Η ιστορία της Σητείας

ΣΗΤΕΙΑ

Η πρωτεύουσα της επαρχίας, μια ωραία αμφιθεατρική πόλη με πληθυσμό σήμερα πάνω από 8.000 κατοίκους. Δεσπόζει στον ομώνυμο κόλπο και αποτελεί ειρηνικό καταφύγιο για τους χιλιάδες Έλληνες και ξένους επισκέπτες που μ’ αυτήν αφετηρία ξεκινούν για να επισκεφθούν τα 45 χωριά της και να γευτούν την πατροπαράδοτη κρητική φιλοξενία και να διαπιστώσουν με θαυμασμό πως κάθε γωνιά της Σητειακής γης κρύβει στα σπλάχνα της κι από ένα αρχαιολογικό θησαυρό που πιστο­ποιεί την μεγάλη πολιτιστική παράδοση στον τόπο αυτό.

 

Το όνομα της Σητείας

Το όνομα Σητεία είναι παλιό και προήλθε από την ονομασία της αρχαίας πόλεως Ήτιδος η Ητείας που βρισκόταν στην Ανατολική Κρήτη σύμφωνα με τα λεγάμενα του Διογένη του Λαέρτου (Βίος Φιλοσόφων 1, 9, 10) που την θεωρεί πατρίδα του Μύσωνα ενός από τους 7 σο­φούς.

«Σωσικράτης δέ εν διαδοχαϊς (φησί) άπό μέν πατρός Ήτεϊον είναι άπό δέ μητρός Χηνέα. Εύθύφρων δέ ό Ήρακλείδης τού Ποντικού, Κρήτα φησίν είναι Ήτείαν γάρ πόλις είναι Κρήτης…».

Σ’ αυτό συμφωνεί και ο λεξικογράφος του Ε’ αί. μ.Χ. Στέφανος Βυ­ζάντιος:

«Ήτις (Ήτειος)… καί τής Κρήτης πόλις, όθεν ήν Μύσων εις τών έπτά σοφών, χρηματίζων ΉτεΤος, ου μέμνηται Πλάτων εν τώ Πυθαγόρα Χηνέα τούτο είπών Δίδυμος δέ Συμποσιακών δεκάτων Ήτειον αύτόν καλεί…».

Μπορεί όμως το όνομα να είναι προελληνικό και να πρόκειται για την SE-TO-I-JA των πινακίδων της γραμμικής γραφής.

Ο μελετητής του Ερωτόκριτου Γιάνναρης πιστεύει πως το τελικό
Σητεία προήλθε από την γενική τήΣ Ήτείας η από το είΣ Ήτείαν.

Ο γλωσσολόγος Γ. Χατζηδάκις βασισμένος σε επιγραφή που περιέ­χει ψήφισμα των Πραισίων και αναφέρει (Β πλευρά, στίχοι 14, 16) κα­τοίκους Σηταήτας, πιστεύει ότι από το όνομα της πόλεως αυτών που θα ήταν Σήταια η Σηταία προήλθε και το όνομα της Σητείας όπου σύμφωνα με φωνητικό νόμο το ΣΗΤΑΙΑ έγινε ΣΗΤΕΙΑ και το Σ επειδή αντιπροσώπευε συριστικό φθόγγο εγράφετο, αλλά στο Ελληνικό αλφάβητο δεν επροφέρετο και έτσι ακουγόταν ΗΤΕΙΑ. Άλλοι επιστήμονες πιστεύουν πως πρόκειται για δυό διαφορετικές πόλεις. Αλλά κι αν ακόμη το όνομα της Σητείας προέρχεται από την αρχαία Σητεία η Σήταια είναι βέβαιο ότι η νεώτερη πόλη δεν είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας.

Παρά τις διάφορες απόψεις των ιστορικών και μελετητών νομίζω πως η ανασκαφική έρευνα έχει τον πρώτο λόγο για να πιστοποιήσει η να απορρίψει μια τέτοια υπόθεση. Μακριά από κάθε τοπικιστικό σωβινισμό προσωπικά νομίζω πως δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για να στηρίξουμε μια τέτοια άποψη πως δηλ. η νεώτερη πόλη κτίστηκε στα θεμέλια αρ­χαίας.

Μεμονωμένες αποκαλύψεις όπως ένας μικρός αριθμός σαρκοφάγων των Μινωϊκών χρόνων πολλές έξω από τη σημερινή πόλη (Παπούρες, Ξεροκαμάρες), η Μινωϊκή έπαυλη στην Κληματαριά στον δρόμο για το Πισκοκέφαλο, οι ιχθυοδεξαμενές των Ρωμαϊκών χρόνων στο Τελωνείο κοντά και αυτό ακόμη το πρόσφατο σπουδαίο εύρημα του αποθέτη —προφανώς ενός Ιερού— με τη θαυμάσια σειρά των υπομινωϊκών δαιδαλικών και αρχαϊκών ειδωλίων, κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να πείσουν τον ερευνητή ότι στον χώρο της Σητείας υπήρξε συγκροτημένη πόλη και μάλιστα των Ελληνικών χρόνων με τα δημόσια και ιδιωτικά της κτίσματα. Όσο κι αν ο χώρος καταστράφηκε η και ακόμα ανασκάφτηκε από λεηλασίες, φυσικές αιτίες η και την ανοικοδόμηση δεν είναι δυνατόν να χαθεί ολοκληρωτικά το αρχιτεκτονικό της σύνολο.

Η συστηματική παρακολούθηση άλλωστε των θεμελίων των νεοαναγειρομένων οικιών και μάλιστα σε εποχή οικοδομικού οργασμού και σε όλα τα σημεία της πόλης δεν απέδωσε τίποτα ούτε και όστρακα ακόμα.

Για τα μεμονωμένα ευρήματα μπορούμε να πούμε πως δεν αποκλείεται η άποψη ο χώρος της σημερινής Σητείας να χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για μεμονωμένες κατοικήσεις η για εγκατάσταση κατα­σκευών για την αλιεία η για κάποιο υπαίθριο ιερό. Φυσικά τα πιο πάνω εδραιώνονται ακόμη περισσότερο όταν η κύρια πόλη βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις εγκαταστάσεις αυτές.

Την πιο πάνω άποψη — ότι δηλ. η αρχαία Ητεία βρίσκεται έξω από τον χώρο της σημερινής Σητείας, αλλά πολύ κοντά σ’ αυτόν υποστήριξε πρώτος ο Άγγλος αρχαιολόγος R.C. Bosanquet συστηματικός ερευνητής της Ανατολικής Κρήτης στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Bosanquet πι­στεύει πως την αρχαία Ητεία πρέπει να την αναζητήσουμε στον γειτονι­κό λόφο του Πετρά που και σήμερα υπάρχει μικρός συνοικισμός και απέχει μόλις 1 χλμ. από την πόλη στον δρόμο για το Παλαίκαστρο.

Πράγματι πλήθος αρχαίων ερειπίων κατοικιών, τειχών, δείχνουν πως υπήρχε εκεί μιά συστηματική αρχαία κατοίκηση αν και όλα τα ευρήματα είναι Μινωϊκών χρόνων. Ας ελπίσουμε πως η αρχαιολογική σκα­πάνη θα δώσει κάποτε απάντηση στο διπλό ερώτημα πόσο σπουδαίος υπήρξε ο συνοικισμός και ποιό το όνομά του, γιατί ακόμα κανένα εύρη­μα δεν μας έχει φανερώσει το αν πρόκειται για την αρχαία Ήτεία η άλ­λη πόλη. Στον Πετρά, στα τέλη του 1979, ο συγγραφέας ανέσκαψε ρωμαϊκό τάφο με πλούσια κτερίσματα.

Οι ανασκαφές στον λόφο το Πετρά

Το 1985 άρχισαν νέες ανασκαφικές έρευνες από την Αρχαιολογική Υπηρεσία στον νότιο λόφο του Πετρά εκεί όπου ο Bosanquet είχε επι­χειρήσει να εντοπίσει την αρχαία Ήτεία. Αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο μέρος σπιτιού που χρονολογείται στην αρχή της ΥΜ περιόδου και κατα­στράφηκε πιθανότατα από σεισμό. ‘Όλα τα δωμάτια που σκάφτηκαν ή­ταν υπόγεια και βρέθηκαν πολλά σκεύη μαγειρικής. Τα δωμάτια του ο­ρόφου — ο όποιος είχε καταπέσει — ήταν πολυτελή με πλακόστρωση και χρωματιστά κονιάματα. Ό χώρος ανακαταλήφθηκε την ΥΜ III περίοδο. Υπάρχουν ενδείξεις κατοίκησης και σε παλαιότερες φάσεις. Μεταξύ των κινητών ευρημάτων αξίζει να αναφερθεί ένας πώρινος ληνός ο όποιος προέρχεται από εγκατάσταση in situ πατητηριού σταφυλιών.

Στην θέση Τρυπητός

Σε μικρή απόσταση από τον Πετρά στην θέση «Τρυπητός» η αποκάλυψη ενός νεωρείου, και μιάς Ελληνιστικής πόλης δίνουν για πρώτη φο­ρά ελπίδες για τον πραγματικό εντοπισμό της αρχαίας Σητείας.

Κάτω από την Σητεία

Αλλά αν αναζητούμε ακόμα την Κλασική και Ρωμαϊκή Σητεία δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως η Βυζαντινή και Ενετική πόλη βρί­σκονται κάτω από την σημερινή. Οι υποστηρικτές της θεωρίας του Πε­τρά πιστεύουν πως για μια άγνωστη αίτια στα πρώτα Βυζαντινά Χρόνια η πόλη «μεταφέρθηκε» και κτίστηκε στην θέση της σημερινής. Ίσως η μετακίνηση αυτή του πληθυσμού να έγινε μετά τα χρόνια του Μ. Θεο­δοσίου μια εποχή που διάφορα στοιχεία μας πείθουν πως έγιναν εκτεταμένες καταστροφές σε αρχαιοελληνικούς συνοικισμούς στην Ανατολική Κρήτη ίσως από θρησκευτικό φανατισμό.

Η Σητεία έδρα επισκοπής 

Το βέβαιο είναι ότι η Σητεία έγινε έδρα επισκοπής και αναφέρεται επίσκοπος Σητείας το 731 μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρή­της φυσικά έπαψε να υφίσταται και επανιδρύθηκε μετά την ανακατάληψη της νήσου, αφού στο Τακτικό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου το 980 αναφέρεται επίσκοπος Σητείας.

Η Ενετοκρατία στην Σητεία

Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Λατίνους Σταυροφόρους οι όποιοι την πούλησαν στην Βενετία, η Σητεία, η Ιεράπετρα, Μεραμβέλλο και Λασήθι δημιούργησαν μιά ευρύτερη ενιαία διοικητική περι­φέρεια στην όποια δόθηκε το όνομα Setriere di Cannaregio, από το ό­νομα μιάς συνοικίας της Βενετίας και διαιρέθηκε σε 33 ιπποτείες με διοικητή τον Leonardo Feletro.

Τις πληροφορίες αυτές μας τις δίνει ο Ιταλός ερευνητής Cornelius το 1755 στο έργο του Creta Sacra βασισμένος στην Historia Candiane έργο του 16ου αί. του ιστορικού Ανδρέα Κορνάρου που οι νεώτερες έ­ρευνες τον θέλουν Σητειακό και μάλιστα αδελφό του ποιητή του Ερωτόκριτου. Αργότερα τον 14ο αί. η διοικητική διαίρεση άλλαξε και η Σητεία με την Ιεράπετρα αποτέλεσαν ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια με έ­δρα την Σητεία που ονομάστηκε Teritorio di Sitia ενώ το Μεραμπέλλο και το Λασήθι υπήχθησαν στον Χάνδακα.

H Σητεία που γράφεται στα Βενετσιάνικα έγγραφα Sittia η Sithia η Settia άκμασε και προόδευσε τόσο από την αρχή της Ενετικής κατάκτησης ώστε η Γερουσία σε έγγραφό της το 1232 την αποκαλεί «Maxim­um statum et lumen ejusdem insulae» δηλ. μεγάλο σταθμό και φώς της νήσου.

Παρ’ όλα αυτά η Σητεία έλαβε ενεργό μέρος σε όλες τις επαναστάσεις εναντίον των κατακτητών το 1212, 1228-1234, 1271-1277, 1282-1299, 1341-1347 και 1362. Στην τελευταία στην όποια συμμε­τείχαν κυρίως οι Βενετοί άποικοι και έγινε ανακήρυξη της Κρήτης σαν αυτόνομης Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου, στη Σητεία συνέβη το εξής γεγονός το όποιο μας αναφέρει ο μεγάλος Ιταλός ποιητής Φραγκίσκος Πετράρχης (Rerum Senilium, Lib. Ill Epist. VIII):

Στο λιμάνι της Σητείας προσορμίστηκαν πολεμικά και εμπορικά πλοία των Ενετών τα όποια έπλεαν προς την Κύπρο και την Αλεξάνδρεια και οι ναύτες βγήκαν στην ξηρά για να εφοδιαστούν με νερό. Οι Σητειακοί αρνήθηκαν και επακολούθησε συμπλοκή η όποια ενώ στην αρχή φαινό­ταν πως θα εϊχε νικηφόρο τέλος για τους επισκέπτες τελικά oι κάτοικοι της Σητείας όχι μόνο τους νίκησαν, αλλά τους καταδίωξαν και βύθισαν αρκετά από τα πλοία της νηοπομπής.

Το 1508 φοβερός σεισμός έπληξε την πόλη της Σητείας και προξέ­νησε μεγάλες καταστροφές ώστε ούτε ο ’ίδιος ο Ενετός διοικητής της δεν ήταν δυνατό να μείνει στο οίκημα του διοικητηρίου.

Προτού ακόμα επιδιορθωθούν οι φοβερές ζημιές του σεισμού αυτού νέος φοβερός κίνδυνος απειλεί την πόλη: είναι οι επιδρομές του τρομερού κουρσάρου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ο όποιος ερήμωσε τα Σητειακά παράλια και ακολούθως το 1538 επιτέθηκε εναντίον της πόλεως της Σητείας και σκόρπισε τον όλεθρο και την καταστροφή στο Μπούργο δηλ. στην έκτος των τειχών συνοικία που έμειναν οι έμποροι και οι άλλοι επαγγελματίες και στην συνέχεια επιτέθηκε στα τείχη της οχυρωμένης πόλης τα όποια δεν κατόρθωσε να καταλάβει και έφυγε αφήνοντας πίσω του όμως ανεπανόρθωτες καταστροφές.

Το άγχος και η αγωνία των Σητειακών είχε αρχίσει από πολύ πριν ό­πως και σ’ όλη την Κρήτη καθώς οι Οθωμανοί μετά την πτώση της Βα­σιλεύουσας είχαν στρέψει τις βλέψεις τους στο νησί που κατείχαν οι Ενετοί. Επιδρομές Τούρκων στα 1462 και 1471 είχαν αναγκάσει πολ­λά χωριά της επαρχίας μετά από συνεχείς λεηλασίες τους να εγκαταληφθούν από τους κατοίκους των.

Έτσι στην περίφημη πια για τα στοιχεία της απογραφή του 1583 που σύνταξε ο Πέτρος Καστροφύλακας ιδιαίτερος των συνδίκων Γκρίτη και Γκαρζώνη και που φαίνεται ότι έχει βασιστεί σε απογραφικά στοιχεία του 1577 που είχε συλλέξει ο Ενετός προβλέπτης Foscarini, η Σητεία αριθμεί 54 χωριά και 13.572 κατοίκους ενώ από άλλα στοιχεία (συμβο­λαιογραφικές πράξεις, χάρτες, αναφορές διοικητικές) φαίνεται ότι πριν από τις Τουρκικές επιδρομές η περιφέρεια της Σητείας είχε πάνω από 80 χωριά. Ο πληθυσμός της πόλης της Σητείας τότε ήταν 1.391 κάτοι­κοι. Στην ίδια απογραφή δίνεται και κατάλογος των Ευγενών Ενετών και αρχοντορωμαίων στους όποιους περιλαμβάνονται και 46 φεουδάρ­χες της Σητείας μεταξύ των όποιων αναφέρονται και τα ονόματα των Κορνάρων, Καραντινών, Σαλαμών, Τζώρτζηδων, Βλάχου, Κράσσου τα όποια έχουν επιβιώσει σε επίθετα σημερινών Σητειακών.

Η επιδρομή του Μπαρμπαρόσσα του 1508 έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την πόλη της Σητείας. Πολλοί πιστεύουν πως η πόλη εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά μετά από αυτήν πράγμα που μάλλον στε­ρείται αλήθειας.

Το βέβαιο είναι ότι α) ο Μπούργκο συνοικίστηκε πάλι και β) Η Ενετική εξουσία σκέπτεται σοβαρά να εκκενώσει την πόλη της Σητείας. Το 1639 ο Γενικός προβλέτης Isepo Civran σε έκθεσή του προτείνει να εγκαταλειφτεί η Σητεία και να μεταφερθούν οι κάτοικοί της σε οχυρά φρούρια του εσωτερικού της Επαρχίας και πιθανώς στο Λιόπετρο και στο Μόντε Φόρτε. Όμως η εγκατάλειψη της πόλης δεν έγινε αμέσως αλλά γύρω στα 1648 οπότε οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Σητεία. Οι κά­τοικοι δέχονται την απόφαση με απόγνωση. Δεν θέλουν να αφήσουν το χώμα των προγόνων τους, το βίο τους και τα ιερά τους. Ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Μπουνιαλής στο ποίημά του για τον πόλεμο της Κρή­της κατά των Τούρκων που αποτελείται από 12.000 στίχους και πρωτοτυπώθηκε στην Βενετία το 1681, τραγουδά με αληθινό σπαραγμό το δράμα των προσφύγων:

«Ό Γενεράλης έστειλε κάτεργα στην Σητεία να πάρουν όλο το λαό, να τη χαλούν με βία και τον ρετούρη επήρασι κι όλους με πλείσια πίκρα κι αφήκασι τα σπίτια τους τα πλούσια κι εδιαβήκα στις βάρκες και τα κάτεργα τσ’ έβαλε να μισέψει μα τη καρδιά των Χριστιανών τις να τη θεραπέψει Εις το κακό που πάθασι όπου τα σπίτια καίγαν όσοι κι αν ήτονε εκεί εδέρνονταν κι εγκλαίγαν Κι εγροίκας θρήνους άμετρους, δαρμούς πολλούς να κάνου τη γη τους να φιλούσινε και τα μαλλιά να βγάνου τη χώρα να ρημάσουσι και τα περίχωρά της τα ζώα να σκοτώνουσι, να κόβουν τα δενδρά της…

Εδερνούντανε διχερή κι έλέγαν τι θεωρούμεν

και που θα βρούμε κατοικίες σου τούτες να σταθούμε; Και την πατρίδα την γλυκειάν πως ν’ άποχωρησθούσι  και πλιό δεν την κυτάζουνε ουδέ τήνε πατοΰσι…»

Αλλά αν το 1648 έγινε η εγκατάλειψη της πόλης από τους κατοί­κους η φρουρά της περιτειχισμένης πόλης αμύνθηκε μέχρι το 1651 οπότε φαίνεται με την αποχώρηση της φρουράς έγινε και καταστροφή από την ίδια των τειχών και των σπουδαιότερων κτισμάτων. Την πτώση της Σητείας περιγράφει επίσης και ο ιατροφιλόσοφος Αθανάσιος Σκλη­ρός η Πικρός που έζησε τα γεγονότα του Βενετοτουρκικού πολέμου και πέθανε στο Ηράκλειο το 1664 και ο οποίος περιέργως ονομάζει την Σητεία Εστία.

Η Τουρκοκρατία στην Σητεία

Μετά την εγκατάλειψη και καταστροφή της Πόλης όλες οι ιστορικές μαρτυρίες δείχνουν πως η Σητεία δεν συνοικίστηκε για δύο αιώνες. Το 1845 που την επισκέφθηκε ο Γάλλος γεωλόγος V. Raulin όπως μας γράφει στο έργο του «Description Physique de I Tie Crete» (Vol. I, p.168)  δεν βρήκε στην θέση της παρά μερικούς «μαγαζέδες» δηλ. αποθήκες για την συλλογή λαδιού.

Λίγο αργότερα την επισκέφθηκε ο Άγγλος πλοίαρχος Τ.Β. Spratt που την περιγράφει σαν σωρούς ερειπίων όπως την άφησαν, χωρίς ποτέ να ξανακτιστεί η να κατοικηθεί από Τούρκους.

Μετά την κατάληψη της πόλης και της επαρχίας από τους Τούρκους η Σητεία αποτέλεσε ιδιαίτερη διοικητική διαίρεση: την υποδιοίκηση (Liva) Σητείας που διαιρέθηκε σε 44 μουκατάδες κάτι ανάλογο με τα τι­μάρια των Ενετών.

Το 1671 έγινε απογραφή των Τούρκων ύστερα από διαταγή του Μεγάλου Βεζύρη Κιοπρουλή Πασά και αναφέρονται 45 χωριά με 895 οικογένειες. Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για θρησκευτική ανεξαρτησία στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η Επισκοπή Σητείας το 1571 εί­χε συνενωθεί με την Ιεράπετρα και ο Επίσκοπος έφερε τον τίτλο του Μητροπολίτου Ιεράς και Σητείας με έδρα την Ιεράπετρα.

Στα τέλη της Τουρκοκρατίας επανιδρύθηκε η επισκοπή Σητείας και το 1832 ενώθηκε πάλι με αυτήν της Ιεράπετρας.

Το 1870 ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Χουσεϊν Αβνή Πασάς με τον διοικητή του Λασηθίου Κωστή Αδοσίδη Πασά αποφάσισε αντί του Πισκοκεφάλου που στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν το σπουδαιότε­ρο χωριό της επαρχίας να αγοραστεί η περιοχή των ερειπίων της πα­λαιάς Σητείας και να δημιουργηθεί εκεί η νέα πρωτεύουσα της επαρχίας. Το ρυμοτομικό σχέδιο ήταν του Αβνή Πασά και η νέα πόλη προς τιμή του ονομάστηκε Αβνιέ, ονομασία που μόνο οι Οθωμανοί συνήθιζαν ενώ οι Έλληνες την έλεγαν Λιμάνι της Σητείας η Στεία. Από τα πρώτα δημόσια κτίρια που αναγέρθηκαν στην νέα πόλη ήταν και το Επαρχείο που δυστυχώς κατεδαφίστηκε προ ολίγων ετών και στην θέση του αναγέρθηκε το νέο κτήριο των Δημοσίων Υπηρεσιών.

Στην απογραφή του 1881 η Σητεία είχε μόλις 570 κατοίκους, οι όποιοι το 1928 έφτασαν τους 2170. Το 1911 υδροδοτήθηκε από τις θαυμάσιες πηγές του χωριού Ζου. Από τότε η Σητεία εξελίσσεται με άλ­ματα σε ένα από τα πιο σπουδαία αστικά κέντρα της Κρήτης. Εκτός από την οικονομική άνθηση της πόλης που στηρίζεται κυρίως στην διακίνηση της μεγάλης παραγωγής της επαρχίας σε λάδι, σταφίδα και κηπευτικά σπουδαία είναι και η πολιτιστική της ανόρθωση που στηρίζεται στην βα­ριά πολιτιστική της κληρονομιά.

Στις μέρες μας

Εκτός από μια εξαιρετική βιβλιοθήκη, διαθέτει και σημαντικό λαογραφικό Μουσείο έργο του Προοδευτικού συλλόγου, «ό Βιτσέντζος Κορνάρος», παράρτημα της Περιηγητικής Λέσχης, του Λυκείου Ελληνίδων κ.ά. Η γιορτή της Σουλτανίνας που γίνεται κάθε Αύγουστο είναι μια μορφή λαϊκού πανηγυριού που έχει ξεπεράσει με την φήμη του τα όρια της Κρήτης. Τέλος η «Καζάρμα» το Μεσαιωνικό Φρούριο της πόλης, για το όποιο θα μιλήσουμε διεξοδικά πιο κάτω, έχει αναστηλωθεί και διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε αποτελεί το πιο ιδεώδες ντεκόρ για το ανέβασμα ιστορικών θεατρικών έργων ιδίως του ρεπερτορίου της Μεσαιω­νικής Κρητικής Σχολής.

   Η Σητεία είναι έδρα όλων σχεδόν των Δημοσίων Υπηρεσιών και έ­χει οδική και ακτοπλοική επικοινωνία με τα διάφορα κέντρα της νήσου και των νησιών του Αιγαίου.

Λειτουργεί μικρό αεροδρόμιο με σύνδεση με Κάσο-Κάρπαθο-Ρόδο. Ιδιαίτερη προσοχή επίσης έχει δοθεί στην τουριστική της ανάπτυξη που βελτιώνεται με γρήγορο ρυθμό ενώ παράλληλα καταβάλλονται προσπά­θειες από όλους τους αρμόδιους φορείς να μη χάσει τον γραφικό της χαρακτήρα και να μην αλλοιωθεί ο φιλόξενος και πολιτισμένος χαρακτή­ρας των κατοίκων της.

Τα μνημεία της

Η ανυπαρξία οικοδομικής παράδοσης έχει ασφαλώς επηρεάσει την αρχιτεκτονική της σημερινής Σητείας και όπως δεν είναι δυνατό να Επι­βληθεί αρχιτεκτονικός έλεγχος, η μορφολογία των οικοδομών έχει αφεθεί στα χέρια του ιδιωτικού παράγοντα ο όποιος μπροστά στο συμφέρον έχει παραμερίσει κάθε τι το παραδοσιακό έστω κι αν αυτό προέρχεται από την καθόλου Κρητική παράδοση.

Ελάχιστα είναι τα σπίτια που έχουν μέχρι στιγμής αποφύγει την κατεδάφιση και διατηρούν αρχιτεκτονικά στοιχεία της Σητείας του τέλους του 19ου αιώνα ενώ ακόμα πιο λίγα καινουργιοκτισμένα παίρ­νουν κάποιο χρώμα που να θυμίζει το παρελθόν.

Ακόμα και τα μνημεία του παρελθόντος έχουν υποστεί παραμορ­φώσεις, όσα έχουν αποφύγει την οικοπεδοποίηση, σαν το Τζαμί η το Επαρχείο.

Το κείμενο το οποίο προσαρμόστηκε, αντλήθηκε από το βιβλίο: Σητεία η πατρίδα του Μύσωνα και του Κορνάρου. Έκδοση Δήμου Σητείας Νίκου Π. Παπαδάκη Αρχαιολόγου. 

 

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *