με πλιά­τσικα. Τα ρούχα του κρεμόντουσαν κουρέλι απάνω του: «Ο κακομοίρης ο Νικηταράς» λέγαν όταν περνούσε. Ο Ύψηλάντης αγόρασε δυο πιστόλες και του τις χάρισε, για να έχει κ’ αυτός ένα ενθύμιο από το πάρσιμο της Τρίπολης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το πάρσιμο της Τρίπολης, λαμπρό κατόρθωμα της στρατηγικής και της ατσαλένιας επιμονής του Κολοκοτρώνη, στάθηκε το πρώτο ασάλευτο θεμέλιο, πολιτικό και στρα­τιωτικό, για την επανάσταση. Η τουρκική δύναμη του Μω­ριά είχε κουρελιαστεί όλη μαζί. Τώρα καταλάβαινε ο κα­θένας πόσο δίκιο είχε ο Κολοκοτρώνης που αγωνίστηκε να οδηγήσει εδώ τη δύναμη όλη και την πρώτη ορμή του αγώνα. Εκτός από λίγα παραθαλάσσια κάστρα που τα είχαν μπλοκάρει γερά, όλος ο Μωριάς ήταν τώρα λεύτερος. Η επανάσταση αποκτούσε σώμα, ορμητήρια μεγάλα και γερά, το ηθικό των Ελλήνων έγινε αδάμαστο, η εντύπωση στην Ευρώπη καταπληχτική. Οι Έλληνες βρήκαν στην Τρίπολη έντεκα χιλιάδες οπλισμούς και μ’ αυτούς μπορούσαν ν’ αρματώσουν τώρα κ’ άλλον επαναστατικό στρατό. Οι χωριάτες άφηναν τις σκουρομαχαίρες, τα κοντάρια και τις σφεντόνες για να πάρουν άρματα σωστά. Οι πασάδες της Αττικής και Βοιωτίας παράλυσαν, η αρμάδα γύρισε ντρο­πιασμένη στα Δαρδανέλλια. Σ όλη την Τουρκία είχε κά­μει βαθύτατη αίσθηση το πάρσιμο της Τρίπολης. Είδαμε πως είχαν αναγκαστεί τη δεύτερη φορά που βγήκαν να συζητήσουν για συνθηκολόγιση, οι Τούρκοι, ν’ αναγνωρί­σουν τους Έλληνες, να σηκωθούν πρώτοι και να τους χαιρετίσουν. Τώρα είχαν αρχίσει να πιστεύουν σα θλιβερό πεπρωμένο την ελληνική επανάσταση και να βρίσκουν πιο πιθανή την επιτυχία. Όταν ο Υψηλάντης ρώτησε τον Κιαμήλμπεη τι φρονεί για την επανάσταση, του αποκρίθηκε με ειλικρίνεια:

Η Τουρκιά, όπως βλέπω, δε θα μπορέσει να σας υποτάξει όπως πρώτα, αν είσαστε ενωμένοι κ έχετε ένα κεφάλι. “Αλλά μη νομίσετε πως νικήσατε την Τουρκιά γιατί πήρατε την Τρίπολη. Η Τουρκιά ολάκερη δεν κόβεται, κ’αν κοιμάται ακόμα, ούτε μέσα σε πενήντα χρόνια.

Ωστόσο η Τρίπολη ρήμαξε. Η καταστροφή κ η αρ­παγή έγινε συνήθεια: Έβγαζαν κ έπαιρναν, τώρα και τις πόρτες και τα παραθυρώφυλλα των σπιτιών. Τους ανεπίσημους Τούρκους αιχμάλωτους τους «έτρωγε το φεγγάρι». Κάθε μέρα έβαζαν φωτιά σε όσα τούρκικα σπίτια είχαν απομείνει. Ο Υψηλάντης άρχισε να βάζει λόγο μόλις γύ­ρισε στην Τρίπολη.

— Οι αιχμάλωτοι, τους έλεγε, θα μας χρησιμέψουν για δημόσια έργα, και μπορούμε να τους ανταλλάξουμε μ άλ­λους ομογενείς που στενάζουν στην αιχμαλωσία. Εμεις δεν πολεμάμε τους Τούρκους, τα άτομα τους και τα σπίτια τους, μα κατά της τυραννίας. Πολεμάμε για να ζήσουμε κ εμείς και να τους κάμουμε κ αυτούς να ζήσουν κάτω από νόμους. Όλες οι πόλεις και τα χωριά που είναι σήμερα στην εξου­σία των Τούρκων ανήκουν στους Έλληνες. Δεν πρέπει να καίμε λοιπόν, πράματα που είναι δικά μας.

Μα δεν τον άκουγαν. Η πολιτεία είχε γίνει θράκα σβησμένη, απέραντη. Το θανατικό θέριζε άγρια. Εκτός απ τον τύφο κ άλλη αρρώστεια φανερώθηκε: «Η νόσος αύτη —λέει ο Φωτάκος—είχε φλογώδη συμπτώματα, διότι άνα­βαν τα εσωτερικά των πασχόντων τοιουτοτρόπως ώστε δεν χόρταιναν να πίνουν νερό, διά να δροσίσουν τα σπλάχνα τους. Έπειτα δε τους καταλάμβανε διάρροια αδιάκοπος και απέθνησκαν. Πολλοί άνθρωποι υπέφεραν, το δε κακό συγκεντρόνονταν στο κεφάλι κατ αρχάς και οι άνθρωποι αισθάνονταν βάρος πολύ εις αυτήν. Πολλοί Έλληνες και τα καλύτερα παλληκάρια από την νόσο αυτή χάθηκαν». Νοσοκομεία και φαρμακεία δεν υπήρχαν. Τα μέσα έλλειπαν. Τέσσερις γιατροί όλοι-όλοι μέσα σε χιλιάδες αρρώστους: Ο Αντωνάκης Μεντώρος απ την Τρίπολη, ο Σοφιανόπουλος από το Σοπωτό των Καλαβρύτων, ο Ιωσήφ Δούκας από τη Σάμο και ο Πολωνός Κουτσόφσκης, επιστήμων με μεγάλη μόρφωση και φιλανθρωπία, που έπαιξε το ρόλο του Ιππο­κράτη στο λοιμό της παλιάς Αθήνας. Μα χειρότερο κακό
η απ’ την αρρώστεια και το θανατικό στάθηκε η διχό­νοια, π άρχισε να δουλεύει κιόλα στα σπλάχνα των Ελλή­νων.

Οι μεγάλοι νοικοκυραιοι, οι προεστοί, οι επί τουρκο­κρατίας κοτζαμπάσηδες δε μπορούσαν πια να κρύψουν την έχθρα τους στους καπεταναίους. Το πάρσιμο της Τρίπολης τους είχε σηκώσει—και πρώτο τον Κολοκοτρώνη—στη συ­νείδηση του λαού. Έβλεπαν καθαρότερα τώρα, από κάθε άλλη φορά, τον κίνδυνο να χάσουν την προνομιακή θέση που είχαν πριν. Ξέχασαν πολύ γλήγορα πως ο Κολοκοτρώνης τους είχε γλυτώσει δυο φορές απ’ την οργή του αρματωμέ­νου λαού: Στα Βέρβενα και τη Ζαράκοβα. Δεν έκαναν τον κόπο τώρα ούτε να κρύβουν την διάθεσή τους. Την ίδια μέρα που μπήκαν οι Έλληνες στην Τρίπολη ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη είχε πάει στο σπίτι του Δημήτρη Δεληγιάννη. Ήταν εκεί κ οι καπεταναΐοι του. Τους χαιρέτισε, μα δεν τον δέχτηκαν με φιλικό τρόπο. Άκουσε μάλιστα βρισιές και φοβέρες εναντίον του αρχηγού. Ο Φωτάκος παρατήρησε πως δεν ήταν σωστό να λέει τέτοια πράματα ο Δεληγιάννης για το φίλο του τον Κολοκοτρώνη.

— Δεν τον έχω φίλο, τον κλέφτη, φώναξε ο Δεληγιάννης, ούτε τον φοβάμαι πιά.

Ο υπασπιστής τα έκανε γνωστά αυτά στον αρχηγό. Ο Κολοκοτρώνης του είπε με τη συνοικισμένη κοφτερή του κρίση:

— Καμόσου πως δε μου είπες τίποτα, τώρα που ο άγιος Θεός θέλησε και μας δυνάμωσε και πήραμε τη Τρίπολη ας λένε ό,τι θέλουν. ’Έχουν δίκιο, παιδί μου, γιατί βλέπουν τούτους σκοτισμένους—κ έδειξε τα πτώματα των Τούρκων —που είχαν μαζί την εξουσία, τώρα την επήρε το εκείνος. Άν γελάστηκαν κ έκαμαν την επανάσταση έλπιζαν να γκρεμί­σουν τους Τούρκους και να γίνουν αυτοί στον τόπο Τους, άλλ αργά το συλλογίστηκαν.

Και σπρώχνοντας τη χριστιανική ανεξικακία και την πολιτικότητα στην άκρη, ξέχασε κ ο ίδιος τις βρισιές και τις φοβέρες, πήρε τον υπασπιστή του, τον Κώστα Πετρόπουλο, τον Κώστα Ζαφειρόπουλο, συγγενή των Δεληγιανναίων, τράβηξε στα Μαγούλιανα κ από κει στα Λαγγάδια να παρηγορήσει τους Δεληγιανναίους και ξεχωριστά τη χήρα του Θοδωράκη Δεληγιάννη, που είχε πεθάνει καθώς είδαμε τη στιγμή που τον λευτέρωναν απ το σαράι. Οι Δεληγιανναίοι, όταν είδαν πως ο Κολοκοτρώνης πάει στο χωριό τους και στο σπίτι τους, έφυγαν όσοι άντρες βρέθηκαν εκεί πέρα δεν παρουσιάστηκε κανένας, άφησαν τις γυναίκες τους. Ο Κολοκοτρώνης όμως έκαμε το χρέος του. Άμα έ­φτασε στα Λαγκάδια ξεπέζεψε κ πήγε και παρηγόρησε τη χήρα και τις άλλες συγγένισσες. Την άλλη μέρα, το πρωί, τους έκαμε και δεύτερη επίσκεψη, να τις αποχαιρετίσει. Γύρισε στα Μαγούλιανα κ από κει έκαμε πάλι κατά την Τρίπολη.

Στο μεταξύ στρατολογούσε μ ανθρώπους του με το σκοπό να ωφεληθεί από την εντύπωση που είχε κάμει το πέσιμο της Τρίπολης και να χτυπήσει το κάστρο της Πάτρας. Ο Πλαπούτας είχε πει στούς Αρβανιτάδες που είχε συντροφέψει ως τη Βοστίτσα κ έγραφαν στούς πατριώτες τους στο κάστρο της Πάτρας όλα τα καθέκαστα και χίλια παινέματα για τον Κολοκοτρώνη και το πιστό φέρσιμό του. Και τους έλεγαν πως μπορούσαν να μπιστευτούν σ’ αυτόν αν ήθελαν νά βγούν από τό Μωριά. Τήν ίδια πί­στη στον Κολοκοτρώνη έδειχναν κ οι Λαλαίοι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στο κάστρο, γιατί ήξαιραν τον ιπποτισμό του, απ το παλιό επεισόδιο του Αλή Φαρμάκη. Τι θα μπορούσε να κάνει ο Γιουσούφ πασάς με τη λίγη δύναμη που είχε κ ήταν υποχρεωμένος να φυλάει μ’ αυτή και τα κάστρα του Επάχτου, του Ρίου και του Αντιρρίου, αν του έφευγαν οι Λαλαίοι κ’ οι Αρβανιτάδες · Και τι θα μπορούσαν να κάμουν οι ντόπιοι Τούρκοι · Θα γινόταν ό,τι και στην Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης τα ήξαιρε αυτά όλα, είχε και γράμματα στους εκεί Αρβανιτάδες, από τους άλλους που είχε γλυτώσει, άμα φτάσει στην Πάτρα να κάμουν μπέσα. Γι’ αυτό ήθελε να πάει να χτυπήσει το κάστρο, ήταν σίγουρος πως θα το έπαιρνε. Μα λίγο πιο κάτω από την Αλωνίσταινα, σε μιά θέση που λέγεται «Τρύπα του Παπά» τον αντάμωσε ταχυδρόμος με γράμμα του Υψηλάντη. Του έγραφε πως οι κοτζαμπάσηδες της Αχαίας δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να πάει ο Κολοκοτρώ­νης στην Πάτρα πως ήθελαν να ρίξουν αυτοί το κάστρο και πως δε δεχόντουσαν βοήθεια παρά μόνο έναν από τους Δεληγιανναίους η έναν από τους Μαύρομιχαλαίους. Μέσα σ’ αυτό το γράμμα ο Υψηλάντης του έκλεινε και το γράμμα του Παλαιών Πατρών Γερμανού και των άλλων με τη δήλωση, πως αν άλλος κανένας τολμήσει να πάει εκεί θα τον έβαζαν στο ντουφέκι. Ο Κολοκοτρώνης λυπή­θηκε κατάκαρδα. Είδε πως οι κοτζαμπάσηδες άρχισαν να τον πολεμούν ανοιχτά, πως προτιμούσαν να μην πέσει το κάστρο της Πάτρας παρά να σηκωθεί το δικό του όνομα. Δε θέλησε να πάει στην Πάτρα για ν’ άποφύγει εμφύλιο σπαραγμό. Γυρίζοντας στην Τρίπολη κουβέντιασε με τον Υψηλάντη κ’ αποφάσισαν να κατεβούν στην Αργολίδα.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Ο ΓΈΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΙΆ. Εκδοτικού Οίκου Μιχ. Σαλίβερου Αθήναι 1931. 

 

 

 

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *