Η ιστορία του μοναδικού Έλληνα Πάπα

Διαβάστε ολόκληρη την ιστορία του Πέτρου Φίλαργου, του μοναδικού Έλληνα πάπα από την περιοχή της Νεάπολης του Νομού Λασιθίου. 26-6-1409 έως 4-5-1410, γεννηθείς το 1340.

Στο μικρό οικισμό Καρές της Κοινότητας Βουλισμένης Μεραμβέλλου της Κρήτης, στη σημερινή Νεάπολη (Villa Nuova)’ κατά τη διάρκεια της Ενετικής κυριαρχίας και γύρω στο έτος 1340, γεννήθη­κε από έντιμους, αλλά πτωχούς γονείς, ο Πέτρος Φίλαργος ή Φιλάρετος ή Φιλάργης2.

Στην παιδική του ακόμη ηλικία στερήθηκε τους γονείς του, θύματα του μεγάλου λοιμού, που αποδεκάτισε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ασίας και της Ευρώπης και διαδόθηκε και στην Κρήτη3.

Ορφανός και απροστάτευτος ο μικρός περιφερόταν ως επαίτης, για να κινήσει τον οίκτο κάποιου Φραγκισκανού μοναχού, που τον στέγα­σε στη μονή και τον έθεσε κάτω από την προστασία του.

Ο μοναχός ανήκε στο τάγμα των Φραγκισκανών αδελφών, που είχαν ιδρύσει στην Κρήτη πολλά κοινόβια μοναστήρια, από τα οποία τα δύο και τα κυριότερα βρίσκονταν στην πρωτεύουσα του νησιού, στο Ηράκλειο και τα άλλα, τα μικρότερα, ήταν διάσπαρτα στην Κυδωνία, στο Ρέθυμνο, στην Ιεράπετρα, στη Σητεία και στη Νεάπολη4, στην περιοχή του “Φραρώ”, που προήλθε από το “Frari” (Fratres Minores – ελάσσονες αδελφοί), όπως κατ’ άλλον τρόπον από ταπεινοφροσύνη ονομάζονταν οι Φραγκισκανοί καλόγηροι.

Η μονή ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο, ερείπιά της μάλιστα βρίσκονται και σήμερα στην περιοχή (εικ. 1).

Σ’ αυτή τη μονή δέχτηκε ο Πέτρος το μοναχικό σχήμα το έτος 1357 και σ’ αυτή διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα.

Από τη Νεάπολη ο νεαρός μοναχός μεταβαίνει στην ονομαστή μονή του Αγ. Φραγκίσκου του Ηρακλείου, που βρισκόταν στη θέση όπου στεγάζεται σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο, για να τύχει καλύτερης παιδείας. Εκεί εντυπωσιάζει τους δασκάλους του για την ευφυΐα και την έφεσή του στα γράμματα.

Μετά από ένα έτος, αφ’ ότου εκάρη μοναχός, με τις φροντίδες της μονής μεταβαίνει στην Πάδοβα της Ιταλίας, σε γνωστή μονή των Φραγκισκανών, αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο.

Στη μονή αυτή βρήκε ο Πέτρος στέγη και τροφή και παράλληλα φοιτούσε στο ακμάζον Πανεπιστήμιο της πόλης, παρακολουθώντας θεολογικές σπουδές5.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, λόγω του ζήλου και της ιδιαίτερης επίδοσής του στα ιερά Γράμματα, αποστέλλεται από την παραπάνω μονή για περαιτέρω σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σαξονίας και των Παρισίων.

Από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα και παρέμεινε σ’ αυτό ως καθηγητής, για να διδάξει Θεολογία και Φιλοσοφία6.

Αλλά πώς, ένας πτωχός μοναχός από την Κρήτη μπόρεσε να βρεθεί τόσο μακριά από την πατρίδα και τη μονή του, ώστε να αποκτήσει πανεπιστημιακούς τίτλους και γνώσεις, που δεν ήταν απαραίτητες για το ταπεινό του σχήμα;

Η απάντηση στο εύλογο αυτό ερώτημα είναι απλή, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι το τάγμα των Φραγκισκανών είχε παντού μοναστήρια, στα οποία οι μοναχοί, που διέθεταν ευφυΐα και φιλομάθεια, έβρισκαν στέγη και τροφή και συγχρόνως φοιτούσαν στα ακμάζοντα πνευματικά ιδρύματα, στα οποία συχνά δίδασκαν καθηγητές του τάγματός τους και η φήμη τους προσέλκυε μαθητές απ’ όλο τον κόσμο, ιδίως από τους ομοιοσχήμους τους.

Ο Άγιος της Ασίζης είχε κατορθώσει να εμφυσήσει στις ψυχές των μοναχών του τάγματος που ίδρυσε το πνεύμα της αδελφοσύνης για όλα τα πλάσματα της φύσης, το πνεύμα της αγάπης για τους ταπει­νούς του κόσμου, με το οποίο και τα ασθενή και μικρά πλάσματα της πλάσης και οι καταφρονεμένες τάξεις της κοινωνίας να απολαμβά­νουν τη θεία χάρη και την ευλογία του Θεού.

Η μετάδοση του πνεύματος αυτού της αδελφοσύνης και της αγά­πης στους μοναχούς είχε δώσει νέα πνοή, όχι μόνο στις φιλοσοφικές και θεολογικές σπουδές, αλλά και στην τέχνη και την ποίηση.

Από τα κέντρα αυτά προήλθαν άνδρες, που αναμόρφωσαν τη σχο­λαστική φιλοσοφία του αιώνα, αναζήτησαν τη μεταρρύθμιση της εκκλησίας, επετίμησαν τις καταχρήσεις της παποσύνης και επεδίωξαν ένα νέο όραμα για την κοινωνία.

Ένας από τους φερέλπιδες νέους, που διακρίθηκε για τη φιλομάθειά του στα πνευματικά αυτά κέντρα, υπήρξε και ο άσημος Κρητικός μοναχός του Μεραμβέλλου.

Παρά τις μεγάλες αρετές του, τις φιλοσοφικές του γνώσεις και την ευγλωττία του, ο Πέτρος θεωρήθηκε από τους ανωτέρους τους ότι δεν ήταν προορισμός του ο θεωρητικός βίος και ο περιορισμός του στη μελέτη και τη διδασκαλία.

Το τάγμα των μοναχών, όταν διαπίστωσε ότι τα προσόντα του νέου θα μπορούσαν να είναι περισσότερο χρήσιμα σε άλλες πιο πρακτικές δραστηριότητες, τον απέσπασε από την ακαδημαϊκή έδρα και τον έστειλε στη Βοημία και τη Λιθουανία ως απόστολο, για να αποκαταστήσει τη θρησκευτική τάξη στις περιοχές αυτές.

Αυτές τις ημιβάρβαρες περιοχές περιηγήθηκε ο Πέτρος και πέτυχε να επιβάλει την ειρήνη και την αγάπη μεταξύ των χριστιανών, να κηρύ­ξει το Ευαγγέλιο στους ειδωλολατρικούς λαούς και να συνάψει φιλι­κές σχέσεις με τον ηγεμόνα της Λιθουανίας Ιογέλλωνα. Ο τελευταίος βαπτίστηκε χριστιανός και διατήρησε ζωηρή τη φιλία του μαζί του, ακόμη και όταν ανήλθε στο θρόνο ως βασιλιάς της Λιθουανίας.

Όταν ο Πέτρος επέστρεψε στην Ιταλία, είχε πια τη φήμη μεγάλου θεολόγου, φιλοσόφου και ρήτορα, αρετές που δικαιολογούσαν τη θερμή υποδοχή, που του επιφύλαξε ο ηγεμόνας της Λομβαρδίας Ιωάννης Βισκόντι, ο οποίος τον προσέλαβε στην αυλή του και τον κατέστησε σύμβουλο και υπουργό του.

Ο Ιωάννης Βισκόντι χρησιμοποίησε τον Πέτρο σε σπουδαίες υπηρε­σίες και αποστολές, άλλοτε ως διοικητή πόλεων και άλλοτε ως πρε­σβευτή στις ιταλικές πόλεις.

Σε ανταμοιβή των υπηρεσιών του αυτών ο ηγεμόνας τον διόρισε Επίσκοπο της Πλακεντίας και στη συνέχεια τον μετέθεσε στην Επισκοπή της Νοβάρας.

Η μεγάλη όμως εκδούλευση του Πέτρου προς τον ηγεμόνα ήταν, όταν το 1395 τον έστειλε πρεσβευτή στη Γερμανική αυλή, για να απο­σπάσει από τον αυτοκράτορα Ουϊγκισλαύιο το πολύτιμο δίπλωμα, που χορηγούσε στον Ιωάννη Βισκόντι και στα τέκνα του τον τίτλο και την εξουσία του Δούκα του Μιλάνου.

Κατά την περίοδο εκείνη, ολόκληρη η Ιταλία βρισκόταν κάτω από την ψιλή κυριαρχία του Γερμανού Αυτοκράτορα, διαδόχου του Καρλομάγνου (Καρόλου του Μεγάλου) και ιδρυτή της Δυτικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος και παραχωρούσε την ανεξαρτησία και κυριαρχία των επί μέρους ιταλικών πόλεων-κρατιδίων.

Είναι βέβαιο ότι ο Βισκόντι από το 1380 είχε αναγνωρισθεί ως τοποτηρητής της Λομβαρδίας (Vicarius Imperii) από τον αυτοκράτορα, αλλά ο τίτλος αυτός ήταν προσωρινός, δεν θα κληροδοτούνταν στα παιδιά του και επιπλέον θα μπορούσε να ανακληθεί κάθε στιγμή.

Χρειαζόταν επομένως ο Βισκόντι, να εξασφαλίσει οριστικό και τέλειο τίτλο, πράγμα πολύ δύσκολο για όσους γνώριζαν τις σκέψεις και τις συνήθειες των αυτοκρατόρων, που καραδοκούσαν πάντοτε να παγιώσουν τις θέσεις τους επί της ιταλικής χερσονήσου και όχι να απεμπολήσουν κυριαρχικά δικαιώματά τους και μάλιστα με την παρα­χώρηση οριστικών και αμετάκλητων τίτλων και εξουσίας.

Στη δύσκολη αυτή αποστολή ο Βισκόντι έκρινε τον Πέτρο ως τον πλέον κατάλληλο πρεσβευτή του, γιατί εκτός από τις ικανότητες που διέθετε, ήταν και φίλος του αυτοκράτορα.

Ο Πέτρος θεώρησε ιδιαίτερα τιμητική αυτή την εκλογή του ηγεμόνα και ευχαρίστως αποδέχθηκε την πρόταση.

Στη συνέχεια μετέβη στην Πράγα, όπου ήταν η έδρα του αυτοκρά­τορα και ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις πέτυχε να αποσπάσει την υπόσχεσή του για την παραχώρηση του ποθητού διπλώματος στον Βισκόντι.

Όταν επέστρεψε στο Μιλάνο, προανήγγειλε στον ηγεμόνα την άφιξη του αυλικού συμβούλου Benes Von Chanstnik, για να του εγχει­ρίσει το δίπλωμα, που παραχωρούσε στον Ιωάννη Βισκόντι και στα παι­διά του τον τίτλο και την εξουσία του Δούκα του Μιλάνου.

Οι χρονογράφοι της εποχής περιγράφουν με κάθε λεπτομέρεια τη λαμπρή τελετή, που έλαβε χώρα την 5η Σεπτεμβρίου του 1395 στην πλατεία του Αγ. Αμβροσίου του Μιλάνου, για την παράδοση από μέρους του Γερμανού απεσταλμένου των παρασήμων του νέου αξιώ­ματος.

Ήταν όμως φαίνεται μοιραίο να συνάψει ο Κρης μοναχός φιλικές σχέσεις με το γνήσιο διάδοχο των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, που δεν μοίραζε τίτλους, διπλώματα, εξουσία, αλλά περιφερόταν κατά την εσπερία Ευρώπη και επαιτούσε τη βοήθεια των χριστιανικών λαών για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης.

Το Μάρτιο του 1400, ο Μανουήλ Παλαιολόγος, διερχόμενος από την Παβία και κατευθυνόμενος προς το Παρίσι, απ’ όπου οι Έλληνες έλπιζαν για τη σωτηρία τους, στάθμευσε στο Μιλάνο, όπου ο Δούκας Βισκόντι τον φιλοξένησε με μεγαλοπρέπεια, ως βασιλιά των Ελλήνων.

Στις συνεντεύξεις του με τον αυτοκράτορα καλούσε ασφαλώς ο Βισκόντι τον Πέτρο και τον χρησιμοποιούσε ως σύμβουλό του στο χει­ρισμό των σοβαρών του υποθέσεων και συνάμα ως γνώστη της Ελληνικής γλώσσας.

Η συγκίνηση του Πέτρου από τη συνάντηση με το βασιλιά της φυλής του ήταν βαθιά.

Ο Δούκας Βισκόντι παραχώρησε στον Παλαιολόγο άλογα και λαμπρή συνοδεία, για να εισέλθει με τιμές στη Γαλλία και του υποσχέθηκε, εφ’ όσον και οι άλλοι ηγεμόνες συμφωνήσουν, να εκστρατεύσει και αυτός προσωπικά, για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης.

Η φιλική σχέση του Βισκόντι με τον Πέτρο ασφαλώς συντέλεσε ώστε ο Δούκας του Μιλάνου να υποσχεθεί στον Παλαιολόγο την προ­σωπική του συμμετοχή στον αγώνα, για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης.

Β’

Μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου του Μιλάνου, ο Πέτρος αμείφθηκε γενναιοπάροχα από τον ηγεμόνα, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο κράτος. Έτσι αναδεικνύεται το έτος 1402 αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου, στην καθέδρα του Αγίου Αμβροσίου.

Η ικανοποίηση του Δούκα για την προαγωγή αυτή του Πέτρου, πιστού φίλου και συμβούλου του, ήταν πολύ μεγάλη και προσδοκούσε να λάβει σύντομα από τα χέρια του το βασιλικό στέμμα.

Δυστυχώς, η επιθυμία του ηγεμόνα δεν πραγματοποιήθηκε. Την τελευταία στιγμή και ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη στέψη του, μια αιφνί­δια ασθένεια τον οδήγησε στον τάφο.

Όμως και μετά το θάνατό του απεδείχθη εμπράκτως η εμπιστοσύνη και η υπόληψη, που ο δούκας έτρεφε στο φίλο του αρχιεπίσκοπο.

Με τη διαθήκη του, όριζε ως αντιβασιλείς για τον ανήλικο γιό του Ιωάννη, τη χήρα Δούκισσα Αικατερίνη και τους πιστότερους στρατιωτι­κούς και πολιτικούς άνδρες αλλά και τον Πέτρο.

Έτσι, ο άσημος Κρητικός ιερωμένος βρέθηκε στην ανώτατη Διοίκηση του μεγαλύτερου και ισχυρότερου κράτους της Ιταλίας, με συμπαρέδρους στρατηγούς και πολιτικούς, όλους μέλη ευγενών οικο­γενειών. Συγκεκριμένα ως αντιβασιλείς είχαν ορισθεί:

  • Η χήρα δούκισσα του Μιλάνου, Αικατερίνη.
  • Ο μέγας κόμης Αλβερίκο, από το Βαλβιάνο.
  • Ο ηγεμόνας της Μάντοβας, Φραγκίσκος Γονζάγης.
  • Ο Παρδούλφο Μαλατέστα από τον ηγεμονικό οίκο του Αριμίνου.
  • Ο κόμης του Ουρμπίνο, Αντώνιος.
  • Ο Παύλος Σαβέλλης.
  • Ο Ιάκωβος Νταλ Βέρμε, γιος του στρατάρχη Λουκά, που κατέστειλε την επανάσταση της Κρήτης ως Ενετός στρατηγός.

Η υπηρεσία αυτή ήταν και η τελευταία που ο Πέτρος προσέφερε στον ηγεμονικό οίκο των Βισκόντι.

r

Μετά από λίγο, τη 12η Ιουνίου 1405, ο πάπας Ιννοκέντιος διορίζει τον αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου καρδινάλιο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και ένα νέο στάδιο ανοίγεται για τον Κρήτα κληρικό.

Όταν ο Πέτρος αναδείχθηκε καρδινάλιος, πλησίαζε το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του και παρ’ όλα αυτά μπροστά στα μάτια του πρό­βαλλε ένας νέος ορίζοντας, από τον οποίο ακτινοβολούσε η παπική τιάρα.

Κατά τους χρόνους εκείνους οι τιάρες του Αγίου Πέτρου ήσαν δύο αντί για μία. Ήταν τότε η εποχή του σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας, που δίχαζε σε δύο αντίθετα στρατόπεδα επί τριάντα χρό­νια τους χριστιανούς.

Δύο πάπες, ο Ιννοκέντιος Ζ’ στη Ρώμη και ο Βενέδικτος ΙΓ ‘στην Αβινιόν, θεωρούσαν ο καθένας τον εαυτό του διάδοχο του Αγ. Πέτρου και αντιπρόσωπο του Χριστού στη γη, αποκαλώντας τον άλλο αντίχρι­στο.

Ο Ιννοκέντιος, σε μια κρίσιμη καμπή του παπικού του αξιώματος, κατέφυγε στον Πέτρο, για να ζητήσει την υποστήριξή του.

Ο Πέτρος, ως αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου, ως πρώην σύμβουλος και υπουργός του Βισκόντι και ως φίλος της Ενετικής Δημοκρατίας, διατηρούσε δύναμη και υπόληψη σ’ ολόκληρη τη βόρεια Ιταλία και ήταν πολύ αγαπητός στους στρατιωτικούς και πολιτικούς αρχηγούς των κρατών αυτών.

Δικαιολογημένα επομένως ο Ιννοκέντιος απευθύνθηκε στον Πέτρο, του ζήτησε την υποστήριξή του και του ανέθεσε να περιέλθει, ως ληγάτος και πληρεξούσιός του, όλες τις βόρειες επαρχίες, για να τις διατηρήσει κάτω από την πνευματική του εξουσία.

“Σκεφθέντες”, λέγει η παπική επιστολή προς τον Πέτρο που εκδόθηκε την 11η Σεπτεμβρίου 1405, “ότι το πρόσωπό σου ο Ύψιστος ελάμπρυνε διά παντοίων χαρισμάτων, ποιήσας σε μέγαν εν επιστήμαις, έξοχον την πρόνοιαν, διακεκριμένον την σύνεσιν, περίβλεπτον κατά την φιλοπονίαν και την επιμέλειαν και κοσμήσας σε διά πολλών αρε­τών, έδωκε δε και τοις ώμοις σου ρώμην, όπως προς δόξαν του ονόμα­τος αυτού βαστάζουσι μεγάλα φορτία, ημείς καίπερ θεωρούντες σε χρησιμότατον παρά τη Αγία Εδρα και άκοντες σχεδόν στερούμενοι της παρουσίας τοιούτου ανδρός, αποβλέποντες όμως εις την επείγου- σαν και αναπόδραστον ανάγκην των επαρχιών τούτων, απεφασίσαμεν προς αυτός να σε αποστείλωμεν. Τη θεία αρωγή λοιπόν στηριζόμενος εμφανίσθητι ως άγγελος Κυρίου, κατέρειπε, φύτευε και ανοικοδομεί7”.

Ο καρδινάλιος Πέτρος ήταν ο στυλοβάτης του Ιννοκεντίου στη βόρεια Ιταλία και συνέβαλε τα μέγιστα, ώστε να εμποδίσει τη συνέχι­ση του σχίσματος, η παράταση του οποίου είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στο χριστιανικό κόσμο.

Μετά από λίγον καιρό ο Ιννοκέντιος πέθανε και όλοι πίστευσαν ότι μετά το θάνατό του θα άνοιγε ο δρόμος για την άρση του σχίσματος, ύστερα μάλιστα από την υπόσχεση που είχε δώσει ο Βενέδικτος ότι, σε περίπτωση θανάτου του αντιπάλου του, ήταν πρόθυμος να παραιτη­θεί.

Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ήσαν αντίθετες με τα υπεσχημένα και με την επιθυμία του λαού.

Την 30ή Νοεμβρίου 1406 οι Καρδινάλιοι, που είχαν συναθροισθεί στην Ρώμη, εκλέγουν αιφνιδιαστικά, παμψηφεί νέο πάπα, τον ογδοηκοντούτη Ενετό καρδινάλιο Άγγελο Κορράριο, με το όνομα “Γρηγόριος IB” και έτσι η εκκλησία έγινε πάλι δικέφαλος.

Το γεροντικό πείσμα διεύρυνε καθημερινά το χάσμα που χώριζε τους δύο υπέργηρους πάπες, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται το σχί­σμα και ο διχασμός στο χριστιανικό κόσμο.

Ο λαός είχε κουραστεί να αναμένει την ειρήνη της εκκλησίας από δύο δόλιους γέροντες και η κοινή γνώμη είχε πλέον την άποψη ότι μόνο μια γενική Σύνοδος θα μπορούσε να τον απαλλάξει από το ζυγό τους, με την καθαίρεση και των δύο και την εκλογή ενός γνήσιου πάπα, ικανού να φέρει τη σωτηρία της εκκλησίας.

Την άποψη αυτή ενεθάρρυνε το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και δεν πέρασε πολύς χρόνος, ώστε να επέλθει το αναμενόμενο.

Οι απεγνωσμένες πράξεις στις οποίες προέβαιναν οι δύο πάπες προκάλεσαν την οριστική τους ρήξη με τους καρδιναλίους, οι οποίοι με έγγραφο διαμαρτυρίας τους, τους αποκαλούσαν σχισματικούς, αιρετι­κούς, προδρόμους του Αντίχριστου και άρχισαν να συναθροίζονται στον Λιβόρνο, για να προετοιμάσουν γενική Σύνοδο, που όλοι με αγω­νία περίμεναν.

Ο Πέτρος, ύστερα από έντονο προβληματισμό για το δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσει για τη σωτηρία της εκκλησίας, έλαβε τελικά την απόφαση να συμπορευθεί με τους άλλους καρδιναλίους και έσπευσε στο Λιβόρνο, προκειμένου να ενισχύσει με την παρουσία του αυτούς που έλαβαν την πρωτοβουλία του δύσκολου αυτού έργου.

Η παρουσία του Πέτρου προκάλεσε ιδιαίτερη ικανοποίηση στους καρδιναλίους, όταν είδαν άνδρα διάσημο στην αρετή και στη σοφία να έρχεται για να τους συνδράμει στο δύσκολο έργο τους.

Η ευαρέσκεια των καρδιναλίων προς τον Πέτρο και η εκτίμηση των ικανοτήτων του φαίνεται καθαρά από την προθυμία με την οποία του ανέθεσαν δύσκολες εντολές και αποστολές.

Πρώτα τον έστειλαν στη Σιένα, για να εγχειρίσει στον πάπα Γρηγόριο πρόσκληση να εμφανισθεί ενώπιον της γενικής Συνόδου της Πίζας, όπου τελικά ορίστηκε να γίνει η σύναξη και συγχρόνως ανέλα­βε την υποχρέωση να γράψει επιστολές προς όλους τους ηγεμόνες, προκειμένου να ζητήσει την αρωγή τους στο έργο της ενώσεως.

Ιδιαίτερα ενδιέφερε τους Καρδιναλίους να έχουν την αναγνώριση και την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα, που σύμφωνα με το Δημόσιο Δίκαιο της Δύσης ήταν ο ανώτατος προστάτης της Εκκλησίας, ως διάδοχος του Καρλομάγνου και είχε πρώτος το καθή­κον να λάβει μέτρα για να επέλθει ειρήνη στους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο Πέτρος ανέλαβε όλες αυτές τις δύσκολες αποστολές και απέδει­ξε τις μεγάλες ικανότητες που διέθετε και την αγάπη με την οποία τον περιέβαλλαν οι ισχυροί της Ευρώπης.

Πέτυχε να αποσπάσει από τον Γερμανό αυτοκράτορα την υπόσχεση της απόλυτης συνδρομής του στη σύνοδο της Πίζας, υπό τον όρο να αναγνωρισθεί και αυτός ως νόμιμος αυτοκράτορας από τη Σύνοδο.

Η φιλία του Πέτρου με το βασιλέα της Αγγλίας Ερρίκο του επέτρε­πε να του αποστείλει επιστολή αποκαλώντας τον “φίλο προσφιλέστατον” (Amicum Carissimum) και να τον προτρέπει να πάψει να αναγνω­ρίζει του λοιπού τον Πάπα Γρηγόριο και συνάμα να στείλει αντιπρόσω­πο στην Πίζα.

Και η παρέμβαση αυτή του Πέτρου στέφθηκε από επιτυχία8.

Αλλά και ο βασιλιάς της Λιθουανίας, Ιογέλλων, είχε γνωρίσει τον Πέτρο και ήταν φίλος του από την εποχή που ως απλός μοναχός περιόδευσε στα μέρη της Λιθουανίας. Η φιλική αυτή σχέση, που ο βασιλιάς κρατούσε ζωντανή στη μνήμη του, συνέβαλε, ώστε να εγκαταλείψει και η Λιθουανία τον Γρηγόριο και να στείλει αντιπρόσωπο στην Πίζα9.

Οι Καρδινάλιοι, εκμεταλλευόμενοι και τις διοικητικές ικανότητες και εμπειρίες του Πέτρου και φοβούμενοι μήπως ο βασιλιάς της Νεαπόλεως, μοναδικός υποστηρικτής του Γρηγορίου, επεκτείνει τις κτήσεις του μέχρι του Σπολέτου και της Αγκώνας, διόρισαν τον Πέτρο (20 Αυγούστου 1408) έκτακτο επίτροπο και διοικητή των επαρχιών αυτών.

Έτσι, με την υποστήριξη του Πέτρου, οι συναθροισθέντες στην Πίζα Καρδινάλιοι κατόρθωσαν να κρατήσουν κάτω από την εξουσία τους τις επαρχίες του παπικού κράτους, όσες δεν είχε προλάβει να καταλάβει ο βασιλιάς της Νεαπόλεως Λαδισλαύϊος, και να έχουν αρωγούς τους ισχυρότερους βασιλείς και ηγεμόνες της Ευρώπης.

Αυτό που έλειπε ακόμη, για να αρχίσει ειρηνικά η Σύνοδος και να ευοδωθεί το έργο της, ήταν να κηρυχθούν υπέρ αυτής οι πολιτείες της Ιταλίας.

Και η μεν Δημοκρατία της Φλωρεντίας βοηθούσε ένθερμα τους καρδιναλίους. Ο μαρκήσιος της Φεράρας αναγκάστηκε να κηρυχθεί κατά του Γρηγορίου και έτσι παρέμενε ακόμη η Δημοκρατία της Βενετίας, για να αποφασίσει για τον Ενετό πάπα Γρηγόριο, δεδομένου ότι ο λαός καυχόταν για τον συμπολίτη τους.

Ο δόγης Μιχαήλ Στένος και ένα μεγάλο μέρος της αριστοκρατίας ήταν αντίθετοι στην υποστήριξη του Γρηγορίου. Έτσι, με παρέμβασή του ο Πέτρος, που ως Κρητικός ήταν Ενετός υπήκοος, και με τη βοή­θεια των πολλών φίλων και προστατών, που διέθετε μεταξύ των αρχό­ντων από την εποχή που χρημάτισε πρεσβευτής του Βισκόντι στη Βενετία, συνέβαλε ώστε να αρνηθεί η Γερουσία να δεχθεί το Γρηγόριο επίσημα στην επικράτειά της και να πάρει το μέρος του10.

Τελικά, δύο σύμμαχοι του Γρηγορίου έμειναν στην Ιταλία. Ο μικρός ηγεμόνας του Αριμίνου, Μαλατέστα, που ελάχιστα μπορούσε να πράξει και ο Λαδισλαύϊος, βασιλιάς της Νεαπόλεως, ο οποίος δυναμικά υποστήριζε τον Γρηγόριο.

Για να αφαιρέσουν οι καρδινάλιοι από τον Γρηγόριο και το τελευ­ταίο αυτό στήριγμα που είχε, συνέταξαν έγγραφο με το οποίο υπόσχο­νταν στον Λαδισλαύίο ότι, όποιος απ’ αυτούς και αν εκλεγόταν πάπας, δεν θα επιχειρούσε οποιαδήποτε εχθρική πράξη εναντίον του.

Την εξευτελιστική αυτή δήλωση αρνήθηκε να υπογράψει ο Πέτρος, πράξη που τιμά ιδιαίτερα το φρόνημα του ανδρός.

Δ’

Μια μέρα πριν από την έναρξη των εργασιών της Συνόδου, την 25η Μαρτίου του έτους 1409, στη Μητρόπολη της Πίζας, του θαυμάσιου αυτού ναού που μαρτυρεί μέχρι σήμερα την ευσέβεια, τη δύναμη και τον πλούτο της πόλης, αναστήθηκε για λίγο το μεγαλείο της άλλοτε ένδοξης αυτής Δημοκρατίας.

Όλοι οι αντιπρόσωποι της χριστιανοσύνης παρέλασαν σε μια ατέ­λειωτη λιτανεία, με όλη τη μεγαλοπρέπεια της Καθολικής Εκκλησίας.

Αφού διέσχισε η πομπή τις τρεις μεγάλες πύλες της πόλης, έφθασε στην πλατεία της Μητρόπολης, η οποία πλημμύρισε από το πλήθος.

Παρόντες ήσαν: 22 καρδινάλιοι, 4 πατριάρχες, 80 επίσκοποι, 120 απεσταλμένοι απάντων ηγουμένων, οι αρχηγοί των 4 μοναχικών ταγ­μάτων, ο μέγας Μάγιστρος των Ροδίων ιπποτών με 16 ταξιάρχους, οι αρχηγοί των ιπποτών του Αγίου Τάφου και του Τευτονικού τάγματος, οι αντιπρόσωποι των πανεπιστημίων των Παρισίων, της Τουλώνης, της Αουρέλιας, του Ανδηγαυϊκού, του Μομπελιέρου, της Μπολώνιας, της Φλωρεντίας, της Σαξωνίας, της Κανταβρυγίας και άλλων, οι πληρεξού­σιοι του κλήρου 100 μητροπολιτικών ναών, 300 και πλέον διδάκτορες της θεολογίας και του κανονικού δικαίου και πρεσβευτές όλων σχεδόν των βασιλέων, των ηγεμόνων και των Δημοκρατιών του χριστιανικού κόσμου.

Χαρακτηριστικό της Συνόδου, που τιμά ιδιαίτερα τον Κρητικό ιερω­μένο, ήταν η ομόφωνη γνώμη, που επικρατούσε μέσα σ’ αυτή τη μεγά­λη σύναξη των εκκλησιαστικών, επιστημονικών και πολιτικών προσωπι­κοτήτων, για τις αρετές και τη παιδεία του Πέτρου, για την ευγλωττία και τις ικανότητές του.

Ούτε και αυτοί οι εχθροί του μπορούσαν να αμφισβητήσουν το κύρος και την εντιμότητά του.

Ως πνευματικό τέκνο του Πανεπιστημίου των Παρισίων, απολάμβα­νε την υπόληψη και την αγάπη της Γαλλικής Σχολής και ως διατελέσας σύμβουλος και υπουργός του Βισκόντι είχε κύρος σ’ όλη την Ιταλία και ήταν αγαπητός φίλος των βασιλέων και ηγεμόνων της Ευρώπης.

Ακόμη όμως ως τέκνο της Κρήτης και ως εκ τούτου υπήκοος της Δημοκρατίας της Βενετίας, ήταν πρόσωπο ευνοούμενο της ισχυρής αυτής πολιτείας και τέλος ως μοναχός Φραγκισκανός, που το τάγμα του ανέκαθεν επιζητούσε τη μεταρρύθμιση της εκκλησίας, έδιδε ελπί­δες σ’ όλους αυτούς, που περίμεναν να δουν από τη Σύνοδο όχι μόνο την άρση του σχίσματος, αλλά και την ανόρθωση της Εκκλησίας.

Οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν την 26η Μαρτίου του έτους 1409 και ο πρώτος που έλαβε το λόγο στη σεβαστή σύναξη, ήταν ο καρδινά­λιος του Μιλάνου, ο Πέτρος.

Θέμα της ομιλίας του αποτέλεσε η ρήση από την Αγ. Γραφή: “Ιδού πάντες ημείς υιοί Ισραήλ, δότε εαυτοίς λόγον” (Κριταί Κ. 7) και εξόρκισε το συνέδριο στο τέλος της ομιλίας του να εκριζώσει τις δύο τερα­τώδεις κεφαλές της εκκλησίας και να χαρίσει σ’ αυτήν τον μοναδικό και αληθινό Ποιμένα.

Ο Πέτρος με την ομιλία του εξέφραζε τις προσδοκίες της μεγάλης πλειοψηφίας του κόσμου και καθόριζε το στόχο που θα έπρεπε να θέσει η Σύνοδος.

Την επίτευξη του στόχου αυτού δεν ήταν δυνατό κανείς να εγγυηθεί, επειδή οι δύο πάπες διέθεταν μέσα στη Σύνοδο πολλούς οπαδούς, που δεν ήταν γνωστό πώς θα αντιδράσουν, γι’ αυτό και καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες συμβιβασμού κατά τη διάρκεια των εργασιών της.

Επειδή όμως οι σύνεδροι αντιλήφθηκαν ότι οι προσπάθειες αυτές αντί να οδηγήσουν σε μια λύση υπήρχε κίνδυνος να φθάσουν σε νέα ρήξη, συμφώνησαν να δώσει η Σύνοδος εντολή και εξουσία στο σύνο­λο των καρδιναλίων, για να εκλέξουν το νέο Πάπα.

Ε’

Τη 15η του μηνός Ιουνίου του έτους 1409, αποσύρθηκαν οι 24 καρ­δινάλιοι στο Επισκοπικό παλάτι, στο οποίο παρέμειναν αποκλεισμένοι σύμφωνα με τους κανόνες της Δυτικής Εκκλησίας και εξέλεξαν παμψηφεί, την 26η του μηνός Ιουνίου του έτους 1409, πάπα τον ΠΕΤΡΟ ΦΙΛΑΡΓΟ, καρδινάλιο του Μιλάνου, με το όνομα Αλέξανδρος Ε’.

Μόλις έγινε γνωστή η εκλογή του πάπα Αλεξάνδρου, πλημμύρισαν από χαρά οι καρδιές όλου του χριστιανικού κόσμου.

Ο νέος πάπας, εκτός από την αρετή, την παιδεία και την πείρα που διέθετε, είχε επιπλέον το προτέρημα να είναι τελείως ξένος, να μην περιστοιχίζεται, όπως οι προκάτοχοι του, από άρπαγες συγγενείς, που θεωρούσαν την παποσύνη σαν να ήταν οικογενειακό τους φέουδο”.

Επειδή επίσης ήταν απαλλαγμένος από κάθε οικογενειακή πίεση, θα μπορούσε να αφιερωθεί με όλες του τις δυνάμεις στο μεγάλο έργο, που η Θεία Πρόνοια τον είχε καλέσει.

Η Ελληνική επίσης καταγωγή του έδιδε την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει στην άρση του σχίσματος, που από χρόνια χώριζε την Ανατολική Εκκλησία από τη Δυτική.

Αυτές οι προσδοκίες, που γεννήθηκαν με την εκλογή του Αλεξάνδρου, δικαιολογούσαν τη μεγάλη χαρά του κόσμου.

Περισσότερο όμως από παντού η χαρά φάνηκε στο Παρίσι και στην Πράγα. Στο Παρίσι όταν ο βασιλιάς της Γαλλίας πληροφορήθηκε την εκλογή του Αλεξάνδρου, τέκνου του Πανεπιστημίου των Παρισίων, χάρηκε τόσο πολύ, σαν να ήταν Γάλλος στην καταγωγή ή μέλος της Βασιλικής οικογένειας12.

Με τα ίδια αισθήματα αγάπης ολόκληρος ο λαός των Παρισίων εξήλθε στους δρόμους και τις πλατείες φωνάζοντας: “Ζήτω ο Αλέξανδρος, ο δικός μας πάπας”.

Πολλές λιτανείες έγιναν στις εκκλησίες των Παρισίων, με πλέον εντυπωσιακή τη λιτανεία που έγινε στην Αγία Γενοβέφα, στην οποία παραβρέθηκε ολόκληρη η βασιλική οικογένεια.

Περισσότερο όμως από τον βασιλιά και το λαό πανηγύρισε το Πανεπιστήμιο των Παρισίων, τέκνο πνευματικό του οποίου ήταν ο Αλέξανδρος13.

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Γερσώνιος, έστειλε στο νέο πάπα επιστολή με θέμα παρμένο από την Αγία Γραφή και με τίτλο: “Κύριε εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν του Ισραήλ (Πρ. Απ. A ’6) και σε άλλη ευκαιρία εξεφώνησε βαρυσήμαντο λόγω ενώπιον του βασιλέως με θέμα πάλι από την Αγ. Γραφή και με τίτλο: “Ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”’4.

Στο βαρυσήμαντο αυτό λόγο του Γερσωνίου φαινόταν η αγάπη της Γαλλίας και του κορυφαίου Πανεπιστημίου τα χρόνια εκείνα προς την Ελλάδα.

Οι φιλέλληνες Γάλλοι, αναφέρει ο ομιλητής, εύχονται να δουν να αίρεται ο θρησκευτικός μεσότοιχος που χωρίζει την Ανατολική από την Δυτική εκκλησία, να αγκαλιαστούμε ως αδελφοί και να θεωρήσουμε ατελή τον πολιτισμό μας, εάν δεν συμπεριλαμβάνει στην αγκαλιά του το Έθνος εκείνο, που η θεία πρόνοια έπλασε θεματοφύλακα των αρχαιοτάτων παραδόσεων, της φιλοσοφίας, της τέχνης και του χρι­στιανισμού.

«Η Ακαδημία των Παρισίων, mere des etudes et defenseresse de la toy, lumiere de Saincte Eglise», αρχίζει ο Γερσώνιος, «εμφανίζεται ως ταπεινή και αφοσιωμένη θυγατέρα ενώπιον της Μεγαλειότητας του χριστιανικοτέρου βασιλιά, παρόντων των πριγκίπων και των συμβού­λων του στέμματος, για να αναφωνήσει ότι δεν υπάρχει υψηλότερο αγαθό από την επικράτηση της Παγκόσμιας ειρήνης μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων. Ίσως βρεθούν άνθρωποι που δεν εμπιστεύονται τους Έλληνες, γιατί, όπως λέγεται, μισούν και περιφρονούν τους Λατίνους, τους οποίους θεωρούν αιρετικούς και σχισματικούς και προτιμούν να στραφούν προς τους Τούρκους, παρά σε μας. Ποιος είναι όμως εκεί­νος που τα λέγει αυτά; διερωτάται ο Γερσώνιος και συνεχίζει. Είναι η κακοβουλία που την έστειλε ο Σατανάς, για να εμποδίσει το αγιότατο αυτό έργο της ειρήνης μεταξύ των Ελλήνων με τους Λατίνους, η κακο­βουλία, που η θεία χάρη θα διαψεύσει και θα ματαιώσει τις προσπάθειές της. Σήμερα έχουμε Πάπα, έξοχο θεολόγο, που γνωρίζει σε βάθος τα αίτια του σχίσματος, γιατί είναι Έλληνας στην καταγωγή και διαθέ­τει μεγάλη πείρα. Έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη για τη συγκρότηση γενικής Συνόδου μετά από τρία χρόνια, στην οποία θα παρευρεθούν οι Έλληνες κληρικοί, ο αυτοκράτορας και πολλοί άλλοι που επιθυμούν την ειρήνη».

Η αγγελία της εκλογής του Πάπα Αλέξανδρου ακούστηκε με την ίδια χαρά και στην Πράγα για διαφορετικούς λόγους.

Ενώ στο Παρίσι περίμεναν με την εκλογή του νέου Πάπα την άρση του σχίσματος μεταξύ Λατίνων και Ελλήνων, στη Βοημία, με την άνοδο του Έλληνα πάπα στην έδρα του Αγ. Πέτρου, προσδοκούσαν την αναμόρφωση και μεταρρύθμιση της Εκκλησίας.

Στα μάτια του λαού της Βοημίας φάνηκε ότι η Θεία Πρόνοια ανέβα­σε στο θρόνο τον κατάλληλο άνδρα, για να εκπληρώσει τους δίκαιους πόθους τους.

Γνωστός και αγαπητός όπως ήταν σ’ αυτούς από την εποχή της δια­μονής του στην Πράγα, φίλος του αυτοκράτορα, Έλληνας στην κατα­γωγή και ως εκ τούτου συμπατριώτης των αποστόλων Μεθοδίου και Κυρίλλου, που διατηρούσαν ζωντανή τη μνήμη τους, παρείχε σ’ όλους την ελπίδα ότι θα φρόντιζε για την κάθαρση της Εκκλησίας από την κεφαλή ως τα άκρα, όπως είχε υποσχεθεί στη Σύνοδο της Πίζας.

Όλες αυτές οι θερμές εκδηλώσεις χαράς των χριστιανών, είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη ευχαρίστηση και συγκίνηση στο νέο πάπα.

Περισσότερο όμως ευχάριστη και ιδιαίτερα τιμητική θεώρησε την επιστολή, που του έστειλε από τη μακρινή Ανατολή ο παλαιός του φίλος, ένδοξος άνδρας και ήρωας της Βενετίας, ο Κάρλος Ζένος, που μεταξύ των ανδραγαθημάτων του συγκαταλέγεται και η απελευθέρω­ση από τις φυλακές του έκπτωτου αυτοκράτορα Ιωάννου Παλαιολόγου.

Με την επιστολή του ο Κάρλος Ζένος εξέφραζε τη μεγάλη χαρά που αισθάνθηκε με την εκλογή του και προσέφερε στην Παναγιότητά του το ξίφος και την εμπειρία του.

Τα χρόνια που ο πάπας Αλέξανδρος ανήλθε στο θρόνο του Αγίου Πέτρου, η στάση των Ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στο Βυζάντιο είχε αλλάξει, γεγονός που διευκόλυνε τον πάπα στην υλοποίηση των ορα­μάτων του, για τη μεταρρύθμιση της Εκκλησίας και την άρση του σχί­σματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

Η Ευρώπη, μετά την αποτυχία της να καταφέρει κατά το Μεσαίωνα, με το φεδουαλισμό και την παποσύνη, να δώσει λύσεις στα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά προβλήματα, έστρεψε το βλέμμα της προς ανατολάς, αναζητώντας νέες ιδέες και νέα πίστη, προκειμένου να ανα­γεννηθεί και να απαλλαγεί από την οπισθοδρόμηση και το σκοταδισμό, που την οδήγησαν οι μεσαιωνικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Τα βλέμματα όλων είχαν στραφεί προς την Ελλάδα, σε ό,τι ήταν ελληνικό, στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, απ’ όπου περίμεναν τη σωτη­ρία τους και την αναγέννησή τους. Μεγάλος αριθμός λογίων από το Βυζάντιο είχε κληθεί για να διδάξει στα ιταλικά Πανεπιστήμια την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία.

Έτσι, ενώ κατά το Μεσαίωνα οι πάπες, οι ηγεμόνες και οι αυτοκράτορες επεδίωκαν την καταστροφή του Βυζαντίου, τώρα άνοιγαν τις αγκάλες τους προς τον αυτοκράτορα και τον καλούσαν να λησμονήσει τα παλαιά μίση και να προσέλθει ο Ελληνισμός ως νέος παράγοντας, για να ενισχύσει το Δυτικό πολιτισμό.

Οι αφορισμοί και οι κατάρες, που εξέπεμπε άλλοτε το Βατικανό, σταμάτησαν και σήμερα παραδίδει τα κλειδιά του σε άνδρα Έλληνα, περιμένοντας απ’ αυτόν την ένωση και τη μεταρρύθμιση της Εκκλησίας.

Την 7η Αυγούστου του έτους 1409 έληξαν οι εργασίες της Συνόδου της Πίζας και ένας ένας οι σύνεδροι άρχιζαν να φεύγουν για την έδρα τους.

Ο Πάπας Αλέξανδρος αποφάσισε να παραμείνει στην Πίζα, ωσότου ελευθερωθεί η Ρώμη, με σκοπό να εγκατασταθεί στην έδρα του Αγίου Πέτρου.

Μετά από τρεις μήνες όμως, εξαιτίας ενός λοιμού που ενέσκηψε στην Πίζα, αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στην Πιστόϊα της Τοσκάνης και άρχισε να ασχολείται με την επίλυση των προβλημάτων της Εκκλησίας.

Παρά τις πολλαπλές ασχολίες του, ο πάπας Αλέξανδρος δεν παρέλειψε να στρέψει το βλέμμα του προς ανατολάς και να φροντίσει για τις τύχες της φυλής του.

Εκμεταλλευόμενος το λυσσαλέο εμφύλιο σπαραγμό που υπήρχε μεταξύ των διαδόχων του Σουλτάνου ύστερα από την ήττα του κατά τη μάχη της Άγκυρας και την αιχμαλωσία του από το βασιλιά των Τατάρων Τιμούρ, κήρυξε γενική Σταυροφορία και έστειλε παντού επι­στολές και πρεσβευτές, για να ξεσηκώσει πόλεμο κατά των Οθωμανών.

Ο πάπας Αλέξανδρος, ως γνήσιος Έλληνας, δε λησμόνησε επίσης τον τόπο της καταγωγής του.

Αφού ανήλθε στο ύψιστο αξίωμα της παποσύνης, μπροστά στο οποίο γονατίζουν και προσκυνούν αυτοκράτορες, θυμήθηκε τον τόπο του και τις στερήσεις που υπέφερε.

Θυμήθηκε το κοινόβιο μοναστήρι των Φραγκισκανών στο Ηράκλειο, όπου βρήκε άσυλο και εκπαίδευση και στη θέση των φυσικών του γονέων, που είχαν πεθάνει από λοιμό, βρήκε φιλόστοργους πατέρες και αδελφούς μέσα στη μονή.

Άγια δισκοπότηρα, δύο μίτρες κοσμημένες με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους, δύο σταυροί’5 από τους οποίους ο ένας περιείχε άγιο ξύλο και άλλα πλούσια αντικείμενα, περιλαμβάνονταν στα πλού­σια δώρα που απέστειλε στο μοναστήρι της μετάνοιας του.

Με δαπάνες του κατασκευάστηκε μέσα στη μονή παρεκκλήσι, με μεγάλη αψίδα, στην οποία υπήρχε το οικόσημό του, καθώς και η είσο­δος της εκκλησίας από κατεργασμένο εκλεκτό μάρμαρο (εικ. 2)

2.- Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου. Η πύλη του παρεκκλησίου
της μονής του Αγίου Φραγκίσκου. (Αρχαιολ. Μουσείο Ηρακλείου),
σήμερα είσοδος του Δικαστικού Μεγάρου.

Ενώ οι προκάτοχοι και οι διάδοχοι Πάπες θησαύριζαν και ενίσχυαν το οικογενειακό τους περιβάλλον, ο Αλέξανδρος περιορίστηκε στις πλούσιες δωρεές προς την πατρίδα του την Κρήτη και ο ίδιος παρέμει­νε πάπας πτωχός, που συντηρόταν με δαπάνες των φίλων του.

Όταν ο πάπας βρισκόταν ακόμη στην Πιστόϊα, έφθασε η χαρούμενη αγγελία της απελευθέρωσης της Ρώμης και των επευφημιών των Ρωμαίων που εκραύγαζαν: “Ζήτω η Εκκλησία – Ζήτω ο πάπας Αλέξανδρος”.

Την ώρα εκείνη ο πάπας βρέθηκε σε δίλημμα, αν έπρεπε να φύγει αμέσως για τη Ρώμη, όπως του συνιστούσαν οι Φλωρεντινοί ή αν έπρεπε να περάσει πρώτα από τη Μπολώνια, όπως του συνιστούσε ο καρδινάλιος Κόσσα.

Τελικά, επικράτησε η άποψη του καρδιναλίου και μέσα σε περίοδο βαρυχειμωνιάς πέρασε τα χιονισμένα Απέννινα όρη και τη 12η Ιανουάριου του έτους 1410 έφθασε στη Μπολώνια, όπου έγινε δεκτός από πλήθος ενθουσιώδους λαού.

Την 12η του μηνάς Φεβρουάριου του έτους 1410, έφθασε στη Μπολώνια μεγάλη πρεσβεία από τη Ρώμη και ο επικεφαλής της, κόμης Ιάκωβος Ορσίνι’6, παρέδωσε στον πάπα, σε λαμπρή τελετή, τη σημαία και τα κλειδιά της πόλης, με την παράκληση να επισπεύσει την κάθοδό του στην πρωτεύουσα του Καθολικισμού17.

Ήταν άκρως συγκινητική η στιγμή, κατά την οποία οι Ρωμαίοι ευγενείς πρεσβευτές έπεσαν στα πόδια του άλλοτε ταπεινού επαίτη του Μεραμβέλλου της Κρήτης, για να τα ασπασθούν.

Ο Αλέξανδρος, που θεώρησε τη χειρονομία αυτή ως το μεγαλύτερο γεγονός του βίου του, έδωσε διαταγή να κοπεί νόμισμα σε παντοτινή ανάμνηση του γεγονότος αυτού18.

3.- Οι δύο όψεις του νομίσματος που κόπηκε σε ανάμνηση
της παράδοσης της σημαίας και των κλειδιών της Ρώμης στον πάπα
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ Ε ‘από τον κόμητα Ιωάννη Ορσίνι.

Ο Θεός όμως δεν επέτρεψε στον Πέτρο να εκπληρώσει την επιθυ­μία του να πατήσει το έδαφος της Ρώμης ως πάπας και να προσευχη­θεί πάνω στον τάφο των Αποστόλων.

Μετά από λίγο ασθένησε και προαισθανόμενος το τέλος της ζωής του κάλεσε τους καρδιναλίους και τους προέτρεψε να εξακολουθή­σουν να εργάζονται για την ένωση της Εκκλησίας.

Ο Πάπας Αλέξανδρος Ε’ παρέδωσε το πνεύμα του την 4η του μηνός Μαΐου του έτους 141019.

Ο καλλιμάρμαρος τάφος του βρίσκεται στη βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου στη Μπολώνια, με ανάγλυφη την προσωπογραφία του και με το παρακάτω επιτύμβιο:

SUMMUS PASTORUM ALEXANDER QUINTUS ΕΤ OMNIS
SCRIPTURAE LUMEN SANCTISSIMUS ORDO MINORUM
QUEM DEDIT, ET PROPRIO CRETENSIS NOMINE PETRUS.
MIGRAVIT ANNO 1410.

Ο Πάπας Αλέξανδρος Ε’ τίμησε ιδιαίτερα την πατρίδα του, την Κρήτη. Η Κρήτη όμως δεν τίμησε το άξιο τέκνο της όπως του άξιζε. Και αντί να του στήσει ανδριάντα, τον κράτησε στην αφάνεια και στην ασημότητα, όπως άσημο και ταπεινό τον γέννησε.

Ανυπόστατος είναι η κατά τον Κόσσα γενόμενη κατηγορία ότι δια δηλητηρίου επέσπευσε τον θάνατο του γέροντος Πάπα.

 Το κείμενο αντλήθηκε από το σύγγραμμα: ΠΆΠΑΣ ΑΛΈΞΑΝΔΟΣ Ε, Ο Κρητικός Πάπας, Ηράκλειο 1996. Του αείμνηστου Ιορδάνη Δατσέρη ιατρό τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω.    

Η ιστορία του μοναδικού Έλληνα Πάπα

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

IBANK Eurobank δωρεών στο ipy.gr GR7802606840000530104411908

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.