Το σπήλαιο Δικταίο άντρο και η ιστορία του

ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΉ ΠΑΡΆΔΟΣΗ
ΓΙΑ ΤΗ ΓΈΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΗΤΑΓΕΝΉ ΔΙΑ ΣΤΟ ΣΠΉΛΑΙΟ ΔΙΚΤΑΊΟ ΆΝΤΡΟ

Από τα βάθη της αρχαιότητας ως το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα, οι Έλληνες πίστευαν πως η μυθολογία ήταν η πραγματική ιστορία της δημιουργίας του κόσμου και η ιστορία των μακρινών προγόνων τους. «Έν αρχή λοιπόν ήν ό μύθος καί ό μύθος ήν πρός τούς Θεούς».

Χωρίς αμφιβολία ο μύθος για τη γέννηση, την ανατροφή και το θάνατο του μεγάλου Θεού, του Κρηταγενή Δία, είναι πλασμένος με υλικά της Ελληνικής φαντασίας, που παρουσιάζουν ξεχωριστή ομορφιά, παραστατικότητα, πλούτο και ποικιλία.

Ο μύθος αυτός πλάστηκε κατά μια πιθανή εκδοχή προς το τέλος της Β’ π.Χ. χιλιετηρίδας και παραδόθηκε στους μεταγενέστερους κυρίως με τη Θεογονία του Ησίοδου, που για πολλά χρόνια υπήρξε η «Βίβλος» της Ελληνικής θρησκείας.

Κατά το μύθο αυτό ο Κρόνος, που ήταν γόνος της πρώτης δυναστείας των Θεών, γιος του Ουρανού και της Γης, πήρε γυναίκα την αδελφή του Ρέα. Αν και ήταν πολύ δυνατός, ο πατέρας του του είχε πει πως κάποιο από τα παιδιά του θα του έπαιρνε την εξουσία. Μπροστά στον κίνδυνο αυτό και αφού ο Κρόνος αγαπούσε περισσότερο την εξουσία από τα παιδιά του, αποφάσισε σκληρόκαρδα να τα θυσιάσει και να μείνει έτσι μοναδικός άρχοντας και εξουσιαστής του κόσμου.

Για να αποφύγει το άδοξο τέλος του και να εξασφαλίσει μεγαλύτερη σταθερότητα στο θρόνο, ανέλαβε να παίξει το ρόλο του παιδοφάγου πατέρα και μάλιστα εξακολουθητικά. Το φονικό του σχέδιο μπαίνει σε δοκιμαστική εφαρμογή με το να καταπιεί το πρώτο παιδί του την Εστία, μετά τη Δήμητρα, την Ήρα, τον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα.

Η άτυχη μάνα γεννούσε παιδιά, αλλά δίπλα της βρισκόταν ο τάφος τους, αφού τα σαγόνια του φονικού και λαίμαργου πατέρα, ήταν ανοιχτά για το παιδοκτόνο έργο του.

Μέσα στον καθημερινό θρήνο και το κλάμα, την απελπισία και την απογοήτευση, έρχεται φωτεινή και σωτήρια η συμβουλή του ακρωτηριασμένου πατέρα Ουρανού, που ήταν κι αυτός θύμα του Κρόνου. Τη συμβουλεύει να φύγει για την Κρήτη και με τη βοήθεια της μητέρας Γης να φέρει με ασφάλεια στη ζωή τον καρπό της κοιλιάς της.

Πέρασε θάλασσες, δρασκέλισε βουνά, για να βρει μέρος να εναποθέσει το ιερό φορτίο των σπλάχνων της, το «θείο βρέφος», που κατά μια παραλλαγή του μύθου επρόκειτο να γίνει ο ύπατος των Θεών και των ανθρώπων. Η Ρέα φτάνει στην Κρήτη, στη διάρκεια της νύχτας, χωρίς ο ήλιος και το φως να δουν το Δία. Με τον ερχομό της στην Κρήτη, η «Γαία» παίρνει το Δία και τον κρύβει στα «κεύθεα έν άντρω ηλιβάτω» δηλαδή στα απρόσιτα μέρη της, σε βαθύ και σκοτεινό σπήλαιο. Έτσι πραγματική γέννηση είναι ο ερχομός και η εμφάνισή του στο φως. Έρχεται λοιπόν στο φως ο Δίας κατά τρόπο μυστηριακό, όχι απευθείας από την κοιλιά της Ρέας, αλλά από τους κόλπους της Γης, από το πυκνοσκόταδο του σπηλαίου, χωρίς να ξαναεμφανίζεται η Ρέα. Η βιασύνη της για να επιστρέφει και να ξεγελάσει τον Κρόνο, δίνοντάς του τη σπαργα­νωμένη πέτρα για παιδί, τη στερεί από τη μητρική φροντίδα και προστασία, αλλά έχει τη σιγουριά πως θα τον φροντίσει η μητέρα Γη. Γι’ αυτό το λόγο ο Αισχύλος αποκαλεί το Δία «παιδί της Γης» και ο Σοφοκλής τη Γη «μητέρα του Δία».

Μυθολογείται πως στο ιερό βουνό της Δίκτης, βρήκε καταφυγή και προστασία η απελπισμένη Ρέα. Εκεί λυτρώθηκε η αγωνία της και εκεί αισθάνθηκε την ικανοποίηση και τη χαρά για τη σωτηρία του στερνού της παιδιού. Το ανοιχτό και ασάλευτο στόμα της Δίκτης που δημιουργεί το Δικταίο Αντρο, ανέλαβε την προστασία και τις πρώτες περιποιήσεις του καταδιωγμένου μωρού. Οι ράχες των Λασιθιώτικων βουνών πήραν και κουβαλούν το μυθολογικό φορτίο που συνδέεται με τη γέννηση του Κρηταγενή Δία.

Αλλά αν η φαντασία των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αγκυροβόλησε σε κάποιο σπήλαιο της Δίκτης και το αναγνώρισε σαν τόπο γέννησης του Δία και το διέκρινε ως «σπηλιά μήτρα», αυτό δεν ήταν τυχαίο. Τα δασοσκεπασμένα βουνά, η γοητεία και γραφική ομορφιά του τοπίου, το συνταίριασμα του άγριου και του ήμερου, το απάτητο των βουνών και η ασφάλεια που πρόσφεραν, δώσανε το πολύτιμο υλικό για την πλοκή του μύθου. «Μόνο στο μεγαλείο αυτό της αρμονίας και της αισθητικής γαλήνης ήταν δυνατό να γεννηθεί ο ύψιστος των Θεών» μας λέει ο επιμελητής αρχαιοτήτων Χρ. Ν. Πέτρου Μεσογείτης.

Η διαίσθηση της θείας ύπαρξης στα σπλάχνα του Βουνού, συναγείρει και συνενώνει τις δυνάμεις της ζωντανής φύσης, σε μια αδιάκοπη προσφορά στο θείο επισκέπτη. Άγρυπνος σκύλος στέκεται φρουρός στην είσοδο του σπηλαίου. Η αποκρουστική στη μορφή Αμάλθεια, διαδέχεται τη μάνα Ρέα στην ανατροφή του παιδιού, δίνοντάς του το γάλα της.

Οι μέλισσες ακούραστα κουβαλούν μέλι. Τα περιστέρια φέρνουν αμβροσία από τα ρεύματα του ωκεανού και τεράστιος αετός ρουφά με το ράμφος του νέκταρ από βράχο του ωκεανού και ποτίζει το βρέφος.

Θηλυκός χοίρος, κατά μια άλλη παράδοση, προσφέ­ρει το γάλα του στο Δία και τα γρυλλίσματα, για να μην ακούονται οι φωνές του. Οι Κουρήτες προσφέρουν το χορό τους, την πρύλη, που, όπως παραδίδει ο Ησύχιος, είναι ο πυρρίχιος χορός, την κρούση των μουσικών οργάνων και την κλαγγή των όπλων. Έτσι σε μια δαιμονική συγχορδία και προστατευτική πολυφωνία, πνίγεται το κλάμα του Δία.

Αλλά ακόμα και για την ψυχαγωγία του είχαν φροντίσει οι Κύκλωπες, που κατασκεύασαν τη βροντή και την αστραπή, (που τόσο τρομερή χρήση έκανε αργότερα, όταν μέσα απ’ αυτά εκδήλωνε το θυμό του). Με τον κεραυνό και τη βροντή, ο κόσμος πίστευε, πως έβλεπε τη μεγαλύτερη εκδήλωση της δύναμης του άρχοντα του Ουρανού.

Κάθε χρόνο που έβραζε το αίμα από τη γέννησή του, έβγαινε μια εκτυφλωτική λάμψη από το στόμα του σπηλαίου. Ο Αντωνίνος Λιβεράλης μας παραδίδει σχετικά. «Έν δέ χρόνω άφωρισμένω όράται καθ’ έκαστον έτος πλείστον έκλάμπον έκ τού σπηλαίου πύρ. Τούτο δέ γίνεσθαι μυθολογούσαν, όταν έκζέη τό τού Δαός έκ τής γενέσεως αίμα».

Άλλοι ποιητές λένε πως το Δικταίο Αντρο ήταν αφιερωμένο στις μέλισσες, επειδή αυτές έτρεφαν το Δία και για το λόγο αυτό δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε κανένα. Κι όταν κάποτε οι τέσσερις θνητοί, ο Λάιος, ο Κελεός, ο Κέρβερος και ο Αιγωλιός αποφάσισαν να κατέβουν στο φλογοβόλο σπήλαιο και να πάρουν μέλι, ο Δίας τους κατακεραύνωσε και έσπασε τη χάλκινη πανοπλία τους. Τους μεταμόρφωσε τέλος σε πουλιά, γιατί η μοίρα δεν επέτρεπε το θάνατο μέσα στον ιερό χώρο του σπηλαίου.

Από το σπήλαιο αυτό κατά μια άποψη, υπαγόρευε ο Δίας τη σοφή νομοθεσία του και εδώ έφερε την Ευρώπη μεταμορφωμένος σε ταύρο, όπως αναλυτικά θα εκθέσουμε παρακάτω.

 
ΤΟ ΔΙΚΤΑΙΟ ΑΝΤΡΟ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

Τα σπήλαια που αποτέλεσαν τον πρώτο βιότοπο του ανθρώπου, με τους σκοτεινούς και υποβλητικούς τους χώρους, φορτισμένα με σύμβολα και παραδόσεις, κέντρι­σαν το ενδιαφέρον του και επηρέασαν το θρησκευτικό του συναίσθημα από το μακρινό παρελθόν, που χάνεται στο σύθαμπο του μύθου.

Ήταν φυσικό το Δικταίο Άντρο με τον πλούσιο λιθωματικό του διάκοσμο, τη φυσική του μεγαλοπρέπεια, τη σκοτεινή και βαραθρώδη μορφή του, αλλά και με τα προσιτά και εξυπηρετικά για τις ανάγκες του ανθρώπου τμήματά του, να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέ­ρον του.

Έτσι φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος της νεολιθικής και στην πρωτομινωική περίοδο. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία και φυσικό καταφύγιο και αργότε­ρα το πάνω τμήμα (προθάλαμος) εξυπηρέτησε ταφικές ανάγκες.

Η λατρεία φαίνεται ότι αρχίζει την επόμενη περίοδο, τη μεσομινωική, που ήταν και η πρώτη περίοδος ακμής. Είναι η πιο λαμπρή λατρευτική περίοδος στην ιστορία του σπηλαίου. Στο πάνω μέρος ιδρύεται ορθογώνιος βωμός, όπου γίνονται οι θυσίες και οι προσφορές. Την ίδια περίοδο αρχίζει να χρησιμοποιείται ως λατρευτικό τμήμα και το κάτω Σπήλαιο, δηλαδή η μεγάλη αίθουσα. Από το πάνω τμήμα του σπηλαίου προέρχονται οι τράπεζες προσφορών, που σε μια απ’ αυτές είναι χαραγμένα σύμβολα της γραμμικής γραφής Α. Όπως φανερώνουν τα πλούσια ευρήματα, που έφερε σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη, συνεχίστηκε η λατρεία και κατά την υστερομινωική περίοδο. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων η λατρεία παίρνει έντονο χαρακτήρα. Πάμπολλα χάλκινα και πήλινα αναθήματα ανήκουν σ’ αυτή την περίοδο και προέρχονται τόσο από τον προθάλαμο του σπηλαί­ου, όσο και από τη μεγάλη αίθουσα του κάτω Σπηλαίου. Μερικά από τα δείγματα των εκδηλώσεων της καλλιτεχνικής και θρησκευ­τικής ζωής του ανθρώπου, που αποτελούν πραγματικά αρι­στουργήματα του σπηλαίου, ανήκουν στην περίοδο αυτή.

Το σπήλαιο εξακολούθησε να χρησιμοποιείται ως τόπος λατρευ­τικός, με μικρότερη συχνότητα και χαμηλότερη ένταση, μέχρι τα Ρωμαϊκά αυτοκρατορικά χρόνια (1 μ.Χ. αι.) όπως δείχνουν λύχνοι της εποχής που ανασύρθηκαν από το υγρό και «υποχθόνιο» περιβάλλον του σπηλαίου.

Αξίζει να σημειώσουμε πως κατά την άποψη του Α. Έβανς τα περισσότερα «ειδώλια» που βρίσκονται σε ανασκαφές σε ιερούς χώρους, όπως είναι τα ευρήματα του Δικταίου Άντρου, εικονίζουν όχι τους Θεούς, αλλά τους λατρευτές ανθρώπους, που ζητούν την προστασία και την αντίληψη της θεότητας. Ανάλογα στην εποχή μας είναι τα ολόσωμα ή μερικά ομοιώματα (τάματα) ασημένια ή νικέλινα, που κρέμονται μπροστά σε εικόνες αγίων, που επικαλούμαστε την προστασία και τη βοηθειά τους ή εκφράζομε την ευγνωμοσύνη μας.

Αναφορικά με την ταυτότητα της θεότητας που λατρευόταν στο σπήλαιο, ο Evans ανευρίσκει και περιγράφει δυο θεότητες. Η μια θεότητα είναι ο Δίας ο «Λαθρανδεύς» που όπλο και σύμβολό του είναι ο «διπλούς πέλεκυς-λάβρυς». Ο Πλούταρχος, που αποκαλεί το Δία «Λαβρανδέα» υποστηρίζει πως το όνομα αυτό παράγεται από τη Αυδική λέξη «λάβρυς» που θα πει «διπλούς πέλεκυς».

Η άλλη θεότητα είναι γυναικεία που προσωποποιεί τη γονιμότη­τα της φύσης και τη βλάστηση. Είναι η θεότητα που δαμάζει τα άγρια ζώα και θηρία, «πότνια Θηρών» και είναι η μητέρα Γη που δέχτηκε κι έκρυψε στα κατάβαθά της το «θείο βρέφος». Στα ιστορικά χρόνια φαίνεται να επικρατεί θεότητα, που οι Έλληνες ονομάζουν Πάνδημη και Ουράνια Αφροδίτη, μακρινή απόγονο της μεγάλης Μινωικής Θεάς.

Εκτός από τις δυο αυτές θεότητες, ο Evans παραδέχεται και άλλες θεότητες δευτερεύουσας σημασίας, που είναι μάλλον υπηρε­τικοί δαίμονες των Θεών και εικονίζονται ως ανθρωπόμορφοι και τερατόμορφοι.

Στο σπήλαιο, μαζί με τις θεότητες λατρεύτηκαν, όπως προκύ­πτει από μεγάλο πλήθος αναθημάτων, και οι μεγαλοπρεπείς και επιβλητικοί σταλακτίτες. Το φανταστικό σχήμα τους, που πολλές φορές προσεγγίζει τις θεϊκές, ανθρώπινες ή διάφορες ζωικές μορφές, όπως αχνοφαίνεται στο σκοτεινό και μυστηριακό περι­βάλλον του σπηλαίου, άσκησε επίδραση στο θρησκευτικό κόσμο του ανθρώπου. Ο απλός σήμερα, αλλά μυστηριώδης, κατά τις αντιλήψεις της τότε εποχής, τρόπος δημιουργίας τους, δήλωνε την παρουσία της θεότητας. Έτσι στη θεολογούσα συνείδηση της εποχής πέρασαν οι σταλακτίτες ως λατρευτικά αντικείμενα.

Το Δικταίο Αντρο, όπως και τα άλλα ιερά σπήλαια, υπήρξαν λατρευτικοί τόποι και προσκυνήματα. Ορισμένες μέρες του χρό­νου, ανέβαινε πλήθος προσκυνητών από τα πλησιόχωρα Μινωικά κέντρα, για να προσφέρουν στη θεότητα και τους σταλακτίτες τα αναθήματά τους. Κατά την άποψη του A. Evans και του αρχαιολόγου και Πανεπιστημιακού καθηγητή κ. Ν. Πλάτωνα, πιθανόν η ιερή σημασία και λατρεία των κιόνων, που τόσο πολύ είχε διαδοθεί στη Μινωική εποχή, να πήγασε από τη λατρεία των σταλακτιτών, που έχουν, συνήθως, κιονόμορφο σχήμα. Ακόμα και σε κομμάτια που είχαν αποσπαστεί από σταλακτίτες έδιναν ιερή αξία. Ίσως σ’ αυτό οφείλεται η καταστροφή των σταλακτιτών από την αρχαιότητα που ασυνείδητα συντελείται ακόμα και σήμερα.

Στα σταλακτιτικά σπήλαια φαίνεται πως απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία, σε τέτοιο μάλιστα Βαθμό, που απέφευγαν να χρησιμο­ποιούν για λατρευτικούς σκοπούς σπήλαια χωρίς τον απαραίτητο σταλακτιτικό και σταλαγμιτικό διάκοσμο. Έτσι ερμηνεύεται η παμπάλαια λατρεία στα σπήλαια του Δικταίου Αντρου, των Καμαρών, του Σκοτεινού, του Χωστού Νερού, στο Γιούχτα, που είναι κατ’ εξοχήν σταλακτιτικά σπήλαια.

Αλλά η λατρευτική δύναμη των σταλακτιτών και σταλαγμιτών, δεν άφησε ανεπηρέαστες και τις σύγχρονες αντιλήψεις. Έτσι στο σπήλαιο της Αγίας Φωτεινής (Αβδού Πεδιάδας) του οποίου το τελευταίο στο Βάθος τμήμα χρησιμοποιείται ως εκκλησία, δυο σταλαγμίτες που βρίσκονται δίπλα, χρησιμοποιούνται από τους προσκυνητές για να τοποθετούν τα κεριά τους.

Οι σταλαγμίτες αυτοί που λέγονται «γόνατα της Αγίας Φωτει­νής» μας θυμίζουν την παλιά λατρεία των σταλακτιτών. Σταλακτίτης σε μορφή γυναικείου μαστού στο σπήλαιο της Αγίας Παρα­σκευής, στο Χριστό της Ιεράπετρας, πιστεύεται ότι είναι ο μαστός της Αγίας Παρασκευής.

Με το νερό που στάζει οι γυναίκες βρέχουν τα μαλλιά τους και το πρόσωπό τους με σκοπό τον καθαρισμό και εξαγνισμό.

Ένα μέρος του σπηλαίου χρησιμοποιούνταν ως «άδυτο» κάτι ανάλογο δηλαδή με το σημερινό ιερό των εκκλησιών. Η είσοδος σ’ αυτό, όπως και στις σημερινές εκκλησίες επιτρεπόταν μόνο στους ιερείς της θεότητας. Ως άδυτα χρησιμοποιούνται τα πιο απόμερα, σκοτεινά και απόκρυφα μέρη.

Στο Δικταίο ‘Αντρο, ως ιερό χρησιμοποιήθηκε το μέρος που βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο από το τελευταίο στο βάθος επίπεδο. Ήταν το μέρος που περικλείνει τις πυκνές συστάδες σταλακτιτών, που στις σχισμές τους βρέθηκαν τα περισσότερα χάλκινα όπλα, αναθηματικοί «διπλοί πελέκεις» και άλλα αντικείμε­να προσφορών.

Το Σπήλαιο της Χριστιανοσύνης διαδέχεται χρονικά το άντρο της αρχαιότητας. Ο χριστιανισμός θα αφομοιώσει τη λατρεία των σπηλαίων με ανάλογη διεύρυνση και μεταμόρφωση. Στην Κρήτη από τα 3058 γνωστά σπήλαια, τα 389, δηλαδή ποσοστό 13% φέρουν ονόματα αγίων (αγιώνυμα) ή εκκλησιαστικών προσώπων. Στα 120 περίπου σπήλαια είναι χτισμένες εκκλησίες που ανήκουν σε δυο κατηγορίες: τις «υπόσκαφες» και τις «σπηλαιώδεις». Υπόσκαφες λέγονται οι εκκλησίες που διαμορφώθηκαν με την αφαίρεση μάζας χωμάτων και άλλων υλικών, από τους φυσικούς Βράχους του σπηλαίου και σπηλαιώδεις εκείνες που έχουν δεχτεί ορισμένες προσθετικές ή άλλες διαμορφωτικές επεμβάσεις. Ο μεγάλος αυτός αριθμός σπηλαίων, που είναι αφιερωμένος στη χριστιανική λατρεία, φανερώνει πως και στην προχριστιανική Κρήτη υπήρχαν πολλά λατρευτικά σπήλαια. Σε πολλά μάλιστα απ’ αυτά, η λατρεία συνεχίστηκε και στους επόμενους μ.Χ. χρόνους, προσαρμοσμένη στους τύπους της νέας θρησκείας. Στο λατρευτι­κό σπήλαιο του Σκοτεινού Πεδιάδας, Βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Στο ιερό σπήλαιο του Κραναίου Ερμή, στο χωριό Πατσός Αμαρίου, είναι χτισμένος ο μικρός ναός του Αγίου Αντωνίου. Στο ιερό Δήμητρας και Κόρης στον Αγιο Θωμά Μονοφατσίου υπάρχει μέσα σε τεχνητό σπήλαιο η εκκλησία της Παναγίας της Σπηλιώτισσας. Το αρχαίο ιερό σπήλαιο κοντά στη Μονή ΓουΒερνέτου στα Χανιά, λέγεται σήμερα Παναγία Αρκουδιώτισσα, από το μεγάλο σταλαγμίτη που βρίσκεται σ’ αυτό κι έχει τη μορφή αρκούδας.

Το σταλαγμιτικό υλικό προσφέρεται πολλές φορές, για την εξυπηρέτηση της θείας λατρείας. Έτσι χαμηλού ύψους σταλαγμί­τες χρησιμοποιούνται ως Αγία Τράπεζα.

Το σπήλαιο ακόμα αποτελεί στοιχείο, που είναι δεμένο με τη χριστιανική παράδοση και τη χριστιανική εικονογραφία. Σε σπή­λαιο γεννά η Εύα τον Κάιν και τον ΆΒελ. Με σπήλαιο συνδέεται ο Μωυσής και η φλέγόμενη Βάτος. Σε σπήλαιο «ξενοδοχείται» η Παρθένος και γεννά το Χριστό. Σε σπήλαιο γράφεται η Αποκάλυ­ψη του Ιωάννη και με σπήλαια συνδέεται η λατρεία της Παναγίας, του Χριστού, του Αγίου Αντωνίου και πολλών άλλων αγίων και μαρτύρων της πίστης μας. Το σπήλαιο συνδέεται ακόμα και με μια άλλη κορυφαία στιγμή της Χριστιανικής εικονογραφίας, τη Σταύ­ρωση. Στο σημείο που στηρίζεται ο σταυρός και κάτω από το κρανίο του Αδάμ, διαγράφεται σκοτεινή κοιλότητα που παριστά­νει το σπήλαιο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει τέλος και ο τρόπος, που ο θεογονικός μύθος περνά στη Χριστιανική υμνογραφία και εικονογραφία. Ο Κρόνος, που παρουσιάζεται να καταπίνει τη σπαργανωμένη πέτρα στη θέση του Δία, γίνεται το πρότυπο στους επιτάφιους θρήνους της Μ. Παρασκευής, για την εικόνα του παμφάγου Αδη, που καταπίνει την πέτρα της ζωής, δηλαδή το Χριστό, και ξερνά τους νεκρούς, που είχε, επίσης, καταπιεί ανά τους αιώνες. «Άδης ό παμφάγος έξήμεσεν, έξ αίώνος ούς κατέπιε νεκρούς».

 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ

Το «Δικταίο Αντρο» ή Σπήλαιο του Ψυχρού, αφού χρησι­μοποιήθηκε σε διαδοχικές φάσεις ως καταφύγιο-κατοικία του ανθρώπου της νεολιθικής εποχής, τόπος ενταφιασμού και χώρος λατρείας της Μινωικής θρησκείας, εγκα­ταλείφτηκε μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, για να καταλήξει τα νεότερα χρόνια σε φυσικό στέγαστρο προστασίας των ποιμενικών αιγοπροβάτων της περιοχής.

Τα ευρήματα των διάφορων ανασκαφών δείχνουν πως οι επισκέπτες του σπηλαίου, έστω και αραιοί, δεν έλειψαν ποτέ. Το επισκέπτονταν όμως όχι ως τόπο γέννησης του Δία ή σαν αξιόλογο λατρευτικό κέντρο της Μινωικής εποχής, αλλά ως αξιόλογο φυσικό σπήλαιο με μια πλούσια και φανταστική σταλαγμιτική και σταλακτιτική διακόσμηση. Στην περίοδο της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας (1204-1898) οι περιηγητές αραιώνουν ακόμη περισσότερο. Σ’ αυτό συντελεί και η επί δυο περίπου αιώνες, με αυστηρά διατάγματα τής Βενετίας, ερήμωση του Λασιθιού.

Από τους ξένους περιηγητές που επισκέπτονται το Λασίθι σημειώνομε τους

  1. Buoldelmondi: Ήταν Φλωρεντιανός μοναχός, που επισκέφτηκε το Λασίθι την άνοιξη του 1415, και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι του Αγ. Κύριλλου που βρίσκεται κοντά στο Ψυχρό.
  2. Marino Cavalli: Γενικός Προβλεπτής. Επισκέφτηκε το Λασίθι το 1572.
  3. Monani: Μηχανικός, το 1631, Zen: Μηχανικός το 1633.
  4. Ο Βενετός μηχανικός Δημοσίων Έργων στην Κρήτη Fr. Basilicata, γνωστός από το παραστατικό σχεδιάγραμμα του Οροπεδίου του Λασιθίου με τα γύρω βουνά «Campagna di Lassithi», σε ανέκδοτο έργο του του έτους 1630, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Αγ. Μάρκου της Βενετίας, κάνει ειδική μνεία για το Σπήλαιο Ψυχρού «Una Spellonca che e bellussima et di non puoca consideration».
  5. O Marco Boschini σε ανέκδοτο έργο του που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (1652) γράφει για το μεγάλο σπήλαιο που βρίσκεται στα Λασιθιώτικα βουνά, χωρίς όμως να προσδιορίζει με ακρίβεια τη θέση του. Στην περιγραφή του σπηλαίου αναφέρει ότι η είσοδός του είναι δύσκολη και περιέχει σταλακτίτες και νερό. Όπως αναφέρει, γιατί ο ίδιος δε φαίνεται να επισκέφθηκε το σπήλαιο, «άτομο άξιο εμπιστοσύνης τον διαβε­βαίωνε ότι είχε πάει να επισκεφθεί το σπήλαιο και συνοδευόταν από έναν ευγενή του Ηρακλείου, ιδιαίτερα έξυπνο και καλό, που του έδειξε μια απεικόνιση της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά της (δημιούργημα σταλακτίτη). Τον διαβεβαίωνε ότι ήταν ωραιό­τατη και είχε άριστη φυσική απεικόνιση».

Άλλοι περιηγητές που επισκέφτηκαν το Λασίθι και έγραψαν ταξιδιωτικές εντυπώσεις είναι ο Γάλλος γιατρός και βοτανολόγος Tournefort 1/7/1700. Ο Βοημός επίσης γιατρός και βοτανολόγος Sieber το 1817, ο Γάλλος πρόξενος στο Ηράκλειο Fabregueltes το 1834, ο Γάλλος καθηγητής Raulin το 1845 και ο Άγγλος πλοίαρχος Spratt το 1851.

Στην έκδοση «Χωρογραφία της Κρήτης» που συντάχθηκε το 1818 και αποτελεί πιθανότατα μετάφραση στην Ελληνική, έκθεσης κάποιου ξένου πράκτορα, αναφέρεται ότι ανατολικά από το Κανλί Καστέλι (σημερινό χωριό Προφήτης Ηλίας Τεμένους) βρίσκεται «το όρος Δίκτης, όπου φαίνεται το σπήλαιον του Διός έχον ύδωρ ψυχρότατον και καθαρότατον».

Αλλά το «θεοδόχον σπήλαιον» το μεγάλο αυτό λατρευτικό ιερό της αρχαιότητας, αρχίζει με μια μικρή αφορμή, να λύνει δειλά-δειλά τη σιωπή του και να αποκαλύπτει τα επτασφράγιστα μυστικά του. Όπως μαρτυρεί ο Ιωσήφ Χατζιδάκης, κάποιος κυνηγός γύρω στο 1880 κατέφυγε στο σπήλαιο για να προστατευ­τεί από την κακοκαιρία. Το όπλο του προσέκρουσε σε κάποιο μεταλλικό αντικείμενο, που ήταν χάλκινο αγαλματίδιο με μορφή βοδιού. Το γεγονός διαδόθηκε και την επόμενη μέρα κάτοικοι των γειτονικών χωριών άρχισαν να σκάβουν στο επάνω τμήμα του σπηλαίου. Αρχίζει έτσι η πρώτη θηραματική ανασκαφή, που αποκάλυψε σε μικρό μάλιστα βάθος, πολλά χάλκινα και πήλινα αγαλματίδια, δύο ή τρεις χάλκινους «διπλούς πελέκεις», βέλη, ξίφη, αιχμές δοράτων, καθώς και πήλινα αγγεία που έμοιαζαν με τα πήλινα πιάτα που χρησιμοποιούσαν τότε οι χωρικοί και γι’ αυτό τους έδωσαν το ίδιο όνομα, δηλαδή «σκουτέλια».

Πολλά από τα ευρήματα των χωρικών διοχετεύτηκαν σε διάφο­ρους αγοραστές, ενώ φορτία ολόκληρα από χάλκινα αντικείμενα, σύμφωνα με επίσημη αναφορά, πουλήθηκαν στους χαλκωματά­δες του Ηρακλείου και χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτη ύλη στην κατασκευή σύγχρονων οικοσκευών.

Η μυθολογική γέννηση του Δία, σύμφωνα με μαρτυρίες πολλών αρχαίων συγγραφέων, στα γειτονικά Βουνά της Λύκτου, οι πληροφορίες που κυκλοφορούσαν σε ορισμένους πνευματικούς ανθρώπους για αγοραπωλησίες αντικειμένων με αρχαιολογική αξία που προέρχονταν από το Σπήλαιο του Ψυχρού και η ανάγκη προστασίας των αρχαιολογικών αυτών θησαυρών, παρακίνησαν τον Πρόεδρο του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου γιατρό και αρχαιόφιλο Ιωσήφ Χατζιδάκη και τον Ιταλό αρχαιολόγο Φ. Άλμπερτ να πραγματοποιήσουν επιτόπια επίσκεψη στο σπήλαιο. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1886 και συνδυά­στηκε μάλιστα με μια πρόχειρη διερευνητική ανασκαφή, που έφερε σε φως ακέραια «σκουτέλια», κομμάτια από πήλινα αγγεία, ορισμένα χάλκινα αντικείμενα και αρκετά μισοκαμμένα κέρατα ζώων που είχαν θυσιαστεί προς τιμήν της θεότητας που λατρευό­ταν στο σπήλαιο.

Εκτός από τα ευρήματα της δικής τους ανασκαφής, οι επισκέ­πτες αγόρασαν από τους χωρικούς τριάντα τεμάχια διαφόρων αρχαιολογικών αντικειμένων, πήλινα ή χάλκινα, για λογαριασμό του Μουσείου του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου, που αποτέλεσε τον πρόδρομο του σημερινού αξιόλογου αρχαιολογι­κού Μουσείου του Ηρακλείου.

Σε άρθρο του Ιωσήφ Χατζιδάκη που δημοσιεύτηκε λίγο αργότε­ρα στο περιοδικό «Εστία» (16/8/1886) σχετικά με την ανακάλυψη ενός νέου σπηλαίου-λατρευτικού κέντρου της Κρητικής αρχαιότη­τας, γίνεται για πρώτη φορά και με κάποια επιφύλαξη συσχέτιση του σπηλαίου με το μυθολογικό «Δικταίο Άντρο» τόπο γέννησης του Κρηταγενή Δία.

Εκτός από την «Εστία» δημοσιεύεται επίσης σχετικό, με το σπήλαιο που εξερευνήθηκε και τη μεγάλη του αρχαιολογική αξία, άρθρο στη «Νέα Εφημερίδα» Ηρακλείου (17/8/1896) από τον Ιωσήφ Χατζιδάκη. Επίσης άρθρο για το ίδιο θέμα δημοσιεύεται από τον καθηγητή Corei στην εφημερίδα «Stamboul» της Κωνσταντίνούπολης στις 30/9/1886. Δυο χρόνια αργότερα και ο Φ. Άλμπερτ δημοσιεύει σχετικό άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό «Museo Italiano di auti chita classica» που όμως εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες για την ορθότητα της ταυτοποίησης του σπηλαίου.

Το έτος 1894, δηλαδή μετά οχτώ χρόνια από την πρώτη εξερεύνηση του σπηλαίου από τους Χατζιδάκη και Αλμπερτ, ο Αγγλος αρχαιολόγος Έβανς επισκέπτεται το Λασίθι και αγοράζει από τους κατοίκους διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα που είχαν ανακαλυφτεί στο σπήλαιο. Τον επόμενο χρόνο ο Έβανς, που προσφορών, κατασκευασμένη από την ίδια πέτρα όπως η προη­γούμενη, αλλά με μια μόνο κοιλότητα.

Ανακάλυψε, τέλος, διάφορα πήλινα αγγεία και μια χρυσή ταινία.

Ανασκαφή του σπηλαίου από τον Hogarth,1899. Ύστερα από τις αρχαιολογικές διερευνήσεις που έγιναν από τους Χατζιδάκη- Hallbert – Evans – Myres – Demargne, επιβεβαιώθηκε με διασταυρω­μένες απόψεις η αρχαιολογική αξία του σπηλαίου και αποφασίστηκε η διενέργεια κανονικών ανασκαφικών ερευνών. Σ’ αυτό, στο μεταξύ, συνετέλεσε η ψήφιση ειδικού νόμου της Κρητικής Πολι­τείας που ρύθμιζε το θέμα των αρχαιολογικών ανασκαφών από τις ξένες επιστημονικές αποστολές, καθώς και ο κίνδυνος να χαθεί το σπουδαίο για την επιστήμη σπήλαιο από τις λαθρανασκαφές, που πολλαπλασιάζονταν επικίνδυνα.

Η επίσημη, θα λέγαμε, πια ανασκαφή πραγματοποιείται στις αρχές του καλοκαιρού το 1889 από τον Άγγλο αρχαιολόγο Hogarth, που ήταν Διευθυντής της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχο­λής των Αθηνών και κάλυψε το χρονικό διάστημα απο 24 Μαΐου μέχρι 15 Ιουνίου 1899.

Οι μέθοδοι και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο Hogarth για τη διεξαγωγή της ανασκαφής δε μπορούν να θεωρηθούν από τα πιο κατάλληλα και έδωσαν μάλιστα επικριτική λαβή σε άλλους μεταγενέστερους αρχαιολόγους. Όπως αναφέρει σχετικά ο ίδιος στην έκθεσή του χρησιμοποιήθηκε σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού Ψυχρό για την εξερεύνηση του κάτω Σπηλαίου.

Οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά σε κατάσταση υπερδιέγερ­σης σκαρφάλωναν στα τοιχώματα του σπηλαίου, στους σταλακτίτες, στους βράχους αναζητώντας παντού μέσα στις ρωγμές των πετρωμάτων αρχαία αναθήματα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε περισσότερο περιπέτεια παρά επιστημονική εργασία. Αναφέρει ακόμα πως, προκειμένου να μετακινήσει ορισμένους βράχους από το χώρο της ανασκαφής, χρησιμοποίησε ακόμα και… δυναμίτιδα!

Ίσως η ανασκαφή να μην έγινε κατά τον καλύτερο τρόπο, αλλά οπωσδήποτε διέσωσε ένα μεγάλο μέρος των αρχαιολογικών θησαυρών, που κρύβονταν στα σπλάχνα του σπηλαίου, που διαφορετικά θα ακολουθούσαν άλλους δρόμους, χωρίς να μπο­ρούν να γίνουν αντικείμενα επιστημονικής έρευνας.

Το χώρο των ανασκαφών επισκέφτηκε ως εκπρόσωπος της νεαρής τότε Κρητικής πολιτείας στις 31/5/1899 ο τότε Νομάρχης Λασιθίου Γ. Μυλωνογιαννάκης.

Ο Hogarth έχοντας ο ίδιος επίγνωση των ατελειών της ανασκαφής που διενήργησε, είχε την πρόθεση να συνεχίσει την έρευνα του σπηλαίου για μια ακόμα περίοδο, χωρίς όμως και να το κατορθώ­σει. Πόσο αναγκαία ήταν, αλλά εξακολουθεί και σήμερα να είναι η διενέργεια μιας σωστής και ολοκληρωμένης ανασκαφής του σπηλαιικού χώρου, αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό των αντικειμένων, που έχουν βρεθεί τυχαία από τότε μέχρι σήμερα. Πρόσφατα μάλιστα (καλοκαίρι 1986) δυο μαθητές του Δημοτικού Σχολείου, Βρήκαν χάλκινο περίτμητο έλασμα και το περέδωσαν στο αρχαιολογικό Μουσείο Αγίου Νικολάου.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το καλογραμμένο βιβλίο με τίτλο: Δικταίο Άντρο, Γεωργίου Ι. Παναγιωτάκη Β ΈΚΔΟΣΗ ΛΑΣΊΘΙ 1988.

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *