Η ιστορία του λόφου Ρόκα με το βυζαντινό τείχος φρούριο της Κρήτης

15 περίπου χιλιόμετρα νότια της πόλης του Ηρακλείου στην Κρήτη, βρίσκεται το κεφαλοχώρι Προφήτης Ηλίας, πρόκειται για έναν όμορφο τόπο με ένα μοναδικό προνόμιο, να συναντάμε εκεί το Βυζαντινό τείχος φρούριο, που έφτιαξε ο Νικηφόρος Φωκάς αμέσως μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες, η Αραβική κατοχή του νησιού είχε διάρκεια από το 824 έως το 961 μ Χ.

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την προετοιμασία των Βυζαντινών, την επίθεση, την κατάχτηση της Κρήτης και την οικοδόμηση του μεγαλοπρεπούς φρουρίου στο Κανλί Καστέλι όπως ήταν η παλαιότερη ονομασία του χωριού πριν μετονομαστεί σε Προφήτης Ηλίας, καθώς επίσης και φωτογραφίες.

Το όνομα Κανλί Καστέλι προέρχεται από το τουρκικό Κανλί, που σημαίνει ματωμένο και το ιταλικό Καστέλι, που σημαίνει φρούριο. Ονομάστηκε Κανλί Καστέλι, δηλαδή ματωμένο φρούριο, από μία πανωλεθρία που έπαθαν οι Τούρκοι εκεί από τους Βενετο-Κρητικούς το 1647.

Η ΑΝΑΚΑΤΆΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η προετοιμασία της εκστρατείας

Το 959 πέθανε ο αυτοκράτορας Κωσταντίνος Ζ και τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Ρωμανός Β. Ο Ρωμανός, ικανός στη διοίκηση, είχε το χάρισμα να διαλέγει καλούς συνεργάτες. Ανάμεσα στους νέους συνεργάτες που επέλεξε ήταν ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας ευφυέστατος και πονηρός αυλικός, ο οποίος ουσιαστικά ασκούσε τον ρόλο κυβερνήτη συγκεντρώνοντας τεράστια πολιτική δύναμη στα χέρια του ως παρακοιμώμενος και παραδυναστεύων του αυτοκράτορα.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας επιδιδόταν σε διασκεδάσεις παρασυρμένος από τα θέλγητρα της νεαρής συζύγου του Θεοφανώς.

Μετά την καταστροφή της εκστρατείας του Γογγύλη το 949, δεν υπήρχαν πολλοί που θα έβλεπαν θετικά μία νέα εκστρατεία για την εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη. Οι προηγούμενες αποτυχίες είχαν γίνει αφορμή να κυκλοφορούν διάφοροι χρησμοί και προφητείες σχετικά με την Κρήτη, γεγονός που δείχνει πόσο μεγάλο πρόβλημα είχε γίνει για το Βυζάντιο η κατοχή της Κρήτης από τους Άραβες.

Η περισσότερο διαδεδομένη προφητεία προέβλεπε, πως όποιος θα απελευθέρωνε την Κρήτη θα γίνονταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται πως ο όσιος Λουκάς απέτρεψε τον Ρωμανό Α Λεκαπηνό που σκόπευε να εκστρατεύσει στην Κρήτη λέγοντας πως ένας άλλος Ρωμανός θα την κατακτούσε και όχι αυτός.

Στον Ιωσήφ Βρίγγα οφείλεται η σύλληψη της ιδέας για μία νέα εκστρατεία κατά της Κρήτης. Πολλοί συγκλητικοί και αξιωματούχοι του παλατιού προσπάθησαν να αποτρέψουν τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β (κατά τη διάρκεια συνεδρίασης) να αναλάβει μια τέτοια επιχείρηση, θυμίζοντας του τις προηγούμενες πανωλεθρίες. Τα κυριότερα επιχειρήματα τους ήταν τα τεράστια ποσά χρημάτων που απαιτούνταν, οι κίνδυνοι της θάλασσας γύρω από την Κρήτη, και το αξιόμαχο των Αράβων. Ο Ιωσήφ Βρίγγας μίλησε θερμά υπέρ της εκστρατείας θυμίζοντας την ανάγκη να καθυποτάξουν τους Άραβες, αφού ήταν η μόνιμη απειλή κατά της Αυτοκρατορίας και ότι η ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο πρέπει να καταστεί πάλι ελεύθερη.

Η φράση του (και πρέπον εστί υπέρ των Χριστιανών και ομοφύλων αγωνίσασθαι) δείχνει την ηθική υποχρέωση του έθνους να αγωνίζεται για τους ομοφύλους του.

Επικράτησε η άποψη του Βρίγγα και η αρχηγία της εκστρατείας ανατέθηκε στο δομέστικο των Σχολών της Ανατολής στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.

Οι προετοιμασίες για την εκστρατεία έγιναν στα Φύγελα της Μικράς Ασίας. Ο Νικηφόρος Φωκάς στρατολόγησε δυνάμεις από όλα τα θέματα, κυρίως τα ανατολικά, και επιπλέον Ρώσσους, Σλάβους, Αρμένιους κι άλλους ξένους ικανούς μαχητές.

Οι αριθμοί που μας παραδίδονται για τις ναυτικές δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν κρίνονται υπερβολικοί, 2000 πλοία με υγρό πυρ, 1000 δρομώνες και 307 φορτηγά πλοία. Οι ιστορικοί, σε συνδυασμό με πληροφορίες από το βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη καταλήγουν στο συμπέρασμα πως συνολικά το εκστρατευτικό σώμα του Ν. Φωκά αποτελούνταν από 75.000 άνδρες και 200 ως 250 πλοία. Το ερώτημα για τους ακριβείς αριθμούς παραμένει αφήνοντας όμως τη βεβαιότητα της προετοιμασίας σε μεγαλύτερη κλίμακα σε σχέση με τις προηγούμενες.

Η άφιξη στην Κρήτη

Τον Ιούνιο του 960 ο στόλος απέπλευσε από τη Μικρά Ασία προς την Κρήτη. Το δρομολόγιο που ακολούθησε ήταν στη Σάμο και τους Φούρνους, στη Νάξο έπειτα, στην Ίο, στη Θήρα και μετά, σύμφωνα με μια παράδοση, δύο πλοία από την Κάρπαθο εμφανίστηκαν ξαφνικά για να δείξουν το δρόμο στο Φωκά, επειδή λόγω της μακράς κυριαρχίας των Αράβων κανείς δε μπορούσε πια να οδηγήσει τους Βυζαντινούς σε αυτή την θάλασσα. Πέρα, όμως, από τα οποιαδήποτε μυθολογήματα είναι σίγουρο ότι ο Νικηφόρος είχε στείλει ορισμένα πλοία να κατασκοπεύσουν το χώρο, τις δυνάμεις των Αράβων και την κατάσταση που βρίσκονταν. Έτσι από τις πληροφορίες τους και τις ομολογίες αιχμαλώτων ο Νικηφόρος οδήγησε το στόλο του στη νήσο Ντία απέναντι από τον Χάνδακα. Με ένα του τέχνασμα ο Νικηφόρος παρέταξε έτσι τα πλοία, ώστε οι Άραβες αντικρύζοντας τα από τον Χάνδακα να νομίσουν ότι ήταν διπλάσια σε αριθμό από ότι ήταν πραγματικά.

Η θέα τόσων καταρτιών που μαζί με τα ξάρτια, τα άρμενα και τα λάβαρα έδιναν μια εικόνα μεγαλοπρεπής δύναμης, είχε το αποτέλεσμα που ο Νικηφόρος επιδίωκε. Οι Άραβες καταταράχτηκαν από αυτήν την απρόσμενη εμφάνιση μιας τόσο μεγάλης στρατιωτικής δύναμης των Βυζαντινών μπροστά στα τείχη τους επειδή μετά το 949 μ Χ η προσοχή των Βυζαντινών είχε στραφεί στο Ανατολικό μέτωπο κι έτσι οι Αραβοκρήτες δεν περίμεναν μία καινούρια εκστρατεία εναντίον τους.

Η απόβαση του Βυζαντινού στρατού

Τέλος Ιουνίου του 960 ο Βυζαντινός στόλος πλησιάζει τον Χάνδακα και κατευθύνεται στις δυτικές παραλίες που βρίσκονται στον κόλπο του Αλμυρού. Μετά την οδυνηρή εμπειρία από την αποτυχία του Κρατερού δεν υπήρχε καμιά σκέψη για απόβαση στον κόλπο της Αμνισού (σήμερα Καρτερός) ανατολικά του Χάνδακα. Η απόβαση τοποθετείται στη θέση της αμμουδιάς ακριβώς βόρεια από εκεί που σήμερα βρίσκεται το μνημείο των 62 Μαρτύρων που ήταν και η πιο ενδεδειγμένη.

Οι Άραβες με διοικητή τον ατρόμητο εμίρη Αμπντούλ Κοντομπή Abd Al-Aziz Qurtubi (τον οποίο κοροϊδευτικά ονόμαζαν οι Βυζαντινοί Κουρουπην), άφησε μικρό σώμα στρατιωτών στον Χάνδακα και εξήλθε από τις Δυτικές πύλες του Φρουρίου. Παρατάχθηκε με το στρατό του στα υψώματα, απέναντι από τον τόπο αποβίβασης των Βυζαντινών, παρατάσσοντας μπροστά σώματα τοξοτών και σφενδονητών οι οποίοι μπορούσαν να πλήξουν τα πλοία από απόσταση 200-300 μέτρων. Η απόβαση στο σημείο εκείνο είχε ένα μεγάλο ποσοστό κινδύνου επειδή, ήταν δύσκολο να παραταχθεί το σύνολο του στρατού έτοιμο για κατά μέτωπο μάχη αμέσως μετά την αποβίβαση. Η τόση σιγουριά και τόλμη μιας τέτοιας απόβασης δικαιολογείται από δύο πράγματα, από την άριστη εκπαίδευση, πειθαρχία και άρτιο εξοπλισμό του Βυζαντινού στρατού, και από τη χρήση εμπροσθοφυλακής με μικρά οπλιταγογά που εξακόντιζαν το περίφημο υγρόν πυρ. Αφού ένα μικρό τμήμα στρατού με ψιλούς τοξότες αποβιβάστηκε με διοικητή τον δρουγγάριο Μιχαήλ Χιτωνίτη ακολούθησαν και σφενδονήτες που σχημάτισαν το προάκτωμα, την πρώτη δηλαδή σταθερή θέση πυρός κατά των Αράβων. Μετά οι δρόμωνες προσεγγίζοντας την αμμουδιά άδειασαν τους θωρακισμένους με πλήρη πανοπλία ιππείς που ονομάζονταν κατάφρακτοι, ακολούθησαν οι οπλίτες και οι πάνοπλοι θωρακίτες. Η διήγηση της απόβασης προβάλλει γλαφυρά μέσα από τα κείμενα του ιστορικού Λέοντα διάκονου που γράφει, αφού ο Νικηφόρος κατέβασε και κρέμασε από τα αποβατικά πλοία σκαλωσιές, ολόκληρο το στράτευμα, (ιππείς και πεζικό) διεκπεραίωσε από τη θάλασσα στην ξηρά. Οι Άραβες αν και έκπληκτοι από την τάξη και την ταχύτητα της απόβασης. Ο Νικηφόρος διέταξε να επιτεθούν με τριπλή φάλαγγα οι δυνάμεις του (σύμφωνα με το προσφιλές του σχέδιο επίθεσης που συνήθως χρησιμοποιούσε στις εκ του συστάδην μάχες) για να τις ενισχύσει κατόπιν στα άκρα απειλώντας με περικύκλωση τον εχθρό. Οι Άραβες στράφηκαν οπισθοχωρόντας και κλείστηκαν στο οχυρό του Χάνδακα.

Η πολιορκία του Χάνδακα

Η πολιορκία του Χάνδακα άρχισε αμέσως. Μικρά πολεμικά πλοία έπλεαν ανοικτά του Χάνδακα για να εμποδίσουν οποιαδήποτε αποστολή βοήθειας προς τους πολιορκημένους Άραβες και ο στρατός στρατοπέδευσε στο σημείο της απόβασης σε οχυρό που φτιάχτηκε με κάθε επιμέλεια. Ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός του Χάνδακα από τη θάλασσα ήταν αδύνατος για αυτό πολλοί Άραβες διέφυγαν με μικρά πλοιάρια και διασκορπίστηκαν στο νησί. Επειδή δεν αναφέρεται πουθενά κατά την εννεάμηνη πολιορκία ότι έγινε σύγκρουση με τον Αραβικό στόλο είναι σίγουρο ότι τα πλοία των Αράβων διέφυγαν. Ο Νικηφόρος κατασκεύασε δεύτερο οχυρό κοντά στα τείχη για να επιτίθεται εύκολα και γρήγορα στην πόλη. Η οχύρωση του Χάνδακα αποτελούνταν από την τάφρο που ήταν γεμάτη με νερό και το αρκετό σε ύψος τείχος φτιαγμένο με κεραμικούς πλίνθους που περιείχαν τρίχες και άχυρα. Η άμυνα των Αράβων ήταν σθεναρή και απελπισμένη για αυτό και κράτησε πολύ. Οι επιθέσεις του Νικηφόρου εναντίον του οχυρού Χάνδακα ήταν πολλές και σφοδρές χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Την ίδια αυτή περίοδο της πολιορκίας στάλθηκε κατ επανάληψη εκστρατευτικό σώμα στο εσωτερικό του νησιού για να το υποτάξουν ολόκληρο. Σε μια από αυτές τις επιθέσεις ο επικεφαλής του αποσπάσματος στρατηγός του θέματος των Θρακησίων Νικηφόρος Παστιλάς αιφνιδιάστηκε και φονεύθηκε αφού ολόκληρο το σώμα του στρατού του σκορπίστηκε. Αυτή ήταν η μόνη επιτυχία των Αράβων. Ο ίδιος ο Νικηφόρος αποφάσισε κατόπιν να εκστρατεύσει κατά των ευρισκομένων στο εσωτερικό Αράβων και αφού παρέλαβε τα εκλεκτότερα τμήματα του στρατού του αναχώρησε νύχτα. Με τη βοήθεια ντόπιων περικύκλωσε και κατάσφαξε όλους τους στρατοπεδευμένους Άραβες. Ο Νικηφόρος, επινόησε ένα σκληρό αλλά αποτελεσματικό μέτρο αντιποίνων για το χαμό των στρατιωτών του που θα είχε σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο του ηθικού των πολιορκουμένων, επικήρυξε τα κεφάλια των νεκρών Αράβων για ένα ασημένιο νόμισμα το καθένα. Αναφέρεται πως γύρω από τα τείχη του Χάνδακα έστησε φρικτά τρόπαια με τα κεφάλια των νικημένων μπηγμένα σε ακόντια. Και σαν να μην έφτανε αυτό εκτόξευσε με τους καταπέλτες εκατοντάδες αιμόφυρτες κεφαλές μέσα στην πόλη προκαλώντας ανείπωτο τρόμο στους πολιορκημένους Άραβες αφού στις κομμένες κεφαλές αναγνώριζαν φίλους η συγγενείς τους.

Οι σκόρπιοι Άραβες της Κρήτης εξολοθρεύφτηκαν και έμενε μόνο ο Χάνδακας του οπίου η πολιορκία προχωρούσε σε μάκρος όλο τον χειμώνα του 960-961. Ήταν ιδιαίτερα βαρύς και ψυχρός αυτός ο χειμώνας και στην πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, σημειώθηκε έλλειψη τροφίμων και λιμός. Οι πολιορκητές υπέφεραν το ίδιο όπως κι οι πολιορκημένοι Άραβες και δυσανασχετούσαν ζητώντας την επιστροφή τους στην πρωτεύουσα. Ο Φωκάς κατόρθωσε με τη βοήθεια και του μοναχού Αθανάσιου του Αθωνίτη να εξυψώσει το ηθικό των στρατιωτών του ενώ ο Ιωσήφ Βρίγγας κατάφερε να εξεύρει και να στείλει τρόφιμα και εφόδια στην Κρήτη.

Η τελική επίθεση κατά του Χάνδακα

Στην αρχή της άνοιξης οι επιθέσεις ξανάρχισαν. Η τελική επίθεση προετοιμάστηκε με μεγάλη επιμέλεια και ήταν αντάξια της στρατιωτικής μεγαλοφυΐας του Νικηφόρου. Γύμναζε ασταμάτητα τα στρατεύματα του, κατασκεύασε πλήθος πολιορκητικών μηχανών ενώ πολεμιστές έσκαβαν υπόγεια και υπονόμευαν το τείχος σε ένα σημείο καίριο ανάμεσα σε δύο πύργους, την ίδια στιγμή που οι περισσότεροι επιτίθονταν σε διάφορα άλλα σημεία. Το τμήμα που υπονόμευαν υποστήλωνονταν την ίδια στιγμή με ξύλινες σκαλωσιές έτσι, ώστε, όταν μόνο τα ξύλινα δοκάρια στήριζαν ολόκληρο το τείχος, ο Φωκάς διέταξε να βάλουν φωτιά. Μόλις κάηκαν τα υποστυλώματα το μέρος εκείνο του τείχους κατέρρευσε. Αμέσως οι στρατιώτες εισέβαλαν στην πόλη με ορμή. Η αντίσταση των Αράβων ήταν σφοδρή αλλά απελπισμένη. Η σφαγή που ακολούθησε ήταν φοβερή και πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς διέταξε τους στρατιώτες του να μην φονεύουν χωρίς λόγο τους εχθρούς που παραδίδονταν.

Έτσι η πόλη του Χάνδακα και μαζί της ολόκληρη η Κρήτη περιήλθε στα χέρια των Βυζαντινών ύστερα από 136 χρόνια. Τα λάφυρα που βρήκαν και πήραν οι Βυζαντινοί ήταν πάρα πολλά. Οι θησαυροί που επί πολλά χρόνια συσσωρεύονταν στον Χάνδακα από τις πειρατείες και τις ληστείες θάμπωσαν τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο εμίρης της Κρήτης Abd Al-Aziz Qurtubi και η οικογένεια του πιάστηκαν αιχμάλωτοι και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τα λάφυρα. Εκεί κόσμησαν το θρίαμβο του Νικηφόρου Φωκά και αργότερα ο ίδιος ο εμίρης και η οικογένεια του έζησαν καλλιεργώντας εκτάσεις γης που τους παραχωρήθηκαν. Ο γιος του εμίρη που ονομάστηκε Ανεμάς ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, υπηρέτησε στο σώμα των αυτοκρατορικών σωματοφυλάκων του Ιωάννη Τζιμισκή και διακρίθηκε στον πόλεμο εναντίον των Ρώσων του Σβιατοσλάβου όπου και σκοτώθηκε το 972 μ Χ.

Το φρούριο Τέμενος στη Ρόκα

Ο Νικηφόρος Φωκάς σκέπτονταν και ενεργούσε με την αποφασιστικότητα αλλά και τη μονολιθικότητα που χαρακτηρίζει τους στρατιωτικούς. Έτσι, πριν εγκαταλείψει την Κρήτη θέλησε να ισχυροποιήσει τη Βυζαντινή κυριαρχία στο νησί, εξασφαλίζοντας μία μελλοντική δυναμική παρουσία στο χώρο βόρεια της Αφρικής. Η στατιωτική του εμπειρία σαν κατεξοχήν Αραβωμάχος στρατηγός έδειχνε ότι το αδύνατο σημείο της Αραβικής πολεμικής τέχνης ήταν οι επιθέσεις σε οχυρωμένες πόλεις. Οι εμπειροπόλεμοι και γενναίοι Άραβες πολεμιστές δεν κατείχαν καλά την τέχνη και την τεχνική της πολιορκίας, πράγμα το οποίο έδινε το προβάδισμα στους Βυζαντινούς όταν κατάφερναν να οχυρωθούν αποτελεσματικά σε φρούρια. Πρώτο μέλημα, λοιπόν, του Νικηφόρου ήταν να κατεδαφίσει τα τείχη του Χάνδακα ολοκληρωτικά ώστε να μην είναι δυνατή η κατοίκηση του πλέον.

Αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα σε άλλο σημείο το οποίο θα παρέχει ικανοποιητική ασφάλεια για τις διοικητικές και οικονομικές δραστηριότητες. Ακολουθώντας τις πληροφορίες ντόπιων επισκέφθηκε ο ίδιος την τοποθεσία του απόκρημνου λόφου της Ρόκας σε μικρή απόσταση νότια του Χάνδακα. Έκρινε σαν κατάλληλο τον χώρο για να παρέχει προστασία στο καινούριο διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Κρήτης. Έδωσε διαταγή να οικοδομήσουν γοργά φρούριο πάνω στο λόφο της Ρόκας το οποίο ονόμασε Τέμενος. Το φρούριο Βρίσκεται 20 χιλ  νότια από το Ηράκλειο πάνω στο λόφο Ρόκα με υψόμετρο 507 μέτρα, που οικοδομήθηκε πάνω σε ερείπια μινωικής ακρόπολης, Στόχος του Νικηφόρου ήταν να εγκαταστήσει ολόκληρο τον Χριστιανικό πληθυσμό του Χάνδακα εκεί με μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη για αυτό μέσα στο φρούριο έχτισε οικοδομήματα ικανά να στεγάσουν δέκα έως δεκαπέντε χιλιάδες πληθυσμό. Όμως η στρατηγική του οξυδέρκεια δεν αντιστοιχούσε κατά ανάγκην με τις ανάγκες των κατοίκων που γρήγορα εγκατέλειψαν το φρούριο και επέστρεψαν δίπλα στη θάλασσα ανοικοδομώντας τον Χάνδακα. Ο τόπος παρέμεινε κατοικημένος αλλά μόνο σαν οχυρό φρούριο. Η οχύρωση του φρουρίου και η τειχοποιία αποτελούν οικοδομήματα μοναδικά για όλη την Κρήτη σε μέγεθος και τεχνική. Είναι θαυμαστή η εκμετάλλευση και του κάθε απόκρημνου βράχου που θα μπορούσε να αποτελέσει στήριγμα επάλξεων η οχυρού πύργου. Στα περισσότερο βατά σημεία (βόρεια ανατολική πλευρά) η οχύρωση είναι τριπλή και μεγαλοπρεποί πύργοι προστατεύουν κάθε πλευρά του υψώματος. Σώζονται ερείπια των οικοδομημάτων στο εσωτερικό του φρουρίου καθώς και το υψηλότερο περιτειχισμένο τμήμα του φρουρίου, πλήθος από ναίσκους βρίσκονται σκορπισμένοι στο χώρο του φρουρίου, όμως δεν σώζονται ίχνη από κάποια πηγή που να εξηγεί πως γινόταν η ύδρευση τόσου πληθυσμού.

Στα χρόνια της Βενετοκρατίας γνωρίζουμε πως υπήρχε προστατευμένη σκάλα που οδηγούσε σε πηγή στους πρόποδες της Ρόκας. Παρόμοιο φρούριο, χτισμένο την ίδια εποχή είναι το φρούριο της Καντάρα στην Κύπρο.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του Νίκου Μ. Γιγουρτάκη, Ο Νικηφόρος Φωκάς και η Κρήτη.

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

2 thoughts on “Η ιστορία του λόφου Ρόκα με το βυζαντινό τείχος φρούριο της Κρήτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *