www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

www.ipy.gr

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Νησιά

Η αρχαία ιστορία των Κυθήρων

Υπηρεσία του ipy.gr

Η ιστορία των Κυθήρων και των Αντικυθήρων μέσα από το Αρχαιολογικό Μουσείο Κυθήρων.

Οι πρώτοι κάτοικοι του Αιγαίου

Χιλιάδες χρόνια πριν, οι περιοχές του Αιγαίου κατοικούνται από νομάδες κυνηγούς, ψαράδες και τροφοσυλλέκτες, οι οποίοι μετακινούνται από τόπο σε τόπο. Σκοπός του ταξιδιού τους είναι η εξεύρεση τροφής και η εξόρυξη κατάλληλων πετρωμάτων για την κατασκευή εργαλείων. Διαμένουν σε προσωρινά καταλύματα ή σπήλαια.

Κάποιοι από αυτούς είναι οι πρώτοι ναυτικοί, οι οποίοι με μονόξυλα ή παπυρέλλες πλέουν στους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου που ορίζουν τα θαλάσσια ρεύματα και οι άνεμοι.

Γύρω στο 7000 π.Χ. οι κάτοικοι του Αιγαίου υιοθετούν έναν νέο τρόπο ζωής. Γίνονται γεωργοί και κτηνοτρόφοι και ιδρύουν μόνιμες ή εποχιακές εγκαταστάσεις. Φτιάχνουν αγγεία από πηλό και εργαλεία από λίθο, ενώ από το 4000 π.Χ. και έπειτα αρχίζουν να πειραματίζονται με την εξόρυξη και επεξεργασία του μετάλλου. Παράλληλα, εντείνουν τις χερσαίες και θαλάσσιες μετακινήσεις τους και ανταλλάσσουν πρώτες ύλες και αντικείμενα με τους κατοίκους άλλων κοινοτήτων.

Οι πρώτες ανθρώπινες παρουσίες στα Κύθηρα

Τα Κύθηρα υποδέχονται τις πρώτες ομάδες ανθρώπων που έρχονται στο νησί μεταξύ 10000 και 7000 π.Χ. με σκοπό το κυνήγι, το ψάρεμα και την προμήθεια λίθινων πρώτων υλών για την κατασκευή εργαλείων. Δεν εγκαθίστανται μόνιμα στο νησί και έτσι τα μόνα ίχνη που αφήνουν πίσω τους είναι τα λίθινα εργαλεία τους.

Από το 5000 π.Χ. και εξής κάποιες ομάδες ανθρώπων μένουν για λίγο ή περισσότερο χρόνο στο νησί. Οι πρώτοι κάτοικοι χρησιμοποιούν ως κατάλυμα το σπήλαιο της Αγίας Σοφίας στον Κάλαμο και εκείνο της Χουστής στο Διακόφτι. Κατασκευάζουν πήλινα σκεύη για το νοικοκυριό τους και εργαλεία από ντόπιο πυριτόλιθο και κερατόλιθο αλλά και οψιανό της Μήλου, για το κυνήγι και τις ποικίλες καθημερινές ασχολίες τους.

Κινούνται και αξιοποιούν όλο το νησιωτικό τοπίο, αφήνοντας διάσπαρτες μαρτυρίες της παρουσίας τους. Στην περιοχή της Παλαιόπολης έχουν εντοπιστεί 24 περίπου θέσεις με ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, που χρονολογούνται από το 4500 έως το 2800/2700 π.Χ.

Οι πρώτοι κάτοικοι των Αντικυθήρων

Οι άνθρωποι φτάνουν για πρώτη φορά στα Αντικύθηρα την 5η χιλιετία π.Χ. Είναι κυνηγοί από τις Κυκλάδες και τη νότια Πελοπόννησο που διαμένουν περιστασιακά στο νησί.

Στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. -ή και λίγο αργότερα- και έως και το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ., εγκαθίστανται μόνιμα σε μικρούς οικισμούς κοντά σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Διατηρούν στενές σχέσεις με τα Κύθηρα και τη δυτική Κρήτη.

Τα Κύθηρα και η μινωική επιρροή

Τα Κύθηρα κατοικούνται από άκρη σε άκρη. Οι εγκαταστάσεις στην περιοχή της Παλαιόπολης πολλαπλασιάζονται, καθώς σε 100 περίπου θέσεις εντοπίζονται κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας. Εκτός από τον παράκτιο οικισμό στο Καστρί, ιδρύονται μικρά χωριά στην ενδοχώρα του νησιού, καθώς και αγροικίες.

Τα Κύθηρα αποτελούν πλέον προέκταση της Κρήτης και οι πολιτιστικές και οικονομικές σχέσεις των δύο νησιών φτάνουν στο απόγειό τους. Υιοθετείται πλήρως ο μινωικός τρόπος ζωής στις καθημερινές πρακτικές και επικρατούν τα έθιμα ταφής, οι λατρευτικές αντιλήψεις και οι τελετουργίες των Μινωιτών.

Το νησί δεν είναι μόνο ένα αγκυροβόλι για τους μινωίτες ναυτικούς και εμπόρους. Μετατρέπεται σε ένα είδος μινωικής εγκατάστασης, ενώ δεν αποκλείεται μέτοικοι από την Κρήτη να εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Καστρί, αλλά και σε άλλους οικισμούς των Κυθήρων.

Η μυκηναϊκή περίοδος

Σταδιακά τα Κύθηρα περνούν από τη σφαίρα επιρροής των μινωικών κέντρων εξουσίας στον έλεγχο των μυκηναϊκών ανακτόρων. Από το 1450 π.Χ. υποχωρεί σταδιακά η μινωική επίδραση στα τεχνολογικά και πνευματικά επιτεύγματα σε όλο το Αιγαίο.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα οι κοινωνικές ανισότητες εντείνονται και σε κάθε περιοχή αναδεικνύεται μία ηγετική ομάδα, της οποίας η δύναμη και η εξουσία θεμελιώνονται γύρω στο 1370 π.Χ. με την ίδρυση των μυκηναϊκών ανακτόρων (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλος, Θήβα, Ορχομενός κ.α.).

Η οικονομική ανάπτυξη των μυκηναϊκών κέντρων βασίζεται στην εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής και στο εμπόριο, ενώ η εξουσία του άνακτα στηρίζεται στη στρατιωτική δύναμη και υποστηρίζεται από την άσκηση γραφειοκρατικού ελέγχου με την τήρηση αρχείων σε Γραμμική Γραφή Β’.

Με γρήγορα ιστιοφόρα πλοία και ιππήλατες άμαξες οι Μυκηναίοι εισάγουν πρώτες ύλες και εξάγουν τα προϊόντα των ανακτορικών εργαστηρίων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, αλλά και σε περιοχές της Βαλκανικής χερσονήσου και της κεντρικής Ευρώπης.

Τα Αντικύθηρα και η Αίγιλα

Ύστερα από 900 περίπου χρόνια εγκατάλειψης, στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., το νησί της Αίγιλας κατοικείται και πάλι. Στο λόφο του Κάστρου, στη βόρεια ακτή του νησιού, ιδρύεται τειχισμένη πόλη 300 περίπου στρεμμάτων.

Οι Πέρσες φέρονται ως ιδρυτές του οχυρού αυτού, όπως και πολλών άλλων στην Κρήτη, στην προσπάθειά τους να αναστείλουν την εξάπλωση των Μακεδόνων. Με το τέλος της περσικής αυτοκρατορίας οι πόλεις αυτές αρχίζουν να επιδίδονται στην πειρατεία. Τα Αντικύθηρα γίνονται το ορμητήριο των πειρατών από τα Φαλάσαρνα της δυτικής Κρήτης.

Στους πρόποδες του λόφου του Κάστρου, σε φυσικά προστατευμένο κόλπο, βρίσκεται το αρχαίο λιμάνι, όπου στάθμευαν τα εμπορικά πλοία και αγκυροβολούσαν τα πειρατικά καράβια.

Στο λιμάνι αυτό οι κάτοικοι ιδρύουν μετά το 350 π.Χ. ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα.

Στη θέση Μνήματα, έξω από τα τείχη της πόλης, βρίσκεται το νεκροταφείο.

Για 250 περίπου χρόνια η Αίγιλα συμμετέχει ενεργά στις πειρατικές δραστηριότητες και τις πολεμικές συγκρούσεις των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

Το 69-67 π.Χ. περίπου οι Ρωμαίοι, υπό την ηγεσία του Μέτελλου του Κρητικού, στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά της πειρατείας, λεηλατούν και καταστρέφουν την Αίγιλα και τα Φαλάσαρνα.

Τα Κύθηρα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους

Στα ελληνιστικά βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στα οποία, όμως, δεν ενσωματώνονται η Σπάρτη και τα Κύθηρα.

Στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, η Πελοπόννησος και τα νησιά οργανώνονται σε αυτόνομα ελληνικά κράτη και το 195 π.Χ. ιδρύεται το Κοινό των Λακεδαιμονίων, το οποίο, σύμφωνα με τον Παυσανία, συγκροτούνταν από 24 πόλεις των περίοικων της Σπάρτης με πρωτεύουσα το Γύθειο.

Η συμμετοχή των Κυθήρων στο Κοινό των Λακεδαιμονίων στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. παραμένει αβέβαιη. Ωστόσο, αρχαίες επιγραφές μαρτυρούν την ύπαρξη σχέσεων με αρκετές πόλεις του Κοινού. Πάντως τον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. τα Κύθηρα εκδίδουν δικά τους χάλκινα νομίσματα με παράσταση Αφροδίτης και περιστεριού.

Η οικονομική δραστηριότητα και τα λατομεία

Σημαντική οικονομική δραστηριότητα της περιόδου είναι η εξόρυξη ψαμμίτη από τα λατομεία του Αβλέμονα, της Φελωτής, της Αλοής και της νησίδας Τράχηλος.

Η εκμετάλλευση των λατομείων, που διαρκεί από την προϊστορική έως τη βυζαντινή περίοδο, εντατικοποιείται στα ελληνιστικά χρόνια. Η σημασία των λατομείων στην οικονομική δραστηριότητα του νησιού μαρτυρείται από την ύπαρξη στο λατομείο του Αβλέμονα λατρευτικών χώρων, αφιερωμένων στον Απόλλωνα Κάρνειο και πιθανότατα στον Ηρακλή, προστάτη των λατόμων και όλων γενικά των χειρωνάκτων.

Η πειρατεία και η ρωμαϊκή κυριαρχία

Ο τόπος δέχεται σοβαρότατο πλήγμα από την αύξηση της πειρατείας, με οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές επιπτώσεις. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από τον οικισμό και το ιερό στο Παλαιόκαστρο, αλλά και από τάφους τόσο εκεί όσο και στην Παλαιόπολη, είναι λίγα και σποραδικά.

Οι ορίζοντες των Κυθήρων διευρύνονται προς τη Δύση. Η μονοκρατορία της Ρώμης και η ανάδειξή της σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο των εξελίξεων στη Μεσόγειο σηματοδοτεί για τον ελληνικό κόσμο το τέλος της πολιτικής του επιρροής. Οι Έλληνες δεν αποτελούν πλέον αυτόνομο εθνικό κράτος, δεν έχουν πολιτικό κέντρο, ούτε στρατιωτική δύναμη.

Επίσης, η μητροπολιτική Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον τον πυρήνα των πολιτιστικών εξελίξεων, καθώς αυτόν τον ρόλο κατέχουν πλέον η δυτική Μικρά Ασία και η Ρώμη, στις οποίες, ωστόσο, έχει ριζώσει βαθιά το ελληνικό πνεύμα.

Η κυριαρχία των ρωμαϊκών λεγεώνων εξασφαλίζει στον ελληνικό κόσμο μία μακρά ειρηνική περίοδο διακοσίων περίπου ετών, ενώ οι ρωμαϊκές γαλέρες που πλέουν στη Μεσόγειο παρέχουν προστασία στις παράκτιες περιοχές από τις επιθέσεις των πειρατών.

Ο μύθος της Αφροδίτης και τα Κύθηρα

Ο μύθος ότι τα Κύθηρα ήταν ο τόπος όπου η Ουρανία Αφροδίτη αναδύθηκε από τη θάλασσα, τα «ζάΦεα» Κύθηρα όπως αναφέρονται στη Θεογονία του Ησιόδου, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τέχνη από την Αναγέννηση και εξής και παρακίνησε περιηγητές να επισκεφθούν το νησί.

Η αρχαιολογική έρευνα στα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα

Τον 19ο αιώνα ερευνητές επισκέπτονται τα Κύθηρα και εντοπίζουν πολλές αρχαίες θέσεις, ενώ ο Ερρίκος Σλήμαν (Η. Schliemann) φτάνει το 1887 στο νησί με σκοπό να εντοπίσει το ναό της θεάς Αφροδίτης.

Ο Βαλέριος Στάης το 1888 ερευνά το Ιερό του Απόλλωνα στα Αντικύθηρα και το 1914 ανασκάπτει τον λαξευτό θαλαμοειδή μινωικό τάφο, στην τοποθεσία που είναι γνωστή ως «στου Λιονή».

Αργότερα, η Σίλβια Μπέντον (S. Benton) μεταξύ 1931 και 1932 και ο Ρίτσαρντ Χόουπ-Σίμπσον (R. Hope-Simpson) στα 1957-1958 διεξάγουν τις πρώτες συστηματικές επιφανειακές αρχαιολογικές έρευνες.

Ακολουθεί τη διετία 1963-1965 από τη Βρετανική Σχολή Αθηνών, υπό τη διεύθυνση των Τζον Νίκολας Κόλντστρημ (J.N. Coldstream) και Τζορτζ Λέοναρντ Χάξλεϊ (G.L. Huxley), η ανασκαφή στον μινωικό οικισμό στο Καστρί και σε μινωικούς τάφους της Παλαιόπολης, η οποία σηματοδοτεί την απαρχή της συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας στα Κύθηρα.

Από τότε έως σήμερα οι συστηματικές ανασκαφικές έρευνες και οι έρευνες επιφάνειας ελληνικών και ξένων ιδρυμάτων, καθώς και οι σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα έχουν φέρει στο φως σημαντικότατες αρχαιότητες, που συμβάλλουν στην κατανόηση της ιστορίας των δύο νησιών.

Το κείμενο και οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από αναρτημένες επιγραφές στο Αρχαιολογικό Μουσείο στη Χώρα των Κυθήρων.

 

Ο «Λέων των Κυθήρων»

Έργο λακωνικού εργαστηρίου. Τα αγάλματα λιονταριών στήνονταν ως αναθήματα σε ιερά, καθώς και ως επιτύμβια και αποτροπαϊκά γλυπτά σε τάφους.

Πιθανόν από το Παλαιόκαστρο, 525-500 π.Χ.

Kάποιοι μπορούν να εκτιμήσουν την εργασία που γίνεται στο ipy.gr.