Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα 7-10-1838

 

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Διάχυτη ήταν η αποδοκιμασία του συστήματος διακυβέρνησης, και ο πόθος για σύνταγμα γινόταν κάθε μέρα και πιο έντονος. Δεν ήταν μό­νο οι νέοι, οι μαθητές του Γυμνασίου και οι φοιτητές του Πανεπιστημί­ου της πρωτεύουσας, που εξέφραζαν τέτοια διακαή αισθήματα· ήταν και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές, οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, καθώς και οι ιερείς και οι αρχιερείς. Ο Γέροντας Κολοκοτρώνης, τον οποίο ο βασιλιάς Όθωνας εκτιμούσε ιδιαιτέρως, μία μέρα επισκέφθηκε το Γυμνάσιο και παρακολούθησε το μάθημα του γυμνασιάρχη Γεννάδιου, ο οποίος ανέλυε ένα απόσπασμα δημηγορίας από την ιστορία του Θουκυδίδη. Τόσο πολύ ενθουσιάστηκε που θέλησε να μιλήσει και ο ίδιος στους νέους για την Πατρίδα. Έτσι, παρακάλεσε το γυμνασιάρχη να συγκεντρώσει όλους τους μαθητές έξω από την πόλη στην Πνύκα, προκειμένου να εκφωνήσει και ο Γέρος Κολοκοτρώνης λόγο προς τους νέους. Ο αείμνηστος Γεννάδιος, γεμάτος από αγνό πατριωτισμό, πραγ­ματοποίησε την επιθυμία του σεβάσμιου Γέροντα και την παραμονή της εορτής των Ταξιαρχών ειδοποίησε όλους τους μαθητές του Γυμνασίου να συγκεντρωθούν στο σχολείο του, επειδή ήθελε να τους δείξει κάτι πε­ρίεργο.

Η περιέργεια που προκλήθηκε προσείλκυσε την επομένη στο Γυ­μνάσιο όλους τους μαθητές, και μαζί τους πλήθος περιέργων. Το σχολείο γέμισε από κόσμο, συγκεντρώθηκαν οι καθηγητές και λίγο μετά έφτασε και ο Γέρος Κολοκοτρώνης, φορώντας την κόκκινη στολή του. Το πλήθος άνοιξε για να περάσει ο σεβά­σμιος Γέρος που ανέβηκε στους καθηγητές. Ύστερα από λίγο, ο γυμνασιάρχης απευθύνθηκε από την αίθουσα στο πλήθος, λέγοντας: «Ακολου­θήστε μας για να σας δείξουμε κάτι περίεργο». Κατέβηκαν τις σκάλες και έχοντας στη μέση το Γέρο βγήκαν με κατεύθυνση προς το λεγόμενο ναό του Αιόλου [τους Αέρηδες] και από εκεί προς την Πνύκα, χωρίς κανείς να γνωρίζει που πήγαιναν· το πρωτόγνωρο αυτό θέαμα προσείλκυσε και το πλήθος των περίεργων.

Έφτασαν λοιπόν στην Πνύκα, κι αφού ξαπόστασαν λίγο, σηκώθηκε ο Γέρος, ανέβηκε στο βήμα της Πνύκας και άρχισε να μιλά στη νεολαία. Αναφέρθηκε στη δουλεία των Τούρκων, στις σκέψεις και στον πόθο για αυτονομία των ανδρών της εποχής, εξιστόρησε γεγονότα του ιερού αγώ­να και μίλησε για την επιθυμία των Ελλήνων να είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση κ.λπ. Ξαφνικά εμφανί­ζεται μια ομάδα χωροφυλάκων, πλησιάζει και διαλύει τη συγκέντρωση. Μάλιστα, ο Θ. Κολοκοτρώνης, αφού τον διέβαλαν στο βασιλιά, λίγο έλειψε να μπει σε περιπέτειες. Γλίτωσε όμως από τη δυσμένεια, γιατί ο φιλόπατρις γυμνασιάρχης Γεννάδιος και οι άλλοι καθηγητές απέδειξαν ότι όλα είχαν γίνει με καλή πρόθεση.

Ο ΛΟΓΟΣ
Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, όπου έγώ πατώ σήμερα, έπα- τούσαν και έδημηγοροϋσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, καί άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος νά συ- γκριθώ καί ούτε νά φθάσω τά ίχνη των. Έγώ έπιθυμούσα νά σάς ίδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα τών προπατόρων μας, καί έρχομαι νά σάς είπώ, όσα εις τον καιρό του άγώνος καί προ αυτού καί ύστερα άπ’ αυτόν ό ίδιος έπαρατήρησα, καί άπ’ αυτά νά κάμωμε συμπερα­σμούς καί διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ό Θεός μόνος ήξεύρει τά μέλλοντα. Καί διά τους παλαιούς ‘Έλληνας, οποίας γνώ­σεις είχαν καί ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τά άλλα έθνη τού καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολίτικους είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ’ ήμέραν οί διδάσκαλοί σας καί οί πεπαιδευμέ­νοι μας. Έγώ δεν είμαι άρκετός. Σάς λέγω μόνον πώς ήταν σοφοί, καί άπό έδώ έπήραν καί έδανείσθησαν τά άλλα έθνη τήν σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον όποιον κατοικούμε, έκατοικούσαν οί παλαιοί ‘Έλληνες, άπό τους οποίους καί ήμεϊς καταγόμεθα καί έλάβαμε τό όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν άπό ήμάς εις τήν θρησκείαν, διότι έπρο- σκυνουσαν τές πέτρες καί τά ξύλα. ’Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ό Χριστός, οί λαοί όλοι έπίστευσαν εις τό Εύαγγέλιό του, καί έπαυσαν νά λατρεύουν τά είδωλα. Δεν έπήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προ­κομμένους, άλλ’ άπλούς άνθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, καί μέ τή βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τές γλώσσες του κό­σμου, οί όποιοι, μολονότι όπου καί άν έβρισκαν έναντιότητες καί οί βασιλείς καί οι τύραννοι τούς κατέτρεχαν, δέν ήμπόρεσε κανένας νά τούς κάμη τίποτα. Αύτοί έστερέωσαν τήν πίστιν.

Οι παλαιοί ‘Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν είς την διχόνοια καί έτρώγονταν μεταξύ τους, καί έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οί Ρω­μαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. ‘Ύστερα ήλθαν οί Μουσουλμάνοι καί έκαμαν ό,τι ήμποροΰσαν, διά νά άλλάξη ό λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς άνθρώπους, άλλ’ έστάθη άδύνατο νά τό κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ό άλλος τό σταυ­ρό του έκαμε. Σάν είδε τούτο ό σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [άντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί τού έδωσε την έξουσία τής έκκλησίας. Αυτός καί ό λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ό σουλτάνος. ‘Ύστερον έγιναν οί κοτζαμπάσηδες [προεστοί] είς όλα τά μέρη. Ή τρί­τη τάξη, οί έμποροι καί οί προκομμένοι, τό καλύτερο μέρος τών πο­λιτών, μήν υποφέρνοντες τον ζυγόν έφευγαν, καί οί γραμματισμένοι έπήραν καί έφευγαν άπό τήν Ελλάδα, τήν πατρίδα των, καί έτσι ό λαός, όστις στερημένος άπό τά μέσα τής προκοπής, έκατήντησεν εις άθλίαν κατάσταση, καί αυτή αΰξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα· διότι, άν ευρίσκετο μεταξύ τού λαού κανείς μέ όλίγην μάθηση, τον έλάμβανε ό κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή έσύρετο άπό τον έμπορο τής Ευρώπης ώς βοηθός του ή έγίνετο γραμματικός τού προεστού. Καί μερικοί μήν υποφέροντες τήν τυραννίαν τού Τούρκου καί βλέπο­ντας τές δόξες καί τές ήδονές οπού άπελάμβαναν αύτοί, άφηναν τήν πίστη τους και έγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ό λαός έλίγνευε καί έπτώχαινε.

Είς αύτήν τήν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί άπό τούς φυγά- δες γραμματισμένους έμετάφραζαν καί έστελναν είς τήν Ελλάδα βι­βλία, καί είς αύτούς πρέπει νά χρωστούμε εύγνωμοσύνη, διότι εύθύς όπού κανένας άνθρωπος άπό τό λαό έμάνθανε τά κοινά γράμματα, έδιάβαζεν αύτά τά βιβλία καί έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τί έκαμεν ό Θεμιστοκλής, ό Αριστείδης καί άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και έβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μάς ήλθεν εις τό νού νά τους μιμηθούμε και νά γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε καί έπροόδευσεν ή Εταιρεία.

‘Όταν άποφασίσαμε νά κάμωμε την ’Επανάσταση, δεν έσυλλογισθήκαμε οΰτε πόσοι εϊμεθα οΰτε πώς δέν έχομε άρματα οΰτε ότι οι Τούρκοι έβαστούσαν τά κάστρα καί τάς πόλεις οΰτε κανένας φρόνι­μος μάς είπε «που πάτε έδώ νά πολεμήσετε μέ σιταροκάραβα βατσέλα», άλλά ώς μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή έπιθυμία τής έλευθερίας μας, καί όλοι, καί ό κλήρος μας καί οί προεστοί καί οι καπεταναϊοι καί οί πεπαιδευμένοι καί οί έμποροι, μικροί καί μεγάλοι, όλοι έσυμφωνήσαμε εις αυτό τό σκοπό καί έκάμαμε τήν ’Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο τής Έπαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια καί όλοι έτρέχαμε σύμφωνοι. Ό ένας έπήγεν εις τον πόλεμο, ό άδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του έζύμωνε, τό παιδί του έκουβαλούσε ψωμί καί μπαρουτόβολα εις τό στρατόπεδον καί έάν αύτή ή ομόνοια έβαστούσε άκόμη δυο χρόνους, ήθέλαμε κυριεύσει καί τήν Θεσσαλία καί τήν Μακεδονία, καί ίσως έφθάναμε καί έως τήν Κων­σταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τούς Τούρκους, οπού άκουγαν ‘Έλληνα καί έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν ‘Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες έμπρός, καί ένα καράβι μίαν άρμάδα. Άλλά δέν έβάσταξεν. Ήλθαν μερικοί καί ήθέλησαν νά γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη τό κεφάλι. Μάς πονουσε τό μπαρμπέρισμά τους. Μά τί νά κάμομε; Είχαμε καί αύτουνών τήν άνάγκη. ’Από τότε ήρχισεν ή δι­χόνοια, καί έχάθη ή πρώτη προθυμία καί ομόνοια. Καί όταν έλεγες τον Κώστα νά δώσει χρήματα διά τάς άνάγκας του έθνους, ή νά ύπάγει εις τον πόλεμο, τούτος έπρόβαλλε τον Γιάννη. Καί μ’ αύτόν τον τρόπο κανείς δέν ήθελε οΰτε νά συνδράμει οΰτε νά πολεμήσει. Καί τούτο έγίνετο, έπειδή δέν είχαμε ένα άρχηγό καί μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, έσηκώνετο ό άλλος καί τον έριχνε, και έκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ό ένας ήθελε τούτο, και ό άλλος τό άλλο. ’Ίσως όλοι ήθέλαμε τό καλό, πλήν καθένας κατά τήν γνώμη του. ‘Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ τό σπίτι δέν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ό ένας λέγει, ότι ή πόρτα πρέπει νά βλέπει εις τό α­νατολικό μέρος, ό άλλος εις τό άντικρυνό, καί ό άλλος εις τον Βορέα, σάν νά ήταν τό σπίτι εις τον άραμπά, καί νά γυρίζει, καθώς λέγει ό καθένας. Με τούτο τον τρόπο δέν κτίζεται ποτέ τό σπίτι, άλλά πρέπει νά είναι ένας άρχιτέκτων, όπου νά προστάζει πώς θά γενεϊ. Παρο­μοίως καί ημείς έχρειαζόμεθα έναν άρχηγό καί έναν άρχιτέκτονα, όστις νά προστάζει καί οί άλλοι νά υπακούουν καί νά άκολουθοΰν. ’Αλλ’ έπειδή εϊμεθα εις τέτοια κατάσταση, έξ αιτίας τής διχόνοιας, μάς έπεσε ή Τουρκιά έπάνω μας καί κοντέψαμε νά χαθούμε, καί εις τούς στερνούς έπτά χρόνους δέν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή τήν κατάσταση έρχεται ό βασιλεύς, τά πράγματα ήσυχάζουν, καί τό έμπόριο καί ή γεωργία, καί οι τέχνες άρχίζουν νά προ­οδεύουν, καί μάλιστα ή παιδεία. Αυτή ή μάθησις θά μάς αύξήσει καί θά μάς εύτυχήσει. ’Αλλά διά νά αύξήσομεν, χρειάζεται καί ή στερέωσις τής πολιτείας μας, ή οποία γίνεται με τήν καλλιέργεια καί μέ τήν ύποστήριξη τού Θρόνου. Ό βασιλεύς μας είναι νέος καί συμμορφώ­νεται μέ τον τόπο μας· δέν είναι προσωρινός, άλλ’ ή βασιλεία του είναι διαδοχική, καί θά περάσει εις τά παιδιά των παιδιών του, καί μέ αάτόν κι έσεϊς καί τά παιδιά σας θά ζήσετε. Πρέπει νά φυλάξετε τήν πίστη σας, καί νά τήν στερεώσετε, διότι, όταν έπιάσαμε τά άρματα, είπαμε πρώτα ύπέρ Πίστεως καί έπειτα ύπέρ Πατρίδος. Όλα τά έθνη τού κόσμου έχουν καί φυλάττουν μιά Θρησκεία. Καί αύτοί, οί Εβραίοι, οί οποίοι κατατρέχοντο καί μισούντο καί άπό όλα τά έθνη, μένουν σταθεροί εις τήν πίστη τους.

Νά μην έχετε πολυτέλεια, νά μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες καί εις τά μπιλιάρδα. Νά δοθήτε εις τάς σπουδάς σας, καί καλλίτερα νά κοπιάσετε ολίγον δύο καί τρεις χρόνους, καί νά ζήσετε έλεύθεροι εις τό έπίλοιπο·τής ζωής σας, παρά νά περάσετε τεσσάρους-πέντε χρό­νους τη νεότητά σας, καί νά μείνετε άγράμματοι. Νά σκλαβωθήτε εις τά γράμματά σας. Νά άκούετε τάς συμβουλάς τών διδασκάλων καί γεροντοτέρων, καί, κατά την παροιμία, «μύρια ήξευρε καί χίλια μά­θαινε». Ή προκοπή σας καί ή μάθησή σας νά μην γίνει σκεπάρνι μό­νο διά τό άτομό σας, άλλά νά κοιτάζει τό καλό τής Κοινότητος, καί μέσα εις τό καλό αύτό εύρίσκεται καί τό δικό σας.

Έγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, έξ αιτίας τών περιστάσε­ων, έμεινα άγράμματος καί διά τούτο σάς ζητώ συγχώρηση, διότι δέν ομιλώ καθώς οί δάσκαλοί σας. Σάς είπα όσα ό ίδιος είδα, ήκουσα καί έγνώρισα, διά νά ώφεληθήτε άπό τά άπερασμένα καί άπό τά κακά άποτελέσματα τής διχονοίας, τήν οποίαν νά άποστρέφεσθε, καί νά έχετε ομόνοια. ’Εμάς μή μάς τηράτε πλέον. Τό έργο μας καί ό καιρός μας έπέρασε. Καί αί ήμέραι τής γενεάς, ή οποία σάς άνοιξε τό δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Τήν ημέρα τής ζωής μας θέλει διαδεχθή ή νύκτα τού θανάτου μας, καθώς τήν ημέραν τών ‘Αγίων Άσωμάτων θέλει διαδεχθή ή νύκτα καί ή αύριανή ημέρα. Εις έσάς μένει νά ισά­σετε καί νά στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς έλευθερώσαμε· καί, διά νά γίνη τούτο, πρέπει νά έχετε ώς θεμέλια τής πολιτείας τήν ομόνοια, τήν θρησκεία, τήν καλλιέργεια τού θρόνου καί τήν φρόνιμον έλευθερία. Τελειώνω τό λόγο μου. Ζήτω ό βασιλεύς μας ’Όθων! Ζητώ οί σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω ή Ελληνική Νεολαία!

Η ομιλία του Θ. Κολοκοτρώνη πραγματοποιήθηκε στην Πνύκα στις 7-10-1838 και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΙΩΝ» στις 13/11/1838.

Το δημοσίευμα αντλήθηκε από το έντυπο: Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Οκτώβριος 2008.  

   

Ιστοσελίδα Ποικίλης Ύλης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείτε τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *