Το παιχνίδι των Σαρακατσάνων Κιόσσια

Παίζονταν πάνω σε πλάκα πέτρινη, ή στο χώμα. Σχημάτιζαν 12 κουτάκια από δύο φορές ο καθένας, τα οποία ήταν απέναντι μεταξύ τους. Στην έξω σειρά έβαζαν από δώδεκα πούλια ο καθένας. Έπαιρνε ο πρώτος τέσσερα όμοια ξυλάκια (κιόσσια) μήκους 14-15 εκατοστά και πλάτους 2 εκατοστά. Τα ξύλα αυτά ήταν φτιαγμένα από κρανίσια βέργα, σκισμένα στην μέση, ώστε η μια πλευρά τους να είναι ίσια. Στην ίσια πλευρά με το μαχαίρι χάραζαν γραμμές, στο πρώτο ξύλο μία, στο δεύτερο δύο, στο τρίτο τρεις, στο τέταρτο τέσσερις. Έπαιρνε ο παίκτης τα ξΰλάκια, από δύο σε κάθε χέρι, τα χτυπούσε μεταξύ τους και τα άφηνε να πέσουν κάτω. Για να μπορέσει ο παίκτης να κουνήσει το πούλι του, έπρεπε μόνο το ένα ξυλάκι από τα τέσσερα να πέσει με την ίσια πλευρά προς τα πάνω, ώστε να φαίνεται ο αριθμός των γραμμών. Τότε έλεγαν “κιοσσίλεψε” και όσες χαρακιές είχε το κιόσσι, τόσα πούλια μετακινούσε από την θέση τους. Εάν έπεφτε το κιόσσι που είχε τις τέσσερις γραμμές, τότε ο παίκτης έπαιρνε το ένα πούλι και το περνούσε στα διπλανά τετράγωνα, ενώ τα άλλα τρία άλλαζαν θέση και ήταν ενεργά. Όλα τα πούλια για να είναι ενεργά, έπρεπε μόνο με ένα κιόσσι να τα ενεργοποιήσουν, γιατί υπήρχε περίπτωση να ρίχνουν τα κιόσσια και να μην πέφτουν στην θέση που έπρεπε, ώστε να μπορούν να ενεργοποιηθούν τα πούλια. Μετά την κίνηση που έκανε ο πρώτος, έπαιρνε τα κιόσσια ο δεύτερος και τα έριχνε. Μετά το δεύτερο ρίξιμο και αφού υπήρχαν ενεργοποιημένα πούλια με όσες χαρακές ήταν επάνω, κουνούσε τα πούλια για να περάσει τα δώδεκα κενά κουτάκια τα δικά του και να τα πάει στα κενά του αντιπάλου του. Όταν συναντιούνταν στο στρατόπεδο του αντιπάλου τα πούλια αιχμαλωτίζονταν ως εξής: εάν αυτός που έπαιζε είχε δύο ξυλάκια με την ίσια πλευρά προς τα επάνω, για παράδειγμα το τρία και το τέσσερα που ισοδυναμούσαν με εφτά πόντους, μπορούσε να μετακινήσει ένα πούλι σε εφτά κουτάκια στο στρατόπεδο του αντιπάλου. Εάν στο έβδομο κουτάκι υπήρχε πούλι του αντιπάλου, το αιχμαλώτιζε. Διαφορετικά το προσπερνούσε. Το πούλι ή τα πούλια του αντίπαλου μπορούσε να τα αιχμαλωτίσει και περνώντας, όταν η κίνηση γινόταν από κιόσσι, δηλαδή από ένα ξυλάκι, όπως είπαμε στην αρχή. Εάν το ξυλάκι είχε τρεις χαρακές και ήθελαν να κινήσουν πούλι στα τετραγωνάκια του αντίπαλου, όπου υπήρχαν τρία πούλια, τα αιχμαλώτιζαν και τα τρία. Διαφορετικά θα αιχμαλώτιζαν μόνο το ένα, εάν είχαν δύο ξυλάκια προς τα επάνω, το ένα με τις δύο χαρακές και το άλλο με μία, δηλαδή δύο και ένα τρία. Κινούνταν σε τρία κουτάκια του αντιπάλου, αλλά αιχμαλώτιζαν μόνο το πούλι που ήταν στο τρίτο κουτάκι. Αυτό ίσχυε και για τον αντίπαλο. Το παιχνίδι είχε μεγάλο ενδιαφέρον και μάγευε κυριολεκτικά τους παίκτες. Νικητής ήταν αυτός που αιχμαλώτιζε όλα τα πούλια του αντιπάλου. Τα κιόσσια, εκτός από τους πόντους που έδιναν στον παίκτη οι χαρακιές, είχαν και έξι πόντους, εάν τα ξυλάκια έπεφταν και τα τέσσερα με την ίσια πλευρά τους προς το χώμα, δηλαδή προς τα κάτω. Τότε έλεγαν ότι έκαναν εξάρα. Εάν έπεφταν με την ίσια πλευρά προς τα επάνω, έλεγαν ότι έκαναν τεσσάρα. Σύνολο πόντων 14, δηλαδή δέκα πόντους οι χαρακιές και τέσσερις η τεσσάρα.

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *