Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΠΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΒΟΝΗΣ

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟY ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΒΟΝΗΣ

Η Αγία Μαρίνα τιμάται 17 Ιουλίου εκάστου έτους.

Ή Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνης βρίσκεται στο χωριό Βόνη της επαρχίας Πεδιάδος του δήμου Πεδιάδος-Μινώα και απέχει 25 χιλιόμετρα από το Ηράκλειο. Είναι χτισμένη στην ήπια πλαγιά του βουνού, από όπου αγναντεύει τον καρποφόρο κάμπο με τις ελιές και τα αμπέλια, καθώς και τα γειτονικά χωριά. Δείτε παρακάτω το χάρτη.

Στη θέση του σημερινού ναού της άγιας Μαρίνας Βόνης ήταν χτισμένο από την βυζαντινή εποχή ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στην Αγία Μαρίνα. Με την πάροδο των αιώνων το εκκλησάκι εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε. Στα τέλη του 19ου αί. μ.Χ., όπως ενθυμούνται και μαρτυρούν οι παλαιοί, διασωζόταν από το ερειπωμένο εκκλησάκι μόνο ο ανατολικός τοίχος του ιερού, όπου πήγαζε και το άγιασμα. Οι τοιχογραφίες του τμήματος αυτού, οι όποιες διατηρούνται μέχρι σήμερα με μεγάλες φθορές, μαρτυρούν την παλαιότητα του ναού, αφού ανάγονται στην βυζαντινή εποχή.

Στο τέλος του 19ου αί. μ.Χ. £να περιστατικό, που συνδέεται με το πρόσωπο του Ιωάννη Καπαρουνάκη, έγινε η αφορμή της μετατροπής του ταπεινού ναΐσκου σε προσκυνηματικό τόπο. Η φήμη του εξαπλώθηκε ευρέως λόγω των αδιάκοπων θαυμάτων που μαρτυρούνται έκτοτε, από όσους καταφεύγουν στο άγιασμα της μεγαλομάρτυρος Μαρίνας.

Μία ημέρα του έτους 1895 ο Ιωάννης Καπαρουνάκης, κάτοικος του Θραψανού, ενώ ήταν άρρωστος και εξαντλημένος, επέστρεφε από το Άρκαλοχώρι στην οικία του. Περνώντας από το εγκαταλελειμμένο εκκλησάκι της αγίας Μαρίνας προσέγγισε κατάκοπος την πηγή και προσευχόμενος ήπιε από το άγιασμα. Κατά θαυμαστό τρόπο έγινε αμέσως καλά και ο Ιωάννης συγκινημένος δοξολόγησε τον Θεό και ευχαρίστησε την Αγία. Γεμάτος από ευγνωμοσύνη επιθύμησε να ανακαινίσει το εκκλησάκι και να περιποιηθεί τον τόπο. Με το σκοπό αυτό πορεύτηκε στο διπλανό χωριό, την Βόνη, και απευθύνθηκε στον μουσουλμάνο Μπέη διηγούμενος το θαύμα που του συνέβη. Τον παρακάλεσε να του παραχωρήσει την άδεια να επιμεληθεί το εκκλησάκι και να αγοράσει το κτήμα στο όποιο ανήκε, κα­ταβάλλοντας στο Μπέη το αντίτιμο της αξίας του. Ο μουσουλμάνος δεν έδειξε ιδιαίτερη ανταπόκριση στο αίτημα του Ιωάννη Καπαρουνάκη, ο όποιος αποχώρησε περίλυπος, αλλά όπως αφηγείται στη συνέχεια η εξέλιξη ήταν απροσδόκητη.

Ο Μπέης είχε τρία παιδιά, τα όποια μία μέρα πήραν τα ζώα τους και τα πότισαν στην πηγή του αγιάσματος. Τα ζώα αμέσως ψόφησαν και τα παιδιά αγανα­κτώντας για το συμβάν αποπάτησαν το άγιασμα. Αμέσως και αυτοί αρρώστησαν βαριά και φοβήθηκαν ότι θα πεθάνουν. Ο μουσουλμάνος Μπέης έπεσε σε απελπισία από την συμφορά που τον βρήκε. Αναλογίστηκε ότι τα δεινά αυτά αποτελούσαν την τιμωρία της Αγίας, γιατί δεν βοηθούσε να ανακαινιστεί το εκκλησάκι της. Έτσι, έσπευσε, συνάντησε τον Καπαρουνάκη στο Θραψανό και του έδωσε όλο το «χωράφι της Ψειρούς», όπως επονομαζόταν αυτή η περιφέρεια, γιατί είχε παρατηρηθεί πως, όποτε οι μουσουλμάνοι εργάζονταν την ημέρα της μνήμης της Αγίας για να συλλέξουν σιτηρά, αυτά ψείριαζαν και αχρηστεύονταν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ιωάννης Καπαρουνάκης παρέλαβε τον τόπο και ανακαίνισε το ναΐσκο της Μεγαλομάρτυρος.

Ο Ιωάννης Καπαρουνάκης, ως νέος κτήτορας, επιμελήθηκε την ανοικοδόμηση της εκκλησίας με πολύ ζήλο και πίστη. Αναφέρεται ότι, ενώ είχε φορτώσει σε ζώα το λάδι που σκόπευε να πουλήσει στο Ηράκλειο, προκειμένου να μαζέψει χρήματα για τις σχετικές αγορές και εργασίες, άκουσε σε όραμα τη φωνή της αγίας Μαρίνας που του υπέδειξε να σπεύσει αμέσως στο Ηράκλειο για το σκοπό αυτό, επειδή υπήρχε και κάποιος άλλος αγοραστής που διεκδικούσε το ίδιο χωράφι.

Η αποπεράτωση και ο εγκαινιασμός του ναού έγινε το 1901, όπως αναγράφεται σε επιγραφή. Ο κτήτορας απεβίωσε πριν εγκαινιαστεί η εκκλησία. Προαισθανό­μενος τον θάνατό του, κάλεσε τη γυναίκα του και της είπε: «Εγώ θα πεθάνω. Μέσα στο πιθάρι έχω κρυμμένο ένα σακούλι με τα χρήματα για να πληρώσω τούς μαστόρους».Η γυναίκα του ανήσυχη απάντησε: «Πως θα μπορέσω να τελειώσω την εκκλησία;». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Η αγία Μαρίνα θα την τελειώσει». Λέγοντας, λοιπόν, «Προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και ‘Άγιο Πνεύμα», έκανε το σταυρό του και ξεψύχησε. Σε λίγο καιρό η μικρή εκκλησία ολοκληρώθηκε και σταδιακά εξωραΐστηκε.

Ο ιερός ναός της προσφιλούς αγίας Μαρίνας, μαζί με το άγιασμα που πηγάζει στη θέση αυτή, συνδέθηκαν με αναρίθμητα θαύματα και παρεμβάσεις της Αγίας. Η φήμη της εξαπλωνόταν πολύ γρήγορα εκτός της περιοχής, σε όλη την Κρήτη, αλλά και έξω από αυτή. Κατά τις ημέρες της εορτής της μνήμης της άρχισαν να συρρέουν προσκυνητές από πολλά μέρη, ακόμα και βαδίζοντας μεγάλες χιλιομετρικές αποστάσεις, οπότε σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της Κρήτης. Η εικόνα του τόπου κατά τις ημέρες της πανηγύρεως ήταν ιδιαίτερα γραφική και κατανυκτική. Οι θείες λειτουργίες, οι παρακλήσεις, οι δεήσεις αλλά και οι βαπτίσεις τελούνταν ακατάπαυστα και πλήθος ευλαβών πιστών γίνονταν μάρτυρες των θαυμάτων της Αγίας. Ο μικρόχωρος ναός, ο λιτός αυλόγυρος και οι γύρω ελαιώνες κατακλύζονταν από τους προσκυνητές. Τα ζώα των ταξιδιωτών δένονταν σε μία μεριά, αφού οι προσκυνητές ποτέ δεν αναχωρούσαν αυθημερόν. Οι πολύχρωμες πατανίες (υφαντές κουβέρτες) στα σαμάρια, στόλιζαν με έντονα χρώματα τον τόπο, ενώ τα πολυάριθμα ζώα, με τις δικές τους φωνές, έδιναν και αυτά την συναυλία τους. Οι προσκυνητές, κατά οικογένειες η κατά ομάδες, έπιαναν από μία η περισ­σότερες ελιές και έστρωναν στις ρίζες τα σεντόνια τους για να δειπνήσουν και να ξημερώσουν εκεί στη χάρη της Αγίας. Παραδοσιακά πήλινα πιθάρια και στάμνες από το Θραψανό πωλούνταν στους ταξιδιώτες, για να μεταφέρουν νερό από μία βρύση στο χωριό Γαλατά, που έτρεχε άφθονο. Με μετρημένες ανέσεις, αλλά και με απεριόριστη ευλάβεια και αγάπη τιμούσαν κάθε καλοκαίρι οι πιστοί την Αγία Μαρίνα. Σύντομα, εγκα­ταστάθηκαν μοναχές προς διακονία και περιποίηση του τόπου και χτίστηκαν κελιά.

Το Προσκύνημα επεκτάθηκε περαιτέρω, λόγω των αυξανόμενων αναγκών των προσερχομένων. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κυρός Ευγένιος ανήγειρε τον σημερινό ναό πάνω από την παλαιά εκκλησία και χτίστηκαν επιπλέον κελιά και εγκαταστάσεις υποδοχής των προσκυνητών.

Από την προφορική παράδοση αναφέρεται ένα περιστατικό, κατά την έγερση του νέου ναού. Καθώς τα χρήματα για τις εργασίες ήταν σαφώς πολύ περιορι­σμένα και εξοικονομούνταν σταδιακά, ένας εργάτης σκέφτηκε ότι δεν πρόκειται να αρκέσουν για να πληρωθούν το μισθό τους και είπε: «’Αν δεν φτάσουν τα λεφτά, θα πουλήσουμε την εικόνα της Αγίας και έτσι θα πληρωθούμε». Τότε, όμως, συνέβη ένα ατύχημα με κάποιο φουρνέλο, το όποιο από άγνωστη αιτία δεν εξερράγη την ώρα που έπρεπε, αλλά μόλις το πλησίασε ο εργάτης εκείνος ο όποιος και τραυματίστηκε.

Από τις πρώτες δεκαετίες του 200υ αί. είχαν εγκα­τασταθεί ολιγάριθμες μοναχές στο Ιερό Προσκύνημα προς περιποίηση και διακονία. Ακολούθησε η ίδρυση της Ιεράς Μονής, κατ’ επιταγήν των αναγκών του Ιερού Προσκυνήματος και των μοναζουσών που διακονούσαν εκεί.

Στις ημέρες μας η πανήγυρη, προς τιμή της μεγαλομάρτυρος, διεξάγεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα και διαρκεί περίπου μία εβδομάδα. Καταφθάνουν δεκάδες χιλιάδες προσκυνητών για να τιμήσουν ευλαβικά και να λάβουν την χάρη της Αγίας, με όλα τα μέσα, ακόμα και με τα πόδια, φέροντας λαμπάδες, βασιλικούς, ποικίλα τάματα και τα αιτήματά τους, με θέρμη και αγάπη στη μεγαλομάρτυρα. Τελούνται καθημερινά στους δύο ναούς εσπερινός, όρθρος, Θεία λειτουργία και παρακλήσεις. Ευλογούνται οι άρτοι που νυχθημερόν προσφέρουν οι πιστοί, ενώ πολλοί προσέρχονται για να βαπτιστούν την ημέρα της πανηγύρεως της Αγίας Μαρίνας, ιδιαίτερα οι Αθίγγανοι. Πολλοί προσκυνητές διανυκτερεύουν στη γύρω περιοχή η μέσα στην Ιερά Μονή, η οποία αποβραδίς και ανήμερα της εορτής κατακλύζεται από κόσμο.’Όποιος βρεθεί την ημέρα εκείνη στο Προσκύνημα της καλλιμάρτυρος, με κατάπληξη κάθε φορά, παρατηρεί τον συνωστισμό των χιλιάδων πιστών στο δρόμο που οδηγεί στην Ιερά Μονή από το χωριό της Βόνης, τον κατάμεστο ναό να κατακλύζεται από προσκυνητές, οι όποιοι περιμένουν υπομονετικά να έλθει η σειρά τους για να προσκυνήσουν και τον πλατύ εκτενή αυλόγυρο να αγκαλιάζουν και να φιλοξενούν κατανυκτικά τους πόνους, τους πόθους, τις προσευχές και την αγάπη όλων των χριστιανών. Συνήθως στις μεταμεσονύκτιες ώρες της πανηγύρεως η Άγια θαυματουργεί.

Στην πύλη της Ιεράς Μονής δεσπόζει μεγάλο κωδω­νοστάσιο. Η απλόχωρη πλακόστρωτη αυλή και ο νεότερος ευμεγέθης και ολόφωτος ναός της Άγιας Μαρίνας, χτισμένος ακριβώς επάνω από το παλαιό εκκλησάκι, υποδέχονται μεγαλόπρεπα τους προσκυνητές. Το εσωτερικό του ναού διακοσμείται από ξυλόγλυπτο τέμπλο και φορητές εικόνες, μία από τις όποιες εικονίζει σκηνές από τον βίο της αγίας Μαρίνας.

Η κατανυκτική παλαιά εκκλησία είναι μονόκλιτη βασιλική με βοηθητικούς χώρους. Το τέμπλο της δωρήθηκε το 1936 από τον Ιωάννη Κρασαγάκη, εκ Βόρρων Πυργιωτίσσης, όπως αναγράφεται και φέρει την εικόνα της αγίας Μαρίνας και παραστάσεις των δεσποτικών εορτών. Η αγία Μαρίνα απεικονίζεται φέροντας σφυρί εναντίον του διαβόλου, τον όποιο κρατά από το κεφάλι, αποτυπώνοντας έτσι το θαύμα που συνέβη στη φυλακή κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου της. Στο Ιερό, το αγίασμα βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα, σε κτιστή δεξαμενή με ξύλινο πορτάκι. Είναι αξιοσημείωτο ότι το αγίασμα δεν εξαντλείται, ακόμα και όταν υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση τις ημέρες της πανήγυρης, αλλά ούτε περισσεύει η ξεχειλίζει ποτέ τις υπόλοιπες ημέρες. Στη νότια πλευρά του μικρού ναού βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, που χρησιμοποιείται και ως βαπτιστήριο.

Στον αυλόγυρο, στη νοτιοδυτική πλευρά του ναού, βρίσκεται ο τάφος του κτήτορος,Ιωάννου Καπαρουνάκη. Επίσης, στη βορειοανατολική πλευρά έχουν ενταφιαστεί οι μοναχές Μαρίνα Μπερκάκη (1977) Μακά­ριά Πετσαγγουράκη (1980), Νεκταρία Τριβυζαδάκη (1995) και Μαρίνα Παπαδημητροπούλου (2007).

Το Καθολικό της Ιεράς Μονής περιστοιχίζεται από νεόκτιστες πτέρυγες, που χρησιμοποιούνται ως κελιά και χώροι φιλοξενίας για τις ανάγκες του Προσκυνή­ματος.

Δίπλα στο Εξομολογητήριο της Ιεράς Μονής βρίσκεται χώρος, που λειτουργεί ως εκθετήριο των ταμάτων στην Αγία, από θαύματα που έχει επιτελέσει στους πιστούς.

Η ίδρυση της Ιεράς Μονής έγινε το 1976 επί αρχιερατείας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Εύγενίου, υπό την επωνυμία <Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Άγιας Μαρίνης» της Ιερας Αρχιεπισκοπής Κρήτης, μέσω Υπουργικής αποφάσεως που εκδόθηκε στις 30-7-1976 (ΦΕΚ 1039/1976» Τεύχος Β’, σελ. 8382).

Από το 2001, που συστάθηκε η Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου, η Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνης Βόνης υπάγεται διοικητικά στη νεοσυσταθεισα Ι. Μητρόπολη, υπό τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ. Ανδρέα.

Στο παρελθόν δεν διατηρήθηκε αρχείο στο Προσκύνημα η στην Ιερά Μονή, ώστε να είναι γνωστά και με ακρίβεια πολλά στοιχεία που αφορούν στις μοναχές που διακόνησαν η μόνασαν στον τόπο αυτό. Από τις πληροφορίες που σχετίζονται με την ιστορία της Ιεράς Μονής και προφορικές μαρτυρίες, έχουμε τα ονόματα των ακόλουθων μοναζουσών που συνδέονται με το Ιερό Προσκύνημα και στη συνέχεια με την Ιερά Μονή. Πρόκειται για τις μοναχές Μακαρία, Μαρίνα (Μπερκάκη), Μακαρία (Πετσαγγουράκη), Φιλοθέη, Μητροδώρα, Νεκταρία, Αγαθονίκη, Αγαθαγγέλη, Μαρίνα (Παπαδημητροπούλου), Τιμοθέη (Πλουμάκη), Μαρίνα (Σκουλουδάκη), Θεολογία (Σακελλάρη). Σήμερα διαμένουν στην Ιερά Μονή δύο μοναχές, υπό την ηγουμενία της μοναχής Τιμοθέης Πλουμάκη.

Οι εφημέριοι που εξυπηρέτησαν το Ιερό Προσκύνημα και την Ιερά Μονή, από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα, είναι οι ακόλουθοι: Ο π. Εμμανουήλ Στρατάκης από το Θραψανό, ο π. Αντώνιος Τσαγκαράκης από τη Βόνη, ο π. Γεώργιος Πατεράκης από τη Βόνη, ο π.Εμμανουήλ Γενιατάκης από το Θρα­ψανό, ο π. Σταύρος Στρατάκης από το Θραψανό, ο π. Ιωάννης Άγγελάκης από τη Βόνη, οι Αρχιμανδρίτες από την Ιερά Μονή Αγκαράθου π. Καλλίνικος, π. Γεν­νάδιος και π. Σωφρόνιος. Στη συνέχεια, εφημέριος του Ι. Μοναστηριακού Ναού ανέλαβε ο Αρχιμανδρίτης Κορνήλιος Άθανασάκης, ενώ σήμερα (2011) είναι ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Μπανασάκης.

Η πρώτη μοναχή, Μακαρία, καταγόταν από τα Αϊτάνια. Υπηρέτησε με ζήλο το Ιερό Προσκύνημα της Αγίας Μαρίνας και κοιμήθηκε το 1948. Υπήρξε μάρτυρας πολλών και μεγάλων θαυμάτων και η ίδια είχε μεγάλα πνευματικά χαρίσματα με τα όποια βοηθούσε τους χριστιανούς. Ο τάφος της δεν διατηρήθηκε με την πάροδο των ετών εξ αιτίας εργασιών στο χώρο, ωστόσο τα λείψανά της φυλάχτηκαν στην Ιερά Μονή, μέσα στον τάφο του Ι. Καπαρουνάκη.

Η μοναχή Μαρίνα Μπερκάκη γεννήθηκε το 1882 και καταγόταν από το Ρέθυμνο. Αναφέρεται ότι αντιμετώπιζε από την νεότητά της, πριν γνωρίσει το Μοναστήρι της αγίας Μαρίνας, προβλήματα ψυχικής υγείας. Ωστόσο, με την φροντίδα της πρώτης μοναχής Μακαρίας, καθώς και της δεύτερης Μακαρίας (Πετσαγγουράκη), η οποία προσήλθε στη συνέχεια, η υγεία της παρουσίασε θαυμαστή βελτίωση και κοιμήθηκε εν ειρήνη στο Μοναστήρι, όπου και ενταφιάστηκε στις 28-6-1995» ηλικία 95 ετών.

Η μοναχή Μακαρία Πετσαγγουράκη γεννήθηκε το 1898 στις Μάλες της Ιεράπετρας. Στην ηλικία των 10 ετών έχασε την αγαπημένη αδελφή της και έπεσε σε βαριά λύπη. Σε λίγο καιρό βρέθηκε σε επιθανάτια κατάσταση, ενώ ο γιατρός πιστοποίησε το θάνατό της.

Έγινε η προετοιμασία της νεκρής και αφού την κράτησαν για ένα εικοσιτετράωρο στο σπίτι, τελέστηκε την επόμενη ημέρα η εξόδιος ακολουθία. Στην πορεία προς το κοιμητήριο η μικρή Αικατερίνη (όπως ήταν το βαπτιστικό της όνομα) μέσα στο φέρετρο ανάκτησε τις αισθήσεις της. Αφού επέστρεψε στο σπίτι, έπεσε σε βαθύ ύπνο και είδε σε όραμα την Αγία Μαρίνα, η οποία της είπε ότι αν έρθει να μείνει στο σπίτι της θα θεραπευτεί πλήρως από την αρρώστια της.Έτσι, η μακαριστή Μακαρία από την ηλικία των 10 ετών αφιερώθηκε, ως μοναχή, στη διακονία της Αγίας Μαρίνας και όπως μαρτυρούν όσοι την γνώρισαν, ήταν προικισμένη με πολλά και δυσεύρετα πνευματικά χαρίσματα.

Ήταν ιδιαίτερα φιλόξενη, εργατική, διέθετε το διορατικό χάρισμα, προέβλεπε τα γενόμενα, άκουγε τα προβλήματα των ανθρώπων και έδινε λύσεις, ενώ αναφέρονται αναρίθμητες θαυματουργικές βοήθειες που δέχτηκαν ασθενείς και πονεμένοι κοντά της με τη χάρη της Αγίας, άλλα και των προσευχών της. Η αγάπη της προς όλους ξεχείλιζε. Είχε βαπτίσει 469 παιδιά και μεριμνούσε συνεχώς για αυτά, προκειμένου να τους χαρίσει τόσο πνευματικά, όσο και υλικά εφόδια, όσο βέβαια της επέτρεπε η υλική της ένδεια, αφού δεν είχε και δε διαχειριζόταν ποτέ χρήματα. Ήταν αυστηρή με τον εαυτό της και επιθυμούσε να εμπνεύσει την ασκητική ζωή στις μοναχές, που έζησαν δίπλα της. Η αγάπη, η προσευχή και η ειρηνική ψυχή της δάμαζαν ακόμα και τους δαιμονισμένους.’Όταν της πήγαιναν κάποιο δαιμονισμένο, δεμένο με σκοινιά από την αγριότητα, η γερόντισσα Μακαρία έδενε το σκοινί του στην καλογερική ζώνη της και ο βασανισμένος άρρωστος ησύχαζε. Πολλοί μαρτυρούσαν κατάπληκτοι ότι την έβλεπαν να παρουσιάζεται αιφνιδίως σε ένα τόπο εξ ουρανού, ενώ δεν βρισκόταν κάπου κοντά. Οι παρηγοριές που έλαβαν οι άνθρωποι κοντά της ήταν τόσες, ώστε η μετάβασή της στην άλλη ζωή προξένησε θλίψη σε όσους εύεργετήθηκαν από αυτή. Κοιμήθηκε στις 19 Μαρτίου 1980, σε ηλικία 82 ετών.

Οι μοναχές Αγαθονίκη και Αγαθαγγέλη κατάγονταν από τα Χανιά, ενώ η μοναχή Νεκταρία από τα Καλύβια.

Η μοναχή Μαρίνα Παπαδημητροπούλου γεννήθηκε το 1918 στον Πεύκο της Βιάννου. Είχε αδέλφια τα οποία έμειναν σε παιδική ηλικία ορφανά από πατέρα. Η μητέρα της, άρρωστη από καρδιακή ανεπάρκεια, δεν την άφησε να προχωρήσει στο γυμνάσιο και ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες στα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Στην ηλικία των 25 περίπου ετών νόσησε από βαριά παράλυση και έμεινε αθεράπευτη, παρά τις νοσηλείες και την ιατρική φροντίδα. Μετά από μερικά έτη, απογοητευμένοι οι συγγενείς της από τους γιατρούς, την μετέφεραν στην Αγία Μαρίνα, όπου θεραπεύτηκε με θαυμαστό τρόπο. Τότε, το 1950, παρέμεινε εκεί για να υπηρετήσει την Αγία. Αγαπήθηκε από όλους για την εργατικότητα, την καλοσύνη και τα πλούσια πνευματικά της χαρίσματα. Ακολουθώντας την ασκητική και τα ίχνη της γερόντισσας της Μακα­ρίας, η γερόντισσα Μαρίνα προικίστηκε με διορατικό, προορατικό και θεραπευτικό χάρισμα. Προσευχόταν για κάθε πονεμένο άνθρωπο που βρισκόταν σε ανάγκη, σταύρωνε τους ασθενείς, συμβούλευε τους δυσκολεμέ­νους και έφευγαν οι πιστοί παρηγορημένοι, γαληνεμέ­νοι και θεραπευμένοι από κοντά της. Για όλους έδειχνε αμέριστη αγάπη και πλήθος ανθρώπων έτρεφαν απέραντη ευγνωμοσύνη γι’ αυτή. Συγχωριανοί, προσκυνητές, αθίγγανοι, μορφωμένοι και ολιγογράμματοι. Αμέτρητες είναι και οι περιπτώσεις άτεκνων γυναικών, του απέκτησαν παιδιά με τις μεσιτείες της γερόντισσας. Στους μαθητές που ζητούσαν βοήθεια για τις εξετάσεις, μαζί με τις προσευχές της τους έδινε από μία μικρή εικόνα της Αγίας Μαρίνας και παρότρυνε να λένε: «Αγία Μαρίνα, εγώ κρατώ το στυλό και εσύ σημείωνε!». Κρατούσε πάντα το κομποσκοίνι στο χέρι και προσευχόταν αδιάλειπτα, έτρωγε εξαιρετικά λιτά, ήταν ολιγομίλητη και ταπεινή. Παραχωρούσε την καρέκλα της ακόμα και σε ένα μικρό παιδάκι για να καθίσει. Όταν της έλεγαν αγαπημένοι της άνθρωποι ότι η απουσία της από αυτή τη ζωή θα τούς πληγώσει αφόρητα, τους βεβαίωνε ότι αν βρει παρρησία στον ουρανό, τότε οι μεσιτείες της θα είναι πολύ μεγαλύτερες από εκεί πάνω. Κοιμήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2007.

Η σημερινή γερόντισσα Τιμοθέη Πλουμάκη γεννήθηκε το 1929 στο Θραψανό, σε αγροτική οικογένεια. Τελειώνοντας το Δημοτικό, παρά την έφεσή της στα γράμματα και την παρότρυνση του δασκάλου της, η μητέρα της αρνήθηκε να συνεχίσει το σχολείο και την κράτησε κοντά της. Διανύοντας και τη δεύτερη δεκαετία της ζωής της αποφάσισε ότι θέλει να γίνει μοναχή, αλλά δέχτηκε τη συμβουλή από ένα μοναστήρι με το όποιο είχε συνδεθεί, να σταθεί κοντά στη μητέρα της που έμεινε χήρα και να τη φροντίζει μέχρι το τέλος της.Έτσι, αρνούμενη κάθε πρόταση να παντρευτεί, έμεινε διακονώντας στον κόσμο μέχρι την ηλικία των 6ο ετών, οπότε η μητέρα της κοιμήθηκε. Πιστή στην απόφαση της νεανικής της ηλικίας προσήλθε στην Ιερά Μονή της Αγίας Μαρίνας Βόνης, όπου διακονεί με θερμή αγάπη επί 2οετίας.

Η μοναχή Μαρίνα Σκουλουδάκη γεννήθηκε το 1939 στην Αλιτζανή  (Αρχοντικό) Άρκαλοχωρίου. Στην ηλικία των 15 ετών, εργαζόμενη σκληρά σε αγροτικές ασχολίες, υπέστη κάποια μορφή παράλυσης, για την οποία οι γιατροί δεν μπορούσαν να δώσουν διάγνωση και θεραπεία. Η Αγία Μαρίνα, κάνοντας με θαυμαστό τρόπο εμφανή την παρουσία της, της χάρισε την ίαση, ενώ η ι5χρονη Χρυσούλα βρισκόταν στο παλαιό εκκλησάκι της Ιεράς Μονής προσευχόμενη. Από την μεγάλη της ευγνωμοσύνη υποσχέθηκε ότι θα χαρίσει στην Αγία την ίδια της την ζωή. Από τότε αφιερώθηκε και διάακονεί στο Μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας. Παρέμεινε στον κόσμο βοηθώντας την οικογένειά της, αφού ο πατέρας της είχε ήδη πεθάνει από πνευμονία μόλις στην ηλικία των 30 ετών.’Όταν οι συνθήκες της το επέτρεψαν έγκαταβίωσε στο Μοναστήρι της Αγίας, όπου διάκονεί με ζήλο και αγάπη.

Η μοναχή Θεολογία Σακελλάρη γεννήθηκε το 1942 στην Άλιτζανή – Αρχοντικό Άρκαλοχωρίου. Υπηρέτησε για 25 χρόνια ως νηπιαγωγός στην Αθήνα. Ένυμφεύθη και μετά την κοίμηση του γιου της εγκαταστάθηκε στο Αρχοντικό – Άλιτζανή. Έκανε συνάξεις για την διδασκαλία και εκμάθηση του ευαγγελικού λόγου. Εκάρη μοναχή το 2004 και κατά τρόπο θαυματουργικό ξεπέρασε το σοβαρότατο πρόβλημα της υγείας που αντιμε­τώπιζε.

Αν βρήκατε ενδιαφέρουσα την δημοσίευση δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ. 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!