Η σφαγή των Τούρκων στα Δερβενάκια 26-7-1922

Οι καπεταναΐοι όλοι τόχαν χάψει τό ψέμα του Δράμαλη’ μονάχα ο Κολοκοτρώνης δέ γελάστηκε.

-— Ό τόπος δεν τον βαστάει πιά, τούς φώναξε’ δεν έχει ζαερέ, τί να φάει, τι νά πιει’ νά κάμει κατά την Τρί­πολη δεν τού βόλεϊ’ δεν έχει άνάκαρα νά μάς χτυπήσει. Θά γυρίσει στην Κόρινθο, κ’ αυτά πού λέει ο Μανούσος είναι τερτίπι. Εκει θά πάει, νά οίκονομηθεϊ’ κ’ αν δέ μπο­ρέσει ούτε έκεϊ, θά χυθεί κατά τη Βοστίτσα, την Πάτρα, τη Γαστούνη.

Και πρότεινε νά πιάσουν όλα τά πόστα, νά κλείσουν τούς Τούρκους, νά μή βγουν σ’ αυτά τά μέρη. Τούς εϊπε πώς παίρνει απάνω του, νά φυλάξει, μέ τον Πλαποΰτα, όλες τις θέσεις από τό Σκοινοχώρι και τά Δερβενάκια ώς τά Βασιλικά τής Κόρινθου. Οι άλλοι καπεταναϊοι ας κρατούσαν από τό Σκοινοχώρι ώς τούς Μύλους, άν, όπως δέν πίστευε ο Κολοκοτρώνης, έκανε ο Δράμαλης πώς πάει γιά την Τρίπολη. Τέλος τούς έδειξε γράμα τού Άντρούτσου, πού τούς έλεγε νά πιάσουν τον ’Ισθμό και τά Μεγάλα Δερ­βενάκια, γιατί λόγος είχε διαδοθεί πώς θάστελναν οι Τούρ­κοι βοήθεια στο Δράμαλη. Οί καπεταναίοι τον ακόυσαν με μεγάλη δυσπιστία. Μερικοί, μάλιστα, φαντάστηκαν πώς αυτά όλα ήταν για να ξεφύγει καί νά τούς αφήσει νά φάνε μονάχοι τό χτύπο από τό στρατό τού πασά. Ό Κολοκοτρώνης μυρίστηκε την ανάξια υποψία, τούς πρότεινε τότε νά βαστάξει αυτός τη γραμμή από τό Σκοινοχώρι ώς τούς Μύλους καί νά πάνε κείνοι νά πιάσουν τά Δερβενάκια. Μά δεν τό δέχτηκαν ούτ αυτό. Πίστευαν πώς ο Δράμαλης θά τραβήξει κατά την Τρίπολη κ ήθελαν νάχουν τον Κολοκοτρώνη κοντά τους, γιά ν’ αντιμετωπίσουν τον πασά μ’ όλη την ελληνική δύναμη. Οί συζητήσεις γίναν ατελείωτες ο αρχηγός έχασε την υπομονή του :

— Δεν είναι ώρες γιά κουβέντες, βρόντησε τέλος, κάθε μινούτο πού χάνουμε άπραγοι τό κερδεύει ό πασάς’ εγώ πάω μοναχός, δεν τον αφήνω νά περάσει άντουφέκιστος τά Δερβενάκια.

Καί τούς άφησε, ο Πετρόμπεης φώναξε :

— Έ, τώρα δά ο Κολοκοτρώνης πάει νά γίνει πάλι κλέφτης στά βουνά, νά πιάσει τούς ‘Αγιολιάδες !

Ήταν βρισιά βαρειά, τον έλεγε φοβιτσάρη, πώς τώρα πού θά ριχτεί ο πασάς μ όλο τ ασκέρι του απάνω τους, ο Κολοκοτρώνης φεύγει στις ράχες, γιά νά μην πολεμήσει. Αυτά τά λόγια τ άκουσαν οί υπασπιστές του, ο Φωτάκος κ ο Σπηλιωτόπουλος, πούχαν μείνει πίσω. Διαμαρτυρήθηκαν. Ό Ύψηλάντης πήρε αμέσως τό μέρος τού Κολοκοτρώνη. ’Έκανε παρατηρήσεις στον Πετρόμπεη. ’Έπειτά τράβηξε κατά μέρος τούς υπασπιστές καί τούς όρκισε νά μήν πούν τίποτα στον αρχηγό άπ όσα είχαν ακούσει. Φο­βήθηκε μη χτυπηθούν οί δυο καπεταναίοι. Ό Κολοκοτρώ­νης όμως τάμαθε :

-— Κ ύστερα ; Δεν πάει νά λέει ό μπέης ! Έγώ τούς είπα νά πάνε αυτοί κ εγώ νά κάτσω’ αφού δέ θέλουν ; Θ’ άφήκουμε το Δράμαλη νά φύγει ;

Έπήρε γλήγορα τή σωματοφυλακή του, τούς καβαλλαρέους καί τό μπαϊράκι του’ καί τράβηξε νύχτα, για τον “Αη-Γιώργη τής Νεμέας. ’Έφτασε στις δυο άπ τα μεσά­νυχτα, στο μαχαλά τών’ Ταξιαρχών, στο σπίτι ενός παπά πολυλογά—τού ΙΙαπαρήτορα : Υπάρχει σήμερα τό σπίτι καί τόχει ή φαμίλια των Κουσταίων. Απ όλο τό χωριό ακούσε ν’ ανεβαίνει— τέτοια ώρα —βουή μεγάλη’ τραγού­δια, χοροί, φωνές, φιλονεικιες’ ό στρατός είχε μεθύσει άπ τό καλό κρασί τής Νεμέας. Βγήκε στο παράθυρο’ γίνηκε μπαρούτι άπ τό θυμό του. Στη στιγμή έβαλε κ’άνοιξαν στή σκεπή’ ανέβηκε στα κεραμίδια κ άρχισε μέ τή βροντερή φωνή του :

— Βρε Έλληνες ! Γάμους έχετε ; ΙΙώς κάνετε έτσι ; ’Ακούστη σ’ όλο τό χωριό’ μ’όλο τό μεθύσι τους οι στρατιώτες γνώρισαν τήν τρομερή φωνή’ πάψαν τραγούδια καί φωνές’ ό καπετάνιος—μουρμούριζαν—ό αρχηγός’ καί λούτραζαν. Θέλησε νά τούς φέρει σέ συναίσθηση, νά τούς ντρο­πιάσει.

— Πού βρίσκεστε ; Πού έχετε τις γυναίκες σας ; τούς δικούς σας ; ’Έτσι τούς φυλάτε αυτούς πού σάς στέλνουν ψωμί καί μπαρουτόβολα κ είναι ήσυχοι πώς έχετε τό νού σας στον εχθρό ; Σύρτε νά κοιμηθήτε’ καί τήν αυγή νάρθετε όλοι εδώ στ αλώνια νά σάς μετρήσω καί νά σάς μοι­ράσω τά ταίνια σας’ καί νάχετε καλά τό νού σας’ οί Τούρ­κοι φεύγουν από τό /Αργος γιά τήν Κόρινθο’ καί θά πε­ράσουν από δώ, άπ” τή Νεμέα !

Ή βουή τού στρατού έσβυσε μέ μιάς. Ή μεγάλη μέρα, εϊκοσιέξη 26 Ιουλίου, ξημέρωσε σάν πανηγύρι. Χίλια πεντακόσα διαλεχτά παληκάρια συνάχτηκαν στ” άλώνια κάτω από τό κονάκι τού αρχηγού. ?Ηταν, όπως είδαμε, δυο χι­λιάδες τρακόσοι πενήντα όλος ό στρατός τού Κολοκοτρώνη έκεϊ πέρα. ’Άλλοι έφτακόσοι όμως ήταν στο Δερβενάκι με Τον Άντώνη Κολοκοτρώνη, γιατί τετρακόσοι τον είχαν δυ­ναμώσει στο μεταξύ— τρακόσους είχε στην αρχή — κ άλ­λοι εκατόν πενήντα ήταν μέ τον Παπαδημήτρη στο χωριό Ζαχαρία. Ντουφεκιές ακούστηκαν απάνω στο μέτρημα’ τά καρρούλια έδιναν είδηση πώς οί Τούρκοι ξεκινούσαν’ ο Κολοκοτρώνης μοίρασε βιαστικά ταινία’ ανέβηκε γλήγορα στά κεραμίδια τού κονακιού του, νά ψυχώσει τά παληκάρια μέ λίγα χτυπητά, τελευταία λόγια :

— ‘Έλληνες, σήμερα γεννηθήκαμε και σήμερα θά πεθάνουμε γιά τό γλυτωμό τής πατρίδας καί τό δικό μας. Τρέξετε στά κονάκια σας κ έτοιμαστήτε, οί γεροί’ τούς α­δύνατους, τά περιτά πράματα, τά ζωντανά καί τις καπότες σας θά τά στείλετε αγνάντια, σέ τούτο τό βουνό, πού πρό­σταζα νά παν καί τά δικά μου. Έκεϊ θά είμαι’ καί κει θά μέ βρήτε σέ κάθε περίσταση. Καί μάθετε καί τούτο. Από­ψε ήρθε στον ύπνο μου ή τύχη τής πατρίδας καί μού μί­λησε, ή ίδια, ή Παναγιά μας’ καί μοΰπε πώς θάχουμε τέ­τοια νίκη, όπού τά μάτια μας ώς τώρα δέν είδανε ποτές’ καί είμαι τέτοιος σίγουρος, πού κάνω νά σάς ειπώ ούτε τ’ άρματά σας νά μην πάρετε, γιατί θά πάρουμε των Τούρ­κων. Σήμερα καθένας από μάς θά κυνηγήσει πολλούς’ θά πάρουμε πλιάτσικα σωρούς’ θά μοιράσετε καί τό βιος τού Άλή πασά, μέ τό φέσι τά φλουριά, όπού έχουν οί Τούρ­κοι, γιατ Είναι χριστιανικά. Τάχε παρμένα ο τύραννος από τούς αδερφούς μας. Ό άγιος Θεός μάς τάστειλε κ είναι κελεπούρι δικό μας. Αύριο τέτοια ώρα θά σάς δώ ούλους μέ τ άρματα των Τούρκων, μέ τ’ άλογά τους, λαμπροφορεμένους μέ τά ρούχα τους” ό Θεός είναι κοντά μας καί νά μη σάς μέλλει τίποτα’σύρτε νά έτοιμαστήτε,όπως σάς είπα’ καί νά γυρίσετε στη στιγμή εδώ, νά ξεκινήσουμε αντάμα.

‘Ύστερα ο αρχηγός πρόσταζε νά μαζώξουν τά περσευούμενα τρόφιμα σέ τέσσερα σπίτια κ’ αν, όπως δέ φοβόταν, οι Τούρκοι νικούσαν, νά τούς βάλουν φωτιά μέ δικό του σύνθημα. Είπε, την ίδια στιγμή, στο γραμμα­τικό του τον Οικονόμου, κ’ έκαμε τρία γράματα: ‘Ένα στο Νικηταρά καί τούς άλλους, πούταν στά χωριά τής Κλένιας’ άλλο στον Πλαπούτα, στο Σκοινοχώρι, καί τό τρίτο στη Στη μάγκα τής Νεμέας, στον Παπανίκα, καπετάνιο από την Καστανιά—νά τρέξουν όλοι νά βοηθήσουν, Οί ταχυ­δρόμοι φύγαν σέ λίγο. Τά δυο δέ φτάσαν όμως στούς αρ­χηγούς’ γιά πρώτη φορά στην επανάσταση χάθηκαν γρά­ματα τού Κολοκοτρώνη. Δέν έφτασε παρά μονάχα τού Νικηταρά. ’Έτσι στερήθηκε ό αρχηγός τρεις χιλιάδες παληκάρια. ’Έστειλε τέλος τό Φωτάκο νά κάνει αναγνώριση καί νά ρίξει συνθηματικές ντουφεκιές, όταν ή πρωτοπορεία τού Δράμαλη μπει στά Δερβενάκια. Ό Φωτάκος έτρεξε καβάλλα, στά τέσσερα’ ντουφέκισε καί γύρισε στο φτερό. Ή μεγάλη στιγμή ζύγωνε. Ό Κολοκοτρώνης καβαλλίκεψε, έκανε όπως πάντα τό σταυρό του καί ξεκίνησε χαρούμενος.

‘Ο Δράμαλης μάταια πρόσμενε, κοντά δυο μερόνυχτα, τήν απόκριση τών καπεταναίων μέ τό Μανούσο’ τέλος μπή­κε στο νόημα’ καί ξεσήκωσε βιαστικά τό στρατό του πρωΐ- πρωί. Σέ δυο κολώνες κίνησε γιά τά Δερβενάκια ή στρατιά —δυο πελώριους, ολόμαυρους δράκοντες’ τό κεφάλι μέ τούς ντελήδες έχει φτάσει στά στενά κ’ ή ουρά μέ τις γκαμήλες, τά πράματα, τήν εφοδιοπομπή, τούς πασάδες, αναδεύεται ακόμα έξω από τό ’Άργος’ ο κάμπος όλος έχει συγνεφιάσει από τό πλήθος. ’Από τό άλλο μέρος έφτανε στά στενά,
νά πιάσει τά ταμπούρια του ό Κολοκοτρώνης με τά πάληκάρια του. Ήταν όλοι μέ κέφι, σά νά πήγαιναν στο πανη­γύρι, τραγουδούσαν, γελούσαν, χλιμιντρούσαν σάντά βαρβά­τα τ’ άλογα. Ήταν δέκα ή ώρα, πρωί, π’ άρχισαν νά πιά­νουν τά πόστα τους’ ό Κολοκοτρώνης έβαλε τούς καπεταναίους μέ λίγα παληκάρια στ’ ακριανά βράχια, κατάστρατα, κοντά στις Χρυσοκουμαριές καί τό Παλιόχανο, έκεϊ πού στρίβει ό δρόμος γιά την Κουρτέσα,νά πάρουν αυτοί την πρώ­τη φωτιά’ καί τούς στρατιώτες τούς άράδιασε σ’όλη την αρι­στερή πλευρά των Δερβενακιών, στά ριζοβούνια τού Άγριλόβουνου καί τά γειτονικά καταράχια, πίσω από μεγάλα κοτρώνια καί μέσα στά χαμόκλαδα’ σύγκαιρα έπιασε καί την Παναγόραχη, από τ’ Άγριλόβουνο ανατολικά. Ψηλότερα, πάνω στ’ Άγριλόβουνο, στο δυνατό ταμπούρι πούχε προστάζει νά κάμουν, έβαλε τον Άλωνιστιώτη Γιώργη Δημητρακόπουλο μέ τούς άντρες του. Καί γιά νά κρύψει τή λίγη δύναμη πούχε καί νά κάμει τούς Τούρκους νά πέσουν κατά τή μεριά τού στε­νού, στις χωσιές πού τούς είχε, σύναξε κ’ άράδιασε τ’ άλο­γα καί τά μεταγωγικά, κρέμασε σέ παλούκια κάπες, φέσια, μπαϊράκια, νά φαίνονται, από μακρύά, δυνατός στρατός. Έκεϊ έστησε κ’ ο ίδιος τό στρατηγείο του. Άμα τοιμάστηκαν όλα φώναξε τούς παπάδες τού στρατού του’ φόρεσαν τ’ άμφιά τους’ καί μ’ επικεφαλής τον Παπαγιώργη Παπαζαφειρόπουλο άρχισαν τις παρακλήσεις. Δυο καλοί χριστιανοί, ό Δημητράκης Παπαγιανόπουλος, από τά Μαγούλιανα κ’ ο Βαρθολομαίος Σπηλιιοτόπουλος από τή Δημητσάνα, ψέλναν μέ κατάνυξη’ όλο τό στράτευμα, ξέσκουφο, γονα­τιστό, δεόταν στήν Παρθένο νά δόσει τή νίκη στ’ άρματα τών χριστιανών. Ό Κολοκοτρώνης κοίταξε μέ τό κιάλι τον εχθρό πού ζύγωνε. Έδοσε διαταγή νά μή ντουφεκίσει κα­νένας άν δεν άκθύσουν πρώτα δικό του σύνθημα—δέκα ντου­φεκιές. ’Ήθελε νά τραβήξει τον Τούρκο καλά μέσ τά στε­νά κ ύστερα νά χτυπήσει. ‘Απλώθηκε νέκρα σ’ όλο τό στε­νό, ή παράξενη, βαθειά γαλήνη πριν από κάθε ξέσπασμα τρικυμίας. Ήταν μέρα καυτερή’ φύλλο δέ σειόταν, κάνεις δεν άνάσαινε. Μιά συνοχή έσφιγγε όλους. Μέ βελουδένιο βήμα γλΰστρησαν τά σώματα τής πρωτοπορείας στα στενά’ νά τους οί γκέκηδες ζυγώνουν, ογδόντα μέτρα μόλις, άπ τό ταμπούρι των καπεταναίων. Ό καθένας, απ’ αυτούς πού φυλάν στο φοβερό κάρτέρι, μπορεί ν’ ακούσει τό χτύπο τής καρδιάς τού διπλανού του. Οί γκέκηδες δέ βλέπουν κα­νένα’ είναι όλοι καλά κρυμμένοι’ όμως μέ τό ένστιχτο των βουνίσιων πολεμισταδων μυρίζονται πώς πίσω από κάθε λιθάρι και χαμόκλαδο είναι και ντουφέκι. Και φωνάζουν στους αόρατους Έλληνες:

— Μπέσα για μπέσα, ορέ!

Και τό φαράγγι αντιλαλεί τήν αγωνία τους. Κ όλο φυλάγονται μην τύχει, γι’απόκριση, και λάβουν ντουφεκιές.

— Μπέσα για μπέσα! Ξαναφωνάζουν.

Οί καπεταναϊοι προβάλουν.

— Τί θέλετε;

’Αφήστε νά περάσουμε’ κ’ όρκο σάς κάνουμε στον προφήτη και τά κιτάπια του, δέ θά ματαπιάσουμε ντου­φέκι για τό Μωριά.

Ζύγωσαν αξιωματικοί κ’ έπιασαν τήν κουβέντα με τούς καπεταναίους. Ό ήλιος έψηνε’ ή πέτρα έλυωνε, ο τόπος έβραζε. Μιά πάχνη ψιλή-ψιλή, ζεματιστή, σκέπαζε τό παν. “Ολοι τους ήταν άποκαμωμένοι τώρα, ίδρωμένοι, διψασμένοι. Κ’ ή μέρα πήρε νά μαζώνει’ κ’ ο Κολοκοτρώνης δεν έδοσε τό σύνθημα. Δέ μπορούσαν νά βαστήξουν πιά’ ήθελαν νά χτυπήσουν. ’Έστειλαν στον αρχηγό:

— ’Όχι ακόμα—τούς άποκρίθη.

‘Ηθελε νά μην έχουν τον ήλιο στά μάτια’ νά μπορούν νά σημαδεύουν’ κ’ ήθελε νά δροσίσει, νά μην καίγωνται καί,νάχει καί την νύχτα βοηθό γιά την αντάρα καί τή συφορά πού θά ξαπολούσε κατά τού εχθρού. ’Έτσι μιά φούχτα τολμηροί άντρες κρατούσαν κάτω απ’ την κάννα τού ντουφεκιού τους, καρφωμένη εκεί, σ’ αγωνία θανάτου, σάν τον κατάδικο πριν πέσει τό μαχαίρι τής γκιλοτίνας, ολάκερη μιά στρατιά.

Η ΣΦΑΓΗ

Τά νεύρα τών καπεταναίων είχαν σπάσει όμως σ’ αυτήν την παράξενη θέση αυτό δέ μπορούσε να ξακολουθήσει. Ζύγωνε τέσσερες τ’ απόγευμα όταν, αψηφώντας τή διαταγή τού Κολοκοτρώνη, έκοψαν τέλος τις κουβέντες με τούς αξιωματικούς των γκέκηδων :

‘— Τραβηχτήτε ! Θ’ ανοίξει το ντουφέκι.

Μια μπαταρία. Ό εχθρός αποκρίνεται μ’ άλλη. Δυο στρατιώτες πέφτουν’ τά βόλια είχαν άνοίξει τού ενός τήν κοι­λιά, τά σωθικά του χύθηκαν εξω, πάσχιζε νά τά ξαναβάλει μέσα με τά χέρια του. Τότε βρόντησε ή φωνή τού αρχηγού:

— ’Απάνω τους Έλληνες καί μή φοβάστε’ σκοτώστε όσους θέλετε!

’Από κάθε κοτρώνι καί κάθε χαμόκλαδο χύθηκε κατά τών Τούρκων φωτιά, μολύβι, θάνατος. ’ Αναψε τό στενό καί κόρωσε από τον καπνό. Παντού αστραπές καί βρον­τές, φωνές, βρισιές, βλαστήμιες, βόγγος, βουή. Σάν κοπά­δι τρομαγμένα πουλιά σκόρπισαν οΐ εχθροί’ πήραν, άλαλιασμένοι, ό καθένας νά γλυτώσει τον εαυτό του, την πλα­γιά τού βουνού, τον ανήφορο, νά περάσουν την κορυφή, νά πέσουν κατά τον “Αη-Σώστη, νά πιάσουν τη δημοσιά πού πάει στην Κουρτέσα. Μά ό Άντώνης Κολοκοτρώνης, πού τον είχε ο αρχηγός προστάζει νά φύγει από τ Άγριλόβουνο, ή σωματοφυλακή του και σώμα μικρό από Άρκουδορεματίτες πήραν το ζυγό καί την Παναγόραχη, γιά νά μποδίσουν αυτή την κίνηση. Τά παληκάρια τού Κολοκοτρώνη τινάχτηκαν απ’ τά χαμόκλαδα, φωνάζοντας «απάνω τους, φεύγουν, τούς πήραμε τούς μουρτάτες!» Ρίχτηκαν πίσω τους, κυνηγώντας, φτάσαν πολλούς, άνακατεόθηκαν, άρχισ’ ο θρήνος. Σύγχυση και ταραχή αφάνταστη’ στήν πρώτη παραμικρή αντίσταση π’ απαντούσαν οι Τούρκοι, τον πρώτο γκρεμό ποΰβρισκαν μπροστά τους, τ άφηναν όλα : ’’Αλογα, φορτώματα πράματα, όπλα, νά γλυτώσουν. Κ οί “Έλληνες από κοντά σκότωναν, σκότωναν. Ό Κολοκοτριόνης άπ τή σκοπιά του άγνάντευε μ άναγάλιασμα τά πρώτα χαμόγελα τής νίκης πούχε τοιμάσει με τόσο κόπο κ επιμονή. ’Άξαφνα δίπλα του ακούει μιά φωνή πού μουρμούριζε μέ κατάνυξη :

— Παναγία μου βοήθα μας !

Γυρίζει καί βλέπει έναν τσοπανάκο καλοφτιασμένον, πού χάζευε μέ λαχτάρα τή μάχη, ακουμπισμένος σ’ ένα με­γάλο ραβδί.

— Βρε “Ελληνα, τού φωνάζει: Τί στέκεις έτσε ; Πή­γαινε καί σύ νά σκοτώσεις Τούρκους.

— Δεν έχω άρματα, καπετάνιε.

— Μέ τή ράβδα σου βρέ, νά σκοτώσεις έναν Τούρκο, νά τού πάρεις τ’ άρματα’ κ ύστερα σκότωσε κ άλλους.

Ό τσοπανάκος ροβόλησε τον κατήφορο πηδώντας σάν
κατσίκι’ σέ λιγάκι χάθηκε μέσα στον πόλεμο. Πριν βραδυάσει ο αρχηγός είδε πλάϊ του έναν άγνωστον, αρματω­μένο. Τον κοίταξε :

—Ποιος είσαι βρέ ;

— Δέ μέ γνωρίζεις ; Ό τσοπάνος, αρχηγέ, πού μ έστει­λες νά σκοτώσω Τούρκους. Ναμαι ! . . .

— Μπράβο σου, “Ελληνά μου.

Καμάρωνε ο τσοπανάκος’ ή βουή τής μάχης μάκραινε κατά τον “Αη-Σώστη.

Ό Άντώνης Κολοκοτρώνης κ’ οί άλλοι τρέχαν, όπως είδαμε από τό πλάϊ, νά μην άφήκουν τούς Τούρκους νά πάρουν τό δρόμο τής Κουρτέσας. “Αμα φτάσαν στον “Αη- Σώστη πιάσαν αμέσως, στο δυτικό μέρος, τά ριζοβούνια τής Παναγόραχης’ είχαν προλάβει στο μεταξύ όμως οί καβαλλαρέοι, τρέχοντας στά τέσσερα — κ’ ήταν ώς έξη-εφτά χιλιάδες τό ιππικό — νά βρουν κατά κεϊ τό στενό άφύλαχτο και νά γλυστρήσουν στην Κόρινθο. Κ ήταν ακόμα ή άλλη μισή από την πρώτη κολώνα τού Δράμαλη νά περά­σει, όταν άρχισαν οί “Ελληνες τό ντουφέκι. Ήταν λίγοι όμως, οί φωτιές τους αδύνατες, δέ μπορούσαν νά σταματή­σουν τον τουρκικό χείμαρρο. Αν έφτανε δώ, τούτη την ώρα ο Πλαπούτας μέ τον Παπανίκα, ή συφορά τού Δράμαλη θαταν από τις λίγες στην ιστορία. Μά δέ φάνηκε, τό σκέδιο τού Κολοκοτρώνη έχτελέστηκε λειψά. ‘Ωστόσο, λίγο πριν άπ τις έξη τό άπόγεμα, φτάνει, απάνω στην πιο κρίσιμη ώρα, ο αθάνατος Νικηταράς, οπίος πάντα πιστός στο χρέος του, μέ τά σώματα τού Παπαφλέσσα καί τού Ύψηλάντη. Μαζί του είναι κ ο Υδραίος καπετάνιος Λημήτρης Κριεζής, ο Εύμορφόπουλος, ο Νικήτας, Δημήτρης, Γιάννης καί Γιώργης Φλεσσαϊοι, ο Κεφάλας κ άλλοι, μ έφτακόσα πε­νήντα παληκάρια. Ό Νικηταράς, από λάθος ενός οδηγού,
έχει αργήσει κομμάτι. Καί πολλοί τό θεωρούν ευτύχημα’ άν ερχόταν νωρίτερα, όταν τό κύμα των Τούρκων ήταν α­κόμα δυνατώτερο, να τούς φράξει τό διάβα, μπορεί νάκαναν πίσω, νάπεφταν απάνω στον αρχηγό καί θά κιντύνευε. Ό Νικηταράς έπιασε την ανατολική μεριά, στο βορεινό έβγα τού στενού, ένα βράχο, από πάνω απ’ τή βαθειά ρε­ματιά, πού μέσα περνάει, στο χεΐλο, ξυστά, ο δρόμος. Σ’ άλλη θέση, στην άκρη τού στενού, πάλι, μά κατά τό νο­τιά, μπήκαν τά παληκάρια τού Ύψηλάντη’ κ απ’ αντί­κρυ, δυτικά, στά ριζοβούνια τής Παναγόραχης οί Φλεσσαϊοι. ’Έφτασε κ ό γέρο Μάρκος Κολοκοτρώνης με τούς δικούς του κ έγιναν όλοι κοντά τρεϊς χιλιάδες. ‘Ο ήλιος έγερνε κ έπαιρνε κάπως νά δροσίσει, όταν ο πόλεμος άνα­ψε φοβερός στον “Αη-Σώστη. Πρώτος όρμησε άπ τό ταμπούρι του μέ τό σπαθί στο χέρι ο Νικηταράς καί πίσω του τά παληκάρια μ αλαλαγμούς. Καθώς οί Τούρκοι βγαί­νουν πυκνοί απ’ τό ρέμα τούς πελεκάει, μανιασμένος κλα­δευτής σέ λόγγο. Δεκαοκτώ κεφάλια, λένε, πήρε στο πρώτο του γιουρούσι. ’Άντρακλας, μά λυγερός καί σβέλτος, φτε­ροπόδαρος, μέ χέρι ατσαλένιο, βαρύ, κάθε χτύπος καί ζωή θερισμένη. Στήθος, μορφή, μπράτσα, βουτιούνται στο αίμα σέ λιγάκι. Καί μοιάζει μέ λιοντάρι πούπεσε σέ κοπά­δι ζαρκαδιών καί σπαράζει καί ρημάζει. Ή μεγάλη, αγα­θή καρδιά του σφίγγεται γιά μιά στιγμή από τον κόμπο τής ανθρώπινης συμπόνιας. Λίγο ακόμα καί λυγάει. Ή σκληρή προσταγή τού χρέους τον κρατεί :

— Κουράγιο Νικήτα, φωνάζει δυνατά στον εαυτό του, παραμιλώντας : Τούρκους σφάζεις !

Τό σπαθί του τσακίζεται’ φουχτώνει άλλο’ κ αυτό στά δύο’ κ άλλο, κ άλλο. Τέσσερα σπαθιά χαλάει. Καί δέ λέει πιά νά κάμει έλεος.

Τώρα δεν είναι μάχη ετούτο είναι σφαγή. Μέσα στο ρέμα ή τούρκικη κολώνα, χτυπημένη, αναγκασμένη, δεν πολεμάει γίνεται πηγμένη μάζα, σιδερένιος, πελώριος λο­στός, πού σπρώχνει μέ τή φυσική δύναμη τού κορμιού μο­νάχα, ν’ ανοίξει δρόμο κατά την Κουρτέσα και την Κό­ρινθο. Το καταφέρνει κάποτε’ μ’ ανάμεσα τού “Αη-Σώστη καί τής ρεματιάς γίνεται άγριος ό χαλασμός. Άπό μπρο­στά χτυπάει ο Νικήτας άπό πίσω τά παληκάρια τού Κολοκοτρώνη. Ό Άντώνης, ό γέρο-Μάρκος, πού θυμήθηκε τά καλύτερα χρόνια τής κλέφτικης ζωής του, κ’ οί Φλεσσαΐοι άπό τά πλάγια. Οί Τούρκοι σαστίζουν, τά χάνουν, τσακίζουν όλα τά κοτρώνια, τά βράχια, τά σκίνα, τά θυ­μάρια τούς φαίνονται σάν Έλληνες μέ γιαταγάνια. Οί κα­πνοί τούς τυφλώνουν ό βρόντος των άρμάτων κ’ ό φοβε­ρός άντίλαλος στά φαράγγια τούς ζαλίζει βόλια, λιθάρια, σπαθιά κοφτερά, όλα καταπάνω τους. Άλλος γλυτωμός δεν είναι απ’ τή φυγή’ άφήνοντας τά πάντα ρίχνονται σάν ποτάμι μπροστά. Μά σά φτάνουν στον Άη-Σώστη άντικρύζουν πυκνή τή φωτιά βάζουν τό χέρι στά μάτια, νά μή βλέπουν καί πέφτουν στο ρέμα. Καί καθώς είν’ άπ’ τή μιά μεριά τ’ άναμμένο μολύβι των Ελλήνων κ’ άπ’ τήν άλλη κατηφοριά καί γκρεμός, κυλούν μοιραία οί περσότεροι έκεϊ μέσα, μέ δούπους, κρότους, ξεφωνητά τρομάρας, θρήνους, άλογα σκοτωμένα μ’ άνθρώπους γερούς, νεκροί μέ ζωντανούς, λαβωμένοι μέ μουλάρια, μ’ όλα τά σαμάρια καί τά φορτώματα. Κεφάλια κυλάν άπό τά κορμιά χωρι­σμένα και παντού τρέχει τό αίμα. Κ αυτός ό ήλιος πού βυθα, σ’ όλοπόρφυρο σύγνεφο, σάν κεφάλι φαίνεται, κομ­μένο, μέσα στά αίματα. Είναι τέτοιο φριχτό άνακάτωμα, πού οί Έλληνες, τήν άλλη μέρα, τραβούν μέ σκοινιά τούς ζωντανούς άπό τή ρεματιά. Ό σκοτωμός δέν έ’παψε ούτε
τή νύχτα. Κ όταν δέ βλέπουν πια ρίχνουν στα στραβά, στο σωρό, στη βουή του εχθρού πού ακόμα περνάει, τρέ­χοντος νά γλυτώσει κατά την Κουρτέσα. “Ολη νύχτα στο μέρος τούτο άκούγονταν καλπασμοί άλογων, αφηνιασμέ­νων, πούχαν χάσει τον καβαλλάρη τους κ έτρεχαν εδώ κ εκεί καί χλιμιντρούσαν’ βογγητά λαβωμένων καί φωνές από τούς χαμένους, σκόρπιους ανθρώπους. Ό Φωτάκος πού πέρασε τή νύχτα τούτη άπ τά στενά λέει στ απομνη­μονεύματά του : «Σ όλο τό δρόμο μας, σιή ρεματιά, βρί­σκαμε κατάστρατα πτώματα Τούρκων κ άκούγαμε στα πλάγια διάφορες φωνές πονεμένες παιδιών κάθε ηλικίας, γυναικών καί τών πληγωμένων καί μάς έκυρίευσε φόβος καί τρόμος έως νά περάσω μεν όλην τήν ρεματιάν’ εδώ κ έκεΐ έπεφταν ντουφέκια. Τί ήσαν αυτές οί φωνές ; Οί Τούρ­κοι είχαν αιχμαλωτίσει όθελ’ έπερνούσαν, κατά τά Δερβενοχώρια τά Μεγάλα τής Κορίνθου καί αλλού χριστιανούς’ καί είχαν πάρει μαζί των κάμποσες φαμίλιες. ‘Όλους τότε — όταν άρχισε ή φϋγή — τούς άφησαν εις τήν απώ­λειαν καί όπου εύρέΐίη ό καθένας τή νύχτα μέσα εις τον λόγγον έμεινε’ καί δέν ήξευρε πού νά υπάγει’ έκλαιγε τον πόνο του κ έφώναζε τούς γνωρίμους του, άλλος τούρκικα, άλλος άρβανίτικα κ άλλος ελληνικά καί μόνον φωνές άγροικούντο από μακρυά καί βαθειά : Όρέ Χασάνη, ώρέ Άχ- μέτ, ώρέ Θανάση, ώρέ Κωσταντή’ γιάμ Γκέκα, γιάμ Σκόντρα, γιάμ Χριστιάν’ κ εγώ είμαι Γκέκας, κ εγώ είμαι Σκόντρας, κ εγώ είμαι χριστιανός, κ εγώ είμαι γυναίκα, κ εγώ είμαι σκλάβος». Ήταν τέτοιο τό άνακάτωμα, πού είκοσιοχτώ Τούρκοι, άπ αυτό τό σώμα, πούχε λιανιστεί στά Δερβενάκια, μέ τον πασά, τό διοικητή του, πέρασαν τή νύχτα τους κάτω από τό ταμπούρι τού Νικηταρά. Καί τό πρωί,, πού ήρθε μικρή επικουρία νά τούς γλυτώσει, γί­νεται συμπλοκή’ δέκα Τούρκους σκότωσαν εκεί κ έπιασαν ένα ζωντανό. Από τή χαραυγή άρχισαν νά κουβαλούν τά πλιάτσικά τους οι στρατιώτες από τό Παλιόχανο, τό ση­μείο ποΰχαν όρμήσει, ως τον ‘Αγιώργη τής Νεμέας πή­γαιναν σέ δυο σειρές σαν τά μυρμήγκια’ πήγαιναν από τή μια μεριά οΐ φορτωμένοι κ ερχόντουσαν οί άλλοι αδειανοί. Είχαν γίνει συντροφιές-συντροφιές, κατά χωριά’ κάθε χω­ριό αποθήκευε τά πλιάτσικά του σέ δικό του σπίτι, στον ‘Αγιώργη και τά φύλαγε. Και τι δέν είχαν πάρει’ ασημικά και χρυσαφικά’ άλογα καί γκαμήλες φορτωμένες’ σέλλες ώμορφες καί λίοστρες’ ταπέτα καί στολές’ ζόγχες καί μπαϊράκια’ άρματα μέ πετράδια’ ντουφέκια, κουμπούρες καί σπαθιά’ τσαντήρια καί χαλκώματα. Μέ τέσσερες χιλιάδες πτώματα είχαν στρωθεί τά μέρη. Ό χαλασμός ήταν φοβερός. Βαρέ­θηκαν νά σφάζουν. Τά νεύρα τού Νικηταρά είχαν πάθει’ κ από τά πηγμένα αίματα ή φούχτα του δέν άνοιγε, μετά τή μάχη, ν αφήσει τό σπαθί. Είδαν κ έπαθαν νά τού τό βγάλουν. Ηταν ο μόνος πού δέν πρόσεξε καί πάλι τό πλιάτ­σικο. Τά παληκάρια τού χάρισαν ένα σπαθί, μιά σέλλα κ άσπρο άλογο κολοβό. Αυτός τό χάρισε στον καμπούρη ποιητή τού στρατού, τον Τσοπανάκο, πού είδαμε στά Τρί­κορφα. Ό αστείος Δημητσανίτης— Κάλλας ήταν τ’ όνομά του— γύρεψε άπ’τό Νικηταρά καί τήν τροφή τού αλόγου, γιατί άλλοιώς τι νά τόκανε, ο φτωχός, τό χάρισμα. Τούστειλε γράμμα σέ στίχους καί τούλεγε :

«Τό δώρο σου< Νικηταρά είναι άλογο χωρίς νουρά ή μου στέλνεις τό κριθάρι ή σου στέλνω τό τομάρι».

Ό περιηγητής πού πέρασε σέ λίγο από τά Δερβενάκια γράφει : «Δέ χρειάζεται πολύ, άμα ρίξεις τό μάτι, στο φρι­χτό και βραχοπερίφραχτο τούτο κοιμητήριο, για νά κατα­λάβεις την εξυπνάδα και την απελπισία των Ελλήνων και τή βλακεία των Τούρκων. Οί σωροί των νεκρών μάς ανα­τρίχιασαν. Τά βράχια εδώ κ’ εκεί σπαρμένα μέ σκελετούς τολμηροτάτων καβαλλαρέων, πού στην ορμητική τους μα­νία πάσχισαν νά σκαρφαλώσουν ώς τά ταμπούρια τών Ελλήνων σκοτωμένοι μέ τ’ άλογά τους φαντάζουν εναέ­ριοι σ’ αυτό τύ ύψος και σέ κάνουν ν’ απορείς μέ ποιόν τρόπο τ’ άλογα μπόρεσαν νά φτάσουν, από τέτοια κράκουρα, σ’ αυτό το ύψος. Ό εξολοθρεμένος τούτος στρατός είχε και πολλές γκαμήλες μέ πολεμοφόδια ή τύχη τους δέ στά­θηκε διαφορετική. Ό μαύρος Δεβετζής ήταν ξαπλωμένος κοντά στο σκοτωμένο ζφο του, κρατώντας το σκοινί ακόμα πού τ’ οδηγούσε καί τ’ άσπρα, κατασπαθισμένα κόκκαλά του ήταν σέ χτυπητή αντίθεση μέ τά σάπια μαύρα του κρέατα. Πέντε χιλιάδες νεκροί, άντρες, άλογα, γκαμήλες, μουλάρια, ήταν ξαπλωμένοι σ’ αυτές τις Θερμοπύλες τού Μωριά’ κ’άπάνω κάθονταν και κραιπαλούσαν κοπάδια τά όρ­νια’ ατάραχα, σάν τά περιστέρια καί τις δεκοχτούρες,π’άπαν τάει κανένας στά δρομάκια τών τούρκικων κασαμπάδων τής Μικρασίας, ούτε φοβήθηκαν καθόλου πού ζυγώσαμε».

Ή άλλη κολώνα τού Δράμαλη, μ’ οχτώ χιλιάδες άν­τρες, τον ίδιον, τούς πασάδες τού επιτελείου, τις περσότερες γκαμήλες, τά πολυτιμότερα μεταγωγικά, τά πυρομαχικά τών κανονιών καί τούς αρρώστους, άμα εΐδε, πώς χτυπούν τούς άλλους μπροστά δέν πήρε τον ίδιο δρόμο μά κοίταξε νά βιάσει τά Δερβενάκια μ’ ασημένιο ιππικό. Ό Δράμαλης έστειλε ανθρώπους του στο χωριό Ζαχαρία, πού φύλαγε ο Παπαδημήτρης από τό Χρυσοβίτσι μέ τά παληκάρια του. Ρώτησαν :

— Ποιος καπετάνιος όμπροστά ;

—Ό Κολοκοτρώνης ! Είπε ό Παπαδημήτρης.

— Πέστε του νά κάμουμε μπέσα νά περάσουμε καί νά φύγουμε από τό Μωρία καί τού δίνουμε τά έξοδα τού πο­λέμου, μιλιοΰνια γρόσια, ό,τι γυρέψει.

Ό Παπαδημήτρης έτρεξε νά ειδοποιήσει τον αρχηγό. Οί πασάδες όμως κοντοζύγωναν στο στενό νά προσμείνουν την απόκριση τού Κολοκοτρώνη.’Έβγαιναν την ίδια στιγμή, καβάλλα, σταλμένοι γι’ αναγνώριση, ο Φωτάκος, ό Σπηλιωτόπουλος, ό Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, ό γυιός τού γέρο-Μάρκου, ο Κώτσος Βούλγαρης κ’ ο Κωνσταντής Άναστασόπουλος. Ψυχωμένοι από τή νίκη, άμα είδαν τούς πασάδες μέ την ακολουθία, τούς στρώσαν στο ντουφεκίδι. Ό Δράμαλης. φοβήθηκε ή χωσιά ή δυνατή επίθεση. ’Αμέ­σως πήρε δρόμο μέ τούς πασάδες του κατά πίσω, αφήνοντας τούς αρρώστους κ’ ένα σωρό πράματα καταμεσίς τού δρόμου. Σ’ αυτούς τούς αρρώστους είχαν δόσει από μιά κολοκύθα μέ νερό. ‘Ένα μικρό σώμα ‘Έλληνες πού ακολουθούσαν τό Φωτάκο καί τούς άλλους τούς ρίχτηκε. Οί δυστυχισμένοι φέρναν τό χέρι στά μά­τια νά μή βλέπουν. Οί Έλληνες άρχισαν νά τούς σκοτώ­νουν.

Ό Δράμαλης κ’ οί πασάδες φτάσαν στο Μέρμπακα, κάμαν συμβούλιο. Καί τούς λέει: Ν’ άφήκουμε φορτώματα καί ζωντανά στ’ Άνάπλι’ καί μ’ όλο τό στρατό μονάχα νά τραβήξουμε από τ’ Άγιονόρι, νύχτα, γιά την Κόρινθο. Καί θά περνούσαν γιατί τό δρόμο δεν τον φύλαγε κανέ­νας. Οί πασάδες όμως δέ θέλαν ν’ ακούσουν, δέ θέλαν ν’ άφήσουν τά πλούσια πράματά τους σέ ξένα χέρια. ’Έτσι κ’ ο Δράμαλης άλλαξε νώμη’ καί τράβηξε στ’ Άνάπλι’ Οί Τούρκοι όμως εκεί πέρα δέν τ’ άνοιξαν τό κάστρο” τούδειξαν τό φερμάνι τού σουλτάνου πού πρόσταζε νά μή

 

μπαίνει στρατός στα κάστρα. “Αναγκάστηκε νά τραβηχτεί στη Γλυκεία, μέ τό στρατό του, έξω από την πολιτεία ώς δυο χιλιάδες μέτρα. Τη νύχτα πήρε φωτιά τό μπαρούτι απ’ την πιστόλα κάποιου πού ξεφόρτωνε μια γκαμήλα. ’Έφεξε ο κάμπος όλος, για μια στιγμή. Είδαν τή λάμψη ώς και στα Δερβενάκια. Ό Κολοκοτρώνης εΐχε περάσει έκεϊ τήν άλλη μέρα τα χαράματα. Έκραξε όλους τούς καπεταναι­ούς Νικηταρά, Πλαποΰτα, ‘Χριστόπουλο, ’Αποστόλη Κολοκοτρώνη, Δημήτρη Δεληγιάννη, ΙΙαπανίκα, Γιατράκο, Σέκερη, Τσόκρη κ’άλλους, κάμαν συμβούλιο’ τούς πρότεινε σκέδιο: Αυτός νά μείνει στ’ Άγριλόβουνο’ και νά φυλά­ξουν τά Δερβενάκια ο Πλαπούτας, ο Δεληγιάννης κ’ ο Άντώνης Κολοκοτρώνης’ ο Νικηταράς, ο Ύψηλάντης κ’ ο Παπαφλέσσας, νά πιάσουν τό ‘Αγιονόρι τέλος ο Γιατράκος κ’ ο Τσόκρης, μέ τά σώματά τους νά πιάσουν τό Χαρβάτι των Μυκηνών. Κ’ αν οί Τούρκοι μπαίναν στά Δερβενάκια, οί “Ελληνες τού Χαρβατιού νά τούς αφήσουν, νά περιμένουν νά τούς βαρέσει πρώτος ο Κολοκοτρώνης’ και τότε νά χτυπήσουν κ’ αυτοί, νά τούς βάλουν μέσα σέ δυο φωτιές. Κ’ αν οί Τούρκοι πάλι παίρναν τό δρόμο γιά τ’ ‘Αγιονόρι, νά τούς άφήσουν νά περάσουν καί νά πιά­σουν τις πλάτες τους’ κ’ άμα τούς χτυπούσαν Νικηταράς, Παπαφλέσσας κ’ Ύψηλάντης, νά πέσουν οί άλλοι από πίσω. Οί “Ελληνες τού Χαρβατιού έπρεπε, όπως καί ναταν, νάδιναν είδηση στον Κολοκοτρώνη πώς πιάσαν τό μέ­ρος’ καί γιά κάθε άλλο τους κίνημα. Τό σκέδιο αυτό τού Κολοκοτρώνη, απλό θάρριχνε κάθε φορά τούς Τούρκους σέ μιά φάκα.

— Ρουθούνι δέ θενά γλυτώσει, έλεγε ο αρχηγό;.

Κ’ ελπίδα εΐχε νά σκλαβώσει τούς πασάδες. Μά δέν τό βάλαν ακέραιο σέ πράξη. Ό Γιατράκος μέ τούς άλλους, ό
στρατός από τούς Μύλους καί τό Κεφαλάρι, δέ μαζώχτηκε στο Χαρβάτι’ κ’ ούτε παράγγειλε στον αρχηγό πώς δεν έπήγε. Ό Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας, ο Δεληγιάννης κ Άντώνης Κολοκοτρώνης κρατούσαν τά Δερβενάκια’ ο Νικηταράς, ο Ύψηλάντης, ο Παπαφλέσσας κ’ οί άλλοι πιασαν τό Αγιονόρι. Κατά τό νοτιά όμως ή άκρη των στε­νών άπόμεινε άφύλαχτη.

Ό Δράμαλης δέ στάθηκε στη Γλυκεία παρά μονάχα μιά μέρα, Στις είκοσιοχτώ αποφάσισε νά περάσει μέ κάθε θυσία τ’ άπομεινάρια τού στρατού του στην Κόρινθο, για νά. ενωθεί μέ τούς άλλους καί νά ξανασυνταχθεί. Διάλεξε τό δρόμο από τ’ ‘Αγιονόρι, γιατί φοβόταν τά Δερβενάκια’ ήταν κιόλας ο γληγορώτερος’ καί δέν ήταν όλος στενό, μά είχε καί μεριές ανοιχτές. Πήρε καλούς οδηγούς από τ’ Άνάπλι, άφηκε απ’ τή βιασύνη του στη Γλυκειά καί τό τε­λευταίο κανόνι του καί κίνησε τά χαράματα. Πέρασε απ’ το Μπερμπάτι, ένα χωριό, στην αρχή τής Κλεισούρας κ έκαψε κάμποσα σπίτια. Αμα βγήκε σέ μιά ψηλή λάκκα, πούναι από τό έβγα τού χωριού πέρα, κατάλαβε πώς οΐ ‘Έλληνες ήταν ταμπουρωμένοι έκεΐ κοντά. Σταμάτησε’ ’Έ­βαλε τούς ντερβισάδες καί τούς άλλους ιερωμένους του, νά κάμουν δέηση στον Αλλάχ καί τον προφήτη του’ κ ύστερα φώναξε στο στρατό του :

— Χίλιοι κλέφτες είναι δέν είναι’ πιάστε τους μέ τά χέρια σας, άντρειωμένα παιδιά τού Όσμάν !

Οί Τούρκοι ρίχτηκαν στά στραβά. Ή πρώτη φωτιά ήταν δυνατή. Εξήντα ‘Έλληνες σκοτώθηκαν καί διπλοί από τούς εχθρούς. Κρατούν κ’ από δώ κ’’ από κεΐ γερά. Αξαφνα λάμψη μεγάλη, βρόντος δυνατός. Ό Νικηταράς, ντουφεκώντας ένα γκαμιλιέρη, πού περνάει μέ τή γκαμήλα του, φορτωμένη μπαρούτι, άστοχάει αυτήν, βρίσκει όμως
τό φόρτωμα. Ανθρωπος καί ζιοντανό στον αέρα, μέσα σ’ ένα μεγάλο σύγνεφο καπνό. Οί Τούρκοι σαστίζουν, τ’ άλο­γά τους ξαφνιάζονται, παίρνουν τό χαλινάρι καί τ’ Άγιονόρι αρχίζει νά μοιάζει με τον Άη-Σώστη. Όλοι ρίχνον­ται στη φυγή, με τούς πασάδες στη μέση, χωρίς νά ντουφεκούν, παίρνουν τα ρέματα νά γλυτώσουν. Κ’ οί ‘Έλληνες τούς φτάνουν από παντού, τούς σφάζουν σέ πολλές μεριές έρχονται καί στα χέρια. Τρέχουν ακόμα κ’ οί γυναίκες από τά κοντινά χωριά κυλούν πέτρες από τά καταράχια, βρά­χια, νά ζουπήσουν τό κεφάλι των εχθρών. Έξη ώρες βα­στάει τό πανηγύρι. Ό Άλή Τοπάλπασας γιά νά γλυτώσει ρίχνεται μέ τ’ άλογά του σέ μιά ρεματιά δέ βλέπει, καθώς πάει στά τέσσερα, πώς είναι κοφτό, βαθύ τό χεΐλο καί γκρεμίζεται. Ό Νικήτας Φλέσσας τον προφτάνει ζωντανό ακόμα καί τού παίρνει τό κεφάλι. Δώδεκα ζωντανά, κατα­φορτωμένα, έσερνε πίσω του. Τάπιασαν τά παληκάρια τού Φλέσσα. Ήταν κασόνια γεμάτα θησαυρό. Στο ένα βρήκαν μιά πάλα περσιάνικη από καραχουρασάν διαμαντοπλουμισμένη, μέ σκαλισμένα χρυσά γράμματα τό χέρι από άχάτι, όλο στο ρουμπίνι τό κορδόνι της από χρυσάφι. Βρήκαν ακόμα δώδεκα μαχαΐρες ασημένιες καί μαλαματωμένες, τρία γιαταγάνια καί μιά γούνα πούκανε τριανταπέντε χιλιάδες γριίσια. Βρήκαν χαλιά καί σιντζαδέδες δαμασκοΰς, κεντη­τούς, όλο τιρτίρι τέλος μέσα σέ τρεις τενεκέδες εννιά χιλι­άδες λίρες τούρκικες. Όλα τούτα ήταν, λέγαν, από τό βιος τού Άλή πασά’ τό μερίδιο τού Δράμαλη, από τό πλιά­τσικο πούχε γίνει στά Γιάννινα. Ό Φλέσσας φόρεσε τη γούνα καί την πάλα κ’ όταν ή μάχη τελείωσε πήγε στον Άη-Βασίλη τής Κλένιας, στολισμένος έτσι, νά τόν δουν, ο Ύψηλάντης κ’ ό αδερφός του ό άρχιμαντρίτης. Χίλιες λί­ρες έδοσε στο Νικήτα ό Ύψηλάντης για την πάλα. Ό άρχιμαντρίτης όμως μπήκε στη μέση :

— Δεν τό πουλάει, υψηλότατε, ό Νικήτας τό σπαθί. Θά τό κρεμάσει, άμα γυρίσει, στο σπίτι του, νά τώβρουν τά παιδιά του καί τ’ άγγόνια του.

Τό κεφάλι του Τοπάλπασα τώστειλαν στους Μύλους χίλια κουφάρια είχαν στρωθεί στην Κλεισούρα’ τό ιππικό των Τούρκων είχε τσακιστεί’ πολλοί σκλαβώθηκαν’ οχτακόσα άλογα τής Αραπιάς, τριανταέξη γκαμήλες καί χίλια διακόσα μουλάρια, φορτωμένα, πήραν τό δρόμο τής Τρί­πολης.

Πεζός καί χωρίς τουρπάνι έφτασε ο Δράμαλης στην Κόρινθο, δοξάζοντας τον Αλλάχ πού γλύτωσε. Οΰτ’ αυτός, ουδέ ρουθούνι απ’ τό στρατό του θά ξέφευγε αν ό Γιατράκος, ό Τσόκρης καί οι άλλοι πιάναν τό Χαρβάτι’ αν έπαιρναν τον κόπο νά παραγγείλουν, μακάρι, στον Κολοκοτρώνη πώς δέ θά τώπιαναν γιατί τότε θάστελνε άλλους. ’Αργά κατάλαβε ό αρχηγός πώς τό μέρος είχε μείνει έρημο καί τό διάβα τού Δράμαλη ανοιχτό από τό Χιλιομόδι έστειλε γλήγορα τον Πλαπούτα, τό Δεληγιάννη καί τό Χριστόπουλο κατά κεϊ’ μά φτάσαν αργά.

— ’Άν είχαμε δικαστήρια, είπε στους καπεταναίους ποΰλειψαν από τό χρέος τους, θά σάς ντουφέκιζαν.

Δικαιολογήθηκαν’ τά παληκάρια, τους είχαν ριχτεί σ’ ό,τι άφηκε ό Δράμαλης στο ’Άργος κ έκαναν πλιάτσικο’ δέ μπόρεσαν νά μαζώξουν τό στρατό τους* Μ δλο πού τό σκέδιο τού Κολοκοτρώνη όμως μπήκε μισό σέ πράξη άποδείχτηκε σωστό καί μεγάλο. Ό κύριος σκοπός τούτου τού πολέμου πέτυχε. Ή επανάσταση κ ή πατρίδα εϊχε γλυτώ­σει από τό μεγαλείτερο κίντυνο. Ή περήφανη στρατιά κου­ρελιασμένη, ταπεινωμένη, αδύνατη αποκλείστηκε στην Κόρινθο, νά ρέψει τελειωτικά. Ό Δράμαλης πέθανε, περσότερο από τον καημό τού. Τά στερνά, πεινασμένα κ άρρω­στα άπομέινάρια τού στρατού του, πούκαμαν νά πάν άργότερά κατά τήν Πάτρα, κλείστηκαν, ανάμεσα θάλασσας και βουνών, κοντά στην Ακράτα, από τούς Ζαΐμηδες; το Λόντο, τούς Πετμεξαίους, τό Χαραλάμπη, το Σολιώτη και το Θεοχάρό Λουλο κ εξόν από χίλιούς, βρήκαν σκληρό θάνατο από φωτιά κ άγρια πείνα. Ή δόξα τού Κολοκοτρώνη έφτα­σε στά μεσοούρανα. Ό λαός κοιμάται, ξημερώνεται μέ τ’ όνομά του στο στόμα. Οι καπεταναΐοι μαζώχτηκαν στά Δερβενάκια, γιά νά τον αναγνωρίσουν αρχιστράτηγο τού Μωριά. Κ έστειλαν αναφορά στη Γερουσία, νά κάνει επί­σημο τό διορισμό. Ή Γερουσία δέχτηκε τήν πρόταση, τον ψήφισε αμέσως. Καί τούστειλε δώρο δυο πιστόλια βαρύτι­μα, όλο στο μάλαμα καί τό διαμάντι. “Ήταν πιστόλια τού Μουχάμετ-‘Άλη’ ταχε χαρίσει στο Γιώργη Παπαθανασόπουλο, από τη Δημητσάνα, μεγάλον έμπορα στην Αίγυπτο. Τέλη Αύγούστου ο Κολοκοτρώνης, αφού έβαλε σέ τάξη τό στρατό του, ανέβηκε στην Τρίπολη, νά ξεκουραστεί λιγάκι από τις κακουχίες τού πολέμου. Ό λαός έτρεξε ώς τον Άχλαδόκαμπο νά τον απαντήσει. ’ Αντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά’ τον φιλούσαν, γελούσαν, έκλαιγαν άπ τη χαρά τους παραμίλαγαν όμάδι’ οι παπάδες βγήκαν μέ τά ιερά, μέ τό βαγγέλιο καί τις εικόνες. Όλούθε τραγουδούσαν:

«Τού Λεωνίδα τό σπαθί
Κολοκοτρώνης τό φορεΐ
κ’ όποιος τό δει λαβώνει
τό αιμα του παγώνει».

Μπήκε μέ τις κανονιές στην πολιτεία, καβάλλα σ άλογο αράπικο τής Συρίας, στρωμένο μέ σιντζαδέ γαλάζιο, κεν­τημένο μέ χρυσά μισοφέγγαρα, πλιάτσικο ακριβό από πασά.
Ολόγυρά οί κανονιές, οί ντουφεκιές κ ή βουή του λαού γέμιζαν τον αέρα. Στο πλευρό του καβαλλίκευαν τά παιδιά του και πολλοί δικοί του. ’Άλλοι καβαλλαρέοι, σκονισμένοι κ ιδρωμένοι, τρέχαν μπροστά και σπρώχναν τον κόσμο, νά παραμερίσει. Στο μέτωπό του, ψημένο απ’ τον ήλιο, στα πυκνά καί σουφρωμένα φρύδια του, σ’ όλη του τή μορφή φαινόταν ζωγραφισμένη χαρά καί περιφάνεια. Ή Γερου­σία τούκαμε μεγάλες τιμές. Πήγε σύσσωμη στο κονάκι, πού βούιζε μέσα κ εξω τό μελίσσι τού λαού. Καί τή νύχτα κάψαν πυροτεχνήματα, σωρούς ρουκέττες. Ό Κολοκοτρώνης όμως δεν ήταν διόλου ήσυχος στο κρεββάτι του. Εϊχε περάσει, εδώ καί λίγες μέρες, άπ3 τούς Μύλους. Καί τά μούτρα των κυβερνητικών δεν τ άρεσαν διόλου. Τοΰκαναν χιλιάδες ψευτοκομπλιμέντα καί συγχαρητήρια. Μυριζόταν όμως πώς τώρα, πούχε περάσει ό μεγάλος κίντυνος, τον βλέπαν πάλι σάν εχθρό. ’Ένοιωθε τό μίσος τους πιο μεγάλο κ από πριν.

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Ο ΓΈΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΙΆ. Εκδοτικού Οίκου Μιχ. Σαλίβερου Αθήναι 1931  

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *