Νήσος Γαϊδουρονήσι η Χρυσή

Νήσος Γαϊδουρονησι η Χρυσή

Πρόκειται για ένα νησί θαύμα της φύσης, σε αυτό το μαγευτικό μέρος θα πάτε από την Ιεράπετρα, τα καραβάκια κάνουν περίπου 50 λεπτά, ενώ η πιθανότητα να συναντήσετε δελφίνια κατά την διάρκεια του ταξιδιού είναι πολύ μεγάλη.

Το Γαϊδουρονήσι βρίσκεται 10 περίπου μίλια νότια της πόλης της Ιεράπετρας στο νότιο ανατολικό Κρητικό πέλαγος, έχει έκταση 4,743 τ χιλιόμετρα. Πάνω στο νησί στο βόριο δυτικό του άκρο υπάρχουν μερικές κατοικίες, 

Το Γαϊδουρονήσι είναι ένα από τα μεγάλα νησιά που βρίσκονται γύρο από την Κρήτη, όπως τη Γάυδο, τη Ντία, το Κουφονήσι, πρόκειται για ένα κατάφυτο νησί παρόλο την έλλειψη νερού. Η Χρυσή όπως είναι το δεύτερο όνομα της, έχει δύο βασικά τοπία, το ένα τοπίο είναι το δάσος των κέδρων, που λέγετε ότι είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, συναντάμε τους κέδρους στο 1/3 του νησιού, πάνω σε μικρούς και μεγάλους αμμόλοφους, ενώ πολλές φορές ξεπερνούν τα 7 μέτρα ύψος. Το άλλο τοπίο είναι μία σχεδόν επίπεδη έκταση 1 έως 4 μέτρα πάνω από την θάλασσα, με μικρούς και μεγάλους θάμνους.

Στην Χρυσή έχουν βρεθεί σημαντικές αρχαιότητες που φανερώνουν ότι το νησί κατοικείτε χιλιάδες χρόνια, έχει πλούσια πανίδα, όπως σαύρες, μικρά φίδια, πουλιά.

Οι παραλίες της Χρυσής είναι μοναδικής ομορφιάς, ο επισκέπτης έχει την ευχέρεια να επιλέξει παραλία ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου, αν για παράδειγμα η βόρια παραλία έχει κύμα λόγο των μελτεμιών, μπορεί να απολαύσει το μπάνιο του στους νότιους απάνεμους κολπίσκους, τα νερά στο Γαϊδουρονήσι έχουν υψηλή καθαρότητα, για αυτό προσφέρονται για καταδύσεις μέσα σε ένα πλούσιο βυθό.

Η ελεύθερη κατασκήνωση στο Γαϊδουρονήσι θα σας αφήσει μοναδικές εμπειρίες, όπως τον έναστρο ουρανό και το νυχτερινό μπάνιο, αρκεί βέβαια να τηρούνται οι κανόνες της καθαριότητας και της προστασίας του περιβάλλοντος, μαζεύουμε όλα τα σκουπίδια μας σε σακούλα και τα εναποθέτουμε στους κάδους που υπάρχουν, δεν κόβουμε κανένα κλαδί όσο μικρό και αν είναι, δεν ανάβουμε φωτιά για κανένα λόγο.

Στο βόριο δυτικό μέρος του νησιού δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου η οποία εκτιμάται ότι είναι του 13ου αιώνα μΧ. 

Οι πληροφορίες που θα διαβάσετε παρακάτω, προέρχονται από το βιβλίο: Η νήσος Χρυσή, του Δήμου Ιεράπετρας Ιούλιο του 2000.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Σαν αγκυροβολημένο πλοίο η Χρυσή βρίσκεται μεσοπέλαγα, περίπου 15 χιλιόμετρα νότια της Ιερόπετρας. Η θάλασσα, που στη μέση της απόστασης φτάνει και τα 700 μέτρα βάθος, τη χώριζε πάντα από την Κρήτη.

Με το Νότιο Κρητικό Πέλαγος να την προστατεύει, η Χρυσή απέκτησε στοιχεία που την κάνουν ιδιαίτερη. Στοιχεία που αλληλεπιδρουν στο χώρο και το χρόνο και είναι αυτά που ο επισκέπτης εκλαμβάνει σαν ομορφιά. Το Γεραπετρίτικο νησί είναι χωρίς αμφιβολία ξεχωριστό και αποτυπώνεται στη μνήμη του κάθε επισκέπτη. Οι εικόνες του έρχονται και ξανάρχονται, το ίδιο ζωντανές, με τα ίδια ακριβώς χρώματα, και με το χρόνο γίνονται πολύτιμες.

Στο υγιές όσο και εύθραυστο περιβάλλον της Χρυσής οι επισκέπτες θα πρέπει να κινούνται με σεβασμό στις φυσικές λειτουργίες. Στις σελίδες που ακολουθούν περιγράφονται σύντομα τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος του νησιού και δίνονται πληροφορίες για το τι μπορεί να δει ο επισκέπτης, αλλά και το τι πρέπει να προσέχει.

Καλούστ Β. Παραγκαμιάν Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης

Η Χρυσή (ή Γάίδουρονήσι) βρίσκεται 8 μίλια νότια της Ιεράπετρας, της μοναδικής πόλης της νοτιοανατολικής Κρήτης. Οι Γεραπετρίτες την αποκαλούν απλώς «Νησί» καθώς υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, μια σχέση που χάνεται μέσα στο χρόνο.

Για πένιε μήνες το χρόνο από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου υπάρχουν καθημερινά δρομολόγια μικρών επιβατηγών σκαφών, που αναχωρούν από το λιμάνι της Ιεράπετρας με προορισμό το νησί.

Στη μαγεία του Νότιου Κρητικού πελάγους το ταξίδι γίνεται συνήθως παρέα με αρτέμηδες, και ασημόγλαρους ενώ σπάνια κάνουν την εμφάνισή τους και δελφίνια. Μετά από ταξίδι μιας ώρας περίπου τα σκάφη προσεγγίζουν τη νότια πλευρά του νησιού, που είναι συνήθως πιο απάνεμη.

Η αποβίβαση γίνεται στη θέση «Βούγιου Μάτι» όπου υπάρχει μ;α μικρή προβλήτα και ο χώρος υποδοχής.

Οι εκδρομές είναι ολοήμερες και οι επισκέπτες έχουν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους για να περιηγηθούν στα μονοπάτια τής Χρυσής, να κάνουν μπάνιο στα γαλαζοπράσινα νερά της και να γευματίσουν στο περίπτερο του Δήμου Ιεράπετρας.

Η Χρυσή είναι σχεδόν επίπεδο νησί έχοντας μέσο υψόμετρο μόλις 10 μ. Από μακριά φαίνεται σαν μια λεπτή λουρίδα γης που προεξέχει από τη θάλασσα. Έχει μέγιστο μήκος 5 km, μέσο πλάτος 1 km και καταλαμβάνει έκταση περίπου 5 km.

Το ψηλότερο σημείο βρίσκεται ανατολικά στη θέση Κεφάλα και φτάνει τα 31 μ. Εκεί υπάρχει και το δασικό φυλάκιο, που έχει θέα ολόκληρο το νησί.

Στη δυτική πλευρά του νησιού, στο Φάρο, υπάρχει το δεύτερο ψηλότερο σημείο (21 μ). Η μέση κλίση είναι 3-5%, ενώ οι απόκρημνες περιοχές υπάρχουν αποκλειστικά στις ακτές, με ύψη μικρότερα από 5 μ.

Περίπου 700 μ ανατολικά της Χρυσής υπάρχει το

βραχώδες Μικρονήσι.
καταλαμβάνει έκταση μόλις 117 στρέμματα.

Η θάλασσα γύρω από τα νησιά είναι ρηχή. Σε απόσταση 1 km προς βορρά και σχεδόν 500 μ προς νότο δεν είναι βαθύτερη από 10 μ, ενώ η ισοβαθής των 5 μ ενώνει την Χρυσή με το

Τα βασικά πετρώματα της Χρυσής (διαβάσες, περιδοτίτες και γάββροι) δημιουργήθηκαν με τη στερεοποίηση λάβας, που εκχυθηκε από υποθαλάσσιο ηφαίστειο εκατομμύρια χρόνια πριν.

Σε πολλά σημεία πάνω από τα ηφαιστειογενή πετρώματα υπάρχουν θαλάσσια ιζήματα (κυρίως κερατόλιθοι, λατυποπαγή και ψαμμίτες).

Περπατώντας στην περιφέρεια του νησιού ο επισκέπτης θα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα των πετρωμάτων (καστανοκόκκινο, γκριζοπράσινο, μαύρο).

Το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Χρυσής καλύπτεται από άμμο. Στα επίπεδα μέρη το έδαφος είναι σχετικά συμπαγές και αποτελείται από λεπτόκοκκη κοκκινωπή άμμο που σε μεγάλο ποσοστό είναι καλυμμένο από βρυόφυτα και λειχήνες.

Στα μέρη όπου υπάρχουν αμμοθίνες η άμμος είναι κιτρινωπή και χονδρόκοκκη. Αυτή συγκροτείται κυρίως από το εκτεταμένο ριζικό σύστημα των κέδρων, αλλά και το φύλλωμά τους το οποίο αγγίζει το έδαφος.

Όλα τα απολιθώματα, που έχουν βρεθεί στο νησί, είναι θαλάσσιας προέλευσης. Αποτέθηκαν πάνω στα ηφαισιειακά πετρώματα (στους διαβάσες) πριν από 350.000 έως 70.000 χρόνια, όταν η Χρυσή ήταν ακόμη βυθισμένη στο νερό.

Οι απολιθωματοφόρες περιοχές βρίσκονται στα Β, ΒΑ, Ν και ΝΑ τμήματα του νησιού σε ύψος μέχρι 6 μ πάνω από τη θάλασσα. Συνολικά έχουν βρεθεί απολιθώματα 49 ειδών, από τα οποία 13 είναι δίθυρα, 39 γαστερόποδα (κοχυλια και πεταλίδες), 1 σκαφόποδο, 1 κοράλλι και 1 αχινός.

Τουλάχιστον 12 από τα παραπάνω είδη ζουν και σήμερα στη θαλάσσια περιοχή γύρω από τη Χρυσή. Αυτά και ακόμη 50 περίπου είδη γαστεροπόδων και δίθυρων υπάρχουν σε μεγάλους πληθυσμούς μέχρι τα 50 μ βάθος, γι’ αυτό και οι βόρειες ακτές της Χρυσής είναι γεμάτες κοχύλια. Ιδιαίτερα στην ανατολική πλευρά της βόρειας παραλίας ο αριθμός των κοχυλιών είναι τεράστιος αποτελώντας ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού.

Η βλάστηση παρουσιάζει ποικιλία σε σχέση με το μέγεθος του νησιού. Σε γενικές γραμμές υπάρχουν πέντε διαφορετικοί τύποι βλάστησης: α) δάσος κέδρων (Juniperus macrocarpa), β) μικτά δάσος κέδρων και θαμνοκυπάρισσων, γ) δάσος θαμνοκυπάρισσων (Juniperus phoenicea), δ) αραιοί θαμνότοποι (φρύγανα) και ε) αμμόφιλη παραλιακή βλάστηση.

Η εξάπλωση του κέδρου στην Ελλάδα είναι περιορισμένη. Απαντά σε μερικά νησιά του νότιου Αιγαίου, αλλά σπάνια η έκταση και η δομή του δάσους είναι όπως στη Χρυσή και στη Γαύδο.

Το κεδροδάσος της Χρυσής έχει έκταση περίπου 350 στρέμματα, όσο σχεδόν και οι αμμοθίνες του κενιρικου-ανατολικου τμήματος του νησιού. Περιλαμβάνει αιωνόβια δέντρα που έχουν ύψος μέχρι και 10 μ και αραιή χαμηλή αμμόφιλη βλάστηση (αγρωστώδη, Ευρhorbia ραralias, Silene αmmophila, Μatthiola tricuspidata, Limoniastrum monopetalum, Ζigophyllum album, κ.α.).

Σε γενικές γραμμές δεν υπάρχουν θάμνοι μέσα στο κεδροδάσος, εκτός από κάποια σημεία στις παρυφές του δάσους, όπου υπάρχουν σχίνοι (Ρistacia lentiscus) και ρείκια (Εrica manipuliflora).

Η πυκνότητα των Κέδρων στο δάσος είναι 14 δέντρα ανά στρέμμα και έχουν μέση ηλικία 200 χρόνια!

Τα περισσότερα δέντρα έχουν ύψος 3 έως 7 μ. Υπάρχει ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό δέντρων που φτάνουν τα 8 ή και τα 10 μ. Η μέση ηλικία αυτών των κέδρων είναι τουλάχιστον 300 χρόνια και η διάμετρος του κεντρικού κορμού τους φτάνει το 1 μ.

Οι κέδροι έχουν ριζικό σύστημα που αναπτύσσεται σε ακτίνα τουλάχιστον διπλάσια από το ύψος τους! Εκτός από τις μεγάλες ρίζες μια τεράστια ποσότητα πολύ λεπτών ριζών διαμορφώνουν ένα πυκνό πλέγμα που συγκρατεί την άμμο.

Το φύλλωμα των κέδρων είναι πυκνό και φθάνει μέχρι το έδαφος. Έτσι, παίζει και αυτό ρόλο στη συγκράτηση της άμμου, αλλά και των ψύλλων που έχουν πέσει και που με την αποικοδόμησή τους θα λιπάνουν το φυτό. Μια άλλη εντυπωσιακή προσαρμογή των κέδρων είναι ότι εκκρίνουν υγροσκοπικά άλατα. Αυτά με τη σειρά τους συγκεντρώνουν κατά τις νυχτερινές ώρες την υγρασία της ατμόσφαιρας και με αυτό τον τρόπο οι κέδροι παίρνουν το νερό που χρειάζονται.

και στο ανατολικότερο σημείο του νησιού υπάρχει μικτό δάσος κέδρων και θαμνοκυπάρισσων σε αμμώδες συμπαγές υπόστρωμα.

Στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής και στην άκρη της ανατολικής πλευράς τού νησιού, σε πετρώδες έδαφος, υπάρχει δάσος με κυρίαρχο είδος το θαμνοκυπάρισσο, που περιέχει επίσης αρκετά είδη θαμνωδών φυτών. Η έκταση που καλύπτει είναι περίπου το 50% του νησιού.

Στα ανατολικά και δυτικά άκρα του νησιού υπάρχουν αραιοί θαμνότοποι με κυρίαρχα είδη, το θυμάρι (Corydothymus capitatus), το ρείκι (Erica manipuliflora) και τις λαδανιές (Cistus creticus και C. parviflorus). Ανάμεσά τους υπάρχουν βολβώδη φυτά όπως η σκυλοκρεμμύδα (Urginea maritima).

Στις αμμώδεις παραλίες υπάρχουν αμμόφιλα είδη φυτών όπως το μονοπέταλο λιμονίαστρο (Limoniastrum monopetalalum), οι σιληνές (Silene succulenta και S. ammophila), η παραθαλάσσια γαλατσίδα (Euphordia) και ο θαλασσόκρινος (Pancratium).

Ο αριθμός των φυτικών ειδών τής Χρυσής είναι αρκετό μεγάλος σε σχέση με την έκτασή της και αντιστοιχεί στο 1/20 της κρητικής χλωρίδας. Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί σχεδόν 100 είδη φυτών, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεσογειακή ή και νοτιοευρωπαϊκή εξάπλωση. Υπάρχουν 13 είδη που είναι ενδημικά της Ελλάδας, εκ των οποίων τα 5 είναι ενδημικά της Κρήτης και 1 ενδημικό της Χρυσής και του Κουφονησιου. Αρκετά είδη είναι σπάνια και απειλούμενα και προστατεύονται με διεθνείς συμβάσεις και νόμους.

Τα είδη που αμέσως γίνονται αντιληπτά στον επισκέπτη είναι αυτά που διαμορφώνουν και τη φυσιογνωμία τής βλάστησης της Χρυσής. Κυριαρχούν ο κέδρος, το θαμνοκυπάρισσο και ο σχίνος, τα οποία υπάρχουν τόσο σε θαμνώδη όσο και σε δενδρώδη μορφή. Στο στενότερο τμήμα του νησιού, μέσα στο κεδροδάσος, υπάρχει μια συστάδα λίγων πεύκων (Pinus brutia).

Στις περιοχές με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση τα πιο κοινά είδη είναι το θυμάρι, το ρείκι και οι λαδανιές.

Στις παραλίες υπάρχουν είδη ανθεκτικά στις συνθήκες υψηλής αλατότητας, όπως η σιληνή, το μονοπέταλο λιμονίαστρο, η παραθαλάσσια γαλατσίδα και άλλα. Ο θαλασσόκρινος (Pancratium maritimum) δημιουργεί συστάδες σε όλες τις παραλίες του νησιού. Το είδος αυτό είναι σχετικά κοινό στις ακτές της νότιας Ευρώπης, με σημαντική όμως πτωτική τάση των πληθυσμών λόγω της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας στις αμμουδιές κατά τα τελευταία 20 χρόνια.

Από τα ήδη με περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση το πιο σημαντικό είναι ένα είδος κολχικου (Colchicum cousturieri), είδος που απ’ ολόκληρο τον κόσμο υπάρχει μόνο στη Χρυσή και το γειτονικό Κουφονήσι. Από την εποχή της περιγραφής του, το 1967, δεν έχει αναφερθεί από άλλο μέρος και έτσι η ύπαρξη και διαιώνιση του είδους συνδέεται με τη γενικότερη κατάσταση των οικοσυστημάτων στα δυο αυτά νησιά.

Άλλα ενδημικά είδη φυτών της Κρήτης με σημαντικούς πληθυσμούς στη Χρυσή είναι η αμμόφιλη σιληνή, η κρητική μαρουλίτσα (Crepis ctetica) και η αλκάνα (Alkanna sieberi).

Στη θαλάσσια περιοχή γύρω από τη Χρυσή η ποικιλία και οι πληθυσμοί των θαλάσσιων ειδών αυξάνουν κατακόρυφα, γιατί το νερό είναι ρηχό. Μέχρι τα 20 μ βάθος, ο βυθός καταλαμβάνει έκταση σχεδόν 30 km

(περίπου εξαπλάσια της επιφάνειας της Χρυσής)!

Τα περισσότερα είδη ζώων του νησιού έχουν μεσογειακή εξάπλωση, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχουν αναφερθεί ενδημικά είδη της Χρυσής. Κανένα είδος δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο.

Το 25% των ασπόνδυλων 1 ειδών της Χρυσής είναι ενδημικά τής Κρήτης. Η πανίδα σε γενικές γραμμές δεν είναι διαφοροποιημένη. Είναι ελάχιστες δηλαδή οι μορφές που ενδημούν στο νησί. Αυτό συμβαίνει διότι μόλις πριν λίγες δεκάδες χιλιάδες χρόνια η Χρυσή ήταν τμήμα του βυθού της θάλασσας και επομένως τα είδη που εποίκισαν αργότερα το νησί δεν είχαν αρκετό χρόνο για να διαφοροποιηθούν. Αντίθετα, σε μεγαλύτερα νησιά όπως η Γαύδος, αρκετά ενδημικά είδη της Κρήτης έχουν δημιουργήσει υποείδη, όπως για παράδειγμα τα κολεόπτερα Carabus banoni και Dendarus foraminosus.

Η πανίδα των ερπετών αποτελείται από δυο είδη σαμιαμιδιών, ένα είδος σαύρας και ένα είδος φιδιού. Η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta έχει παρατηρηθεί πολλές φορές σtο νησί, χωρίς όμως να έχει αναφερθεί και ωοτοκία. Το κοινό σαμιαμίδι των σπιτιών (Hemidactylus turcicus) υπάρχει μόνο κοντά σε κτίσματα και μάλλον έχει μεταφερθεί από τον άνθρωπο. Το κυρτοδάκτυλο σαμιαμίδι (Cyrtopodion katschyi), όπως και η αιγαιόσαυρα (Podarcis erhardii), έχουν σημαντικούς πληθυσμούς και είναι ενδημικά υποείδη της Χρυσής. Το μοναδικό είδος φιδιού του νησιού (Telescopus fallax palidus) υπάρχει κυρίως κοντά στα πηγάδια της δυτικής πλευράς της Χρυσής, και τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με τρωκτικά.

Έχουν αναφερθεί συνολικά πάνω από 120 είδη πουλιών. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μετανασιευτικά είδη και είναι περαστικά από το νησί. Στο μακρύ τους ταξίδι η Χρυσή προσφέρει ξεκούραση και λίγη τροφή. Στις περιόδους μετανάστευσης μπορεί να δει κανείς αρκετά είδη από υγροπούλια, όπως ο πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides), ο λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), ο σταχιοτσικνιάς (Ardea cinerea), ο ποταμοσφυριχτής (Charadrius dubius), ο καλαμοκανάς (Himantopus himantopus) και άλλα.

Τόσο στο κοντινό Μικρονήσι όσο και σε διάφορα σημεία τής Χρυσής, φωλιάζουν εκατοντάδες ζευγάρια ασημόγλαρων. Η παρουσία τους εκεί αναφέρθηκε για πρώτη φορά το 1415 από τον γνωστό φλωρεντινό περιηγητή C. Buondelmonti.

Άλλα είδη που φωλιάζουν είναι ο αρτέμης (Calonectris diomedea), ο μυχός (Puffinus yelkouan), ο μαυροπετρής (Falco eleonorae), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ο μαυροτσιροβάκος (Sylvia melanocephala), η σουσουράδα (Motacilla alba), το αγριοπερίστερο (Columba livia), το βραχοχελίδονο (Apus melba) και άλλα. Η νησιωτική πέρδικα (Alectoris chucar έχει εισαχθεί από τον άνθρωπο πριν πολλά χρόνια.

Δύο είδη θηλαστικών υπάρχουν στη Χρυσή, ο σπιτοποντικός (Mus musculus), που υπάρχει και στο Μικρονήσι, και ο αρουραίος (Rattus rattus alexandrinus).

Οι λαγοί, που είχαν εισαχθεί στο παρελθόν, έχουν εκλείψει ενώ γίνεται συστηματική προσπάθεια για να απομακρυνθούν και τα κουνέλια. Παλαιότερα, όταν ακόμα δεν απειλείτο τόσο έντονα από τον άνθρωπο, η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) έβγαινε για να λιαστεί στις παραλίες του νησιού. Σήμερα κάνει σπάνια την εμφάνισή της και μόνο το τοπωνύμιο Φωκόσπηλιος στο βορειοδυτικό άκρο της Χρυσής θα μας θυμίζει την άλλοτε συχνή παρουσία της.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα έντονες στη Χρυσή. Οι πρώτες πληροφορίες για το νησί προέρχονται από περιηγητές της Κρήτης. Ο Stasiasmus αναφέρει ότι η «..Ιεράπετρα έχει ένα νησί που ονομάζεται Χρυσή το οποίο έχει λιμάνι και νερό..». Ο Βuondelmonti (το 1415) αναφέρει ότι η Χρυσή είναι «…ένα επίπεδο και σχεδόν ακαλλιέργητο νησί, όμορφο, με καλόγερους και δέντρα σχίνου και κέδρου…». Ο Raulin μετά την περιήγησή του στην Κρήτη το 1847 αναφέρει ότι «…έστελναν κοπάδια και υπήρχαν αλυκές μέχρι το 1840…».

Τους τελευταίους αιώνες η Χρυσή είναι πρακτικά ακατοίκητη, ενώ αρκετά παλαιότερα υπήρχαν μικροί οικισμοί. Στο δυτικά αλλά και στο ανατολικό μέρος του νησιού, υπάρχουν διάσπαρτα όστρακα, που δείχνουν ότι υπήρχε δραστηριότητα από τη Μινωική εποχή. Η συνύπαρξη του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον του νησιού, στο βαθμό που υπήρχε, ήταν σχετικά αρμονική και γι’ αυτό οι φυσικές λειτουργίες έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα. Στα βορειοδυτικά υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, κατασκευασμένη πιθανά το 13ο αιώνα. Βορειοανατολικά της εκκλησίας και κοντά στην ακτή υπάρχει μια παλιά αλυκή και το μοναδικό σπίτι του νησιού χτισμένο πάνω σε αρχαίες εγκαταστάσεις, που συμπεριλαμβάνουν ένα μικρό κτίσμα (Σπήλιο) και ένα μικρό λιμενοβραχίονα.

Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν υπολείμματα μεγάλων ορθογώνιων χωραφιών οριοθετημένων με χαμηλές πετρόχτιστες μάντρες. Νότια και νοτιοδυτικά του Αγίου Νικολάου υπάρχουν πηγάδια και λίγοι λαξευτοί τάφοι. Ο μεγαλύτερος από αυτούς είναι Ρωμαϊκής εποχής.

Στα πρόσφατα χρόνια η Χρυσή προσέφερε και εξακολουθεί να προσφέρει απάνεμα μέρη στους ψαράδες της περιοχής για να ξεψαρίσουν τα δίχτυα τους και να ξεκουραστούν. Δεν ήταν λίγοι και αυτοί που πήγαιναν στο νησί για να μαζέψουν άγρια χόρτα και αγριοαγκινάρες .

Οι βοσκοί της απέναντι ακτής μετέφεραν εκεί και στο Μικρονήσι πρόβατα τους χειμερινούς μήνες, ενώ εισήχθηκαν πέρδικες, λαγοί και κουνέλια. Οι ιδιοκτήτες των εστιατορίων που υπήρχαν παλαιότερα στο νησί, αλλά και διάφοροι παραθερισιές φύτεψαν είδη φυτών που δεν υπήρχαν στο νησί όπως το μπουζί, ο αθάνατος, το αρμυρίκι και άλλα.

Πριν λίγες δεκαετίες λίγοι φυσιολάτρες άρχισαν να κατασκηνώνουν στο νησί, κατασκευάζοντας πρόχειρα καταλύματα κάτω από τους κέδρους και παρέμεναν μήνες. Σταδιακά, και καθώς οι παραθεριστές αυξάνονταν σε αριθμό, άρχισαν να γίνονται αισθητές οι επιπτώσεις. Υπολείμματα κατεστραμμένων καταλυμάτων και διάφορα απορρίμματα άρχισαν να συσσωρεύονται κάτω από τους θάμνους. Στις θέσεις που επέλεγαν για κατασκήνωση οι παραθεριστές διευθετούσαν το χώρο κλαδεύοντας τους κέδρους. Η άμμος παρασυρόταν από τον αέρα και αποκαλυπτονταν οι ρίζες, τις οποίες στη συνέχεια έκοβαν για να μην εμποδίζουν. Είναι αρκετά τα δέντρα στα οποία η απώλεια άμμου ξεπερνάει το ένα μέτρο βάθος.

Τα τελευταία 15 χρόνια οι επισκέπτες του νησιού αυξήθηκαν πολύ σε αριθμό, καθώς η ομορφιά του άρχισε να γίνεται διεθνώς γνωστή. Άλλωστε για την ομορφιά αυτή, δηλαδή για τη σπανιότητα και την καλή διατήρηση των οικοσυστημάτων της, η Χρυσή έχει ανακηρυχθεί και ως «Περιοχή Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους» και είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών «ΦΥΣΗ 2000». Έτσι, πολύ σύντομα θα τεθεί σε εφαρμογή ιδιαίτερο διαχειριστικό καθεστώς που θα διασφαλίζει την προστασία της.

 

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

Το συνολικό μήκος των μονοπατιών του νησιού είναι περίπου 10 km. Με τρεις ώρες χαλαρού περιπάτου ο επισκέπτης μπορεί να αποκτήσει μια πολύ καλή εικόνα της ποικιλίας των τοπίων του νησιού. Το έδαφος είναι σχετικά ομαλό και με ελάχιστες κλίσεις. Έτσι, η περιήγηση μπορεί να γίνει και με απλά αθλητικά υποδήματα. Τους καλοκαιρινούς μήνες η ηλιακή ακτινοβολία είναι πολύ έντονη και ή θερμοκρασία πολύ υψηλή και γι αυτό ένα καπέλο, αντηλιακή αλοιφή και νερό είναι απαραίτητα.

Ο επισκέπτης που δε θέλει να περπατήσει πολύ στο νησί, μπορεί να απολαύσει τη γαλαζοπράσινη θάλασσα είτε στην παραλία δίπλα από το χώρο αποβίβασης, είτε στη βόρεια παραλία για την οποία απαιτείται περπάτημα 5 λεπτών. Στη σύντομη αυτή διαδρομή οι αμμοθίνες και το δάσος των κέδρων εντυπωσιάζουν.

Το νησί είναι σχεδόν επίπεδο και έτσι δεν είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς την ποικιλομορφία του. Θα πρέπει λοιπόν να περπατήσει. Από το χώρο αποβίβασης υπάρχει μονοπάτι κατά μήκος της νότιας παραλίας. Στη συνέχεια, στρίβοντας προς βορρά, οδηγεί στην ανατολική πλευρά του όρμου Μπελεγρίνα και από εκεί στην κορυφή του υψώματος Κεφάλα όπου βρίσκεται και το δασικό φυλάκιο του νησιού. Η θέα είναι εντυπωσιακή! Προς την ανατολή φαίνεται το Μικρονήσι που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 700 μ, ενώ προς τη δύση απλώνεται μπροστά στον επισκέπτη ολόκληρο το νησί. Από εδώ, φαίνεται και η πορεία που μπορεί να ακολουθήσει κανείς κατά μήκος της βόρειας ακτής μέχρι τη δυτική άκρη της Χρυσής.

Φτάνοντας στον όρμο Μπελεγρίνα ο επισκέπτης θα μείνει άφωνος καθώς θα διαπιστώσει ότι η παραλία, τουλάχιστο στο πρώτο τμήμα της, αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από άπειρα μικρά κοχύλια. Εκεί δίπλα μπορεί να δεί και απολιθωματοφόρα στρώματα με δίθυρα.

Στην πορεία, αμμώδη και βραχώδη υποστρώματα εναλλάσσονται. Τα πετρώματα (οφιόλιθοι, ψαμμίτες, κερατόλιθοι) στην ακροθαλασσιά έχουν απίστευτη ποικιλία χρωμάτων. Η παραλία έχει πλάτος από λίγες έως πολλές δεκάδες μέτρα. Το προς νότο όριο διαμορφώνεται αρχικά από το αμιγές κεδροδάσος και στη συνέχεια από κέδρους και θαμνοκυπάρισσα. Αρκετά γέρικα ή και νεκρά δέντρα κέδρων με παράξενα σχήματα κορμών και κλαδιών στέκουν μοναχά, προσθέτοντας τη δίκιά τους πινελιά στο τοπίο.

Φτάνοντας στο μοναδικό σπίτι του νησιού, ο περιπατητής μπορεί να δεί την Αλυκή, το αρχαίο λιμάνι και τα θεμέλια αρχαίων κτισμάτων. Πιο δυτικά ακόμα υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που προσφέρεται και για λίγη ξεκούραση.

Όλη η γύρω περιοχή, κατάξερη το καλοκαίρι, το χειμώνα μεταμορφώνεται σε πράσινο χαλί. Σε μερικά σημεία υπάρχουν παμπάλαια πηγάδια με γλυφό νερό.

Το μονοπάτι για την επιστροφή πηγαίνει προς νότο. Τα θαμνοκυπάρισσα και οι σχίνοι είναι διάσπαρτα και χαμηλά, αλλά προς το κέντρο του νησιού πληθαίνουν και δημιουργούν πραγματικό δάσος. Καθώς το μονοπάτι πλησιάζει τη νότια ακτή κόκκινοι κερατόλιθοι κάνουν την εμφάνισή τους στο έδαφος. Από εδώ ούτε ένα χιλιόμετρο δεν μένει μέχρι το σημείο που άρχισε ο περίπατος. Φτάνοντας, μια ακόμη βουτιά στη θάλασσα είναι ότι χρειάζεται.

Η ανάμνηση αυτού του περιπάτου στο εξωτικό νησί της Χρυσής θα συνοδεύει πάντα τον επισκέπτη. Οι εικόνες που θα έχει πλέον στο μυαλό του είναι ένα δώρο από ένα ιδιαίτερο κομμάτι της κρητικής φύσης.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Αν και η ανθρώπινη παρουσία στο νησί χρονολογείται από τη μίνωική εποχή, το φυσικό περιβάλλον της Χρυσής ελάχιστα έχει διαταραχθεί στο πέρασμα του χρόνου. Ο επισκέπτης αμέσως αντιλαμβάνεται ότι το νησί είναι ιδιαίτερο. Η ιδιαιτερότητα δεν οφείλεται τόσο στα επιμέρους στοιχεία που τη συνθέτουν, αλλά στο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης όλων αυτών των στοιχείων. Οι επισκέπτες θα πρέπει επομένως να προσέξουν, ώστε να μη διαταράξουν έμμεσα ή άμεσα αυτές τις αλληλεπιδράσεις.

Η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος της Χρυσής πέρα από τις ηθικές διαστάσεις που έχει, επιβάλλεται και από ένα αυστηρότατο εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό καθεστώς προστασίας.

Για τους παραπάνω λόγους, δεν επιτρέπεται:

  • η οποιοσδήποτε μορφής ρύπανση,
  • η μετακίνηση των επισκεπτών εκτός των οριοθετημένων μονοπατιών και του αιγιαλού,
  • η συλλογή πετρωμάτων, απολιθωμάτων, κοχυλιών και αρχαίων* ευρημάτων,
  • η συλλογή ζώων ή φυτών,
  • η ελεύθερη κατασκήνωση,
  • το άναμμα φωτιάς, και
  • το κάπνισμα στις θαμνώδεις και δασώδεις περιοχές.

Αν βρήκατε ενδιαφέρουσα τη δημοσίευση παρακαλώ δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ.

 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!