ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ CΥCTHMA TOΥ OΘΩMANIKOΥ KPATOΥC ΜΕ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΉΡΙΑ ΠΟΥ ΓΊΝΟΝΤΑΝ ΑΝΑΛΥΤΙΚΆ.

ΣTO ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ πραγματευτήκαμε την κατάσταση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κάναμε αναφορά στα μέτρα κατα­στολής του τουρκικού κράτους απέναντι στους υπόδουλους και στην επιβολή σκληρών ποινών στους απείθαρχους. Στο παρόν κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να σηκώσουμε ένα από τα πιο σκοτεινά καλύμματα στην ιστορία της Τουρκοκρατίας και να αποκαλύψουμε τη φρίκη και το αίμα που κρύβεται από κάτω, κάνοντας λόγο για το ποια ακριβώς ήταν τα πειθαρχικά μέτρα και οι σωφρονιστικές ποινές του οθωμανικού κράτους.

Όσο κι αν μας ξενίζει, παραμένει γεγονός ότι οι Οθωμανοί παρέλαβαν από τους Βυζαντινούς ένα ποινικό σύστημα που όχι μόνο αποποιήθηκαν, αλλά εμπλούτισαν και προσάρμοσαν στις δικές τους συνήθειες. Ποινές, όπως ακρωτηριασμοί, εκτυφλώσεις και διαπομπεύσεις, κυριαρχούσαν στο Βυζάντιο. Θύματά τους ήταν ακόμα και διάσημοι Αυτοκράτορες. Από κει και μετά οι Τούρκοι προσθέσανε τις δικές τους ασιατικές βαρβαρότητες, φτιάχνοντας τελικά ένα από τα πιο εξοντωτικά ποινικά συστήματα, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον Αττίλα, τον Τζέκινς Χαν κι άλλους που γέμισαν με μαύρες σελίδες την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Θα ξεκινήσουμε την περιγραφή των βασανιστηρίων στα σκοτεινά εκείνα χρόνια, με το συχνότερο και πιο συνηθισμένο, που κατά κανόνα συνό­δευε κάθε άλλο. Ήταν το βασανιστήριο του δαρμού, ένα από αυτά που σίγουρα υπέστησαν και οι τέσσερις Άγιοι.

Το βασανιστήριο αυτό εφαρμοζόταν εναντίον όλων, σε κάθε περίστα­ση και χωρίς διάκριση. Κακοποιοί του κοινού ποινικού δικαίου αλλά και άπιστοι γκιαούρηδες ήταν τα πιο συνηθισμένα θύματα. Ήταν το εισαγωγικό μαρτύριο σε κάθε άλ­λο βασανισμό, τόσο συχνό στους διωγμούς των Χριστιανών που έ­μεινε παροιμιώδης η φράση: θα σε δείρω μέχρι ν’ αλλάξεις πίστη, όπως έχουμε ξαναγράψει. Τα όρ­γανα βασανισμού πολλά. Κομμά­τια ξύλου – βέργες, χοντρές ή λε­πτές. Χοντρές που προκαλούσαν μώλωπες, θλάσεις, ακόμα και κα­τάγματα. Λεπτές που προκαλού­σαν εκδορές και οξύ πόνο στις σάρκες. Ραβδιά μακριά, κοντά, χοντρά, λεπτά για τον ίδιο σκοπό. Μαστίγια και βούρδουλες από χο­ντρά νεύρα ζώων, που κυριολεκτικά τσάκιζαν κόκαλα. Άλλοι λεπτότε­ροι από λεπτά νεύρα ή μαλακό δέρμα, που προκαλούσαν εκδορές και πόνο. Το θύμα δενόταν με εκτεθειμένα νώτα, του έσκιζαν τα ρούχα και άρχιζαν το δαρμό. Ρόλο δημίου εκτελούσαν συνήθως Τούρκοι στρατιώ­τες με ρωμαλέα σωματική διάπλαση, ώστε τα χτυπήματα να είναι και καίρια και δυνατά. 0 αριθμός των κτυπημάτων είτε ήταν προκαθορι­σμένος από το δικαστήριο, είτε (τις περισσότερες φορές) αφηνόταν στη διάθεση των δημίων. Μουσουλμάνοι ιεροδίκες (καδήδες) παρακολου­θούσαν το βασανισμό. Αν το θύμα έδειχνε ότι δεν αντέχει την ολοκλή­ρωση του αριθμού των χτυπημάτων και κινδύνευε άμεσα η ζωή του, τό­τε ο ιεροδίκης τοποθετούσε το Κοράνι στη μασχάλη του δημίου. Αδυνα­τώντας ο ίδιος να σηκώσει ψηλά το χέρι (αφού το ιερό κείμενο δεν έπρε­πε να πέσει στο έδαφος), έδινε με μικρότερη ένταση τα υπόλοιπα χτυ­πήματα. Μετά το δαρμό άφηναν συχνά αβοήθητο το θύμα, χωρίς περί­θαλψη, ή το έριχναν στη φυλακή. Στις περισσότερες των περιπτώσεων έμεναν στο σώμα του μόνιμες αναπηρίες.

Μια εξειδίκευση του δαρμού ήταν ο περίφημος οθωμανικός φάλαγγας που δυστυχώς εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη του κό­σμου. Είναι ένα βασανιστήριο που η ιστορική μνήμη στην Ελλάδα το έχει συνδέσει με την επταετία των συνταγματαρχών. Το θύμα συνήθως ξαπλωνόταν ανάσκελα με υπερυψωμένα πόδια, δεμένα από τους αστραγάλους σ’ ένα μακρύ ξύλο ή παγιδευμένα σε ένα ανάλογο μηχανισμό, ώστε να μένουν ακίνητα. Δύο δή­μιοι χτυπούσαν διαδοχικά με ξύλινα ραβδιά τα πέλματα του θύματος. 0 πό­νος στην αρχή δεν είναι δυνατύς. Αρχύ­τερα όμως τα πέλματα πρήζονται, σχί­ζονται και ματώνουν. Κάθε καινούριο χτύπημα παράγει σουβλερούς πόνους, που απλώνονται σε όλο το σώμα και τρυπούν σαν βελόνες τον εγκέφαλο. Συχνά ο φάλαγγας γινόταν χωρίς να αφαιρεθούν τα παπούτσια. Τα ποδιά πρήζονταν και οι σάρκες ξεσκίζονταν, καθώς δεν μπορούσαν να χωρέσουν πλέον στα στενά παπούτσια. Για πολ­λές μέρες ήταν αδύνατο να βαδίζει το θύμα χωρίς τρομερούς πόνους, παρά το ότι σε πλείστες των περιπτώσεων υποχρεωνόταν γι’ αυτά.

Ένας απ’ τους συνηθισμένους τρόπους εξόντωσης ήταν ο θάνατος με απαγχονισμό, κοινώς η κρεμάλα. Εφαρμοζόταν ως θανατική ποινή για αδικήματα όχι τόσο βαριά που να επισείουν σκληρότερη τιμωρία. Εφαρμοζόταν και σε επίσημα πρόσωπα της εξουσίας, που δεν ήθελαν οι αρχές να εξοντώσουν περισσότερο μαρτυρικά. Παρόλα αυτά σπάνια το θύμα έφτανε στην κρεμάλα χωρίς άλλη κακοποίηση. Συνήθως προηγούνταν άγριος δαρμός, διαπόμπευση στους δρόμους προς το σημείο εκτέ­λεσης, ακρωτηριασμοί (αυτιά, μύτη, χέρια, πόδια, γεννητικά μόρια) και άλλα πολλά. Κρεμάλες στήνονταν παντού. Σε πλατείες, δέντρα, εκκλησίες, πύλες πόλεων. Προτιμούσαν ασφαλώς περίοπτες θέσεις, με συχνή διέλευση κόσμου. Συχνά κρεμούσαν το θύμα επιδεικτικά στο μέρος που είχε διαπράξει το αδίκημα. Στον τόπο της εκτέλεσης περίμενε ο δήμιος με το σκοινί, το σαπούνι και το σκαμνί. Όταν έφτανε το θύμα, ο δήμιος το ανέβαζε στο σκαμνί, σαπούνιζε επιδεικτικά το σκοινί για να γλιστρά­ει και το περνούσε στο λαιμό του καταδίκου. Αν πατούσε σε σκαμνί το κλωτσούσε και το θύμα απόμενε κρεμασμένο στον αέρα. Αν πάλι δεν υπήρχε σκαμνί, τότε τραβούσαν το σκοινί ώσπου ο κατάδικος να φτάσει στο επιθυμητό ύψος και εκεί το έδεναν. 0 θάνατος τις περισσότερες φο­ρές ήταν ακαριαίος, αν ο δήμιος ήταν έμπειρος στην τοποθέτηση του σκοινιού. Γινόταν εξάρθρωση των σπονδύλων του αυχένα (ο άτλας εξαρθρωνόταν από τον επιστροφέα) και ο νωτιαίος μυελός κοβόταν. Αν όμως δεν ήταν έμπειρος, το θύμα πνιγόταν βασανιστικά σε μερικά λεπτά από ασφυξία. Συχνά, το άφηναν κρεμασμένο για μέρες ως παράδειγμα, ενώ σε άλλες περι­πτώσεις γινόταν διαπόμπευση της σωρού του. Όλα τα παραπάνω θυμίζουν ασφαλώς τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’, που το Πάσχα του 1821 (10.4.1821) απαγχονίστηκε στην πύλη του πατριαρχεί­ου (στο μέρος του αδικήματος) • – ·   ·           · · και στη συνέχεια το σκήνωμά του διαπομπεύτηκε από Τούρκους και Εβραίους, μέχρι να ριχτεί στη θάλασσα του Βοσπόρου. Θα αναφέ­ρουμε επίσης το φωτισμένο δάσκαλο του Γένους και άγιο Κοσμά τον Αιτωλό που κρεμάστηκε από ένα δέντρο το 1774 για την εθνική του δράση, κυρίως στο χώρο της παιδείας (ίδρυση σχολείων). Το σώμα του ρίχτηκε μετά τον απαγχονισμό του στον Άψο ποταμό.

Μια παραλλαγή του απαγχονισμού ήταν ασφαλώς και ο στραγγαλι­σμός με σκοινί, που γινόταν σε περιπτώσεις που δεν μπορούσε να γίνει κάτι «διασκεδαστικότερο». Ο δήμιος εφάρμοζε στο λαιμό του θύματος ένα κομμάτι σκοινί, το έστριβε για να γίνει βρόγχος και στη συνέχεια το έσφιγγε μέχρι το θύμα να πεθάνει από ασφυξία. Εδώ να αναφέρουμε την περίπτωση του εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίου και των συντρόφων του, που στραγγαλίστηκαν στις φυλακές του Βελιγραδιού στις 13 Ιουνίου 1798, αφού η όποια μεταφορά τους κρίθηκε επικίνδυνη.

Ένα από τα σκληρότερα βασανιστήρια της Τουρκοκρατίας, ήταν αυτό του διοβελισμού ή ανασκολοπισμού ή, κατά το λαϊκότερο, το παλούκωμα. Το θύμα καρφωνόταν πάνω σε μια ράβδο ξύλινη (πιο συχνά) ή σιδε­ρένια ζωντανό και αφήνονταν να ξεψυχήσει. Γινόταν δηλαδή το ίδιο ένας ζωντανός οβελίας, όπως το πασχαλινό αρνί.

Η ποινή αυτή προκαλούσε παραλυτικό τρόμο. Ήταν αρκετά σκληρή. Προοριζόταν κυρίως για επαναστάτες, κλέφτες και γενικά άτομα με δράση εναντίον του καθεστώτος. Αποτελούσε δηλαδή ποινή εγκλημάτων καθοσιώσεως, καθώς η οθωμανική εξουσία ήταν ιερή και ευλογημένη απ’ τον Αλλάχ! Εφαρμοζόταν όμως και εναντίον κακοποιών του κοινού ποινικού δικαίου, κυρίως σε φονιάδες και ληστές. Πριν την εκτέλεση, το θύ­μα δερνόταν άγρια για να εξαντληθεί και να μην προβάλει αντίσταση. Το σούβλισμα απαιτούσε έμπειρο δήμιο, ώστε να παραταθεί ο πόνος και η αγω­νία, χωρίς όμως το θύμα να πεθάνει πρόωρα. Αφού εξουθένωναν το θύμα, του έδεναν τα χέρια πισθάγκωνα και το ξάπλωναν μπρούμυτα στο χώμα. Πάνω στη ράχη του στερέωναν ένα σαμάρι ζώου, όπου κάθονταν δύο βοηθοί του δήμιου, ώστε να ακινητοποιήσουν τε­λείως το θύμα. Άλλοι βοηθοί κρατού­σαν ακίνητη την κεφαλή και τα πόδια του θύματος, κολλημένα στο χώμα. 0 δήμιος έσκιζε τα ρούχα του και μετά έπιανε γερά το παλούκι και το έχωνε όσο πιο βαθιά μπορούσε στην έδρα του θύματος. Στη συνέχεια το χτυπούσε με ξύλινο σφυρί, για να εισχωρήσει 60 με 70 πόντους στα σωθικά του. Μετά άφηναν ελεύθερο το θύμα, που ήταν πλέον καρφωμένο στο παλούκι και βασανιζόταν ήδη από τρομερούς πόνους. Στη συνέχεια σήκωναν όρθιο το παλούκι και το στερέωναν στο χώμα. Το θύμα δεν είχε να κρατηθεί από πουθενά. Αργά αλλά σταθερά γλιστρούσε πάνω στο παλούκι, μέχρι που η αιχμή του έφτανε στην κορυφή του στήθους του ή στο λαιμό του. Η αιχμή έσκιζε το δέρμα του και έβγαινε έξω, ενώ το θύμα έμενε καρφωμέ­νο. Για να παραταθεί το μαρτύριο φρόντιζαν η μύτη του παλουκιού να μην είναι αιχμηρή και συχνά την άλειφαν και με λίπος. Έτσι δεν τρυπούσε τα σπλάχνα καθώς διαπερνούσε το σώμα, αλλά τα παραμέριζε, συ­μπιέζοντας ταυτόχρονα τα νεύρα και προκαλώντας εφιαλτικούς πόνους. Ο θάνατος ερχόταν αργά και βασανιστικά, συχνά δύο με τρεις μέρες μετά το παλούκωμα. Πλήθη τριγύριζαν το θύμα και το λοιδορούσαν, προτείνοντάς του να γίνει μουσουλμάνος και βρίζοντάς το με ύβρεις που άπτονταν της Πίστης, της οικογένειας και της Εθνικότητάς του.

Σε άλλες περιπτώσεις τα παλούκια ήταν στημένα σε συγκεκριμένο χώρο, συνήθως στην πλατεία του χωριού ή της πόλης. Το θύμα σερνόταν ως εκεί διαπομπευόμενο, ως συνήθως. Αφού το έδερναν σκληρά, μετά του έσκιζαν τα ρούχα, του έδεναν γερά πισθάγκωνα τα χέρια και το «κάθιζαν» πάνω στο παλούκι. Στη συνέχεια του κρεμούσαν βάρη στα πόδια ώστε να γλιστρήσει και να καρφωθεί στο παλούκι. Η συνέχεια εί­ναι γνωστή από τα παραπάνω.

Σε αρκετές περιπτώσεις ο σαδισμός δεν τελείωνε στο σούβλισμα του θύματος. Η σούβλα (με το θύμα πάνω της) τοποθετούνταν οριζόντια πάνω από φωτιά ή αναμμένα κάρβουνα και το θύμα ψηνόταν ζωντανό σαν αρνί. 0 φοβερός και τρομερός Αλί Πασάς των Ιωαννίνων φημιζόταν ότι σιγόψηνε τα θύματά του, αραιώνοντας τα κάρβουνα κάτω από το θύμα, για να παραταθεί το μαρτύριο του και η διασκέδαση του ίδιου και του επιτελείου του. Σε πολλές περιπτώσεις έβαζε συγγενείς να βασανί­ζουν και να σκοτώνουν τους ίδιους τους συγγενείς τους, για να αποφύ­γουν οι ίδιοι το παλούκωμα και το ψήσιμο.

Όπως είναι φυσικό, το άκουσμα και η θέα του παλουκιού προκαλούσε μεγάλων διαστάσεων πανικό σε όλους, όπως ακριβώς επεδίωκε η οθωμανική εξουσία. Πολλά κλειστά στόματα άνοιγαν και έδιναν πληροφορίες στους τυράννους, με την ιδέα και μόνο ότι θα ήταν υποψήφια θύμα­τα του παλουκιού. 0 φόβος δημιουργούσε καταδότες…

Από τα θύματα του παλουκώματος, που δυστυχώς ήταν πολλά, θα αναφέρουμε το πιο διάσημο, τον Αθανάσιο Διάκο. Φλογερός Έλληνας πατριώτης και ιερωμένος στον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης, αυτόν του διακόνου. Στο μεγάλο Ξεσηκωμό κινήθηκε άμεσα και κατέλαβε τη Λιβαδειά.

Στη συνέχεια προσπάθησε στην Αλαμάνα να εμποδίσει με λίγα παλικάρια το στρατό του Ομέρ Βρυώνη να κατέβει στην Πελοπόννησο. Πιά­στηκε ζωντανός. 0 πασάς, αφού του ζήτησε (ως συνήθως) να αλλαξοπιστήσει και εισέπραξε αρνητική απάντηση, τον καταδίκασε σε θάνατο με ανασκολοπισμό. 0 ίδιος πρότεινε να τουφεκιστεί ως αιχμάλωτος πολέ­μου, αλλά ο πασάς θέλησε να τον κάνει παράδειγμα σωφρονισμού σε όλους τους επαναστάτημένους Έλληνες. Στις 23 Απριλίου 1821 η ποινή του ανασκολοπισμού εκτελέστηκε και ο Διάκος παλουκώθηκε στη Λα­μία. Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι έμεινε τρεις μέρες ζωντανός πά­νω στο παλούκι, μέχρι που ένας άταχτος τον πυροβόλησε στο κεφάλι και του έσπασε το κρανίο. Η απώλειά του ήταν μεγάλη ατυχία. Το Έθνος στερήθηκε από τον πρώτο κιόλας μήνα του Αγώνα έναν έντιμο αγωνιστή και ένα φλογερό πατριώτη. Ήταν ο πρωτομάρτυρας της Επανάστασης.

Ήταν τόσο συχνά τα βασανιστήρια της κρεμάλας και του παλουκώ­ματος την εποχή αυτή, ώστε έμεινε παροιμιώδης η φράση στο λαό μας: «αυτός είναι άνθρωπος του σκοινιού και του παλουκιού»! Η φράση εί­ναι διφορούμενη. Σήμαινε αφενός τον σκληρό και άσπλαχνο Τούρκο δή­μιο, που πραγματοποιούσε τα παραπάνω βασανιστήρια και αφετέρου τον κακούργο κατάδικο, που του άξιζε για ποινή η κρεμάλα ή το παλού­κωμα. Σε κάθε περίπτωση σήμαινε και σημαίνει τον αδίσταχτο άνθρω­πο , ικανό για κάθε κακό.

Ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες, ήταν αυτό της εκδοράς. Της μερικής δηλαδή ή της ολικής αφαίρεσης του δέρματος του θύματος, ενώ αυτό ζούσε ακόμα.

Το μαρτύριο της εκδοράς είναι πανάρχαιο. 0 Ηρόδοτος αναφέρει ότι αρχικά το εφάρμοζαν οι Σκύθες, βαρβαρικός ασιατικός λαός. Μάλιστα την εκδορά του κρανίου την έλεγαν περίσκυθίσμό, εξ’ αιτίας της συνή­θειας του παραπάνω λαού. Ήταν πάντα ένδειξη βαρβαρότητας και ευ­τυχώς εξαίρεση κι όχι κανόνας. Η ποινή εφαρμόστηκε κι απ’ τους Ρω­μαίους στους διωγμούς εναντίον Χριστιανών μαρτύρων, με γνωστότερη από την εκκλησιαστική παράδοση περίπτωση εκείνη του απόστολου Βαρθολομαίου. Φυσικό ήταν οι Τούρκοι να «ενθουσιαστούν» κι από αυτό το απάνθρωπο βασανιστήριο, μια και δεν άφη­σαν βαρβαρότητα την οποία να μην υιοθέτησαν. Το εφάρμοζαν δε κυρίως εναντίον επαναστατών, με κύ­ριο σκοπό το σωφρονισμό των υπολοίπων. Το θύμα ως συνήθως δερνόταν και διαπομπευόταν και στη συ­νέχεια δενόταν σε ειδικό ικρίωμα, ώστε να ακινητοποιηθεί. Μετά έμπειροι δήμιοι στη σχετική κακουργία του αφαιρούσαν το δέρμα με κοφτερά μαχαίρια μπροστά στο πλήθος.

Θα αναφέρουμε στο σημείο αυτό δύο χαρακτηριστι­κές περιπτώσεις εκδοράς, από την ιστορία της Τουρ­κοκρατίας. Η πρώτη αφορά τον επίσκοπο Λαρίσης και Τρίκκης Διονύσιο, που έζησε τον 16ο με 17ο αιώνα. Φωτισμένος Έλληνας ιεράρχης, με λαμπρές σπουδές σε πλήθος επιστημών (Φιλοσοφία, Ιατρική, Θεολογία κ.ά.), σε μεγάλα πανεπιστήμια της Δύσης. Για τις σπουδές του αυτές είχε αποκτήσει τον τίτλο Φιλόσο­φος. Αργότερα οι Τούρκοι (αλλά δυστυχώς και αρκε­τοί Έλληνες μετά την αποτυχία του στα κινήματα απελευθέρωσης που ηγήθηκε) τον ονόμασαν Σκυλόσοφο, για να τον εξευτελίσουν. Στις αρχές του 17ου αιώνα (1601 και 1611), δημιούργησε με δίκιά του πρωτοβουλία δύο επαναστατικά κινήματα σε Θεσσαλία και Ήπειρο. Ήταν ίσως οι πρώτες ένοπλες εξεγέρσεις κατά των Τούρκων. Τα κινήματα απέτυχαν και ο Διονύσιος πιάστηκε ζωντανός με προδοσία το 1611. Στην πλατεία των Ιωαννίνων, μπροστά στο πλήθος, ο ιεράρχης γδάρθηκε ζωντανός, με ένα μαρτύριο που κράτησε πέντε ώρες. Θα πρέ­πει τότε (Σεπτέμβριος 1611) να ήταν σε ηλικία περί τα 70 χρόνια. Αλλά ο βανδαλισμός δε σταμάτησε εκεί. Ενώ το σεπτό και γδαρμένο σκήνωμα του ιεράρχη δόθηκε βορά στα σκυλιά, το δέρμα του είχε άλλη τύχη. Το γέμισαν με άχυρα και πίτουρα, το έντυσαν με τα αρχιερατικά άμφια και το διαπόμπευσαν με μουσικά όργανα στην πόλη των Ιωαννίνων για μέ­ρες. Τελικά το δέρμα στάλθηκε στο σουλτάνο, για να καταλήξει στους βασιλικούς στάβλους του, όπου το πέταξαν.

Μια άλλη γνωστή περίπτωση, που μας αφορά άμεσα ως Κρητικούς, είναι αυτή του τραγικού Δασκαλογιάννη. Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερθήκαμε στην πατριωτική δράση του. Εδώ θα αφηγηθούμε το τραγικό τέλος του. Στις 17 Ιουνίου 1771 τον οδήγησαν σε κεντρι­κή πλατεία του Χάνδακα (Ηρακλείου), όπου είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου, Τούρκων και Χριστιανών. Εκεί ήταν στημένο ξύλινο ικρίωμα με ένα ειδικά κατασκευασμένο κάθισμα^ Έδεσαν σφιχτά το μάρτυρα στο κάθισμα και στη συνέχεια ένας θηριώδης δήμιος με ένα κο­φτερό μαχαίρι, άρχισε να γδέρνει την κεφαλή του και να πετά το δέρμα στο πλήθος λέγοντας : πάρτε πετσί για τα στιβάνια σας! Δεύ­τερος δήμιος με ένα καθρέπτη, έδειχνε κατά καιρούς στο μάρτυρα το γδαρμένο του πρό­σωπο λέγοντας: ξάνοιξε, καπετάνιε, πως σου παν τα κόκκινα! Μέσα στο πλήθος υπήρχαν συγγενείς του μάρτυρα (αδερφός, κόρη) που τρελάθηκαν αντικρίζοντας το θέαμα. 0 ίδιος υπέμεινε καρτερικά το μαρτύριο και κατέληξε όταν η εκδορά είχε περάσει το κεφάλι και είχε προχωρήσει στις ωμοπλάτες του. Το νεκρό και γδαρμένο σκήνωμά του έμεινε εκτεθειμένο στη ζέστη του Ιουνίου για μέρες στην πλατεία αυτή (σήμερα φέρει τιμητικά το όνομά του), μέ­χρι που λειτούργησε η φυσική επιλογή και η αφόρητη δυσοσμία υποχρέ­ωσε τους Τούρκους να το θάψουν. Όλα τα παραπάνω δείχνουν ασφα­λώς την ποιότητα του οθωμανικού πολιτισμού σε όλο του το μεγαλείο.

Άλλο εξίσου φριχτό μαρτύριο ήταν αυτό των γάντζων ή τα τσιγκέλια όπως τα έλεγαν οι Τούρκοι. Σε τείχη των πόλεων ή σε ειδικά στημένα ικριώματα στερεώνονταν μεγάλοι γάντζοι με κοφτερές και ακονισμένες αιχμές. Το θύμα γυμνό ριχνόταν πάνω στους γάντζους ψηλά από τα τεί­χη ή ανυψωνόταν με ειδικές τροχαλίες και ριχνόταν πάνω στους γά­ντζους των ικριωμάτων. Εκεί έμενε καρφωμένο για μέρες και βασανιζόταν από φριχτούς πόνους μέχρι να ξεψυχήσει. Αν μάλιστα οι γάντζοι δεν είχαν πληγώσει ζωτικό του όργανο, το μαρτύριο διαρκούσε αρκετές μέ­ρες. Ιστορικές μαρτυρίες κάνουν λόγο για παρουσία ικριώματος με γά­ντζους σε κεντρική πλατεία του Ηρακλείου (Χάνδακα) όπου βρήκαν τραγικό τέλος αρκετοί Κρητικοί, κυρίως χαΐνηδες.

Ένα βασανιστήριο που έκαναν οι Τούρκοι, όταν δεν είχαν χρόνο για κάτι άλλο, ήταν αυτό του τσακίσματος των μελών. Συνήθως το έκαναν σε αιχμάλωτους που είχαν συλλάβει στην ύπαιθρο και δεν ήθελαν να τους μεταφέρουν στην πόλη για κάτι «διασκεδαστικότερο», είτε γιατί βιάζονταν είτε γιατί δεν ήθε­λαν να επωμιστούν τους κινδύ­νους μιας πιθανής μεταφοράς. Με ένα τσεκούρι τσάκιζαν τις βασικές αρθρώσεις στα άκρα του θύματος (ώμο, αγκώνα, ισχίο, γόνατο) και αρκετά οστά (βραχιόνιο, μηριαίο, κνήμη). Το θύμα αδυνατούσε πλέον να κινηθεί, ενώ φριχτοί πόνοι συντάραζαν το κορμί του στις τσακισμένες αρθρώσεις. Οι δήμιοι το άφηναν αβοήθητο και έφευγαν, για να πεθάνει μερικές ώρες ή το πολύ δύο μέρες αργότερα ή να γίνει βορά άγριων ζώων στις ερημιές. Η παρα­πάνω τεχνική εφαρμόστηκε σε πλείστες των περιπτώσεων στην Επανάσταση, δυστυχώς όχι μόνο από Τούρκους…

Ένα επίσης πανάρχαιο μαρτύριο είναι αυτό του αποκεφαλισμού, που δε θα μπορούσε φυσικά να απουσιάζει και απ’ την εποχή της Τουρκο­κρατίας. Ήταν μάλιστα γνωστή και η παροιμία στα χείλη των Τούρκων αφεντάδων: κεφάλι, που δεν προσκυνά, πέφτει Η εκτέλεση της ποινής γινόταν σε δημόσια θέα από ειδικευμένο δήμιο (μακελάρη), με το γνω­στό κυρτό οθωμανικό σπαθί, το γιαταγάνι. Το θύμα έφτανε στον τόπο της σφαγής λοιδορούμενο και διαπομπευόμενο. Πριν την εκτέλεση είχε κατά κανόνα υποστεί δαρμό και συχνά ακρωτηριασμούς. Η ίδια η ποινή ήταν ανώδυνη και στιγμιαία, αλλά την έκανε οδυνηρή η όλη διαδικασία πριν από αυτήν. Σώμα και κεφάλι έμεναν για μέρες εκτεθειμένα, όπως και σε άλλα μαρτύρια που προαναφέραμε. Συχνά το κεφάλι του θύμα­τος καρφωνόταν σε κοντάρι και διαπομπευόταν στην πόλη, ιδιαίτερα αν το θύμα τύχαινε να είναι επίσημος καταζητούμενος (π.χ. ο Αλί Πασάς). Άλλες φορές ταριχευόταν και στέλνονταν στον ίδιο το σουλτάνο, όπως το κεφάλι του Αλί Πασά. Άλλες πάλι φορές το κεφάλι έμενε κρεμασμένο ή παλουκωμένο σε περίοπτη θέση για μέρες, ώσπου άρχιζε η φυσική αλ­λοίωση των χαρακτηριστικών του. Το μαρτύριο του αποκεφαλισμού συνδέθηκε ασφαλώς και με την τύχη των Τεσσάρων Μαρτύρων που μας απασχολούν στο παρόν πόνημα. Πράγματι, το Συναξάρι των Αγίων δι­καιώνει ό,τι ως τώρα είπαμε. Οι Άγιοι, μετά από σκληρά βασανιστήρια και διαπόμπευση στους δρόμους του Ρεθύμνου, κατέληξαν στην πλα­τεία της Μεγάλης Πόρτας που σήμερα φέρει τιμητικά το όνομά τους για να αποκεφαλιστούν.

Εκτός τις επίσημες εκτελέσεις υπήρχαν και οι ομαδικές σφαγές χριστιανικών πληθυσμών, σε περιπτώσεις που το οθωμανικό κράτος ήθελε να δείξει την ισχύ του. Κύρια αφορμή των σφαγών στάθηκαν τα αντίποι­να σε επαναστατικές κινήσεις. Παράλληλα με τα επίσημα πρόσωπα που δημόσια εκτελούνταν (επισκόπους, προύχοντες κ.τ.λ.), άτακτες ορδές γενιτσάρων χιμούσαν στα χριστιανικά σπίτια, έσπαγαν τις πόρτες, σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στη συνέχεια πλιατσικολογού­σαν το σπίτι αρπάζοντας ό,τι τους άρεσε. Φεύγοντας, σε πολλές των πε­ριπτώσεων, έβαζαν και φωτιά στο σπίτι. 0 Θεοχάρης Δετοράκης στην Ιστορία της Κρήτης μας μεταφέρει μια ανατριχιαστική πληροφορία. Όταν σκότωσαν τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο το 1821, άνοιξαν το στήθος του, έβγαλαν την καρδιά του και με το αίμα της ράντισαν τις σημαίες τους, για να πετύχουν νίκες κατά των απίστων. Η όλη περι­γραφή του περιστατικού ανάγει ευθέως σε κα­νιβαλισμό πρωτόγονης εποχής.

Η σταύρωση, ξεχασμένη από τη ρωμαϊκή εποχή, αναβιώνει στα χρόνια της Τουρκοκρα­τίας. Τα θύματα πολλά ιδιαίτερα στους πρώ­τους αιώνες. Δεν χρησιμοποιούσαν όμως ρω­μαϊκούς σταυρούς σχήματος Τ ή του κανονικού σταυροειδούς. Συνήθως κάρφωναν τα θύματα σε ξυλόσκαλες, δοκάρια σχήματος X (σαν τον απόστολο Ανδρέα), αλλά και πάνω σε δέντρα. Συνηθισμένη ήταν και η σταύρωση πάνω σε τείχη κυριευμένων πόλεων, όπου κάρφωναν τα θύματα. Τη σταύρωση στην Τουρκοκρατία χαρακτήριζε το πλήθος των ηλώσεων. Εκτός των άκρων (χέρια και πόδια) κάρφωναν ακόμα τα αυτιά, τους βραχίονες, τις ωμοπλάτες, τους μηρούς, προσέχοντας να μη βλάψουν τα ζωτικά όργανα, για να παραταθούν πόνοι και αγωνία. Το θύμα πέθαινε, όπως και τη ρωμαϊκή εποχή, από εξάντληση, πείνα, δίψα, ασφυξία, αλλά κάποτε κι από αιμορραγία από το πλήθος των καρφιών. Απαραίτητος κι εδώ ο βασανισμός, κυρίως δαρμός, πριν την ήλωση.

Άλλο βασανιστήριο ήταν αυτό του καταπο­ντισμού. Το θύμα με δεμένα χέρια και πόδια ή κλεισμένο σε ένα σακί, ριχνόταν σε μεγάλη ποσότητα νερού (ποτάμι, λίμνη, θάλασσα κ.τ.λ.) για να πνιγεί. Το βασανιστήριο αυτό θυμίζει συνειρμικά τη Χριστιανή ερω­μένη του Αλί Πασά Κυρά Φροσύνη, που μαζί με δεκαέξι άλλες γυναίκες των Ιωαννίνων ρίχτηκαν ένα χειμωνιάτικο βράδυ (Γενάρης 1801) στην Παμβώτιδα λίμνη για να πνιγούν. Πράγματι, ο δυνάστης Αλί (ενώ ο ίδιος ήταν πόρνος, μοιχός και ακόλαστος) θεωρούσε τον εαυτό του τιμητή των ηθών στο πασαλίκι του και τιμωρούσε με σκληρές ποινές τους λοιπούς παραβάτες, εκτός φυσικά του εαυτού του…

Άλλο μαρτύριο ήταν το σύρσιμο του θύματος από άλογο που έτρεχε ή από αμάξι που επίσης έτρεχε. Το βασανιστήριο αυτό μας φέρνει στη μνήμη το νεκρό Έκτορα που σύρθηκε από το άρμα του Αχιλλέα ως τι­μωρία για το φόνο του Πατρόκλου. Μό­νο που η Ιλίάδα του Ομήρου κάνει λόγο για διαπόμπευση νεκρού σώματος. Τα θύματα των Τούρκων ήταν ζωντανά!

Ένα ακόμα άθλιο μαρτύριο, για το οποίο σιωπούν πολλοί αλλά που εμείς δε θα θέλαμε να απουσιάζει από τη με­λέτη μας ήταν οι πανάθλιες αισχρουργίες που κατά κανόνα πραγματοποιού­σαν οι Τούρκοι σε αιχμαλώτους τους, ανεξαρτήτως φύλου. Τα βασανιστήρια που άπτονται της ηθικής και της τιμής των θυμάτων είναι πανάρχαια υπόθεση. Σε πολλές περιπτώσεις (ακόμα και σή­μερα) τα βασανιστήρια ξεκινούν με την αφαίρεση των ενδυμάτων του θύματος, ως ένα πρώτο σπάσιμο του ηθικού του. Η έκθεση του γυμνού του σώμα­τος απέναντι στους δημίους, είναι ήδη μια πρώτη ψυχική εξουθένωση. Οι Τούρκοι ασφαλώς δεν αποτέλεσαν εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Αντί­θετα μάλιστα έμειναν ονομαστοί στην Ιστορία για τις αισχρότητές τους. Κυρίως είχαν αδυναμία σε νεαρές γυναίκες και νεαρά αγόρια. Νομίζου­με ότι κάθε επιπλέον σχόλιο περιττεύει. Ας θυμηθούμε μόνο το πλήθος των ολοκαυτωμάτων (Αρκάδι, Μεσολόγγι, Κούγκι κ.ά), αλλά και τις τραγικές Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου για να καταλάβουμε γιατί κάποτε αυτή η επιλογή της ηρωικής αυτοκτονίας ήταν μονόδρομος.

Η φωτιά υπήρξε από τα πανάρχαια χρόνια μέσο τιμωρίας κάθε απείθαρχου. Ίσως γιατί το έγκαυμα, μέσα από τους τρομερούς φυσικούς πόνους που προκαλεί, φαντάζει το καλύτερο μέσο πειθαρχίας. Τόσο τρόμο προκαλούσε το κάψιμο στη φωτιά, ώστε πέρασε και στις μεταφυσικές πεποιθήσεις πολλών λαών, από τους αρχαίους Έλληνες που μιλούσαν για τον Πυριφλεγέθωνα ποτα­μό, μέχρι τις χριστιανικές αντιλήψεις περί Κολάσεως, ακόμα και σήμερα. Οι Τούρκοι φυσικά δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση και σ’ αυτήν τη βαρβαρότητα. Ας μην τους «κρίνου­με» πάντως αυστηρά και γι’ αυτό, αφού την ίδια εποχή οι φωτιές της Ιεράς Εξέτασης έκαιγαν τα θύματα τους στην «πολιτισμένη» Δύση. Για να είμαστε όμως ιστορικά ακριβοδίκαιοι, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Τούρκοι ξεπέρασαν σε σαδισμό και εφευρετικότητα τους Ευρωπαίους.

Κλασική μέθοδος θανάτωσης ήταν το δέσιμο του θύματος σε ξύλινο πάσαλο με αλυσίδα, η συγκέντρωση ξύλων γύρω του, η επάλειψη με εύφλεκτες ύλες και η ανάφλεξη ξύλων και θύματος. Αυτό τουλάχιστον έκαναν κατά κανόνα στη Δύση. Μόνο που οι Τούρκοι, σε πολλές των περιπτώσεων, τοποθετούσαν τα ξύλα μακριά, σε κύκλο γύρω από το θύμα και όχι από κάτω του. Έτσι εί­χε όλη την άνεση να «σιγοψηθεί» και να διασκεδάσει τους παραβρισκόμενους με τις κραυγές πόνου και αγωνίας. Αναφέραμε ήδη το συν­δυασμό καψίματος και διοβελισμού καθώς και τα άνομα έργα του Αλί Πασά. Σε άλλες περιπτώσεις άνα­βαν μια μεγάλη φωτιά και έριχναν μέσα το θύμα δεμένο χειροπόδαρα. Συνηθισμένες και η περιπτώσεις ανάρτησης του θύματος με το κεφά­λι προς τα κάτω, πάνω από μια φω­τιά που σιγόκαιγε.

Κάψιμο γινόταν και με επάλειψη του θύματος με εύφλεκτες ύλες (λά­δι, πίσσα, νάφθα) και ανάφλεξη του ίδιου, χωρίς ρίψη σε φωτιά. Σε άλλες περιπτώσεις, στο δεμένο σε στύλο θύμα χάραζαν με μαχαίρια το σώμα του και έχωναν στις πληγές αναμμένα κεριά ή δαδιά, που έλιωναν και έσταζαν στις φρεσκοανοιγμένες πληγές, προκαλώντας εφιαλτικούς πό­νους. Σε πολλές των περιπτώσεων το κάψιμο γινόταν με πυρωμένα στη φωτιά σίδερα, που τα ακουμπούσαν πάνω στο δέρμα του θύματος, όπως γινόταν το μαρκάρισμα των ζώων.

Στα καψίματα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την ποινή του ασβέ­στη, ένα ακόμα δάνειο από τη βάρβαρη αρχαιότητα. Το θύμα ριχνόταν σε ένα λάκκο με νερό ως το στήθος του και στη συνέχεια έριχναν μέσα στο λάκκο άσβηστο ασβέστη (οξείδιο του ασβεστίου), που έσβηνε πα­ράγοντας κοχλασμό και θερμότητα, καθώς μετατρεπόταν σε υδροξείδιο του ασβεστίου. Το θύμα έβραζε κυ­ριολεκτικά σε ένα μείγμα καυτής βά­σης. Βράσιμο όμως γινόταν και σε νερό, λάδι ή πίσσα. Γινόταν ακόμα περίχυση του θύματος με τα παρα­πάνω υλικά σε κατάσταση βρασμού. Κλείνοντας τα μαρτύρια με τη φωτιά, να θυμίσουμε απλά περιπτώσεις θυ­μάτων, ιδιαίτερα σε σφαγές, αλώσεις κ.τ.λ. που εγκλωβίστηκαν και κάη­καν ζωντανά μέσα στα ίδια τους τα σπίτια από γενίτσαρους, γιατί αρνήθηκαν να παραδοθούν.

Ο εντοπισμός του θύματος ή η ταφή του στο χώμα, ήταν μια ακόμα βάρ­βαρη τεχνική που επιβίωσε από την αρχαιότητα. Το θύμα είτε χτιζόταν ζωντανό σε τοίχο με πέτρες, είτε θαβόταν μέσα στο χώμα. Από τα μέλη του θύματος έμενε έξω μόνο το κεφάλι. Χέρια και πόδια ήταν δεμένα και το σώμα συνήθως γυμνό. Το θύμα τρεφόταν υποχρεωτικά. Η διά­βρωση του τοίχου, οι σωματικές ακαθαρσίες που υποχρεωτικά απόβαλε, τα κάθε είδους έντομα που κεντούσαν το ακάλυπτο κεφάλι, προκαλούσαν σήψη και τρομερούς πόνους. Τελικά κατέληγε μετά από δεκαή­μερη ή και παραπάνω αγωνία, με σήψη και εμφάνιση ακόμα και σκουληκιών στο σώμα του.

Μια ελαφρότερη ασφαλώς ποινή, προοριζόμενη κυρίως για γυναίκες που είχαν διαπράξει ηθικής φύσεως αδικήματα, ήταν αυτή της διαπό­μπευσης. Η ποινή είχε ασφαλώς τις ρίζες της στο Βυζάντιο, αλλά στην Τουρκοκρατία έγινε μέσο εκτόνωσης της καταπίεσης των πληθυσμών. Η εξουσία έξυπνα έστρεφε τους πληθυσμούς εναντίον αλλήλων, για να εκτονώνουν την καταπίεσή τους και να κρατιέται η τάξη που η ίδια έκρι­νε σκόπιμη. Το θύμα της διαπόμπευσης καθόταν ανάποδα, με το πρό­σωπο να βλέπει στην ουρά, σ’ ένα υποζύγιο (συνήθως γάιδαρο) και στη συνέχεια περιφερόταν σ’ όλους τους δρόμους του οικισμού. Η περιφορά συνοδευόταν από παλλαϊκή συμμετοχή με μουσικά όργανα, φωνές και ύβρεις. Τα μαλλιά του θύματος συνήθως κόβονταν, το πρόσωπό του συ­χνά μουτζουρωνόταν με καπνιά, τα ρούχα που κάλυπταν το σώμα του ήταν λιγοστά και σκισμένα και συχνά κρεμούσαν από το λαιμό του δύσοσμα εντόσθια ζώων. Τις μοιχαλίδες γυναίκες υποχρέωναν να κρατούν και την ουρά του γάιδαρου για μεγαλύτερη ταπείνωση. Το τέλος της διαπό­μπευσης ακολουθούσε συνήθως ξυλοδαρμύς του θύματος, πριν αφεθεί ελεύθερο. Είχε όμως πλέον το ισύβιο στίγμα του πομπευμένου ή της πομπευμένης, κάτι που ασφαλώς το υποβάθμιζε κοινωνικά.

Σε πολλές περιπτώσεις η διαπό­μπευση συνόδευε κάθε δημοσία εκτέλεση. Το θύμα περνούσε ανάμεσα από τον εξαγριωμένο οθωμανικό όχλο που το έβριζε, το χτυπούσε, του πετούσε πέτρες και ακαθαρσίες. Στα μαρτύρια των Τεσσάρων Μαρτύρων θα πρέπει να προσθέσουμε κι αυτό της διαπόμπευσης, όχι ασφαλώς με υποζύγιο, μια και το υποτιθέμενο «έγκλημα» που διέπραξαν ήταν καθοσιώσεως (αντίσταση στην οθωμα­νική αρχή) και όχι ηθικό. Να θυμηθούμε απλά ότι συνδυάστηκε με θεα­τρικά δρώμενα και γελοιότητες, πράγμα που θυμίζει έντονα το «πανη­γύρι» κάθε διαπόμπευσης, που έστη­νε η τουρκική εξουσία. Κλείνοντας με τη διαπόμπευση, να πούμε ότι διατη­ρήθηκε και μετά την Τουρκοκρατία, στην Ήπειρο αλλά και σε πολλά νη­σιά, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, για ηθικής φύσεως αδικήματα. Είχε μάλιστα και την ανοχή των ελληνικών πλέον αρχών. Μόνο που το πράμα έμενε στη βόλτα με το υποζύγιο και στη μουσική διασκέδαση και δεν πήγαινε παραπέρα.

Ένα άγριο βασανιστήριο που μας έσωσε και η λαϊκή παράδοση αλλά και οι εικονογραφικές παραστάσεις, ήταν ο εγκλεισμός του θύματος μέσα σε βαρέλι του οποίου τα εσωτερικά του τοιχώματα είχαν καρφιά. Το βαρέλι κατρακυ­λούσε σε ανώμαλο έδαφος και το θύμα δεχόταν διαδοχικά κεντήματα απ’ τα καρφιά, μέχρι να καταλήξει από αιμορραγία και εξάντληση.

Παραλλαγή ουσιαστικά του παραπάνω βασανιστηρίου ήταν η τόξευση του θύματος με βέλη μέχρι να επέλθει ο θάνατος του. Το θύμα δενόταν σε ένα στύλο ή στο κατάρτι μιας γαλέρας και τοξευόταν διαδοχικά από στρατιώτες, μέχρι να πεθάνει. Γινό­ταν δηλαδή το ίδιο ένας ζωντανός στόχος για δια­σκέδαση στρατιωτών και αρχόντων. Το βασανιστή­ριο αυτό θυμίζει συνειρμικά το μάρτυρα Σεβαστια­νό που στα χρόνια του Διοκλητιανού θανατώθηκε, όπως λέει το Συναξάρι του, με πυκνά τοξεύματα.

Σπανιότερα βασανιστήρια, ήταν αυτά του τροχού και του λιθοβολι­σμού. Ειδικότερα το δεύτερο εφαρμόστηκε αρκετές φορές από τον τουρκικό όχλο σε ανυπεράσπιστους Χριστιανούς, με την ανοχή ή και με την προτροπή των οθωμανικών αρχών.

Πολλές φορές αιχμάλωτοι Χριστιανοί τοποθετήθηκαν μπροστά από κανόνια που εκπυρσοκροτούσαν και μετατράπηκαν σε ανθρώπινα ράκη σαρκών. Σε άλλες περιπτώσεις, δέθηκαν σε γαλέρες που έφευγαν προς αντίθετες κατευθύνσεις και τεμαχίστηκαν. Τεμαχισμός θυμάτων γινόταν ακόμη με άλογα, όπως στη δυτική Ευρώπη. Αλλά οι Τούρκοι ξεπέρασαν τους Ευρωπαίους σε βαρβαρότητα μια και εκθέτανε τα κομμάτια του θύματος σε ικριώματα και δέντρα.

Μια ακόμα ονομαστή βαρβαρότητα των Τούρκων ήταν οι κάθε είδους ακρωτηρια­σμοί που τους άρεσε να κάνουν. Αυτιά, μύ­τες, χείλη, γλώσσες, μαστοί, γεννητικά μό­ρια ήταν αυτά που κυρίως αποκόπτονταν. Όχι όμως μόνο αυτά. Να θυμηθούμε εδώ τον νεοφανή άγιο Ραφαήλ της Μυτιλήνης, που αναρτήθηκε από δέντρο και του ακρωτηριάστηκε η κάτω γνάθος, ενώ η δωδεκάχρονη Ειρήνη ψήθηκε σε βαρέλι την Τρίτη του Πάσχα το έτος 1463.

Συχνή ήταν και η τύφλωση με διαφόρων ειδών αιχμηρά αντικείμενα. Πιο συνηθισμένη σε περιόδους σφαγών και βιαιοτήτων. Πολλά δυστυχι­σμένα πλάσματα έμειναν τυφλά σ’ όλη τους την υπόλοιπη ζωή, επειδή είχαν την ατυχία να περάσει μια ορδή γενιτσάρων απ’ τον τόπο τους. Ιδιαίτερα οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, έμειναν ονομαστοί και γι’ αυτό το κακούργημα.

Σε πολλές των περιπτώσεων τα κομμένα μέλη «κοσμούσαν» την πολεμική συλλογή του γενίτσαρου. Οι πασάδες έδιναν μπαξίσι (φιλοδώρημα) σε κάθε «γενναίο» πολεμιστή ανάλογα με το πόσα αυτιά «απί­στων» έφερε. 0 ίδιος επιβεβαίωνε την παλικαριά και τον «αντρισμό» του απέναντι στους όμοιούς του, έχοντας ως τρόπαιο κομπολόι από τις ρόγες των μαστών που απέκοψε από γυναίκες. Καλύτερο ήταν το παλι­κάρι με το μακρύτερο κομπολόι μετά από μια σφαγή και λεηλασία.

Θα κάνουμε αναφορά εδώ και στην αιχμαλωσία και πώληση ως σκλά­βων χριστιανικών πληθυσμών, μετά από κάθε κατάκτηση. Σκλαβοπάζαρα λειτουργούσαν σ’ όλη τη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο. Πολλά δυστυχισμένα πλάσματα αιχμαλωτίστηκαν, εκπατρίστηκαν, εξανδραποδίστηκαν και έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους με το ζυγό της σκλαβιάς και τη νοσταλγία πατρίδας και δικών. Συνθήκες που θυμίζουν ανάγλυφα την αρ­χαιότητα και δη τη Ρώμη με τις κατακτήσεις και τους δούλους της. Ήταν τόσο απεχθές το όλο θέμα, ώστε πέρασε από την πρώτη στιγμή στα επα­ναστατικά κείμενα. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822) αναφέρει ρητά:

Στην ελληνική επικράτεια δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται άνθρωπος. Αγορασμένος σκλάβος οποιασδήποτε φυλής ή εθνικότητας μόλις πατήσει στο ελληνικό έδαφος είναι ελεύθερος και ο ιδιοκτήτης του δεν έχει δικαίωμα να τον αναζητήσει.

Συγκινητικό αλήθεια, αν σκεφτούμε ότι η Αμερική μετά από σαράντα χρόνια (1865) και ύστερα από έναν εμφύλιο πόλεμο ψήφισε παρόμοιο νόμο, που όμως άργησε αρκετά να εφαρμοστεί, σε αντίθεση με το φτω­χό και μίζερο ελληνικό κράτος του 1832, όπου ποτέ κανένας πια δεν πουλήθηκε και δεν αγοράστηκε!

Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ένα ακόμα βασανιστήριο, που αφορά τις πλείστες των περιπτώσεων και περνά σχεδόν απαρατήρητο.

Είναι το μαρτύριο του εγκλεισμού στη φυλακή, με όσα κατά κανόνα το συνοδεύουν. Είναι και ένα από τα μαρτύρια των τεσσάρων Αγίων.

Οι τουρκικές φυλακές στεγάζονταν σε υπόγεια κάστρων, αρχοντικών ή και σπιτιών. Η είσοδός τους ήταν πάντα μια στενή, καγκελόφραχτη πόρτα. Η πρόσβαση του χώρου της φυλακής στο φως του ήλιου ήταν από ανύπαρκτη έως μηδαμινή. Συχνά περιοριζόταν σ’ ένα μικρό καγκελόφραχτο παραθυράκι. Για φωτισμό χρησιμοποιούσαν αναμμένους δαυλούς, χρήσιμους και για βασανισμό κρατουμένων. 0 αερισμός το ίδιο ανύπαρχτος. Φοβερή δυσοσμία επικρατούσε στο εσωτερικό της φυ­λακής. Οι συνθήκες υγιεινής επίσης ανύπαρχτες. Αντί για δάπεδο το χώ­μα της γης ή στην καλύτερη περίπτωση χοντροκομμένες πέτρινες πλά­κες. Χαλκάδες και αλυσίδες στους τοίχους. Πάνω σ’ αυτούς δένονταν για μέρες οι φυλακισμένοι. Για τις σωματικές τους ανάγκες χρησιμο­ποιούσαν το πάτωμα της φυλακής. Η δυσοσμία αφόρητη. Υγρασία, έντο­μα και τρωκτικά συμπλήρωναν την εικόνα του μπουντρουμιού.

Αυτά βέβαια για τις ώρες της «ανάπαυσης», γιατί φυλακή σήμαινε ουσιαστικά συνεχής βασανισμός. Ξυλοδαρμοί, φάλαγγας, εκδορές, βασανιστήρια με φωτιά και άλλα πολλά που προαναφέραμε λάμβαναν χώρα καθημερινά. Η ανάρτηση από τους χαλκάδες του τοίχου καθι­στούσε πολλές φορές τους εγκλεισμένους ίδιους εσταυρωμένους. Ανάρ­τηση με σκοινιά, ανάρτηση με τα χέρια περασμένα σε χαλκάδες, ανάρ­τηση με αλυσίδες, με το κεφάλι προς τα κάτω. Σκληροί και απάνθρωποι βασανισμοί. Μαστίγωση που έκανε το αίμα να στάζει απ’ τα πόδια ή τη μύτη του θύματος, ανάλογα με το πώς ήταν κρεμασμένο. Αφαίρεση ενδυμάτων και έκθεση στο κρύο των γυμνών σωμάτων. Αισχρότητες και αθλιότητες που διστάζει κάθε πένα να περιγράφει. Λιγοστό φαΐ και νε­ρό, όσο έφτανε για να μην έρθει ο θάνατος και να συνεχιστεί ο πόνος. Αθλιος ύπνος, σε δάπεδο στρωμένο με βούρκο, πηλά, ακαθαρσίες. Όλα όσα ο σαδισμός και η διαβολική εφευρετικότητα μπορούσαν να ενστα­λάξουν σε ανθρώπινο κρανίο. Όσοι έβγαιναν ζωντανοί απ’ τα κολαστή­ρια αυτά ήταν πια σκιά του εαυτού τους. Συχνά τους συνόδευαν μόνι­μες αναπηρίες και ψυχικές διαταραχές.

Έχουμε πλέον τις αμείλικτες κινηματογραφικές καταγραφές από τα κολαστήρια των Ναζί (Άουσβιτς, Ματχάουζεν, Νταχάου κ.ά.) ,για να πάρουμε μια πιο ζωντανή ιδέα. Γιατί, κακά τα ψέματα, όλα τα τυραννικά καθεστώτα μοιάζουν και συναγωνίζονται το ένα το άλλο σε αθλιότητα και κακουργία. Αυτές τις τρομερές συνθήκες που κρίναμε σκόπιμο να περιγράφουμε έζησαν καρτερικά οι τέσσερις Άγιοι για τουλάχιστον τρεις μήνες, μέσα σε βασανισμούς που καθημερινά γίνονταν σκληρότεροι.

Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν δυστυχώς αρρωστημένη φαντασία ούτε δίκιά μας, ούτε των άλλων συγγραφέων, που έργα τους κοσμούν τη βιβλιογραφία μας. Αποτελούν μια φριχτή ιστορική αλήθεια (μακάρι να ήταν μόνο ιστορική). Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να παραπέμψουμε τους αναγνώστες μας στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου, Βασανι­στήρια και Εξουσία, στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους της Εκδοτικής Αθηνών και στη λοιπή βιβλιογραφία μας. Ας ρίξουν και μια ματιά στις λίγες εικόνες από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη που παραθέτουμε στο κεφά­λαιο αυτό. Εν κατακλείδι, εμείς απλώς παρουσιάσαμε την κορυφή του παγόβουνου. Την κορυφή του τεράστιου βουνού της φρίκης και του αί­ματος της Τουρκοκρατίας.

Θα παραθέσουμε εδώ κι ένα απόσπασμα από το ποίημα του Νικηφό­ρου Βρεττάκου, «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη», για να δούμε πώς περιγράφει κι αυτός με ποιητικό τρόπο το μέγεθος του «βουνού» αυτού της φρίκης:

… κι αν μπορούσαν ν9 αναπλαστούν απ9 τη φθορά τους

τα σύνεργα του αμολόγητου σκότους,

τα μαστίγια, τα βέλη, τα καρφιά, τα παλούκια, οι κρεμάλες, οι φάλαγγες, οι θηλιές που τους έσερναν στους Βοσπόρους και στα ποτάμια, και μετά συγκεντρώνονταν σ’ έναν κάμπο ασύνορο, θα σχημάτιζαν όρος μέγα και απότομο. Κ9 η πανσέληνος θα ανάτελνε πολύ έπειτα απ9 τα μεσάνυχτα. Και απ9 όποιο σημείο κι αν θεόταν τον όγκο τους, θ9 απορούσε κανείς:

πώς απόμεινε μήτρα, πώς απόμεινε μάτι, πώς απόμεινε πόδι, πώς απόμεινε χέρι,

να σηκώνει του Εθνους σου τη σημαία, ανάμεσα στις άλλες σημαίες των Ενωμένων Εθνών…

Αντί άλλου σχολίου στο ποίημα του Βρεττάκου εκφράζουμε κι εμείς ταπεινά την απορία πώς μπόρεσαν οι πρόγονοί μας να βγουν νικηφόρα από αυτή τη φρίκη; Ποιο ηρωικό και άγιο μεγαλείο τους διακατείχε; Από πού άντλησαν τη δύναμη; Οι απαντήσεις στα παραπάνω είναι τόσο αυτονόητες που κάθε άλλη αναφορά φαντάζει περιττή. Ασφαλώς όλα δείχνουν το μέγεθος της αγιότητας και του ηρωισμού των ανθρώπων που αντιμετώπισαν τις παραπάνω καταστάσεις και κατόρθωσαν να τις υπερκεράσουν.

Πλησιάζοντας προς το τέλος του κεφαλαίου αυτού, αισθανόμαστε την ανάγκη να δώσουμε μια απάντηση σ’ ένα εύλογο ερώτημα που ίσως θα ήθελαν να μας θέσουν οι αναγνώστες μας:

Αυτή η αναφορά σε διώξεις και βασανιστήρια παλαιότερων εποχών για ποιο λόγο γίνεται και τελικά σε τι αποσκοπεί; Δεν είναι λίγοι αυτοί που θα ισχυρίζονταν ότι θα ήταν καλό να πέσει ο πέπλος της λήθης σε όλα αυτά και να θαφτούν βαθιά στο παρελθόν, χωρίς αναμοχλεύσεις. Άλλωστε σήμερα προβάλλει επιτακτική η ανάγκη ειρηνικής συμβίωσης με όλους τους λαούς της γης, για να αντιμετωπιστούν τα κρίσιμα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου που προβάλουν ανελέητα (προβλήματα περιβάλλοντος, υπερπληθυσμός, ενεργειακή κρίση κ.ά.). Η συνεργασία κάθε χώρας με όλους τους λαούς της γης, ιδιαίτερα δε με τις γειτονικές της χώρες, είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Και ανάμεσα στους γείτονές μας περίοπτη ασφαλώς θέση κατέχουν οι Τούρκοι.

Σε ό,τι μας αφορά θα απαντήσουμε ξεκάθαρα:

Η ειρηνική συνύπαρξη των λαών και η συνεργασία τους είναι βαθιά μας πεποίθηση. Δεν ξεχωρίζουμε κανένα από αυτούς, ούτε ασφαλώς τους Τούρκους. Άλλωστε η φιλική συνεργασία των λαών μας σε πρό­σφατες φυσικές καταστροφές (σεισμούς, πυρκαγιές κ.τ.λ.), δείχνει ότι έχουμε κοινό δρόμο να βαδίσουμε. Το ίδιο δείχνουν και οι οικονομικές, τουριστικές, πολιτιστικές ανταλλαγές μας χρόνια τώρα.

Από κει και μετά όμως έρχεται η σκληρή πραγματικότητα, που μας προσγειώνει ανώμαλα. Ό,τι περιγράψαμε για διωγμούς και βασανιστή­ρια δεν είναι μια παρακείμενη, αλλά μια ενεστώσα κατάσταση στη σύγ­χρονη Τουρκία. Η φρίκη των βασανιστηρίων και του αίματος υπάρχει και σήμερα στις τουρκικές φυλακές. Δεν είμαστε εμείς οι Έλληνες που το λέ­με. Το λέει η Διεθνής Αμνηστία και πλήθος ακόμα παρατηρητών της Ευ­ρωπαϊκής Ένωσης που καταγγέλλουν το γεγονός ως ένα από τα σοβαρά εμπόδια της Τουρκίας προς την Ευρώπη. Ακόμα και ο αμερικανικός κινη­ματογράφος με ταινίες του, όπως η φρικαλέα «Το εξπρές του μεσονυχτι­ού», περιγράφει το κλίμα που επικρατεί στις τουρκικές φυλακές ακόμα και σήμερα. Η ανάμειξη του στρατού στη διοίκηση της χώρας παραπέ­μπει σε άλλες εποχές και καταστάσεις. Αν μάλιστα στα παραπάνω προ­σθέσουμε την κατοχή της βόρειας Κύπρου (η Τουρκοκρατία συνεχίζεται εκεί εδώ και 34 χρόνια), την απρεπή συμπεριφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την άσχημη αντιμετώπιση της ελληνικής μειονότητας που μας αφορούν άμεσα ως Έλληνες, τότε το πράγμα φαντάζει βαρύτερο.

Μα πέρα από την Τουρκία, διώξεις και βασανιστήρια καλά κρατούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρόσφατα είδαμε στο Ιράν να επιστρέφει ο Μεσαίωνας, με δημόσιες εκτελέσεις και κρεμάσματα από γερανούς για ασήμαντες αφορμές, σήμερα που συμπληρώνουμε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα! Είδαμε τη φρίκη και το αίμα να πνίγει την πρώην Βιρ­μανία και το Πακιστάν. Είδαμε παρόμοιες καταστάσεις στο Αφγανι­στάν, στο πολύπαθο Ιράκ (έχουμε ξαναγράψει γι’ αυτό) και στο Γκουαντάναμο της Κούβας. Καταστάσεις που δυστυχώς κι εμείς βιώσαμε πρόσφατα, στην επταετία των συνταγματαρχών. Τις βίωσε η παγκόσμια κοινότητα πριν από 70 χρόνια, όταν οι Ναζί της Γερμανίας θύμισαν ότι οι βάρβαροι ήταν παρόντες στην καρδιά του 20ού αιώνα.

Το είπαμε κατηγορηματικά σε προηγούμενο βιβλίο μας για τον άγιο Γεώργιο , θα το επαναλάβουμε και σήμερα: η αναφορά της Εκκλησίας μας σε διωγμούς και βασανιστήρια Μαρτύρων δεν είναι μουσειακή και χωρίς αντίκρισμα. Είναι μια ανοιχτή καταγγελία σε κάθε εποχή, με δύο κυρίως σκοπούς. Το θετικό και τον αρνητικό. Θετικό ως παράδειγμα μίμησης του κάθε Μάρτυρα που αντιστάθηκε και θυσιάστηκε για να κρατήσει ψηλά την Πίστη του. Αρνητικό (και κυριότερο κατά την ταπεινή μας γνώμη) ως παράδειγμα αποφυγής,του να γίνομε διώχτες της όποιας διαφορετικότη­τας. Αιώνες τώρα η Εκκλησία μας προσπαθεί να προφυλάξει τα μέλη της από το ολέθριο ολίσθημα του διώκτη -βασανιστή,φέρνοντας ως αρνητικό παράδειγμα τους διώκτες της χριστιανικής Πίστης.

Αν σήμερα η «πολιτισμένη» Δύση απολαμβάνει τη σχετική ασφάλεια των σύγχρονων κρατών, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η κακή φύση του ανθρώπου είναι πανταχού παρούσα. 0 αρχαίος Έλληνας συγγραφέ­ας Πλούταρχος φωνάζει καθαρά μέσα από τα βάθη των αιώνων: «Κανέ­να κτήνος δεν είναί αγριότερο του ανθρώπου, εφόσον κατέχει ανεξέλε­γκτη εξουσία». Αυτό το ζήσαμε και το βιώσαμε «στο πετσί μας» όλα τα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας μας.

Δεν πρέπει σήμερα να εφησυχάζουμε ξέροντας ότι κάπου πάνω σ’ αυ­τόν τον πραγματικά όμορφο γαλαζόλευκο πλανήτη μας κάποιοι άνθρω­ποι βασανίζουν και θανατώνουν άλλους ανθρώπους για τις πεποιθήσεις τους. Μη νομίσουμε ότι οι παραπάνω καταστάσεις δε μας αφορούν. Κα­νένας δεν μπορεί να δώσει σε κανένα εγγύηση για τις όποιες ελευθερίες απολαμβάνει. Αν σήμερα εμείς οι «βολεμένοι» δε φωνάξουμε για τη συμφορά που χτυπά κάποιους άλλους, να είμαστε σίγουροι ότι όταν θα έρθει ξανά και η δική μας σειρά (όπως σοφά είχε πει κάποτε ο Μπρεχτ για το Χίτλερ),τότε κανένας δε θα ακούσει τη φωνή της απόγνωσής μας.

Το κείμενο με τα σκίτσα αντλήθηκαν από το βιβλίο με τίτλο: Τέσσερις Μάρτυρες, του Γιώργη Καλογεράκη, Έκδοση Ιερού Ενοριακού Ναού Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων Ρεθύμνου. 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!