Η ιστορία του Μ Αλεξάνδρου και της οικογένειας του.

Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Ό πραγματικός ήρωας τής ιστορίας τού ’Αλεξάνδρου εί­ναι όλιγώτερον ό Αλέξανδρος και περισσότερον ό Φίλιππος, ό όποιος συνέλαβε τα περισσότερα των σχεδίων πού έξετέλεσεν ό υιός του καί ό όποιος έθεσε τα θεμέλια τού οικοδομήματος πού εκτισεν εκείνος. Ό Φίλιππος άναμφιβόλως ήτο από τούς μεγαλυτέρους, ικανωτέρους καί εύφυεστέρους μονάρχας πού έγνώρισε ή ιστορία. Ήτο φίλος τού Άριστοτέλους καί συνεργάτης του.Παρόλα όσα έλέχθησαν εναντίον του,κυρίως από τον Δημο­σθένη, τον όποιον παρέσυρεν ή φιλοπατρία του, ό Φίλιππος φαίνεται ότι ύπήρξεν ό μάλλον πεπαιδευμένος άνθρωπος τού καιρού του.

‘Όταν έγινε βασιλεύς των Μακεδόνων—λαού άρείας, όπως καί οι “Ελληνες, καταγωγής—ή χώρα του ήτο πολύ μικρά, δεν είχε ούτε λιμένα, ούτε βιομηχανία, ούτε καν μίαν πόλιν αξίαν λόγου. Ό πληθυσμός άπετελεΤτο έκ χωρικών, όμιλούντων τήν ελληνικήν γλώσσαν καί συμπαθοΰντων προς τούς “Ελληνας. ΟΙ Μακεδόνες έκ τού βορειοτάτου τών ελληνικών λαών, έξ ένος σχεδόν βαρβάρου έθνους, έκαμαν ένα μεγάλο κράτος. Καί είναι από τούς ολίγους μονάρχας, ό Φίλιππος, εις τήν ιστορίαν πού ένδιεφέρθη
τόσον ζωηρώς διά την ανατροφήν και τήν έκπαίδευσιν τού διαδόχου του. Εις τον ’Αλέξανδρον, 16ετή ακόμα, εΐχεν έμπιστευθή ένα μέρος τής αρχής, εις τήν Χαιρώνειαν τον είχε διορίσει διοικητήν τού ιππικού υπό τήν άμεσον έπίβλεψίν του.

Ό Φίλιππος αφιέρωσε τα πρώτα έτη τής βασιλείας του εις τήν πειθαρχικήν όργάνωσιν τυύ στρατού του, μετά τήν άποπεράτωσιν τής όποιας έστρεψε τήν προσοχήν του κατ’ άρχάς προς βορράν τής Μακεδονίας. Έξεστράτευσεν εις τήν ‘Ιλλυρίαν καί μέχρι τού Δουνάβεως. Έπεξέτεινε τήν κυριαρχίαν του κατά μήκος των ακτών μέχρι τού Ελλησπόντου. Έξησφάλισε τήν κα­τοχήν ενός λιμενος, τής Άμφιπόλεως, καί ώρισμένων γειτονικών χρυσωρυχείων. Μετά πολλάς, διά μέσου τής Θράκης εκστρατείας, έστράφη τέλος προς νότον. ’Έλαβε μέρος εις τήν δελφικήν άμφικτυονίαν εναντίον τής ιεροσυλίας τών φωκαέων καί έδείχθη έτσι προστάτης τής ελληνικής θρησκείας.

”Ας ληφθή ύπ’ οψιν ότι μεταξύ τών Ελλήνων υπήρχε ένα ισχυρότατου πανελληνιστικόν ρεύμα, τεϊνον νά άναγνωρίση τον Φίλιππον ως αρχηγόν. Ό κυριώτερος από τούς ύποστηρικτάς τού Φιλίππου ύπήρξεν ό Ισοκράτης. Αί Άθήναι έξ άλλου είχαν τεθή επί κεφαλής τής άντιπολιτεύσεως εναντίον τού Φιλίππου.

Το 338 π. X. ό αγών μεταξύ τών δύο κόσμων έλαβε αποφασιστικήν τροπήν. Ό Φίλιππος ένίκησε τούς ’Αθηναίους εις τήν έν Χαιρωνεία μάχην, αλλά οι όροι τής ειρήνης, τούς οποί­ους έπέβαλεν, υπήρξαν λίαν γενναιόφρονες I ήτο αποφασισμένος νά γίνη σύμμαχος καί όχι κυρίαρχος τής ενδόξου πολιτείας. Τό συνέδριον τών ελληνικών πολιτειών τον άνεκήρυξεν αρχιστράτη­γον καί του έπεφόρτισε νά διευθύνη τόν κατά τών ΙΙερσών πό­λεμον.

Ήτο ήδη 47 ετών ό Φίλιππος όταν έπραγματοποίησε τήν ελληνομακεδονικήν συμμαχίαν, ή οποία ήτο πρόδρομος μιας άλ­λης ακόμη σημαντικωτέρας! τής συμμαχίας τού Δυτικού κόσμου με το περσικόν κράτος, συμμαχίας πού ένωσε εις ένα μόνον κρά­τος ολον τόν τότε γνωστόν κόσμον.

Ό Φίλιππος δεν έπρόλαβε νά πραγματοποιήση τά μεγαλο­πρεπή του σχέδια. Έδολοφονήθη.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Η οικογενειακή ζωή τού Φιλίππου—περί τής όποιας ειναι ανάγκη νά όμιλήσωμεν—είχε ύποστή την βαθεΐαν έπίδρασιν μιας γυναικός, τής Όλυμπιάδος, μητρός τού ’Αλεξάνδρου, θυγατρός τού βασιλέως τής Ηπείρου, χώρας σχεδόν Όσον καί ή Μακεδονία ελληνικής. Ή ’Ολυμπίάς έγνωρίσθη μέ τον Φίλιπ­πον εις μίαν θρησκευτικήν συνέλευσιν έν Σαμοθράκη. Ό Πλού­ταρχος γράφει ότι ό γάμος των έγινε έξ έρωτος. Τρία έτη μετά τον γάμον έγεννήθη ό ’Αλέξανδρος.

’Αλλά ή διχόνοια μεταξύ τού Φιλίππου καί τής Όλυμπιά­δος δεν έβράδυνε νά έκδηλωθή. Εκείνη ήτο ζηλότυπος, αλλά τό πάθος της μέ τά θρησκευτικά μυστήρια φαίνεται ότι ύπήρξεν ακόμη σοβαρωτέρα αίτια τής διχονοίας των.

Επάνω άπό την ώραίαν καί μετρημένην θρησκείαν τών Ελλήνων, υπήρχαν άφθονα λείψανα αρχαιότερων καί σκοτει­νών θρησκευμάτων, μυστηρίων καί τελετών, συνδεομένων από όργια σκληρά καί άγρια.

Τά σκοτεινά αυτά θρησκεύματα, εις τά όποια έμεναν πισταί αί γυναίκες, οι χωρικοί καί οι δούλοι, έδωσαν εις την Έλλάδα τά ορφικά καί διονυσιακά μυστήρια. Είσεχώρησαν ακόμη εις τάς παραδόσεις τής Ευρώπης καί διατηρούνται μέχρι τών ήμερών μας. Ή μαγεία τού μεσαίωνος, μέ την χρήσιν τού αίματος τών νεογνών, τών θυμάτων τών βασανιστηρίων, τών μαγι­κών κύκλων, φαίνεται ότι δέν ήσαν τίποτε άλλο είμή τό λείψανον τών τελετών τών μελαχροινών λαών τής λευκής φυλής. Η Όλυμπιάς ήτο μυημένη εις τέτοια μυστήρια καί ό Πλούταρχος αναφέρει ότι εΐχεν αποκτήσει φήμην γυναικός, ή όποια έμάγευε φείδια κατά τάς θρησκευτικάς συγκεντρώσεις.

Είχε συλλέξει φείδια ακόμη καί εις τά ιδιαίτερα διαμερίσματά της. Αί άσχολίαι της αύταί δέν άρεσαν καθόλου εις τον Φίλιππον, διότι ό μακεδονικός λαός, ευρισκόμενος ακόμη εις κοι­νωνικήν έξέλιξιν δέν ήτο ακόμη κατάλληλος ούτε διά θρησκευ­τικά παραληρήματα, ούτε διά γυναίκας τής έλευθεριότητος τής Όλυμπιάδος.

Άπό διάφορα γεγονότα προκύπτει ότι. ό πατέρας καί ή μη­τέρα τού Αλεξάνδρου έζησαν χωρισμένοι άπό τραπέζης καί κοί­της. H Όλυμπιάς μισούσε τήν δόξαν τού συζύγου της καί είναι βέβαιον ότι άπεπειράθη σοβαρώς νά άντιτάξη εναντίον του τον υιόν της.

Ό Πλούταρχος εις τούς < Βίους > του διηγείται ότι κάθε φοράν πού ό Αλέξανδρος έπληροφορείτο μιαν νίκην τού Φιλίππου έλεγεν εις τούς φίλους του : Ό πατέρας μου δέν θά άφήση τίποτε καί δι’ ήμάς, θά άποκομίση όλας τάς δάφνας διά τον εαυτόν του.

Φυσικά, τέτοιοι λόγοι ενός παιδιού διά τον πατέρα του, δέν είναι δυνατόν παρά νά έχουν αλλού την έμπνευσίν των.

Ή “Ολυμπίάς έκρυπτε τό εναντίον τού συζύγου της μίσος υπό τον μανδύαν τής φροντίδος πού πρέπει νά έχη μία μητέρα διά τό μέλλον τού παιδιού της. ‘Όταν τό 337 π.Χ. ό Φίλιππος κατά τό έθιμον των βασιλέων τής εποχής, ένυμφεύθη μίαν δευτέραν σύζυγον. Ιθαγενή τής Μακεδονίας, την Κλεοπάτραν, μέ την όποιαν ήτο μετά πάθους ερωτευμένος , ή “Ολυμπίάς έκαμε μεγάλας σκηνάς.

Ό Πλούταρχος περιγράφει μίαν θλιβεράν σκηνήν, ή οποία έξετυλίχθη κατά την ημέραν των γάμων τού Φιλίππου μετά τής Κλεοπάτρας:

Είχαν πιή αρκετά κατά τό γαμήλιον συμπόσιον και ό ’Άττάλος, πατήρ τής νύμφης, είχε μεθύσει, έκφράζων δέ την γενι­κήν εχθρότητα, την οποίαν έτρεφεν ό λαός κατά τής Όλυμπιάδος, εϊπεν ότι ήλπιζεν ότι ό γάμος θά ήτο γόνιμος και θά έδιδεν εις τον λαόν πραγματικόν μακεδόνα διάδοχον. Τότε ό “Αλέ­ξανδρος έξοργισθείς διά τήν προσβολήν, ώρμησε κατά τού “Αττάλου, τού κατάφερεν ένα ΐσχυρότατον ράπισμα, φωνάζων: < Καί εγώ τί είμαι έδώ ; > Ό Φίλιππος βίαιος καί πλήρης οργής έσηκώθη καί έσυρε τό ξίφος, άλλ” αυτοστιγμεί κατεπραύνθη καί τό έθεσεν εις τήν θήκην του. Ό “Αλέξανδρος, τυφλωμένος από λυσσώδη ξυλοτυπίαν, άρχισε νά ειρωνεύεται τον πατέρα του «Μακεδόνες, είπε, ίδέτε αυτόν τον στρατηγόν, ό όποιος θέλει νά διέλθη εκ τής Ευρώπης εις τήν “Ασίαν καί δέν δύναται νά περάση από τής μιας τραπέζης εις τήν άλλην.

Πόσον είναι ζωηρά ή σκηνή αυτή ! Τήν έπομένην ό “Αλέ­ξανδρος άνεχώρησε μέ τήν μητέρα του,· ό δέ Φίλιππος δέν έκαμε τίποτε διά νά τούς κρατήση.

Π “Ολυμπίάς έπανήλθεν εις τήν ’Ήπειρον καί ό “Αλέ­ξανδρος μετέβη εις τήν “Ιλλυρίαν, από όπου ό Φίλιππος τον έπεισε αργότερα νά έπανέλθη εις τήν πατρίδα του.

Ό Φίλιππος έδολοφόνήθη κατά τό διάστημα των τελετών, αι όποϊαι έγίνοντο έπ” ευκαιρία των γάμων τής κόρης του, μέ τον θεϊον της,βασιλέα τής “Ηπείρου καί αδελφόν τής Ολυμπιάδος. Μεταβαίνων άοπλος καί ένδεδυμένος λευκόν χιτώνα, εις τό θέατρον, ύπέστη τήν έπίθεσιν ενός εκ τών σωματοφυλάκων του. ’Έτσι ό “Αλέξανδρος εις ηλικίαν 20 ετών έπαυσε νά έχη ανη­συχίας διά τήν άνοδόν του εις τον θρόνον.Άνεκηρύχθη βασιλεύς τής Μακεδονίας.

Η Ολυμπίάς έπανήλθεν εις τήν Μακεδονίαν καί λέγεται ότι έπέμενε νά αποδοθούν κατά τήν κηδείαν τού φονευθέντος
δολοφόνου τού συζύγου της, αί αύταί τιμαί πού άπεδόθησαν και είς τό θύμα του.

Ή πληροφορία τού θανάτου τού Φιλίππου έχαροποίησε τούς “Ελληνας, ό δε Δημοσθένης επί τώ άγγέλματι έσπευσεν εις τήν εκκλησίαν τού δήμου ένδεδυμένος με ζωηρώς πολύχρωμον χιτώνα.

Ή ’Ολυμπίάς, έπωφεληθεϊσα τής ευκαιρίας μιας ολιγο­ημέρου απουσίας τού ’Αλεξάνδρου, καταστέλλοντος μίαν έπανάστασιν ορεσιβίων υπηκόων του πρός βορράν τής Μακεδονίας, έφόνευσε τό βρέφος τής αντίζηλου του εις τά άγκάλας τής μητρός του, αυτήν δέ, αφού έξηυτέλισεν, ύστερα τήν έστραγγάλισεν.

Αί ύπερβολαί της όμως αύταί, λέγεται ότι έξώργισαν τον ’Αλέξανδρον, τούτο όμως δέν τον εμπόδισε νά δώση εις τήν μητέρα του τήν εξουσίαν όταν άνεχώρησε από την Μακεδονία.

ΑΙ ΠΡΩΤΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ

Ό κόσμος από τού Άδρία μέχρι των ’Ινδιών είναι προετοιμασμένος διά τήν ένωσιν. ’Αλλά ή ποιότης τού ανθρώπινου  υλικού διαφαίνεται από τάς ιστορίας πού άναφέραμεν προηγου­μένως. Ιδού π.χ. ό Φίλιππος, μεγάλος καί εύγενής βασιλεύς, είναι συγχρόνως μέθυσος καί δέν γνωρίζει νά έπιβάλη τήν ει­ρήνην εις τον οίκον του. Ό ’Αλέξανδρος εξ άλλου είναι εμ­παθής καί φιλύποπτος καί ποτισμένος μέ τό πνεύμα τής μητρός του.

Τί θά έγίνετο άραγε ή άνθρωπότης μας άν ό κόσμος πού τήν αποτελεί ήτο καμωμένος από υλικόν ολιγώτερον άξεστον ; Μόλις 70 γενεαί μάς χωρίζουν από τον ’Αλέξανδρον καί μόλις 400 έως 500 γενεαί ακολούθησαν από τής εποχής τών προγό­νων μας άγριων κυνηγών, οι όποιοι έτρωγαν ωμόν κρέας. Τό ανθρώπινον γένος δέν είχε καθόλου καιρόν διά νά βελτιωθή κατά τό διάστημα τών 400 ή 500 τούτων γενεών. Ή ζηλοτυ­πία, ό φόβος, ή μέθη, ή οργή έκυριαρχούσαν ακόμη τού ανθρωπίνου όντος καί έτσι βλέπομεν σήμερα νά λάμπουν πολλάκις οί οργίλοι καί κατέρυθροι εκ τής οργής οφθαλμοί, πού ένχθυμίζουν τον άνθρωπον τών Σπηλαίων. Γνωρίζομεν άνάγνωσιν καί γραφήν. ’Έχομεν εξημερώσει διάφορα ζώα καί δεσμεύσει τον κεραυνόν. ’Αλλά δέν έχομεν ακόμη κάμει περισσότερον από ένα
βήμα προς τό φώς. Ένικήσαμεν τά ένστικτα τού ζώου, μένει νά νικήσωμεν και τά ένστικτα τά Ιδικά μας.

Έξ αρχής τής βασιλείας του ό ’Αλέξανδρος έδειξε μέχρι ποίου υψηλού σημείου είχε άντιληφθή καί ένστερνισθή τά πα­τρικά σχέδια.

’Αφού έξησφάλισε τήν αρχιστρατηγίαν του επί των Ελ­λήνων. διέσχισε τήν Θράκην καί έβάδισε προς τον Δούναβιν, τον όποιον διέβη, έπροχώρησε προς δυσμάς καί κατήλθεν εις τήν ’Ιλλυρίαν. Έν τω μεταξύ αί Θήβαι έπανεστάτησαν, αλλά κατελήφθησαν ταχέως υπό τού ’Αλεξάνδρου, ό όποιος κατεδά­φισε τά κτίρια τής πόλεως. εκτός τού ναού καί τής οικίας τού Πινδάρου, ό δέ εκ 30 χιλ. κατοίκων πληθυσμός τής πόλεως έξηνδραποδίσθη.

Ή καταστροφή αυτή των Θηβών δείχνει ότι ό νέος κύ­ριος των τυχών τού κόσμου είχε  κατά βάθος τρομεράν βιαιό­τητα. Ή πράξις του ήτο βάρβαρος. Καί αν έξήλειψε μέ τήν πράξιν του τό επαναστατικόν πνεύμα, έξήλειψεν επίσης καί τό πνεύμα τής συνοχής. Αί έλληνικαί πολιτεΐαι έμειναν από τότε αδρανείς. Ησαν ανίκανοι νά παρεμβάλλουν εμπόδια εις τον ’Αλέξανδρον, αλλά καί ανίκανοι νά τον βοηθήσουν. Δέν ήθέλησαν ακόμη ούτε τον στόλον των νά θέσουν εις τήν διάθεσίν του, γεγονός τό όποιον τού έπέφερε μεγάλας δυσκολίας.

Εις τό πνεύμα τού ’Αλεξάνδρου ή κληρονομική παραφρο­σύνη εκ τής μητρός του άνεμιγνύετο μέ τάς συμβουλάς τής συνέσεως καί τάς άρχάς πού είχε λάβει από τον Φίλιππον καί τον ’Αριστοτέλη. Είναι βέβαιον ότι ή καταστροφή των Θηβών άφη­σε εις τον ’Αλέξανδρον — τούτο δέ προς τιμήν του — ανεξά­λειπτα ίχνη τύψεων, καί κάθε φοράν πού συναντούσε Θηβαίον, τού έφέρετο μέ Ιδιαιτέραν εύνοιαν.

Κατά τάς άρχάς τού πολέμου, οι ΙΙέρσαι είχαν ένα σπουδαιότατον πλεονέκτημα : ήσαν κύριοι τής θαλάσσης. Τά πλοΐα τών άθηναίων καί τών συμμάχων των τηρούσαν ουδετερότητα. Ό ’Αλέξανδρος διά νά περάση εις τήν ’Ασίαν, έπρεπε νά διαβή τον Ελλήσποντον. Άλλ’ αν προχωρούσε πολύ εις τό εσωτερι­κόν τής Περσίας, διέτρεχε τον κίνδυνον νά αποκοπή από τήν βάσιν του. Ή πρώτη του προσπάθεια ήτο νά παραλύση τον εχθρόν κατά θάλασσαν, γεγονός τό .όποιον διά νά έπιτύχη έπρεπε νά προχωρήση κατά μήκος τής μικρασιατικής ακτής και νά καταλάβη τον ένα λιμένα μετά τον άλλον καταστρέφων όλας τάς ναυτικάς βάσεις τών Περσών.

”Αν οί Πέρσαι άπέφευγαν τάς μάχας καί έπετίθεντο εναντίον τών συγκοινωνιακών οδών τού Άλεξάνδρου, αί όποιαι
έμάκρυναν διαρκώς, πιθανόν νά κατέστρεφαν τάς δυνάμεις του. Άλλα δεν τό έκαμαν.

Περσικός στρατός, όχι σημαντικότερος από τον τού Αλε­ξάνδρου, έδωκε μάχην εις τάς όχθας τού Γρανικού ποταμού (334) καί διελύθη.

Ό Αλέξανδρος μπόρεσε τοιουτοτρόπος νά καταλάβη τάς Σάρδεις, την ’Έφεσον, την Μίλητον καί, μετά σκληρόν αγώνα, την Αλικαρνασσόν. Κατά τό διάστημα τούτο ό περσικός στό­λος άπεμόνωνε τον Αλέξανδρον από την Ελλάδα.

Παρ’ όλον ότι ήτο επικίνδυνος, δεν κατόρθωσε τίποτε.

Τό 333> εξακολουθεί την εκστρατείαν του κατά τών ναυ­τικών βάσεων τού εχθρού. O Αλέξανδρος έβάδιζε κατά μήκος τών ακτών μέχρι ότου έφθασεν εις τό βάθος τού σήμερον όνομαζομένου κόλπου τής Άλεξανδρέττας. ’Ισχυρός περσικός στρα­τός, οδηγούμενος υπό τού μεγάλου βασιλέως Δαρείου τού 3ου, εύρέθη εις τό ύψος του. Ό ’Αλέξανδρος ύπερεφαλάγγισε την εχθρικήν αυτήν δύναμιν, χωρίς οί ΙΙέρσαι ή αυτός ό ίδιος νά άντιληφθούν ότι διά μίαν στιγμήν ευρέθησαν τόσον πλησίον μεταξύ των.

Είναι προφανές ότι εκατέρωθεν ή υπηρεσία τών ανιχνευ­τών ήτο κακώς ώργανωμένη.

Ό περσικός στρατός ήτο ένα τεράστιον καί άσυνάρτητον συνονθύλευμα ανθρώπων. Ό ίδιος ό Δαρεΐος συνωδεύετο από τό χαρέμι του καί μίαν ορδήν δούλων, μουσικών, χορευτών καί μαγείρων. Μερικοί από τούς άνωτέρους ΙΙέρσας αξιωματικούς είχαν παραλάβει μαζί των καί τάς οικογένειας των διά νά δεί­ξουν πώς θά κατεδίωκαν τούς Μακεδόνας κατακτητάς.

Ό περσικός στρατός είχε συγκροτηθή εξ όλων τών επαρ­χιών τού κράτους. Καί τό πλήθος εκείνο δεν συνέδεαν ούτε κοιναί παραδόσεις, ούτε καν ή ιδέα, τής συνδυασμένη; δράσεως. Κινηθείς διά νά άποκόψη τήν επικοινωνίαν τού Μεγάλου Αλε­ξάνδρου προς τήν Ελλάδα, ό Δαρεΐος (οδηγούσε τό πλήθος έκεΐνο διά μέσου τών ορέων προς τήν θάλασσαν. Εις αντάλλα­γμα δεν συνήντησε καμμίαν άντίστασιν εις τήν πορείαν του καί έστρατοπέδευσε εις τήν κοιλάδα τού ’Ισσού, μεταξύ -τών όρέων καί τής ακτής. Έκεΐ ό ’Αλέξανδρος έπετέθη. Η πίεσις τού ιππικού, ή έφοδος τών μακεδονικών φαλαγγών συνέτριψαν τον μεγάλον εκείνον στρατόν όπως μία πέτρα ριπτομένη μέ ορμήν επί μιας φιάλης.

Τά περσικά στρατεύματα έτράπησαν εις άτακτον φυγήν. Ό Δαρεΐος έγκατέλειψε εσπευσμένος τό άρμα του, άφήνων α­κόμη καί τό χαρέμι του εις τήν διάθεσιν τού ’Αλεξάνδρου.

‘Όλαι αί διηγήσεις συμφωνούν εις τό νά μάς δείξουν τό μεγαλεΐον τής ηθικής ώραιότητος τού Αλεξάνδρου μετά την μά­χην αυτήν. Ητο κύριος τού εαυτού του και γενναιόψυχος. Μετεχειρίσθη μέ την μεγαλύτεραν λεπτότητα τάς περσίδας πριγκηπίσσας. “Αφήκε τον Δαρεΐον νά φύγη μέχρι τής Συρίας χωρίς νά τον καταδιώξει και έσυνέχισε την πορείαν του προς τάς ναυ­τικάς βάσεις των Περσών, δηλαδή μέχρι των φοινικικών λιμέ­νων τής Τύρου καί τής Σιδώνος, τάς όποιας κατέκτησε. Η πο­λιορκία τής Τυρου, διαρκέσασα 7 μήνας, είναι ένα από τά με­γαλύτερα δείγματα τής στρατιωτικής μεγαλοφυΐας τού Αλεξάν­δρου.

ΙΙερί τά τέλη τού 332 ό Αλέξανδρος εισήλθεν εις τήν Αίγυπτον καί. έτσι έξησφάλισε τήν κυριαρχίαν τής θαλάσσης.

Η Ελλάς τής όποιας μέχρι τούδε ή πολιτική ύπήρξεν δι­στακτική, τώρα άφωσιώθη εις τόν “Αλέξανδρον. Τό Συμβούλιον των ελληνικών πολιτειών έψήφισεν εις τήν Κόρινθον μίαν άπόφασιν, διά τής οποίας άπενέμετο εις τόν “Αλέξανδρον ό τίτλος τού αρχιστρατήγου καί χρυσούς στέφανος τής Νίκης. ‘Από τής στιγμής αυτής οι Ελληνες ήσαν σύμμαχοι τών Μακεδόνων.

Οί Αιγύπτιοι επίσης ύπεστήριξαν τούς Μακεδόνας καί τόν “Αλέξανδρον ευθύς εξ αρχής.

O “Αλέξανδρος έδειξεν απεριόριστον σεβασμόν προς τά θρησκευτικά αισθήματα τού ήττηθέντος λαού. Εις τήν μυστικι­στικήν λατρείαν των ένεθυμήθη τά θρησκευτικά μυστήρια πού έθελγαν τήν μητέρα του καί τού προξενούσαν έντύπωσιν κατά τήν παιδικήν του ήλικίαν. Εις τήν Αίγυπτον ό Αλέξανδρος εύρέθει εις οίκεΐον θρησκευτικόν περιβάλλον, τό όποιον καί έσεβάσθη άπεριορίστως.

Δέν πρέπει νά λησμονούμε ότι ό “Αλέξανδρος ήτο νεαρός καί άγωνίζετο ακόμη εναντίον τού εαυτού του.

Τά μαθήματα τού “Αριστοτέλους τού είχαν δώσει κάποιαν επιστημονικήν άντίληψιν επί τής τάξεως τού κόσμου. Είχε κα­ταστρέψει κατά τήν άλωσίν της τήν Τυρόν. Εις τήν Αίγυπτον, παρά τάς έκβολάς τού Νείλου, έθεμελίωσε μίαν νέαν πόλιν, την “Αλεξάνδρειαν, πού κατά τήν γνώμην του θά κατελάμβανε τήν θέσιν τής Τύρου, ώς κέντρου εμπορικού.

Βορείως τής Τύρου, παρά τόν “Ισσόν. έθεμελίωσε δεύτε­ρον λιμένα, τήν “Αλεξανδρέτταν, ή όποια επί τινα χρόνον ήτο ίσως ή μεγαλυτέρα πόλις τού κόσμου.

Αλλά τουναντίον, ό “Αλέξανδρος είχε κληρονομήσει από τήν μητέρα του φαντασίαν άτακτον, χαρακτήρα ασταθή, καί έπεδίδετο εις εξωφρενικά; θρησκευτικά; περιπέτειας. Οί θεοί τής Αιγύπτου έκυριάρχησαν του πνεύματός του.

H μητέρα του είχεν έξάψει τήν φαντασίαν του. ’Έφθασε μέχρι τής όάσεως τού ’Άμμωνος διά νά συμβουλευθή το Μαντεϊον περί τής καταγωγής του. ”Ον τόσον κοινόν, όσον ο  Φίλιπ­πος τής Μακεδονίας, ήτο δυνατόν νά είναι πράγματι πατέρας του;

Καί εις τήν μεγαλοπρεπή έπίδειξιν των θρησκευτικών μνη­μείων του ύποτεταγμένου αιγυπτιακού λαού άντέταξε τήν θείαν του καταγωγήν. O αρχιστράτηγος των ‘Ελλήνων ήτο υιός ενός αίγυπτίου θεού—βασιλέως τού Άμμών Ρά !

Τήν άνοιξιν τού 331 π. X.. ο ’Αλέξανδρος έπανήλθεν εις Τύρον. από όπου ώρμησε προς τήν ’Ασσυρίαν, άφήνων δεξιά του τήν έρημον τής Συρίας.

ΙΙαρά τά ερείπια τής λησμονημένης Νινευΐ, συνήντησε μεγάλον περσικόν στρατόν, ό όποιος είχε συγκεντρωθή έκεΐ κατά τήν εν Ίσσω μάχην καί τον άνέμενε. Ό περσικός στρατός καί πάλιν μετεβλήθη εις κύμα φυγάδων.

Κατά τήν μάχην αυτήν διεκρίθη καί το θεσσαλικόν ιππι­κόν, τό όποιον είχε γίνει αντάξιον τού μακεδονικού προτύπου του. ‘Η μάχη αυτή των Άρβύλων, έγένετο τήν Ιην ‘Οκτωβρίου τού 331 π. X.

Ό Δαρεΐος έφυγε προς τήν χώραν των Μήδων, ο δέ ’Α­λέξανδρος έβάδισε προς τήν Βαβυλώνα, ή όποια άντιθέτως προς τήν Νινευΐ, ήτο ακόμη μεγάλη καί εύημερούσα.

Οί Βαβυλώνιοι όπως καί οί Αιγύπτιοι δέν ένδιεφέρθησαν διά τήν μεταβολήν τού καθεστώτος. ‘Απλώς ύπήχθησαν από τήν περσικήν κυριαρχίαν εις τήν ελληνικήν.

’Από έκεΐ προχώρησε ό ’Αλέξανδρος προς τά Σούσα, πρω­τεύουσαν ήδη τών Περσών. ’Ακολούθως εϊσήλασεν εις τήν ΙΙερσέπολιν, όπου έπυρπόλησε τά ανάκτορα τού βασιλέως τών βασι­λέων, εκδικούμενος, ώς έδήλωσε, τήν πυρπόλησιν τών ’Αθηνών υπό τού Ξέρξου.

ΗΤΟ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΕΓΑΣ;

’ Ηδη αρχίζει ή νέα φάσις εις τήν ιστορίαν τού ’Αλεξάν­δρου.

Κατά τά επτά επόμενα έτη τον εύρίσκομεν περιπλανόν προς βορράν και άνατολάς, εις όλον τον γνωστόν τότε κό­σμον, επί κεφαλής στρατευμάτων, άποτελουμένων κατά τό πλειστον έκ Μακεδόνων. Κατ’ άρχάς τον σΐ’ναντώμεν καταδιώκοντα τόν Δαρεϊον. ’Αλλά προς ποιον σκοπόν περιεπλανάτο;

’Ήθελε νά γνωρίση τόν κόσμον πριν τόν αναδιοργάνωση; Ώδηγεΐτο από καμμίαν χίμαιραν; Οι στρατιώται καί οι φίλοι του έπίστευαν μάλλον τό δεύτερον.

Τελικώς ή διαδρομή τού αρχηγού των διεκόπη εις τόν ’Ιν­δόν ποταμόν.

Ή καταδίωξις τού Δαρείου είχε θλιβερό τέλος. Μετά την μάχην τών Άρβύλων οι στρατηγοί του έπανεστάτησαν εναντίον του, τόν αιχμαλώτισαν καί τόν άπήγαγον καθ’ ήν στιγμήν αυ­τός ήθελε νά παραδοθή πρός ένα νικητήν ό οποίος έφαίνετο γενναιόφρων. Διόρισαν αρχηγόν των τόν Βήσσον, σατράπην τής Βακτριανής.

Οι Μακεδόνες έβάδισαν επί τά ϊχνη τού καραβανιού, τό όποιον συνώδευεν αιχμάλωτον τόν βασιλέα τών βασιλέων. Εις τό άντίκρυσμα τών Μακεδόνων στρατιωτών, ή φυγή μετεβλήθη εις αγώνα δρόμου.

Αί άποσκευαί, αί γυναίκες, τό παν έγκατελείφθη υπό τού Βήσσου καί τών αξιωματικών του. Εις τάς όχθας ενός έλους εύρέθη υπό ενός Μακεδόνος άποσπασματάρχου ένα έγκαταλελειμμένον περσικόν άρμα καί μέσα είς αυτό εκτάδην καί ημιθανής ό Δαρεϊος καθημαγμένος καί διάτρητος από τάς λόγχας τών στρατιωτών του. ‘Όταν ολίγον μετά τήν δύσιν τού ήλιου έφθασεν ό ’Αλέξανδρος, ό αντίπαλός του ήτο νεκρός.

Διά τήν ιστορίαν τού κόσμου, αί πορεΐαι τού ’Αλεξάν­δρου, παρουσιάζουν ιδιαίτερον ενδιαφέρον, διότι ρίπτουν άπλε­το ν φώς εις τόν χαρακτήρα του.

Δυνατόν νά ήτο διατεθειμένος νά φθάση διά μέσου τών ερήμων μέχρι τής κοιλάδος τού Γάγγη, αλλά τά στρατεύματά του έπρόβαλαν άρνησιν. ’Ίσως άν έφέροντο περισσότερον πει­θαρχικά, ό αρχηγός των θά τά ώδηγούσε τόσον μακρυά, ώστε τά ϊχνη των θά έχάνοντο είς τήν ’Άπω ’Ανατολήν καί ή ιστο­ρία θά έπαυε νά άσχολήται μαζί του. ’Αλλά ύπεχρεώθη νά έπιστρέψη. Έναυπήγησεν ένα στολίσκον καί κατήλθε διά τού ’Ιν­δού μέχρι τών εκβολών του. Έκει κατένειμε τάς δυνάμεις του. Ώδήγησε τό κύριον τμήμα τού στρατού του μέχρι τού περσικού κόλπου κατά τήν πορείαν δέ αυτήν άπεδεκατίσθη από τήν δί­ψαν.

Κατά τήν εξαετή αυτήν εκστρατείαν του ό ’Αλέξανδρος έκαμε άρκετάς μάχας καί υπέταξε πολλούς λαούς. Τό 324 έπέστρεψεν εις Σούσα, και βρήκε τό κράτος του έρμαιον τής άναρχίας.

Οί σατράπαι τής Ασίας έκαμναν πολέμους διά λογαρια­σμόν των καί ή ’Ολυμπίάς εις την Μακεδονίαν είχε καταστήσει κάθε διακυβέρνησιν αδύνατον. Ό “Αρπαγος. ο βασιλικός θησαυροφύλαξ, είχε φύγει μέ ότι ήδύνατο νά παραλάβη μαζί του καί έπέστρεφεν εις την Ελλάδα.

Ό Αλέξανδρος είναι τώρα 31 ετών. ’Επί έξ έτη ήτο ό απόλυτος κυρίαρχος τού περσικού κράτους, εις τό όποιον πολύ μικράς μεταβολάς είχεν επιφέρει. Απλώς εΐχεν αντικαταστήσει μερικούς σατράπας καί υπαλλήλους έν γένει.

Οί ιστορικοί λέγουν ότι εξελλήνισε την ’Ανατολήν. ’Αλλά οί Έλληνες είχαν φθάσει μέχρι τής Βαβυλωνίας καί τής Αίγύπτου πολύ προ αυτού.

’Επί ώρισμένον διάσιημα, εΐναι αληθές ότι υπήρξεν ό κυρίαρχος τού κόσμου από τού Άδρία μέχρι τού ’Ινδού. ’Αλλά κατέστησεν αυτήν την κυριαρχίαν διαρκή;

Δεν ώργάνωσε τό κράτος του, δεν έμόρφωσεν υπαλλήλους, δέν έβοήθησε την παιδείαν, δέν παρεσκεύασε τον διάδοχόν του.

Είναι αληθές ότι ήτο ακόμη νέος. ’Αλλά καί ό πατέρας του ήτο πολύ νεότερος, όταν ήδη είχε έτοιμον τον ’Αλέξανδρον διά νά τον διαδεχθή εις τον θρόνον.

Ητο ό ’Αλέξανδρος πολιτικός άνήρ ;

Οσοι έμελέτησαν την σταδιοδρομίαν του, απαντούν : Ναι. Δυστυχώς πέθανε πολύ νέος, ώστε νά μ ή δυνηθή νά πραγματοποιήση τά σχέδιά του.

Ευρισκόμενος εις Βαβυλώνα, προσεβλήθη από πυρετούς καί πέθανε τό 323 π.Χ. εις ηλικίαν 33 ετών.

Μά κράτος του έτεμαχίσθη, όπως ένα δοχεΐον πού πέφτει από ψηλά εις τό έδαφος. Ή ιδέα τής πραγματοποιήσεως ενός παγκοσμίου κράτους κατέρρευσε μέ τον θάνατόν του.

Οί επαρχιακοί κυβερνήται ίδρυσαν καθένας χωριστά κράτη. Εντός ελάχιστων ετών αυτή ή ίδία ή οίκογένειά του διελύθη. Ή σύζυγός του Ρωξάνη έδολοφόνησε τήν αντίπαλόν της έτέραν του σύζυγον, κόρην τού Δαρείου. ’Ολίγον αργότερα έγέννησε τον υιόν τού ’Αλεξάνδρου, τον οποίον ώνόμασεν Άλέξανδρον. αλλά τό βρέφος έδολοφονήθη μαζί μέ τήν μητέρα του.

’Ολίγον ακόμη αργότερα ό ‘Ηρακλής. ό άλλος επιζών υιός τού ’Αλεξάνδρου, έδολοφονήθη. Επίσης έδολοφονήθει ό ανάπηρος πνευματικώς αδελφός του Αριδαΐος. Ή μητέρα του ’Ολυμπίάς, άσκήσασα ολίγα έτη μετά τον θάνατόν την εξου­σίαν εις την Μακεδονίαν τρομοκρατικώς. έδολοφονήθη καί αυτή.

ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

’Από την αιματηρόν αυτήν άβυσσον προβάλλουν τρεις μεγάλαι μορφαί.

Μεγάλο μέρος τού παλαιού περσικού κράτους από τού ’Ινδού προς άνατολάς μέχρι τής Λυδίας προς δυσμάς εύρίσκετο εις χεΐρας τού στρατηγού Σελεύκοι ό όποιος ίδρυσε την δυνα­στείαν των Σελευκιδών.

Ή Μακεδονία έπεσεν εις χεΐρας άλλου στρατηγού, τού ’Αντιγόνου.

Τρίτος Μακεδών. ό Πτολεμαίος, έξησφάλισε την κατοχήν τής Αίγυπτου, μέ πρωτεύουσαν τήν ’Αλεξάνδρειαν.

Η ΠΕΡΓΑΜΟΣ

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

’Από τήν σκόνιν των βασιλέων πού ύπεκατέστησαν τήν ελληνικήν κοσμοκρατορίαν. ξεχωρίζει ένα κράτος άξιον ιδιαιτέ­ρας μνείας: τό βασίλειον τής Περγάμου. Κατά τήν περίοδον αυτήν αποτελεί τό μάλλον πολιτισμένον κράτος τού κόσμου.

Τά κτίρια, τό μουσεΐον. ή βιβλιοθήκη του συναγωνίζον­ται τά τής ’Αλεξανδρείας. Τά μνημεία τής τέχνης της είναι από τούς πολυτιμοτέρους θησαυρούς τής άνθρωπότητος.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ

“Ολοι σχεδόν οί ίστορικαί τείνουν να δεχθούν ότι ή στα­διοδρομία τού ’Αλεξάνδρου σημειώνει μεγάλον σταθμόν εις τήν ιστορίαν τής άνθρωπότητος, ήτο ό πρόδρομος τής παγκοσμίου ένότητος.

Το παραπάνω κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Παγκόσμιος ιστορία, εκδόσεις Α Πέτρου 1939-1945 μετάφραση Σ Μήτσου.  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!