Η Παροικιά της Πάρου με φώτο και διήγηση…

Η επίσκεψη μου στην Πάρο 31-8-2019 ήταν μία πολύ όμορφη εμπειρία. Θέλω να σας περιγράψω την Παροικιά της Πάρου όπως την είδα, κάτι που θα κάνω μέσα από τις φωτογραφίες μου. Από την Παροικιά αγόρασα ένα βιβλίο με τίτλο: Η ΠΆΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΈΜΟΥ ΣΤΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΈΣ ΕΝΤΥΠΏΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΊΟΥ ΧΑΤΣΟΠΟΎΛΟΥ.

Σε αυτό το βιβλίο βρήκα σπουδαία κείμενα γραμμένα σε άπταιστη καθαρεύουσα.

Σας παραθέτω λοιπόν τις εντυπώσεις του Δημήτρη Χατζόπουλου για την Παροικιά της Πάρου.

Πρώτα όμως θα σας δείξω φωτογραφίες από το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα που έχω δει, τραβηγμένες από την νότια παραλία της Παροικιάς.      

Η ΠΑΡΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ

’Από τούς χαρμοσυνοτέρους λιμένας ό τής Παροικίας τής Πάρου. Εύρύς καί ολάνοικτος, δροσερότατος τό θέρος, ύπό τόν άπαράβατον όρον νά φυσά, όπερ ισχύει δι’ όλας τάς Κυκλάδας. Έχωρογράφησα τήν νήσον Πάρον λεπτομερώς, ώστε προκειμένου νά πλεύσω πρός τήν άντικρυνήν ’Αντίπαρον διέθεσα μερικός ώρας μιας ήμέρας, άλλας δέ άλλης πρός έπανεπίσκεψιν τού κάστρου της, τών οδών της, τών έκκλησιών της.

‘Όσον προσέχει τις περισσότερον τά μικρά λευκά οικήματα καί τάς έκκλησίτσας τής Παροικίας, άνακαλύπτει περισσότερα μάρμα­ρα καί λίθους άρχαίων οικοδομημάτων εις ταΰτα. Εΐνε λαξευμένα καί άκατέργαστα μάρμαρα, κίονες, σπόνδυλοί των, επιστύλια, γείσα, παραστάδες, βάθρα, τετράπεδα, παντοειδή θραύσματα, άνόμοια πρός άλληλα, αγνώστου προελεύσεως. Εις καμμίαν άλλην νήσον τού Αιγαίου, μετά τήν Δήλον, δέν είχε χρησιμοποιήσει ό άρχαϊος έλληνικός κόσμος τόσον άφθονον υλικόν, όπως εις τήν Πάρον, τήν πλουσιωτάτην εις μάρμαρον έκ τών μεγάλων λατομείων της, υπόδειγμα άρχαίας υπογείου άνορύξεως, ών έδωσα έπακριβεστάτην περιγραφήν.

Παρατηρούνται ένίοτε τοιχισμένα εις τά οικήματα καί τινα ανάγλυφα μέ παραστάσεις μορφών άρχαρίου τέχνης. ’Αλλά έκεΐ όπου έπεσωρεύθη τό πληθωρικώτερον μαρμάρινον υλικόν έξ άρχαίων ναών, οικοδομημάτων, εΐνε ό υψηλός έξάπλευρος πύργος τού μεσαιωνικού άνακτόρου τών ξένων δουκών έπί τής άνατολικής πλευράς τού άμορφου πλέον Κάστρου, τού ύψουμένου μόλις τεσσαράκοντα μέτρα άνωθεν τής θαλάσσης καί έπί τού όποιου άποτελούν σημεριναί μικροκατοικίαι τής πόλεως Παροικίας πυκνοκατοικημένον τετράγωνον. Μέρος τού διατηρηθέντος τεί­χους τού φρουρίου εις τήν άνατολικήν πλευράν εΐνε καλής οικοδομικής έξ ώραιοτάτων τετραπέδων μέ παρενθετικάς οριζοντίους ζώνας έκ μεγάλων μαρμάρινων σπονδύλων κιόνων1. Έπ’ αυτού άνωθεν οίκοδομήθησαν σημερινά όσπιτάκια.

Γραφικόν σύμφυρμα αρχαίου, μεσαιωνικού καί νεωτέρου κόσμου. ’Αλλά καί οι φράγκοι δεσπόται οί οίκοδομήσαντες τό φρούριον καί τό έπ’ αυτού άνάκτορόν των έκ τού πλησμονικοΰ αρχαίου μαρμάρινου υλικού2, τό όποιον εύρον ένώπιόν των πρόχειρον καί εύκολον πρός οικοδομικήν, είχον τήν έννοιαν τού ρυθμού ώς μαρτυρούν τά έναπομείναντα λείψανα τής αρχιτεκτονικής των. Φαντάζεται τις ποιον θά παρουσίαζε θέαμα άλλόκοτον εις τήν ιδιορρυθμίαν του τό φραγκικόν κάστρον άκέραιον εις τήν σύμμικτον άλλά πάντως κανονικώς ρυθμισμένην συγκρότησίν του διά των παντοειδών μεγάλων, μικρών γλυπτών καί άλλων μαρμά­ρων του. Καί σήμερον άκόμη ό διασωθείς ύπέρ τήν πόλιν πανύψηλος καταμαρμάρινος πύργος τού μεσαιωνικού άνακτόρου ένέχει γλαφυρόν παραδοξότητα. Έπρομηθεύθησαν έκ τού μεγάλου μαρμάρινου αυτού συγκροτήματος οί κάτοι­κοι τής Παροικίας πρό 170 έτών καί πλέον μέγα μέρος υλικού πρός άνοικοδόμησιν τών οίκίσκων των εις τούς στενούς δρομίσκους (τά «στενάρια»), πλακοστρώτους, έπιμήκεις, καμπτομένους, γωνιώδεις, γραφικούς, άνωμάλους, παιδικώς οίκοδομημένους μέ όσπιτάκια ένίοτε κουκλοειδή, έχοντα μόλις προεξέχοντας έξωστάκους, αφελείς στοάς έξ αρχαίων κιόνων3, έφ’ ών στηρίζονται μικρά τόξα (βόλτα), έπιπροσθετημένας λίθινους κλίμακας. Καθώς άσβεστοχρίονται τά πάντα καί εις τόν νησιωτικόν τούτον συνοικισμόν, ταχέως κουράζεται τό βλέμμα έκ τής τυφλωτικής λευκότητος, συναντά δέ μέ άνακούφισιν τόν σποραδικόν πράσινον τόνον κληματαριάς σκιαζούσης έξώστην, κλίμακα, κάτωθεν τμήμα κατοικίας. Είνε εις τούς δρομίσκους έδώ καί έκεΐ κτισταί κρήναι πρό τών όποιων συναθροί­ζονται γυναίκες πρωίαν, μεσημβρίαν, εσπέραν, άναμένουσαι τήν ροήν τού ΰδατος, όπερ έρχεται άπό υψηλά έκ τού όρους καί τής έκκλησίας τών Άγ. Αναργύ­ρων, περί ών όλων ϊδε έπακριβεστάτην, έκτενή τοπογραφίαν μου περί Πάρου.

Έκ τού όγκου τού μαρμάρινου οικοδομήματος τού κάστρου έφόρτωσε πρό αίώνος άγγλος ολόκληρον σκάφος μέ κίονας καί μάρμαρα διά τήν Μάλταν, τίς δέ οιδε όπόσον άλλον μαρμάρινον υλικόν θά άπεκομίσθη όμοιοτρόπως. Διετηρήθη εύτυχώς αρκετόν εις τό άριστουργηματικόν χριστιανικόν κτίσμα τής Έκατονταπυλιανής τής Παροικίας, όμοιον τού όποιου δέν υπάρχει άλλαχού τής Ελλάδος. Εϊπομεν έπανειλημμένως περί τούτου. Άξια θέας τά εκκλησάκια τοϋ Κάστρου σύρριζά του καί έπ’ αυτού. Νοτιοανατολικώς έφάπτεται τούτου τό έκκλησάκιον Χριστός κάτωθεν τού υψηλού μαρμάρινου πύργου. Κατωτέρω του παρά τό άνασκαφέν άρχαΐον κτίσμα παράπλευρον τό έκκλησάκιον τού άγ. Φανουρί­ου. Άνω καταλαμβάνουν, όπως εϊπομεν, αί οίκίαι μέ στενοτάτους δρομίσκους ολόκληρον τετράγωνον τού έξ άνατολών πρός δυσμάς οροπεδίου τού φρουρίου πρός τήν θάλασσαν. Εινε έκεΐ βορείως τού λευκού μαρμάρινου πύργου τά τρία αλλεπάλληλα εκκλησάκια τής Ευαγγελίστριας, τοϋ ‘Αγίου Ίωάννου καί τής ‘Αγ. Αίκατερίνης, έπ’ αύτοϋ δέ τοΰ πύργου, έπί τής δυτικής πλευράς του, τής έντελώς κρημνισμένης, εισχωρεί τό έκκλησάκιον τής Παναγίας τοΰ Σταυρού. Δυτικότερον καί νοτιοδυτικώς τοΰ συνοικισμοΰ τοΰ Κάστρου τά εκκλησάκια «Αγ. Κωνσταντίνος καί Ευαγγελίστρια. Καί περίεργον τό ιερόν τής έκκλησίας τής Παναγίας τοΰ Σταυροΰ, έχούσης άντί τοΰ συνήθως ήμικυκλικοΰ ίεροΰ βωμόν τής ‘Αγίας Τραπέζης εις τοξοειδή σηκόν έκ λευκοΰ μαρ­μάρου. Είνε τό ύψος τοΰ κυματίου τοΰ γείσου τοΰ σηκού 26 εκατοστών. Αλλά καί εντός τής κάτωθεν πόλεως άπαντώνται πολλαπλά τά μικρά έκκλησάκια, περί ών ώμιλήσαμεν άλλοτε, ή δέ παρά τήν Αγοράν έκκλησία τοΰ «Μεγάλου Τα­ξί ά ρ χ ο υ » εις τά «Βόλτα» έχει έπιγραφήν εις τό ύπέρθυρόν της καί χρονολογίαν 1649. Αντίκρυ δυτικώς της τό έκκλησάκιον τοΰ ‘Αγ. Ίωάννου.

‘Ήσυχος καί ήρεμος ή Παροικία, όπως πάντοτε, ευχάριστος καί τερπνή, τελευταΐον δέ έγινε καλόν ξενοδοχεϊον εις τόν λοφίσκον τής ‘Αγίας Αννης μέ τούς άνεμομύλους του. Καταβάλλονται τώρα προσπάθειαι παρά τής Κοινότητος όπως έορτασθή έπισημότερον ή πανήγυρις τής 15ης Αύγούστου τής Έκατονταπυλιανής. Θά προσκληθούν καί όσοι έκ τών δωρεάν ταξιδευόντων δημοσιογράφων διά τοιαύτας έμποροπανηγύρεις. Είδον πρό πολλών έτών ποιαν σπουδαιότητα θά είχε έργασία Θετική πρός προσέλκυσιν προσκυνητών τοΰ περιφήμου ναού τής Έκατονταπυλιανής, πρό τοΰ όποιου ούδεμίαν έχει αξίαν ή έκκλησία τής Τήνου, χονδροειδές μπαροκικόν, άρχοντοχωρικόν μεταγενέστερον οικοδόμημα4. Χάρις εις τήν Θαυματουργόν εικόνα άνεδείχθη ή Τήνος καί προώδευσε. Έν άναλογία Θά έπρεπε νά είχε προοδεύσει έκατονταπλασίως περισσότερον ή Παροικία τής Πάρου μέ τό μοναδικόν χριστιανικόν κτίσμα της. Εκτός δέ τούτου έχει νά έπιδείξη ή Πάρος θαυμασίας γραφικότητας, πολλά άρχαΐα μέρη, εΐνε δέ τά άρχαΐα λατομεία της ένδιαφερότης απαράμιλλος. Καί διά θερινά λουτρά έχει τήν μεγάλην έκτεταμένην άμμουδιά παρά τόν Αγιον Φωκάν, τήν ακτήν «Κριός», παρομοίαν τής όποιας δέν άπαντά τις ευκόλως εις τάς νήσους. Πρωτίστως όμως οφεί­λει ή Κοινότης νά καλύψη τό παρά τήν Παροικίαν έλος, όπως έκλείψουν οί κώνωπες5. Εΐνε κρίμα νά μή άναδειχθή ή ώραία νήσος καί εις τούς χρόνους μας. Κα­θώς δέ έχει πολλαχοΰ ομαλόν έδαφος εΐνε ευχερής ή κατασκευή αμαξιτών οδών. ’Έπειτα κέκτηται τό μέγα προσόν τοΰ όνομαστοΰ μεγάλου σπηλαίου της εις τήν γειτονικήν Αντίπαρον περί τοΰ όποιου θά όμιλήσωμεν έκτενώς. Μόνον τοΰτο θά προσείλκυε χιλιάδας έπισκεπτών, όταν μάλιστα τοΰ κατασκευάσουν κλίμακας καί τό ήλεκτροφωτίσουν. Τέταρτον νοτιοδυτικώς τής Παροικίας έχουν άνασκαφή οι άρχαϊοι ναοί τοΰ Ασκληπιοΰ, όστις έλατρεύετο ιδιαιτέρως εις τήν Πάρον, καί τής Υγείας. Ανεκαλύφθη άπό τόν παρελθόντα αιώνα τετράπεδος παραστάδος, έκ τής επιγραφής τής οποίας κατεδηλώθη ότι ανήκε ό ναός ούτος εις τόν ’Ασκληπιόν. Συνήθιζον νά χαράσσουν έπιγραφάς επί παραστάδων ναών εις τάς νήσους, όπως άνέφερε ό Πολύβιος, καί ώς έπιστοποιήθη εξ άνευρέσεών των εις τήν Κέων, ’Ίον, ’Αμοργόν, ’Αστυπάλαιαν. ’Αναφέρεται επίσης ότι άνεΰρον ολίγον τι πρό τής Ελληνικής Έπαναστάσεως εις τόν τόπον τούτον ώραιότατον άγαλμα, τό όποιον έξήγαγε εις τήν άλλοδαπήν ό τότε δραγουμάνος τού πασά Καπουδάν Κων. Μόνος μετ’ άλλων αρχαιοτήτων. Πρό των τελευταίων άνασκαφών εις τό Άσκληπιεϊον ύπήρχον εις τινα οίκίσκον άργόν άνάγλυφον τοιχισμένον, εις δέ κάτωθεν τοίχον τής αμπέλου, ήτις έκάλυπτε τόν λόφον, ό μαρμάρι­νος κορμός ίππου. Βλέπει τις σήμερον εις τό άνδηρον των δύο ναών τείχος έπί τού καθέτου άνωθεν βράχου, έπί δέ τού έδάφους τάς βάσεις τούτων, θραύσματα κιόνων, μεγάλας πλάκας, τα ’ίχνη τής αρχαίας ίεράς κρήνης καί δεξαμενής κ.λπ., όπως περιέγραψα άλλοτε. 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter
Click to rate this post!
[Total: 1 Average: 5]

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!