14 Μαΐου 2026

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Γράφει ο Μεν/ Μαρκ/

Το καπατσινέλι ο φουσκίτης και η βακέτα

Τι είναι ο φουσκίτης, η βακέτα και το καπατσινέλι;

Η συζήτηση με έναν ταξιτζή κατά τη διάρκεια μιας «κούρσας» υπό βροχή, είναι η αφορμή για να σας μεταφέρω τρεις λέξεις, δύο παρατσούκλια και μία ιδιότητα.

Η συζήτηση άρχισε με την παραδοχή και των δύο μας, πως η βροχή θα κάνει τους λιγοστούς πλέον χοχλιούς να συρθούν έξω από τις κρυψώνες τους, και έτσι θα μπορούν όσοι αρέσκονται σε αυτό το νοστιμότατο ζωάκι των αγρών, να βγουν για να τους μαζέψουν.

Το καπατσινέλι

Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από το ποιοι χοχλιοί είναι κατάλληλοι για βρώση και για συλλογή. Ο ταξιτζής ήταν παιδί της πόλης, ενώ εγώ «έμπειρος χοχλιδοσυλλέκτης». Αφού μου είπε πως μαζεύουν χωρίς να ξέρουν τους μικρούς σε μέγεθος χοχλιούς αντί μόνο τους μεγάλους, τον ρώτησα αν ξέρει ποιο είναι το κριτήριο για να μη μαζέψει έναν μεγάλο χοχλιό. Η απορία του ήταν έκδηλη για το πώς γίνεται αυτό.

Του εξήγησα, λοιπόν, πως το κριτήριο είναι η σκληρότητα του κελύφους του χοχλιού· όχι ολόκληρου του κελύφους, αλλά μόνο το πάνω μέρος, εκεί από όπου ο χοχλιός «πορίζει-ξεμουρίζει» (βγαίνει έξω). Το κέλυφος του χοχλιού στο πάνω μέρος, για διάφορους λόγους, πολύ συχνά δεν είναι σκληρό και καλοσχηματισμένο. Τότε αυτός ο χοχλιός, αν μαζευτεί και στριμωχτεί μαζί με τους άλλους, αλλά και κατά τη διάρκεια του ψησίματος, θα σπάσει. Το πάνω μέρος του κελύφους του χοχλιού λέγεται «καπατσινέλι». Πρέπει, λοιπόν, όταν μαζεύουμε χοχλιούς, το καπατσινέλι τους να είναι σκληρό και καλοσχηματισμένο.

Οι «φουσκίτες»

«Και πώς λέγονται», ρωτάω τον ταξιτζή, «οι χοχλιοί που είναι ακατάλληλοι για συλλογή λόγω μαλακού καπατσινελιού;». «Άστο», του λέω, «δεν θα το βρεις· λέγονται “φουσκίτες”». Γιατί;, μου λέει. «Ίσως», του απαντώ, «τους έβγαλαν έτσι επειδή το κέλυφός τους είναι μαλακό όπως μια φούσκα».

«Ποιους παρανομιάζουνε σαν φουσκίτες;», τον ρώτησα. Πάλι με απορία με ρώτησε «ποιους;». «Πώς παρανομιάζουνε», τον ρώτησα, «τους κατοίκους του χωριού Τύλισος;». «Μπακαλιάρους», μου λέει γρήγορα, μήπως και το πω εγώ πρώτος. «Έτσι», του λέω, «έλεγαν παλιότερα περιπαικτικά και οι κάτοικοι των Πάνω Αρχανών τους κατοίκους των Κάτω Αρχανών, φουσκίτες».

Οι βακέτες

«Αφού», του λέω, «είπαμε το ένα, να πούμε και το άλλο: πώς έλεγαν οι κάτοικοι των γύρω χωριών τους παλιούς κατοίκους των Πάνω Αρχανών;». Γεμάτος προσμονή για το τι θα ακούσει, με ρωτάει: «Πώς;». «Βακέτες», του λέω. «Δηλαδή», μου απαντά, «τι σημαίνει αυτό;».

Του εξήγησα πως η «βακέτα» ήταν το πολύ σκληρό και ακατέργαστο δέρμα που προοριζόταν για την κατασκευή των κρητικών υποδημάτων, τα στιβάνια. Πριν προλάβει να με ξαναρωτήσει, του εξήγησα πως πολλά χρόνια πίσω, για να επιβιώσουν οι Αρχανιώτες, έπρεπε να είναι σκληροί σαν το πετσί· και επειδή, κατά τα φαινόμενα, ήταν εξαιρετικά εργατικοί και καλοί πολεμιστές, τους απέδωσαν αυτό το παρατσούκλι.

Λίγο ακόμη και θα «ξεθάβαμε» κι άλλες λέξεις του κρητικού ιδιώματος που τώρα σχεδόν δεν χρησιμοποιούνται. Η κούρσα με την κουβέντα έφτασε στο τέλος της και εγώ στον προορισμό μου. Συμπέρασμα: συχνά, όταν ο ταξιτζής και ο πελάτης έχουν όρεξη, γίνονται ωραίες συζητήσεις που, ενίοτε, αποτελούν ακόμη και θέμα δημοσιεύματος — όπως καλή ώρα τώρα.