Το Θέατρο «Απόλλων» της Ερμούπολης στην Σύρο
Υπηρεσία του ipy.gr
Το Θέατρο «Απόλλων»: Η καρδιά της Ερμούπολης και η διαχρονική της ακτινοβολία
Το Θέατρο «Απόλλων» αποτελεί το απόλυτο έμβλημα της Ερμούπολης, καθώς η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της ίδιας της πόλης. Η Ερμούπολη, δημιούργημα των προσφύγων των αρχών του 19ου αιώνα, υπήρξε ένα αληθινό θαύμα κοινωνικής, οικονομικής και αρχιτεκτονικής ανάπτυξης, με μια πνευματική κίνηση που ακτινοβολούσε πέρα από τα σύνορά της.
Η ανάγκη για έναν μόνιμο χώρο τέχνης ήταν επιτακτική. Οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις, που μέχρι τότε περιορίζονταν σε πρόχειρα παραπήγματα, ξύλινες αποθήκες, λέσχες και καφενεία, οδήγησαν το Δημοτικό Συμβούλιο της εποχής στην απόφαση να ανεγερθεί ένα θέατρο αντάξιο των προσδοκιών τους στο κέντρο της πόλης.
Το οικοδόμημα ολοκληρώθηκε μέσα σε μόλις δύο χρόνια, από το 1862 έως το 1864, υπό την επίβλεψη του δημοτικού αρχιτέκτονα Πιέτρο Σαμπό. Ο σχεδιασμός του αποπνέει την αύρα της ιταλικής κουλτούρας, καθώς φέρει εμφανείς επιρροές από σπουδαία ευρωπαϊκά πρότυπα: τη Σκάλα του Μιλάνου (1776), το ιστορικό θέατρο «San Carlo» της Νάπολης (1816), το ακαδημαϊκό θέατρο στο Castelfranco (1745) και το «Teatro della Pergola» της Φλωρεντίας (1755).
Τα λαμπερά εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 20 Απριλίου 1864, παρουσία του εμπνευστή του εγχειρήματος, Μικέ Σαλβάγου. Το κοινό υποδέχτηκε το θέατρο με την όπερα «Rigoletto» του Verdi, ενώ στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν επίσης η «Favorita» του Donizetti, καθώς και η «Traviata» και ο «Ballo in maschera» του Verdi.
Ακολούθησαν χρόνια χρυσής ακμής, όπου το θέατρο συμπορεύτηκε με την ευημερία της πόλης. Στη σκηνή του φιλοξενήθηκαν κορυφαίοι καλλιτέχνες και θίασοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό, δίνοντας έμφαση στο λυρικό θέατρο. Ακόμα και όταν η οικονομική παρακμή άρχισε να κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 20ού αιώνα, το θέατρο παρέμενε πόλος έλξης, μια ιστορία που αποτυπώθηκε με μοναδικό τρόπο στο τετράτομο έργο του συριανού συγγραφέα Μάνου Ελευθερίου.
Με την έλευση της κατοχής, το θέατρο χρησιμοποιήθηκε από την ιταλική και μετέπειτα τη γερμανική φρουρά για κινηματογραφικές προβολές, μια χρήση που συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση. Μια τελευταία αναλαμπή πριν το κλείσιμο ήταν η παράσταση «Σκιά» του Ντάριο Νικοντέμι με την Μαρίκα Κοτοπούλη το 1953 – η τελευταία της ζωής της. Λίγο αργότερα, το θέατρο σφραγίστηκε, καθώς κρίθηκε ακατάλληλο και επικίνδυνο, ενώ η προσπάθεια ανακαίνισης του 1970 έμεινε ημιτελής, προκαλώντας μάλιστα αλλοιώσεις στον εσωτερικό του χώρο.
Η οριστική αποκατάσταση στην αρχική του μορφή αποτέλεσε για χρόνια κοινό αίτημα της τοπικής κοινωνίας. Οι εργασίες ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’90, βασισμένες στα σχέδια μιας ομάδας αρχιτεκτόνων με επικεφαλής τον Πέτρο Δ. Πικιώνη, με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Υπουργείο Πολιτισμού. Το έργο ολοκληρώθηκε το 2000 και τα εγκαίνια έγιναν στις 17 Ιουλίου από τον τότε Δήμαρχο, Γιάννη Δεκαβάλλα. Οι εντυπωσιακές οροφογραφίες που κοσμούν τον χώρο φέρουν την υπογραφή του ζωγράφου Δημήτρη Φόρτσα.
Σήμερα, ο «Απόλλων» ζει μια νέα εποχή. Φιλοξενεί παραστάσεις, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και διεθνή φεστιβάλ καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ στον τρίτο όροφο οι επισκέπτες μπορούν να περιηγηθούν σε μια έκθεση με αφίσες και ιστορικά κειμήλια. Από το 2014, έχοντας συμπληρώσει 150 χρόνια ζωής, το θέατρο στοχεύει πλέον στη βιωσιμότητα και τον εκσυγχρονισμό, παραμένοντας πάντα ένας ζωντανός πυρήνας δημιουργίας.
Πέρα από τα υλικά του στοιχεία, η πραγματική αξία του «Απόλλωνα» κρύβεται στην ιστορία του συριανού κοινού, όπως αναλύεται από τη Δέσποινα Λοόκου σε σχετικό συμπόσιο για τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το θέατρο υπήρξε τεκμήριο μιας κοινωνίας με άποψη και αισθητική. Πολύ πριν την ίδρυσή του, οι Συριανοί είχαν έρθει σε επαφή με πολλούς ελληνικούς και ιταλικούς θιάσους, καλλιεργώντας ένα απαιτητικό θεατρικό κριτήριο. Οι άνθρωποι της εποχής, με την οξεία ακοή τους, ανέπτυξαν μια βαθιά αγάπη για την όπερα, καθώς οι ερμηνευτές έπρεπε να κερδίσουν τον θαυμασμό τους με το ταλέντο τους, σε μια εποχή χωρίς την ενίσχυση των μεγαφώνων.
Μέχρι την εμφάνιση του κινηματογράφου, ο «Απόλλων» ήταν το πολιτιστικό πρότυπο για κάθε κοινωνική τάξη, επηρεάζοντας τη γλώσσα, το ντύσιμο, ακόμη και την καθημερινή ζωή των κατοίκων, που μετέφεραν τους θεατρικούς τρόπους και τις άριες στους δρόμους της πόλης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ένα κοινό τόσο εξοικειωμένο με την τέχνη του θεάτρου κατάφερε να μεταβεί με ευκολία σε πιο απαιτητικά είδη, όπως η πρόζα και το έργο του Ίψεν, αποδεικνύοντας ότι το θέατρο Απόλλων ήταν πολύ περισσότερο από ένα απλό κτίριο – ήταν το σχολείο της ψυχής και της αισθητικής τους.
Το κείμενο αντλήθηκε από φυλλάδιο που διανέμεται από το θέατρο “Απόλλων”
