Το πιο γλυκό ψωμί (παραμύθι)

Το παραμύθι πάντα αγγίζει τις παιδικές ψυχές. Ένα λαϊκό παραμύθι μπορεί να σας βοηθήσει να εξηγήσετε καλύτερα στα παιδιά το θαύμα της μεταμόρφωσης ενός σπόρου σταριού σε ψωμί. Το παραμύθι μας, ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΨΩΜΙ, με τη βοήθεια των εικονογραφημένων καρτών μπορεί να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια τους την ώρα που το διαβάζετε.

ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΨΩΜΙ

♦ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ♦

Κάποτε, σ’ ένα τόπο μακρινό ζούσε ένας άρχοντας. Τίποτα δεν του έλειπε: είχε ομορφιά, νιάτα, δύναμη, πλούτο.
Ο,τι επιθυμούσε το αποκτούσε αμέσως. Έτσι περνούσε τον καιρό του ευτυχισμένος μέσα στο παλάτι του.
άποτε, σ’ ένα τόπο μακρινό ζούσε ένας άρχοντας. Τίποτα δεν του έλειπε: είχε ομορφιά, νιάτα, δύναμη, πλούτο.

Ώσπου… μια μέρα ξύπνησε κακοδιάθετος. Κάτι του έφταιγε, αλλά δεν ήξερε τι! Το φαγητό του φάνηκε άνοστο, ο γελωτοποιός δεν κατόρθω­σε να τον κάνει ούτε καν να χαμογελάσει! Οι αυλικοί του δεν ήξεραν τι να κάνουν!

Μέρα με τη μέρα ο άρχοντας βυθιζόταν σε μεγαλύτερη μελαγχολία.

Οι μάγειροι συναγωνίζονταν ποιος θα του ετοιμάσει το πιο νόστιμο φαγητό, οι γιατροί ποιος θα του δώσει το πιο αποτελεσματικό φάρμακο. Μάταιος κόπος! Εκείνος αναστέναζε βαθιά και μαράζωνε.

Ένα πρωινό, ενώ έκανε με το άλογο του ένα μακρυνό περίπατο, όπως του σύστησαν οι σοφοί γιατροί του, είδε έναν ασπρομάλλη γέρο, κουρελή, να σέρνει μέσα στη βροχή ένα ζευγάρι βόδια και μ’ ένα παράξενο εργα­λείο να κάνει βαθιά αυλάκια στη γή, Τα ρούχα του βρέχονταν, αλλά εκείνος συνέχιζε αγόγγυστα τη δουλειά του. Το άλλο πρωί, ο άρχοντας συνάντησε πάλι το γέρο στο ίδιο σημείο. Αυτή τη φορά έχωνε το χέρι του σ’ ένα σακκούλι και κάτι σκορπούσε στη γη. Κάθε τόσο σταματούσε και χαμογελούσε ευχαριστημένος. Ξαφνιασμένος ο άρχοντας έστειλε να τον φωνάξουν.

– Δε μου λες, γέροντα; Δεν κουράζεσαι, έτσι που δουλεύεις κάθε μέρα;

– Και βέβαια κουράζομαι, άρχοντά μου, απάντησε ο γέρος.

– Τότε, πως μπορείς και χαμογελάς;

– Είναι γιατί στο σπίτι μου με περιμένει η ανταμοιβή μου: το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου.

Όταν γύρισε ο άρχοντας στο παλάτι θυμήθηκε τα λόγια του παράξενου γέρου. Παράγγειλε λοιπόν να του φτιάξουν κι εκεί­νου το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου που θα τον έσωζε από την ανορεξία και τη μελαγχολία.

Οι μάγειροι έβαλαν όλη τους την τέχνη. Όσο πιο εκλεκτά υλικά χρησιμοποιούσαν, όσο περιποιούνταν τα καρβέλια τους, τόσο ο άρχοντας δεν μπορούσε ούτε να τα μυρίσει. Όταν είδαν ότι ο καιρός περνούσε κι ο άρχοντας μετά βίας άγγιζε το φαγητό και το νερό, αποφάσισαν να βγάλουν διαταγή στη χώρα να μαζευτούν όσοι νόμιζαν ότι μπορούσαν να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου.

Για μήνες ολόκληρους ο άρχοντας, χλωμός κι εξαντλημένος, έβλεπε να περνούν καρβέλια και καρβέλια μπροστά απ’ τα μάτια του: στρογγυ­λά και φουσκωτά, μακρόστενα και τραγανά, κουλούρες, πλεξούδες, ψωμιά με σουσάμι, με μέλι, με ζάχαρη, με κανέλλα, με άσπρο αλεύρι, με σκούρο αλεύρι, αφράτα ή κριτσανιστά, κανένα δεν κατάφερνε να φάει και να ευχαριστηθεί.

Απογοητευμένος και θυμωμένος έστειλε να βρούν το γέρο που πίστευε πως τον είχε κοροϊδέψει. Όταν εκείνος στάθηκε μπροστά του, γέλασε και είπε:

– Όπως βλέπω, άρχοντά μου, κανείς δεν ξέρει τη σωστή συνταγή. Έλα όμως μαζί μου, στο σπίτι μου, να σου φτιάξω εγώ το πιο γλυκό ψωμί που έφαγες ποτέ! Κι αν μέσα σε τέσσερις μέρες δε σε κάνω καλά, να με τιμωρήσεις όπως νομίζεις!

Μη έχοντας τι άλλο να δοκιμάσει, ο άρχοντας συμφώνησε να τον ακολουθήσει. Ντύθηκε με φτωχικά ρούχα, πήρε ένα ραβδί στο χέρι και ξεκίνησαν. Περπατού­σαν ώρες πολλές, μέχρι που στο τέλος, έφτασαν στο καλύβι του γέρου. Γύρω του απλωνόταν ένα χωράφι με χρυσά στάχυα.

– Αυτά έσπερνα όταν ειδωθήκαμε για πρώτη φορά, είπε ο γέροντας. Είναι έτοι­μα για θερισμό. Όμως εγώ, παιδί μου, κουράστηκα και δεν μπορώ, μετά από τόσο δρόμο. Πιάσε συ το δρεπάνι και θέρισέ τα.

Τι να κάνει ο άρχοντας; Άρχισε να δουλεύει αμίλητος. Θέριζε, θέριζε, δεμάτιαζε, μέχρι που το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά στον ουρανό. Όλα τα στάχυα είχαν μαζευτεί σε τεράστιους σωρούς.

-Μπράβο, παιδί μου! Καλή δουλειά έκανες! Ξεκουράσου τώρα κι αύριο ξυπνάμε πρωί για να συνεχίσουμε, του λέει ο γέροντας. Κι ούτε λέξη για φαγητό!

Ξάπλωσαν κι οι δυο πάνω στις θημωνιές. Για πρώτη φορά ευχαριστήθηκε τόσο τον ύπνο ο άρχοντας, κάτω από τον ξάστερο ουρανό. Το πρωί, με την πρώτη αχτίδα του ήλιου, σηκώθηκε, πλύθηκε κι έπιασε – για πρώτη φορά μετά από μήνες- τον εαυτό του να χαμογελά στη θέα του θερισμένου χωραφιού. Ο γέρος όμως δεν τον άφησε πολλή ώρα στις σκέψεις του,

Έλα, γιέ μου, μην αργείς! Πρέπει να πάμε τα στάχυα στ’ αλώνι να τ’ αλω­νίσουμε!

Όλη μέρα αλώνιζαν κάτω από έναν καυτό ήλιο. Κι όταν έδυσε ο ήλιος και σηκώθηκε ένα ελαφρό αεράκι…

– Ώρα για λίχνισμα, είπε ο γέρος.

Λίχνιζαν, λίχνιζαν και καθάριζαν τον καρπό από τ’ άχυρα όλο το βράδυ,

Ίσα-ίσα δυο τρεις ώρες κατάφεραν να κοιμηθούν, νηστικοί και κατά­κοποι πάνω στ’ αλώνι. Τι όμορφα όμως που τραγουδούσαν οι γρύλοι!

Το τρίτο πρωί, ο γέρος έδειξε στον άρχοντα πως να κουβαλήσει τα σακκιά με το στάρι στο μύλο για να τ’ αλέσει. Σακκιά με στάρι κουβα­λούσε ο άρχοντας από τ’ αλώνι στο μύλο, σακκιά μ’ αλεύρι από το μύλο στο καλύβι.

Κι όταν είδε το γέρο να παίρνει αλεύρι και νερό και να ζυμώνει στη λεκανίδα, δεν άντεξε και τού’ πε:

– Γέροντα, κάνε γρήγορα! Πεινώ!

– Κάνε υπομονή, παιδί μου! Πρώτα άναψε το φούρνο με τα ξύλα που θα βρεις πίσω απ’ το καλύβι. Εν τω μεταξύ εγώ θα πλάσω τα ψωμιά και θα τ’ αφήσουμε να φουσκώσουν.

Έτσι κι έγινε! Όταν τα καρβέλια άρχισαν να ψήνονται και να ευωδιάζουν, ο άρχοντας δεν μπόρεσε να κρατηθεί και φώναξε!

-Γέρο, πεθαίνω της πείνας! Βγάλε ένα ψωμί να φάμε!

– Υπομονή! Αν δεν ψηθούν καλά δε θά’ ναι τα πιο γλυκά ψωμιά του κόσμου! Πραγματικά, όταν τα έβγαλε από το φούρνο, τραγανιστά και ροδοκοκκινισμένα, ο άρχοντας άρπαξε ένα, ζεστό καθώς ήτανε, και δοκίμασε λαίμαργα.

– Τι ’ναι τούτο; φώναξε! Πιο νόστιμο ψωμί δε μου έφτιαξε κανένας. Γέροντα, είσαι ο πιο καλός μάγειρος της χώρας!

Εκείνος γέλασε κι αποκρίθηκε!

– Άρχοντά μου, μαζί το φτιάξαμε! Κι εσύ κι εγώ κουραστήκαμε, ιδρώσαμε, δου­λέψαμε γι’ αυτό και τώρα μας φαίνεται ότι αυτό το ψωμί είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!

Ο άρχοντας έσκυψε το κεφάλι. Χαιρέτησε το γέρο κι έφυγε για το παλάτι του. Όση ώρα περπατούσε, τα λόγια του γέρου κλωθογύριζαν στο μυαλό του. Από τη μια στιγμή στην άλλη κατάλαβε πόσο βαρετή κι άδεια ήταν η ζωή του τότε που αποκτούσε ό,τι ήθελε χωρίς κανέναν κόπο! Μα όλα θ’ άλλαζαν, αποφάσισε. Θα ριχνόταν με τα μούτρα στη δουλειά, θα γύριζε όλη τη χώρα για να γνωρίσει τους απλούς ανθρώπους και να τους βοηθά. Και το ψωμί που θα ’τρωγε κάθε μέρα θα ’ταν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!

Εκπαιδευτικά Προγράμματα

Ιστορικού Μουσείου Κρήτης,
Αγροτικού Μουσείου Πισκοπιανού.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ

εκπαιδευτικός φάκελος

Κείμενα – επιστημονική επιμέλεια: Ελένη Τσενόγλου.
Εικονογράφηση – καλλιτεχνική επιμέλεια: Μαρία Χουλάκη

© E.K.I.M 1996

ΛΥΣ. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ 7

71202 ΗΡΑΚΛΕΙΟ

(081)283219 – 288708

 

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *