Η Αιγυπτιοκρατία στην Κρήτη (1830-1840)

Η ΑΙΓΥΠΤΙΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΉΤΗ (1830- 1840)

1. Γενική εικόνα

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου η Κρήτη παραχωρήθηκε στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφερε στο σουλτάνο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης στην Κρήτη και στην Πελοπόννησο. Έτσι η Κρήτη περνούσε σε μια νέα περίοδο «εστιλβωμένης δουλείας», όπως παρατηρεί εύστοχα ο Β. Ψιλάκης. Ο φιλόδοξος μονάρχης της Αιγύπτου κατανοούσε τη σημασία της κατοχής της Κρήτης και απέβλεπε από την αρχή στη μονιμοποίηση της εξουσίας του στο νησί. Για το λόγο αυτό, και για να αποφύγει εξωτερικές επεμβάσεις και διεθνείς περιπλοκές, έλαβε αμέσως σύντονα μέτρα για την εξασφάλιση της εσωτερικής γαλήνης. Πολιτικό διοικητή της νήσου διόρισε τον Μουσταφά Ναϊλή πασά, που πήρε την προσωνυμία Γκιριτλής (Κρητικός), για τη μακρόχρονη παραμονή του στη διοίκηση της Κρήτης. Τη στρατιωτική διοίκηση ανέθεσε στον έμπιστό του Οσμάν Νουρ-Ελ-Ντιν βέη.

Η αιγυπτιακή διοίκηση στην Κρήτη φόρεσε από την αρχή το προσωπείο της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας και αντιμετώπισε φαινομενικά ισότιμα τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς. Με τη χορήγηση γενικής αμνηστίας κάλεσε όλους τους κατοίκους της Κρήτης να καταθέσουν τα όπλα και να ζήσουν στο εξής ειρηνικά, σε καθεστώς ειρήνης και ισονομίας. Πολλοί μουσουλμάνοι τότε, που, καθώς ήταν συνηθισμένοι στις βιαιοπραγίες, δεν μπορούσαν να υπακούσουν στις αυστηρές διαταγές του Μουσταφά πασά και δεν ανέχονταν τη νέα πραγματικότητα, πούλησαν τα υπάρχοντά τους και μετανάστευσαν στη

Μ. Ασία. Αλλά και πολλοί Κρητικοί, που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους, εγκατέλειψαν την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στην άλλη Ελλάδα. Το Πατριαρχείο με συνοδική επιστολή (Ιανουάριος 1831) παρακαλεί τους Κρήτες να μή φεύγουν από την πατρίδα τους και βεβαιώνει ότι θα προστατεύονται από τον Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου.

Για τη διοίκηση του νησιού οργανώθηκαν δύο διοικητικά συμβούλια, που λέγονταν σουράδες, ένα στο Ηράκλειο και δεύτερο στα Χανιά, ενώ δύο άλλα μικρότερα οργανώθηκαν για το Ρέθυμνο και τα Σφακιά. Στα συμβούλια αυτά, εκτός από τους Τούρκους αξιωματούχους, μετείχαν και ένας χριστιανός και ένας μουσουλμάνος από κάθε επαρχία. Αυτό ακριβώς ήταν μια μεγάλη φενάκη, καθώς η αντιπροσώπευση των χριστιανών ήταν πάντοτε μειοψηφία, ανίσχυρη να επιβάλει τις θέσεις και τις προτάσεις της.

Είναι πάντως βέβαιο ότι η αιγυπτιακή κατοχή υπήρξε σε πολλά σημεία ευεργετική και βοήθησε στην ανασυγκρότηση του νησιού και στην επούλωση των μεγάλων πληγών της επανάστασης. Ένα ευρύ πρόγραμμα έργων κοινωφελών άρχισε να εφαρμόζεται. Δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, έργα λιμενικά και άλλα άρχισαν να εκτελούνται στην Κρήτη, για πρώτη φορά τώρα από την εποχή της βενετοκρατίας. Ιδιαίτερη μέριμνα έλαβε η αιγυπτιακή διοίκηση για την οργάνωση της παιδείας, με την ίδρυση και τη λειτουργία σχολείων για τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Το ίδιο έγινε για τη δικαιοσύνη, την κοινωνική πρόνοια και τη δημόσια υγεία. Έγινε επίσης απογραφή του πληθυσμού (1832 – 33) και για πρώτη φορά εκδόθηκε στην Κρήτη εφημερίδα δίγλωσση, με τον τίτλο «Κρητική Έφημερίς (1831).

2. Το κίνημα των Μουρνιών (1833)

Για την εφαρμογή ενός τόσο φιλόδοξου προγράμματος έργων απαιτήθηκαν, φυσικά, τεράστια ποσά, που έπρεπε να συγκεντρωθούν με την αύξηση της φορολογίας και με την εκμετάλλευση του εγχώριου πλούτου. Τα φορολογικά μέτρα υπήρξαν καταθλιπτικά και προκάλεσαν τη γενική δυσαρέσκεια και την έντονη αντίδραση των Κρητών, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε το κίνημα των Μουρνιών. Το Σεπτέμβριο του 1833 συγκεντρώθηκαν στο χωριό Μουρνιές Κυδωνίας επτά περίπου χιλιάδες άοπλοι χριστιανοί, για να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στην οικονομική καταπίεση της αιγυπτιακής διοίκησης. Για να μη θεωρηθεί η διαμαρτυρία αυτή ως ένοπλη εξέγερση, απαγορεύτηκε η προσέλευση οπλοφόρων. Ο Σφακιανός στρατηγός Δεληγιαννάκης, που θέλησε να μετάσχει με τους άνδρες του ένοπλους, υποχρεώθηκε να αποχωρήσει. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1833 οι συγκεντρωμένοι στις Μουρνιές συνέταξαν και υπέγραψαν αναφορά προς τις Μ. Δυνάμεις, στην οποία λεπτομερώς εκθέτουν τα νέα δεινά και επικαλούνται την προστασία τους : «Παρατρέχομεν τα διάφορα ανυπόφορα βάρη, τα οποία επέθεσε γενικώς εις όλα τα είδη των προϊόντων μας· τα αμπέλια μας πληρώνουν πεντηκονταπλάσια τώρα, παρ9 ό,τι επλήρωναν πριν της επαναστάσεως, το ελαιόλαδον τετραπλάσια, και τούτο προς το παρόν διότι, ως μας βεβαιούν, ετοιμάζεται μονοπωλείον και δι αυτό καθώς και εις όλα τα είδη εν γένει της Κρήτης· και το χειρ ιστόν, ενώ εις την αρχήν μάς έλεγεν να κάμνη όστις θέλει ελαιοτριβεία, τώρα μάς ‘ εμποδίζει και αυτήν την χρήσιν των ελαιοτριβείων μας… Δεν φθάνουν δε ταύτα μόνον, αλλά και το χαράτσι (κεφαλιάτικον δόσιμον) από 4 και 8 γρόσια, τα οποία μας είχεν υποσχεθή εις την αρχήν, αφού τα εδιπλασίασε και τα ετετραπλασίασε, τώρα μελετά και να τα εικοσοπλασιάση, ίσως, και οπόταν είπη τις προς την Δ ιοίκησιν να φυλάττη τας υποσχέσεις και τους νόμους της, τον αποκρίνεται αυτή, ότι ο Αντιβασιλεύς (= Μεχμέτ Αλής^ ((νόμους κάμνει και νόμους χαλά».

Ωστόσο, η συγκέντρωση στις Μουρνιές δεν περιορίστηκε μόνο στα οικονομικά μέτρα. Έλαβε χαρακτήρα γενικής διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας: ((…Εσκόρπισε παντού στρατιώτας του, οίτινες βιάζουν την τιμήν μας, χωρίζουν ανδρόγυνα, κάμνουν παν ό,τι η βαρβαρότης και η ασιατική ακολασία ως προς τούτο τους οδηγεί

Η αντίδραση του Μεχμέτ Αλή υπήρξε άμεση καί βίαιη. Ο Οσμάν Νουρ-Ελ-Ντιν βέης επιτέθηκε με το ιππικό του και διέλυσε βιαίως τη συγκέντρωση. Συνέλαβε τους πρωταιτίους, 41 άτομα, και τους απαγχόνισε «εις τας μορέας του χωρίου, εξ ου και ωνομάσθη το κίνημα αυτό η εποχή των Μουρνιδών». Για εκφοβισμό και για πρόληψη αντιδράσεων, η διοίκηση συνέλαβε και απαγχόνισε πολλούς επιφανείς χριστιανούς σε όλη την Κρήτη, αλλά και μουσουλμάνους, που έβλεπαν με συμπάθεια το κίνημα των Μουρνιών και κρυφά το υπέθαλπαν. Η νέα δεσποτεία στην Κρήτη ήταν αρκετά ισχυρή και οι Μ. Δυνάμεις φάνηκαν εντελώς απρόθυμες να ασχοληθούν με το Κρητικό Ζήτημα.

Οι Κρήτες είχαν πια κατανοήσει ότι η ελευθερία τους δεν θα μπορούσε να έλθει χωρίς την έγκριση των Μ. Δυνάμεων. Στα τέλη του 1838 οι εξόριστοι Κρήτες υπέβαλαν στην Αγγλία την πρόταση, να καταλάβει την Κρήτη και να την ανακηρύξει σε αγγλικό προτεκτοράτο. Η έκκληση αυτή, που επαναλήφθηκε το 1839, δε βρήκε καμιά ανταπόκριση.

3. Το τέλος της αιγυπτιοκρατίας. Η επανάσταση του 1841

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος κατά τα έτη 1839 – 1841 είχε επιπτώσεις στην εξέλιξη των κρητικών πραγμάτων. Η εμπλοκή του Μεχμέτ Αλή σε πόλεμο με την Τουρκία και η ήττα του στη Συρία κλόνισαν την αιγυπτιακή εξουσία στην Κρήτη. Οι Μ. Δυνάμεις, που για ιδιαίτερους κάθε μια λόγους είχαν ταχθεί κατά του διαμελισμού της Τουρκίας, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Λονδίνου (3 Ιουλίου 1840) να αποσπάσουν την Κρήτη από την αιγυπτιακή κατοχή και να την επαναφέρουν στη σουλτανική κυριαρχία.

Πριν ακόμη υπογράφει η συνθήκη του Λονδίνου, οι εξόριστοι Κρήτες οπλαρχηγοί (Β. Χάλης, I. Κούμης, Εμμ. Πατελλάρος, Αναγν. Τσουδερός, Βασιλογεώργης, Χαιρέτης κ.ά.) είχαν αποφασίσει να κατεβούν στην Κρήτη και να οργανώσουν νέα επανάσταση, ελπίζοντας σε μια επαναπροβολή του Κρητικού Ζητήματος. Κατέβηκαν πράγματι στα τέλη του 1840 και μαζί τους κατέβηκε και ο νεαρός τότε πολιτευτής Αλ. Κουμουνδούρος. Όμως η επανάσταση μόλις στις 22 Φεβρουάριου 1841 εκδηλώθηκε, ταυτόχρονα σε όλη την Κρήτη. Στις δυτικές επαρχίες αρχηγοί ήταν οι αδελφοί Χαιρέτη (επανάσταση Χαιρέτη) και στις ανατολικές ο Βασιλογεώργης (επανάσταση του Βασιλογεώργη). Με επαναστατική προκήρυξη οι αρχηγοί της νέας αυτής επανάστασης υπενθύμιζαν στο λαό τους προηγούμενους αιματηρούς αγώνες και τον καλούσαν σε νέες θυσίες για την ελευθερία, διαβεβαιώνοντάς τον για τη μεταστροφή της ευρωπαϊκής; διπλωματίας υπέρ της Κρήτης.

Το κίνημα του 1841 στην Κρήτη είναι συνέχεια των ανάλογων απελευθερωτικών κινημάτων της Θεσσαλίας και Μακεδονίας (1839- 1841) και εντάσσεται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο. Δυστυχώς, η εσωτερική κατάσταση στο νησί δεν ευνοούσε μια γενική εξέγερση, ανάλογη με εκείνη του 21. Οι Σφακιανοί φάνηκαν απρόθυμοι να διακινδυνεύσουν ένα αβέβαιο αγώνα και το ίδιο επιφυλακτικοί στάθηκαν πολλοί οπλαρχηγοί των άλλων επαρχιών. Ο Μουσταφά πασάς, έπειτα από μια μάταιη προσπάθεια να διαπραγματευθεί με τους επαναστάτες, χρησιμοποίησε τη δύναμη των όπλων και άρχισε πάλι σκληρός και αιματηρός αγώνας. Φονικές μάχες έγιναν στον Αποκόρωνα (Πρόβαρμα, Βαφέ, Βρύσες), καθώς και στην Ανατολική Πεδιάδα (περιοχή του χωριού Ξιδάς). Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τη σύντομη αυτή επανάσταση, ο δραστήριος Κρητικός Εμμ. Βυβιλάκης έφερε και εγκατέστησε στο χωριό Βαφέ Αποκορώνου τυπογραφείο και εξέδιδε την εφημερίδα ((Ραδάμανθυς» για δύο μήνες.

Η ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν σε παντελή αδυναμία να βοηθήσει την Κρήτη και οι Μ. Δυνάμεις πίεζαν τους επαναστάτες για ανακωχή. Στις 5 Απριλίου, όταν πια φαινόταν ότι η συνέχεια του αγώνα ήταν μάταιη και επικίνδυνη, οι επαναστάτες συνέταξαν και υπέβαλαν στους βασιλείς της Γαλλίας και της Αγγλίας και στον τσάρο της Ρωσίας εκτενές υπόμνημα, στο οποίο διεκτραγωδούσαν τα δεινά της Κρήτης και ζητούσαν για μια ακόμη φορά την επέμβασή τους. Φυσικά, καμιά απάντηση δεν έλαβαν και ο αγώνας έληξε με την αθρόα φυγή των επαναστατών και πολλών αμάχων στην Ελλάδα.

Από το βιβλίο του Θεοχάρη Δετοράκη, Η Ιστορία της Κρήτης.

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *