Μνήμες από το χωριό Ασκοί Πεδιάδος του 1984

 

Σκόρπιες μνήμες από το χωριό Ασκοί Πεδιάδος το 1984

Οι Ασκοί είναι ένα όμορφο χωριό με απεριόριστη θέα προς τις επιβλητικές δυτικές πλαγιές των Λασιθιώτικων ορέων. Ανήκει στον Δήμο Μινώα  Πεδιάδος του Νομού Ηρακλείου και απέχει περίπου 15 λεπτά από το Καστέλι Πεδιάδος.

Το σχολείο

Το σχολείο των Ασκών είναι ένα όμορφο μικρό νεοκλασικού τύπου κτήριο, είχε μία αίθουσα και ένα γραφείο για το δάσκαλο. Υπήρχαν τρις σειρές από ξύλινα θρανία, που αντιστοιχούσαν στις τάξεις Τετάρτη, Πέμπτη και Έκτη δημοτικού, οι τρις πρώτες τάξεις στεγάζοντας σε μια άλλη αίθουσα βορειοανατολικά της εκκλησία που συνορεύει με το σχολείο, όπως σε κάθε χωριό και σχολείο παλαιότερης εποχής. Απέναντι από τον μεγάλο πίνακα, πίσω από τα παιδιά υπήρχε ένας πάγκος με προθήκες γεμάτες με μπουκάλια και βάζα γεμάτα με καθαρό οινόπνευμα, μέσα σε αυτά υπήρχαν καλοδιατηρημένα διάφορα ήδη μικρών ζώων, όπως για παράδειγμα φίδια, (όφιδες) βατράχια, (αφορδακοί) σκαθάρια και άλλα…

Ήταν μέρος του μαθήματος, ο δάσκαλος να παρακινεί τα παιδιά να φέρουν μικρά ζώα, ήταν κάτι που τα παιδιά το έκαναν με μεγάλη χαρά. Κάτι τέτοιο σήμερα βέβαια θεωρείται αδιανόητο, αλλά για εκείνη την εποχή ήταν κάτι εντελώς φυσιολογικό.

Τα παιδιά το ξύλο και το σχολείο

 Όπως φυσιολογικό ήταν η άσκηση σωματικής βίας, προκειμένου να γίνει ένα παιδί καλύτερος μαθητής, ή να μην κάνει αταξίες. Το τσούξιμο από το χτύπημα πάνω στην ανοιχτή παλάμη με την πήχη το αισθανόσουν για πολλή ώρα μετά, (η πήχη ήταν ένας μεγάλος ξύλινος χάρακας) και ο μαθητής ζάρωνε στη θέση του. Βέβαια ο μαθητής που τις έτρωγε, δεν έπρεπε να δειλιάσει, να αρνηθεί, ή να κλάψει, γιατί μετά τον κορόιδευαν τα άλλα παιδιά στο διάλυμα, γιατί αν το έκαναν την ώρα του μαθήματος, ο δάσκαλος τιμωρούσε όποιον κορόιδευε με τον ίδιο τρόπο. Μπροστά στο διάταγμα του δάσκαλου, άνοιξε τη δεξιά σου παλάμη και αμέσως μετά την αριστερή και αν ήταν βαρύ το παράπτωμα του μαθητή, ο δάσκαλος του έδινε 4 ξυλιές με την πήχη ή και παραπάνω.

Ήταν συχνό το φαινόμενο η πήχη του δασκάλου να σπάει πάνω στο χέρι του μαθητή, τότε ο δάσκαλος έλεγε στον καλύτερο μαθητή να πάει έξω και να γυρίσει με μία βίτσα, αυτή η βίτσα μπορούσε να είναι είτε από το φυτό σφάκα, είτε από ελιά, είτε από αμπέλι. Η βίτσα έπεφτε πάνω στο χέρι σαν μαστίγιο προκαλώντας ακόμη πιο οδυνηρό πόνο στον μαθητή.

Λίγα χρόνια πριν η Ελληνική πολιτεία είχε καταργήσει την άσκηση βίας στους μαθητές, αλλά μέχρι να φτάσει και στα πιο απομακρυσμένα χωριά όπως ήταν τότε οι Ασκοί, πέρασαν μερικά χρόνια.

Μην συγκρίνει όμως κάποιος εκείνη την εποχή με την τωρινή, ή άσκηση βίας στους μαθητές τότε ήταν μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι μαθητές δεν έλεγαν στους γονείς τους ότι τους χτύπησε ο δάσκαλος, διότι θα εισέπρατταν την ερώτηση, γιατί τι έκανες; και αν έκριναν ότι καλά έκανε ο δάσκαλος, τις έτρωγαν και από αυτούς.

 Τα ζώα

Τα ζώα στους Ασκούς το 1984 ήταν μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων, είτε ως εργαλεία δουλειάς, είτε ως οικόσιτα παραγωγικά, είτε σε άγρια μορφή που ζούσαν πολύ κοντά στους ανθρώπους. Ακόμα υπήρχαν άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας βέβαια, που έσκαβαν τα χωράφια τους με τα βούγια-αελιές-αγελάδες. Τα παιδιά έκαναν στην άκρη φοβισμένα όταν περνούσαν αυτά τα μεγαλόσωμα ζώα από τα στενά σοκάκια του χωριού, προκαλώντας τους δέος.

Οι αφορδακοί-βατράχια 

Τους καλοκαιρινούς μήνες συνέβαινε ένα φαινόμενο που δεν ξέρω αν γινότανε σε άλλα χωριά. Όταν ο ήλιος είχε δύσει εντελώς και το σκοτάδι είχε απλωθεί παντού, τότε μαζί με τα άλλα νυχτόβια ζώα, στα σοκάκια του χωριού εμφανίζονταν πολλοί πάρα πολλοί αφορδακοι-βάτραχοι και τα παιδιά συνήθιζαν να βγαίνουν με φακούς, να τους μαζεύουν και την επομένη το πρωί να τους βάζουν να κολυμπούν στα ποτιστήρια και όταν κουράζονταν να παίζουν τους άφηναν ελεύθερους αλλά και σίγουρα νηστικούς.

Οι όρνιθες και οι αίγες

Οι όρνιθες-κότες ήταν σχεδόν σε κάθε γειτονιά, είτε περιφραγμένες πρόχειρα σε κάποιο σόχωρο, είτε τελείως ελεύθερες. Σχεδόν το 1/3 των σπιτιών είχε αίγες-κατσίκες, τις οποίες δένανε πάντα πολύ κοντά στο χωριό για να είναι εύκολη και γρήγορη η μετάβαση σε αυτές, γιατί δεν αρκούσε μόνο να πας την αίγα σου να τη τζενόσεις, δηλαδή να καρφώσεις στο χώμα ένα μυτερό σίδερο με ένα κρίκο από πάνω όπου ήταν δεμένο στο σχοινί, αλλά έπρεπε να ξαναπάς το μεσημέρι για να τη μεταδέσεις σε διαφορετικό σημείο με περισσότερα χόρτα, αφού η αίγα είχε φάει όσα χόρτα έφθανε σε μία ακτίνα όσο της επέτρεπε το σχοινί σχηματίζοντας ένα κύκλο με κομμένα χόρτα σαν από διαβήτη σχηματισμένο.

Ο τράγος  

Στο χωριό υπήρχαν ένας η δύο ιδιοκτήτες τράγων, οι οποίοι τους είχαν αποκλειστικά για αναπαραγωγικούς λόγους αλλά και βιοποριστικούς, δηλαδή όποιου η αίγα θύμιζε, την πήγαινε στον τράγο μετά από συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη του, έναντι ενός κάποιου αντιτίμου προκειμένου η αίγα να γαστρωθεί, η αίγα έμενε στον ίδιο κλειστό και ανήλιαγο χώρο με τον τράγο για δύο με τρις βραδιές. Όπου υπήρχαν οι τράγοι αποτελούσε πόλο έλξης για τα παιδιά προκειμένου να δουν αυτό το μεγαλόσωμο ζώο με τα μεγάλα κέρατα. Όπου ήταν τράγος γίνονταν αμέσως αντιληπτό γιατί έζεχνε, δηλαδή μύριζε πολύ έντονα  τραγίλα, φυσικά ούτε λόγος για καθαριότητα, και έτσι βγήκε η φράση βρωμεί και ζέχνει, φυσικά αυτό συνέβαινε σε όλη την ύπαιθρο.  

Οι ατσελέγοι     

Το χωριό ήταν γεμάτο από ατσελέγους, ένα μικρό πουλί που ζει κοντά στους ανθρώπους. Στην υπόλοιπη Ελλάδα τα λένε σπουργίτια. Τα αγόρια του χωριού την άνοιξη εντόπιζαν τις φωλιές τους στις τρύπες των παλαιότερων σπιτιών και έπιαναν τα αυγά τους από περιέργεια, άλλα παιδιά περίμεναν να ξεπουλιάσουν τα αυγά, να μαλλιάσουν τα πουλάκια και λίγο πριν επιχειρήσουν την πρώτη τους πτήση, τα έπιαναν και τους τα τηγάνιζαν οι μητέρες τους, λέγοντας στα υπόλοιπα πόσο ωραίος μεζές ήταν. Οι νεοσσοί ατσελέγοι ήταν τόσοι πολύ που όταν έρχονταν η ώρα να πετάξουν από την φωλιά τους, οι περισσότεροι δεν τα κατάφερναν καλά, έτσι χαμηλοπετούσαν παντού σχεδόν με τις νεαρές γάτες που είχαν γεννηθεί Φεβρουάριο και Μάρτιο να βρίσκουν εύκολη και άφθονη τροφή.

Τα γαϊδουράκια

Στους Ασκούς τότε υπήρχαν ακόμη πολλά γαϊδούρια και μουλάρια, αποτελούσαν για τους γηραιότερους κατόχους τους το κύριο μέσο μετακίνησης για τις αγροτικές τους εργασίες. Οι σοροί από καβαλίνες στους δρόμους ήταν κάτι συνηθισμένο που δεν ξένιζε κανένα όταν τους  συναντούσε και απλά τους προσπερνούσε, οι καβαλίνες όμως δεν έμεναν για πολλή στον δρόμο, γιατί αποτελούσαν εξαιρετικό λίπασμα και έτσι τις μάζευαν για τους κήπους και τις γλάστρες μόλις ξεραίνονταν λίγο.

Συχνά τις απογευματινές ώρες ορισμένα γαϊδούρια που περπατούσαν γρηγορότερα από το ηλικιωμένο αφεντικό τους, κατευθύνονταν φορτωμένα και μόνα τους στο αχύρι-στάβλο, εκεί μόλις έφταναν έστεκαν και περίμεναν καρτερικά το αφεντικό τους να τα ξεφορτώσει, να τους βγάλει το σωμάρι και να τους βάλει να φάνε. Μια από τις πιο ωραίες αναμνήσεις μου είναι το πότισμα των γαϊδάρων, στην κάτω μεριά του χωριού που ο δρόμος οδηγεί στο χωριό Αβδού, υπήρχε ένα τσιμεντένιο ποτιστήρι, εκεί κάθε απόγευμα καθώς γυρνούσαν οι αγρότες από τα χωράφια τους, σταματούσαν για να πιει νερό το ζώο τους, όση ώρα έπινε νερό ο γάιδαρος, το αφεντικό του σφύριζε έναν συγκεκριμένο σκοπό τον οποίο μπορείτε να ακούσετε εδώ

Υγιεινή

Στους Ασκούς του 1984 υπήρχαν ακόμη σπίτια που δεν είχαν ούτε τη στοιχειώδη αποχέτευση, αυτό συνέβαινε γιατί πολλά από αυτά ήταν μετόχια, δηλαδή κατοικούνταν περιορισμένο χρονικό διάστημα τον χρόνο, συνήθως όσο διαρκούσαν οι αγροτικές εργασίες όπως η ελαιοσυλλογή το χειμώνα, έτσι το νερό από το πλύσιμο των πιάτων κατέληγε να κυλάει στον δρόμο, στον δρόμο γενικά κατέληγαν όλα τα υγρά απόβλητα αναμεμιγμένα με άφθονο νερό από την σχεδόν πάντα μία και μόνη βρύση του σπιτιού, πάνω από έναν πλατύ και ρηχό πέτρινο νεροχύτη, από την οποία κρέμονταν ένα κομμάτι λάστιχο για να κατεβάζει το νερό χαμηλότερα. Η σωματική ανάγκη-αφόδευση γίνονταν μέσα στον στάβλο-αχύρι, ανάμεσα στον γάιδαρο, την αίγα, τα κουνέλια και τις όρνιθες, οι οποίες έπαιζαν με προθυμία τον ρόλο του καθαριστή. Υπήρχαν ακόμη μερικά σπίτια που είχαν χωμάτινο δάπεδο και ήταν χωρίς ρεύμα, με λίχνο το βράδυ η λάμπα πετρελαίου, με παρασιά-εστία τζακιού και ανηφορά-πλατιά καμινάδα. Φυσικά υπήρχαν και πολλά σπίτια που οι κάτοικοι τους διαβιούσαν με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, δηλαδή είχαν τουαλέτα με μπάνιο, πλυντήριο ρούχων, άφθονο νερό και ρεύμα, ο πολιτισμός είχε έρθει για να μείνει.

Τα έθιμα

Κάθε Κυριακή άναβαν οι εναπομείναντες φούρνοι στις αυλές των σπιτιών που τους διέθεταν, εκεί έψηναν οι νοικοκυρές όλου του χωριού κρέας με πατάτες μέσα σε μεγάλα στρογγυλά τεψιά, ήταν κάτι σαν γιορτή αυτή η διαδικασία και το αποτέλεσμα εξαιρετικά γευστικό.

Τα κάλαντα

Τα κάλαντα ήταν η γιορτή των παιδιών. Από αυτή την διαδικασία είχαν τριπλό όφελος, πρώτον πολλά σπίτια έδιναν γλυκά, δεύτερον πολλά σπίτια έδιναν ελαιόλαδο και τρίτον κάποια σπίτια έδιναν λίγα χρήματα, έτσι εκτός από τις τσέπες που χρειαζόσουν, έπρεπε να κρατάς ένα λαδικό, δηλαδή ένα στρόγγυλο ανοξείδωτο τενεκέ με ένα ξύλινο χερούλι από πάνω πιασμένο από δύο σύρματα, και μία σακούλα η καλάθι αν υπήρχε, για να βάζεις μέσα τα γλυκά. 

Τα παιδιά του χωριού

Τα παιδιά ήταν τόσο ελεύθερα όσο δεν φαντάζονται τα σημερινά παιδιά, την εποχή που οι κερασιές ήταν φορτωμένες με νόστιμα μαύρα σκληρά κεράσια, εφορμούσαν στα δέντρα κοντά στο χωριό στην περιοχή με πολλούς κήπους με το όνομα Άη Νικόλας, τρώγοντας όσα πιο πολλά κεράσια μπορούσε το κάθε ένα, χωρίς όμως να προκαλεί ζημιά στους παραγωγούς, αφού πόσα κεράσια να φάει ένα μικρό παιδί;. Σε όλο το χωριό τις μεσημεριανές ώρες και τις βραδινές αντηχούσαν οι φωνές των μαμάδων που φώναζαν με όση δύναμη φωνής είχαν τα παιδιά τους, Μιχάληηη, Γιαννιόοο, Γιώργοοο, για να πάνε να φάνε η να κοιμηθούν.

Το τηλέφωνο

Το 1984 στους Ασκούς υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο, αυτό ήταν τοποθετημένο σε ένα δωματιάκι δίπλα από το μπακάλικο του Μορφιά, μαζί του υπήρχε ένα μεγάφωνο, έτσι όταν ένας κάτοικος του χωριού είχε τηλέφωνο, ο μπακάλης φώναζε, ο τάδε να έρθει στο τηλέφωνο τρις φορές και άφηνε το ακουστικό στον πάγκο, το μεγάφωνο αυτό ακούγονταν μακριά από τα τελευταία σπίτια του χωριού στα χωράφια. Σίγουρα για να ετοιμαστεί ο καλούμενος και να πάει στο τηλέφωνο, μπορούσαν να περάσουν αρκετά λεπτά της ώρα.  

Το λεωφορείο

Στους Ασκούς έκανε το δρομολόγιο ένα λεωφορείο από το Καστέλι Πεδιάδος και πάλι πίσω. Ήταν ένα παλιό λεωφορείο με βαριές πόρτες που είχαν χερούλι πόρτας, ήταν 32 θέσεων με ένα μεγάλο όγκο δεξιά του οδηγού που μέσα ήταν η μηχανή του, ανάμεσα στον οδηγό και την μηχανή βρίσκονταν ο λεβιές ταχυτήτων, ένα μεγάλο καμπυλωτό σίδερο με βάση πίσω από τον οδηγό και μία καμπύλη 90 μοιρών εκτίνονταν προς τον οδηγό. Τα παράθυρα βαριά άνοιγαν προς τα κάτω, όταν άνοιγαν.

Λίγο οι πολύ αυτές οι συνθήκες επικρατούσαν σε όλη την ενδοχώρα της Κρήτης εκείνη την εποχή. Συνοδεύω αυτή τη δημοσίευση με 18 μεταγενέστερες φωτογραφίες που έχω τραβήξει από τους Ασκού σε διάφορες χρονολογίες. Μενέλαος Α.Μαρκοδημητράκης

Κοινοποιήστε την δημοσίευση ευχαριστούμε

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *