Εκδρομή στο Τζερμιάδο με απρόοπτα

 

Από καιρό ήθελα να κάνω μία εκδρομή στο Οροπέδιο Λασιθίου, να φωτογραφίσω τους ανεμόμυλους, τον τεράστιο κάμπο, τα χωριά, και ότι άλλο αξιοθέατο βρω.

Με μία σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο βρήκα ένα ξενοδοχείο με το παράξενο όνομα Αργουλιάς, (αργουλια λένε την αγριελιά και σε ορισμένα μέρη την λένε αργουλίδι) πείρα τηλέφωνο και έκλεισα ένα δωμάτιο για μία βραδιά. Το μικρό αυτό ξενοδοχείο όπως μου εξήγησαν από το τηλέφωνο, ήταν στην κορυφή του παλιού χωριού του Τζερμιάδου στο Οροπέδιο Λασιθίου. 

Έφτασα λοιπόν στο χωριό 11 παρά τέταρτο το πρωί, και ξεκίνησα να ρωτάω από που θα πάω στον Αργουλιά, όλοι μου απαντούσαν με προθυμία, από εδώ θα πας, από εκεί θα στρίψεις, ώσπου χάθηκα μέσα στα στενά σοκάκια του χωριού που ήταν απολύτως έρημα, καθώς το παλιό χωριό είναι σχεδόν εγκαταλειμμένο , ήξερα όμως την κατεύθυνση, στο πάνω μέρος του χωριού στο πιο ψηλό μέρος είναι το ξενοδοχείο μου είχαν πει, και πράγματι, αφού πέρασα μέσα από χορταριασμένες σκάλες, δρομάκια που νόμιζες ότι θα δεις ξυπόλητα παιδιά όπως πριν 60 χρόνια, έφτασα σε ένα κτίριο, ήταν πολύ περιποιημένο με κεραμιδοσκεπή.

Φωνάζω είναι κανένας εδώ, τίποτα, φωνάζω ξανά, και πάλι τίποτα, τότε θυμήθηκα ότι μου είχαν πει, όταν φτάσω στο ξενοδοχείο να τους πάρω τηλέφωνο, καλώ λοιπόν τον αριθμό που είχα αλλά δεν απαντούσε, βρίσκομαι στο πρώτο καινό.

Μετά από λίγα λεπτά ακούω ένα κύριο να έρχεται κατά το μέρος μου, γεια σας εδώ είναι ο Αργουλιάς του φώναζα, ναι μου λέει εδώ είναι, πρώτη ανακούφιση. Αφού συνεννοηθήκαμε, μου έδωσε το δωμάτιο με τον αριθμό 9, ωραίο δωμάτιο με δύο κρεβάτια, σαλόνι, ευρύχωρο μπάνιο με μπανιέρα, μπαλκόνι με τραπέζι και δύο καρέκλες, ακριβώς απέναντι από τις κορυφές της οροσειράς της Δίκτυς. 

Ύστερα από λίγη ώρα αφού ετοιμάστηκα, πείρα την φωτογραφική μου μηχανή και κατέβηκα για αναγνώριση του τόπου.

Είχα πολύ καιρό να βγω για φωτογράφιση και μου φάνηκε αυτό, η φωτογραφία είναι κάτι που θέλει συνεχή εξάσκηση σε καθημερινή βάση, αν την αφήσεις έστω για λίγο, σε αφήνει. Προσπάθησα πάντως να κάνω ότι μπορούσα, αλλά θέλω να το εξομολογηθώ, όχι δεν είμαι ευχαριστημένος από τις φωτογραφίες που τράβηξα, όχι γιατί δεν υπήρχαν φωτογραφικά θέματα, αλλά γιατί είχα την φωτογραφική μηχανή μονίμως μέσα στην θήκη της, και περίμενα να βρω κάτι να την βγάλω και να το φωτογραφίσω, η φωτογραφία όμως είναι μεταξύ άλλων η σύλληψη της στιγμής, της στιγμής που δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά, επιπλέον κρατούσα ένα ορειβατικό μπαστούνι, κάτι που συγκέντρωνε την προσοχή όλων τον ανθρώπων και με ρωτούσαν αν είμαι ορειβάτης. 

Αφού έκανα μερικές βόλτες στους δρόμους του Τερμιάδου, αποφάσισα να πάω στο κοντινό σπήλαιο, που δεν είναι άλλο από το Κρόνιο, κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν ήταν σύμμαχος μου η θερμοκρασία, είχε πολύ ζέστη και κάθε φορά που έπρεπε να σταματήσω για να φωτογραφίσω κάτι με κούραζε παρά με ευχαριστούσε, εν τέλη έφθασα στο σπήλαιο.

Είχα πάει ξανά εκεί πριν περίπου 20 χρόνια, ομολογώ ότι το μόνο που θυμόμουν ήταν η είσοδος, όλο το μονοπάτι που οδηγεί στο σπήλαιο που το έχουν φτιάξει πολύ όμορφα δεν το θυμόμουν, νόμιζα ότι το Κρόνιο ήταν δίπλα στον δρόμο, ρε τι σου είναι η μνήμη;, αλλά και τώρα μερικές μέρες μετά που γράφω αυτή την διήγηση, τα μόνα μέρη του μονοπατιού που θυμάμαι, είναι αυτά που σταμάτησα για να πιο νερό, να ακούσω τα τζιτζίκια, και εκεί που διασταυρώθηκα με τουρίστες. 

Ξεκίνησα τον δρόμο για το Τζερμιάδο, δεν είχα να πάω κάπου αλλού, και ο ήλιος έκαιγε αν και ήμουν σε υψόμετρο 830 μέτρων, μόλις έφτασα στην είσοδο του χωριού είδα να απλώνεται μπροστά μου μια περιποιημένη έκταση με πολλά λουλούδια, φαρδύ δρόμο να πηγαίνει προς τα πάνω και δεξιά, ήταν το κοιμητήριο, μου έκαναν εντύπωσή δύο πράγματα, πρώτον η άπλα του χώρου, τα μνήματα δεν ήταν το ένα σχεδόν πάνω στο άλλο, όπως είναι σε άλλα κοιμητήρια, αλλά χωρισμένα με άνετους διαδρόμους, το δεύτερο που μου έκανε εντύπωση, είναι ότι δεν είδα ψηλά δέντρα όπως κυπαρίσσια, τα οποία προσδίδουν μία ιερότητα στον χώρο θα έλεγα όπου υπάρχουν.

Αφήνω πίσο μου το κοιμητήριο με τον ναό του να είναι αφιερωμένος στην Αγία Άννα, και μπαίνω σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους του Τζερμιάδου, ήταν δύο και μισή και είχα αρχίσει να πεινάω, κάπου εκεί πέρασα από μία ταβέρνα που έτρωγαν μόνο ξένοι και συγκεκριμένα Γάλλοι.

Μόλις έδειξα την πρόθεση μου να βρω τραπέζι με προσέγγισε αμέσως ο Βασίλης, όπως μου συστήθηκε αμέσως μετά, με καλωσόρισε, με κέρασε τσικουδιά, και ως τετραπέρατος Λασιθιώτης με άρχισε στις ερωτήσεις, από που είσαι; που πας; τι δουλειά κάνεις;, κάπου εκεί έκανα ένα από τα όνειρα μου πράξει έστω και στα ψέματα, στην ερώτηση, τι δουλειά κάνει; του απάντησα την δουλειά που πιστεύω ότι μου ταιριάζει, εισοδηματίας του είπα είμαι, με ρώτησε αν έχει κρίση το επάγγελμα μου και σταμάτησε εκεί η κουβέντα, παράγγειλα μία χωριάτικη σαλάτα χωρίς πιπεριά, σύντομα ζήτησα και άλλο ψωμί για να συνοδέψω τα νοστιμότατα λαχανικά της σαλάτας, όταν τελείωσα, μου έφεραν και καρπούζι ενώ με είχαν κεράσει ακόμα μία ρακί, αν ήθελα να τως ε συνωριστώ, ήθελα να μην μπορώ να φύγω από το πιοτό, αλλά είπαμε, ο αυτοέλεγχος είναι πολύ σημαντικό προτέρημα, και η τιμή του μεσημεριανού γεύματος μου, 6,50 ευρώ.

Μετά ξεκίνησα να πάω στο ξενοδοχείο, αμ δε, ακολούθησα την κατεύθυνση προς το πάνω μέρος του παλιού χωριού και χάθηκα, δεν μπορούσα να θυμηθώ τίποτα, μου φαινόταν όλα άγνωστα, λέτε να έφταιγε η τσικουδιά που ήπια μεσημεριάτικο; μπορεί, με τα πολλά, πάνω κάτω, και πέρα πόδε, το βρήκα το ξενοδοχείο επιτέλους.

Ξεκουράστηκα αρκετή ώρα, αλλά με βασάνιζε το πως θα έφευγα την επόμενη μέρα, το κτελ έχει δύο δρομολόγια για τους τουρίστες, και που κανείς ντόπιους δεν τα ήξερε, έψαξα να βρω κάποιο τηλέφωνο του κτελ από το κινητό μου, μα δεν απαντούσε κανένα, τέλος πάντων αφού ξεκουράστηκα, έκανα ένα μπάνια και κατέβηκα στου Παντελή, ο Παντελής αν κατάλαβα καλά είναι συνιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Αργουλιάς.

Μου έκανε ένα πολύ ωραίο φραπέ, επαγγελματικό θα έλεγα, και κάθισε μαζί μου στο μπαλκόνι του εστιατορίου και καφετέριας του ξενοδοχείου, κουβεντιάσαμε για πολύ ώρα και καταπιαστήκαμε με πολλά θέματα, μου έκανε εντύπωση ότι δεν μου έκανε προσωπικές ερωτήσεις, ενώ θα μπορούσε, κάπου εκεί μου έφερε ένα βιβλίο που είχε γράψει ένας ντόπιος που κατοικεί όμως στο Ηράκλειο, το βιβλίο αφορούσε όλα τα θέματα που σχετίζονται με το Οροπέδιο Λασιθίου, μου το παραχώρησε να το διαβάσω μέχρι την επόμενη μέρα που θα έφευγα, ομολογώ ότι μου έκανε πολύτιμη παρέα, αφού ήταν γεμάτο από πληροφορίες, δηλαδή ότι ακριβώς μου αρέσει.

Ο Παντελής όσο πίναμε τον καφέ μας, έκανε δύο τρία τηλέφωνα για να μάθει τι ώρα έχει λεωφορείο, τελικά του είπαν με σιγουριά ότι το λεωφορείο περνάει 10 το πρωί, δεν πρέπει να παραλείψω να αναφερθώ στον Ερμή, ένα πολύ μικρόσωμο σκυλάκι κάποιου γείτονα του ξενοδοχείου, που όμως είναι όλη την ημέρα στο ξενοδοχείο, όσο μπόι του λείπει τόσο δυναμικό είναι, οξυδερκές, δεν αφήνει τίποτα που να μην το προσέξει, από την γάτα που έτρεχε δύο σπίτια πιο κάτω, τα έντομα, αλλά προπάντων όταν πλησιάζει κάποιος το απόμερο ξενοδοχείο, αυτό το καταλαβαίνει πρώτο και ειδοποιούσε με τον τρόπο του.

Την επόμενη μέρα ξύπνησα μέσα στο άγχος για το αν θα βρω λεωφορείο να γυρίσω στο Ηράκλειο, και τι θα κάνω αν πάει κάτι στραβά, κατέβηκα στου Παντελή, ο οποίος μου έφτιαξε τον καφέ μου, τον χάνω για λίγα λεπτά, ύστερα έρχεται με δύο μεγάλα πιάτα, μέσα είχαν δύο τηγανιτά αυγά, φέτες τυρί με ζαμπόν, ψωμί για να φτιάξω τοστ, δύο κομμάτια θεσπέσιο κέικ, δύο φέτες ψωμί με ντόπιο μαλακό τυρί αίγας, τότε τον επέπληξα λέγοντας του ότι ποιος θα τα φάει όλα αυτά, αυτά τα τρώνε οι ξένοι, εμείς οι ντόπιοι πίνουμε μόνο ένα καφέ, εκείνος όμως επέμενε λέγοντας μου ότι έτσι ορίζει ο κανονισμός, τότε κατάλαβα γιατί δεν με είχε ρωτήσει τίποτα προσωπικό, γιατί πολύ απλά φέρονταν επαγγελματικά και προφανώς τηρούσε κάποιες οδηγίες που είχε λάβει, ίσως από κάποιο σεμινάριο για το πως θα κάνει την δουλειά του καλύτερα, κάτι που του το αναγνωρίζω και του δίνω συγχαρητήρια.

Ξέροντας ότι το λεωφορείο περνάει 10 το πρωί, κατεβαίνω στον κεντρικό δρόμο στις 10 παρά 20, εκεί μαθαίνω από μία καφετζήνα ότι το λεωφορείο πέρασε στις 9 και 20, το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε, το επόμενο λεωφορείο θα έφευγε κάποια στιγμή το μεσημέρι που δεν ήξερα, αφού έμεινα λίγη ώρα μη ξέροντας τι να κάνω, αποφάσισα να πάω με τα πόδια προς τον Αυχένα της Αμπέλου, δηλαδή την έξοδο του Οροπεδίου προς το Ηράκλειο, περπάτησα μία ώρα, κάτι που ισοδυναμεί σε 5 χιλιόμετρα, εκεί ρώτησα πότε περνάει το λεωφορείο, έτυχε η κυρία που ήταν εκεί, να έχει το τηλέφωνο του οδηγού, ο οποίος της είπε ότι θα ξεκινήσει στις 2 ακριβός, και θα φτάσει στο σημείο αυτό σε 15 λεπτά περίπου.

Μέχρι όμως τις δύο το μεσημέρι είχα μπροστά μου 3 ολόκληρες ώρες, τι να έκανα σε ένα και μόνο μέρος τρις ώρες;, έτσι αποφάσισα να κατηφορίσω προς την Μονή Κεράς την καρδιώτησσα, σε λιγότερο από μία ώρα ήμουν σε αυτό το ιστορικό μοναστήρι της περιοχής, εκεί φωτογράφισα, ξεκουράστηκα. 

Αλλά δεν μπορούσα να χαρώ τίποτα, είχα πολύ μεγάλο φόβο για το τι θα κάνω αν χάσω το λεωφορείο που ήταν το τελευταίο, στις δύο παρά, πήγα στην στάση να περιμένω καρτερικά, δεν σας κρύβω ότι προσευχόμουν από μέσα μου να πάνε όλα καλά και να μην χάσω το λεωφορείο, λες και κάτι υποψιαζόμουν, μόλις πάει δύο ακριβώς πέρασα από την άλλη πλευρά του δρόμου προς την κατεύθυνση του λεωφορείου για να με δει καλύτερα, περιμένω, περιμένω, περιμένω, περνούσαν διάφορα μικρά λεωφορεία, κάποια στιγμή πέρασε και ένα μεγάλο, κάνω σήμα να σταματήσει αλλά τίποτα, είχε πάει 3 παρά 20, και με είχαν ζώσει τα φίλια που λέμε, τότε κάλεσα τον αριθμό τηλεφώνου του κτελ που είχα καλέσει χθες και δεν απαντούσε, απάντησε αμέσως παραδόξως, όλο αγωνία ρώτησα αν είχε περάσει το λεωφορείο για το Ηρακλειο, η απάντηση της κοπέλας, μου έκοψε τα πόδια, μάλιστα πέρασε, τότε ακολούθησε από μέρους μου έντονος διάλογος, λέγοντας της να τηλεφωνήσει στον οδηγό και να του πει ότι είναι ηλίθιος, αν με είδε να περιμένω στον δρόμο, στην πορεία του λεωφορείου, απέναντι από την γνωστή στάση του μοναστηριού και δεν σταμάτησε.

Και τώρα τι κάνω; αυτό είναι ένα άσχημο συναίσθημα που το έχω ξανά νιώσει άλλη μία φορά, αυτό του καινού, κοίταξα το μοναστήρι και σκέφτηκα τζάμπα η προσευχή, θύμωσα αρκετά με όλους και με όλα, έπρεπε όμως να ηρεμήσω να δω τι θα κάνω, για να καλέσω ταξί, θα έπρεπε να πληρώσω μία μικρή περιουσία που δεν διέθετα, για να έκανα ότο στοπ, ντρεπόμουν και δεν ξέρω ούτε αγγλικά, κάποιο ξενοδοχείο εκεί κοντά δεν υπάρχει, οπότε η λύση ήταν η εξής μία, να κατέβω με τα πόδια μέχρι την πλησιέστερη στάση του υπεραστικού λεωφορείου, και αυτή βρίσκεται στα Μάλια, που απέχουν από το χωριό Κράσι 15 χιλιόμετρα.

Κατηφόρησα μέχρι το Κράσι χαλαρός πλέον, αφού ήξερα τι θα κάνω, με την φυσική μου κατάσταση να είναι σύμμαχος μου, για να ηρεμήσω στον δρόμο σκέφτηκα ότι όλα γίνονται κατ οικονομία Θεού, έτσι και αν εμείς είτε δεν ξέρουμε, είτε δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο.

Μετά από μισή ώρα έφτασα στο πολύ όμορφο και γραφικό Κράσι, με τον τεράστιο ως προς τον κορμό του πλάτανο που υπάρχει στο πάνω μέρος του χωριού, εκεί πλήθος από τουρίστες φωτογράφιζαν το υπέρ αιωνόβιο αυτό δέντρο. 

Ήπια ένα καφέ για να ξεκινήσω την τρίωρη στα σίγουρα πορεία μου προς τα Μάλια, σε λίγο ξεκίνησα την διαδρομή με πίστη στον εαυτό μου, αλλά και με ένα μεγάλο γιατί να μου συμβεί αυτό.

Βάδιζα στην αριστερή άκρη του δρόμου σχετικά γρήγορα, έβλεπα τα αυτοκίνητα να με προσπερνούν και σκεφτόμουν ότι δεν ξέρουν πόσο τυχεροί είναι, γύρισα πίσω μου να δω το Κράσι πριν ξεκινήσω την κάθοδο, μόλις απλώθηκε μπροστά μου το απέραντο γαλάζιο αισθάνθηκα μια δικαίωση, αδικαιολογητη ίσως, ίσως πάλι να ήταν μέσα στους πρώτους υποβόσκοντες στόχους μου, η θάλασσα δηλαδή, ξεκίνησα να κατεβαίνω τώρα πια το βουνό από τον δρόμο που σαν φίδι κατέβαινε το επικλινές έδαφος.

Λίγο μετά την δεύτερη στροφή, συνέβη κάτι μαγικό, ένα από τα αυτοκίνητα δεν με προσπέρασε, ένας τουρίστας μου μιλούσε αγγλικά που δεν καταλάβαινα τίποτα, τότε πλησιάζω και με νοήματα, ένα δικό του γες, και ένα δικό μου ευχαριστώ συνεννοηθήκαμε μία χαρά, και μπήκα στο αυτοκίνητο, μην μπορώντας να πιστέψω στην τύχη μου, που λίγο πριν με είχε απαρνηθεί μερικές φορές.

Μόλις συνείδητοποίησα ότι το αυτοκίνητο αυτό σταμάτησε δίπλα μου, με σκοπό να με πάρει χωρίς εγώ να κάνω το παραμικρό, θυμήθηκα ένα ανέκδοτο, κάποτε λέει ήταν ένας πολύ πιστός, σε ένα ταξίδι λοιπόν ναυάγησε το πλοίο του και αυτός βρέθηκε να παλεύει με τα κύματα, προσεύχονταν στον Θεό για να τον σώσει, κάποια στιγμή βλέπει ένα καράβι να τον πλησιάζει και να θέλει να τον σώσει, εκείνος αρνήθηκε λέγοντας στους ναυτικούς ότι θα τον σώσει ο Θεός, σε λίγο και άλλο καράβι έσπευσε προς βοήθεια του, και πάλι η ίδια απάντηση, θα με σώσει ο Θεός, και τρίτη φορά επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, ώσπου δεν άντεξε και πνίγηκε, μόλις λοιπόν πήγε κοντά στον Θεό, γιατί ήταν ενάρετος, ρώτησε τον Θεό, γιατί Θεέ μου δεν με έσωσες που σε παρακαλούσα; και ο Θεός του απαντάει, μα σου έστειλα τρία καράβια να σε σώσουν και εσύ αρνήθηκες.

Έτσι και εγώ τώρα, μόλις είδα το πρώτο καράβι, συγνώμη αυτοκίνητο ήθελα να πω, λέω επιβιβάζομαι αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, το λέω αυτό γιατί δεν δέχομαι γενικότερα εύκολα βοήθεια, ενώ είμαι από τους ανθρώπους που όπου μπορούν θα βοηθήσουν με χαρά.

Όταν είδα την απόσταση που δεν έκανα χάριν στο Γερμανό τουρίστα όπως προέκυψε από την κουβέντα που κάναμε, από μέρους μου τσάτρα πάτρα, αισθάνθηκα πολύ τυχερός παρ όλες τις πρωινές αποτυχίες να μπω στο λεωφορείο.

Με άφησε 200 μέτρα από την στάση του λεωφορείου στον κεντρικό δρόμο των Μαλίων, και λες η τύχη μου χρωστούσε να μην ταλαιπωρηθώ άλλο, το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά μου σε 5 λεπτά, δεν φαντάζεται κανείς την αγαλλίαση που ένιωσα όταν ρώτησα τον εισπράκτορα που πάει το λεωφορείο; και μου είπε Ηράκλειο, και μπήκα μέσα.

Κάπου εδώ τελείωσε η αγχωτική εκδρομή μου, εγώ όμως θα κρατήσω τα θετικά, αυτά είναι το βιβλίο που αγόρασα από το μοναστήρι της Κεράς, η γνώση μου για την μορφολογία του Τζερμιάδου, και ότι υπάρχει ένα πολύ καλό ξενοδοχείο στο οποίο μπορώ να βασιστώ.

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *