Επίσκοπος Αγαθάγγελος Παπαδάκης και οι Αρχάνες

  1. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ
    ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Ο Επίσκοπος Χερρονήσου (1896-1900) Αγαθάγγελος Παπαδάκης (1859-1928), κατά κόσμο Ανδρέας, γεννήθηκε στα Σελιά Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Αδελφός της Μονής Ασωμάτων, όπου ήταν ηγούμενος ο θείος και προστάτης του ιερομό­ναχος Συμεών. Μοναχός εκάρη το 1876 και το 1877 ο Λάμπης και Σφακίων Παίσιος τον χειροτόνησε διάκονο.

To 1891 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών και στις 2θ Ιουνίου του ίδιου έτους χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Μονή Ασωμάτων Αμαρίου Ρε­θύμνης από το γέροντα του Λάμπης και Σφακίων Ευμένιο Ξηρουδάκη, τον μετέπειτα μητροπολίτη Κρήτης, με τον οποίο συνεξορίστηκε από το Βενιζέλο στη Χίο το 1916.

Χρημάτισε καθηγητής στο Γυμνάσιο Ηρακλείου, μέχρι την εκλογή του σε επί­σκοπο Χερρονήσου το 1896. Με τη δημοσίευση το 1900 του Καταστατικού Χάρ­τη της Εκκλησίας της Κρήτης, που καταργείται η Επισκοπή Χερρονήσου, εκλέ­χτηκε επίσκοπος Λάμπης και Σφακίων. Έδρα την οποία κατείχε μέχρι το 1898 ο Ευμένιος Ξηρουδάκης.

Από το Μάρτιο του 1921 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922 χρημάτισε τοποτηρητής της Μητρόπολης Κρήτης. Εκδήμησε το 19281.

Η Κρητική Επανάσταση του 1897-96 βρίσκει τον Αγαθάγγελο Επίσκοπο Χερρο­νήσου και τις Αρχάνες σε εμπόλεμη κατάσταση. Οι Αρχανιώτες αμύνονται του “πα­τρίου εδάφους” ως άλλοι Έκτορες και καταστούν την Κωμόπολη απόρθητο φρούριο από τις αλλεπάλληλες και λυσσαλέες επιθέσεις τόσο των Τούρκων στρατιωτών του Ηρακλείου, όσο και των ατάκτων Βαζιβουζίκων, μετατρέποντές την προπύργιο όλης της ενδοχώρας του Νομού και γενικότερα της Ανατολικής Κρήτης.

Η Εκκλησία, δια των Ιεραρχών της και του υπόλοιπου κλήρου της, στάθηκε στο πλευρό των Αρχανιωτών από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Υπήρξε ατυχία ο θάνατος του Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιάννη το Μάρτιο του 1897 σε μικρή σχετική ηλικία, ο οποίος μέχρι τότε είχε εκφράσει με λόγια και με έργα την απεριόριστη συμπαράστασή του στον αγώνα αυ­τόν των Αρχανιωτών. «Κανείς δεν αντέλεγε και είχεν αποφασισθεί να υπάγη ο Δεσπότης εις τον Πρωθυπουργόν δια να ερωτήση τας σκέψεις της Κυβερνήσεως και αναλόγως προς τούτο να ιδούμε τι πρέπει να κάνουμε». Ενώ όμως έφτανε στην Αθήνα ετελεύτησε.

Τώρα το βάρος πέφτει στους ώμους του Αγαθαγγέλου όχι μόνο γιατί ήταν όμορος της Μητρόπολης Επίσκοπος, αλλά και διότι το λιμάνι της Χερρονήσου από όπου ξεφορτώνοντο τα όπλα και τα πυρομαχικά που έστελνε η Κεντρική Επιτροπή των Κρητικών της Αθήνας ήταν στην περιοχή του. Παράλληλα η Μο­νή Αγκαράθου, όπου και η έδρα τότε της Επισκοπής, είχε στείλει πολλούς μο­ναχούς – πολεμιστές στις Αρχάνες.Έτσι λοιπόν η σύνδεση του Χερρονήσου και η επικοινωνία του με τις Αρχάνες υπήρξε συνεχής και αδιάλειπτη ακόμη και πριν το θάνατο του Τιμοθέου. Χαρακτηριστική η παρακάτω επιστολή του ηγουμένου της Αγκαράθου Μελετίου Βασιλάκη προς τους Αρχανιώτες2. (Για την αλληλο­γραφία του Αγαθάγγελου με τους Αρχανιώτες 1897-98 κάνουμε ξεχωριστή μνεία σε παρακάτω κεφάλαιο του παρόντος).

Προς τους αξιότιμους προκρίτους Αρχανών

Κύριοι

Ελάβομεν την υπό ημερομηνίαν 14 τρέχοντος μηνός Φεβρουάριου επιστολήν σας ήτις εστάλη κατ’ ευθείαν εις τον Αρχηγόν Τρυφόπουλον όστις δυστυχώς ανεχώρησε περί την μεσημβρίαν.

Επειδή λοιπόν δεν επληροφορήθημεν τίποτε εκ της επιστολής υμίν ταύτης και ο δε επίσκοπος ημών Άγιος Χερρονήσου, εις Κερά ευρισκόμενος, ζητεί παρ’ ημών εκάστοτε πληροφοριών, παρακαλείσθε και πάλιν εάν έχητε τίποτε νεώτερον να μας αναγγείλητε με τον κομιστήν της παρούσης μας και θέλετε μας υποχρεώσει τα μέγιστα.

Κατά διαταγήν δε του επισκόπου παρακαλείσθε να υποχρεώσητε δια της βίας τον ιεροδιάκονον Αφθόνιον3 να έλθη αμέσως ειδ’ άλλως να μας απαντήση.

Εν Αγκαράθω τη 15 Φεβρουάριου 1897
Ο Ηγούμενος Μελέτιος

Ο Ιωάννης Νταφώτης4 ως Φρούραρχος τότε της Κωμόπολης, για να ενισχύσει ηθικά τους πεινασμένους πολεμιστές της και να πάρουν κουράγιο και δύνα­μη προσκαλεί, με επιστολή του, τον Αγαθάγγελο να έλθει στις Αρχάνες να τελέσει εκεί το μνημόσυνο του μεταστάντα Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου (Καστρινογιάννη) ως εξής: «Σας ζητώ θρησκευτικά και ηθικά όπλα, ίνα αναπλη­ρώσω τα πραγματικά. Εάν δεν σπεύσητε υμείς μετά του Αγίου Τίτου (εννοεί τον Επίσκοπο Πέτρας Τίτο Ζωγραφίδη) να τελέσητε εν Αρχάναις το μνημόσυνον του εις Θεόν μεταστάντος Παν. Μητροπολίτου Κρήτης καθιστώ υμάς υπευθύνους δια τα περαιτέρω. Η άφιξίς μου ενεθάρρυνε τους κατοίκους, η υμετέρα όμως άφιξις θα τους αναζωογονήση, θα τους καταστήση ατρομήτους, θα τους κάμη να λησμονήσωσιν την πείναν των. Σας αναμένουσιν ως Μεσσίαν. Εγώ ως στρατιώτης εν τω καθήκοντί μου νομίζω, ότι δεν ανήκω μόνον εις την επαρχίαν εξ ης έχω την τιμήν να κατάγωμεν, αλλ’ εις ολόκληρον την Ελλάδα και τούτου ένεκεν έσπευσα όπου ο κίνδυνος, πολύ δε περισσότερον υμείς ως Αρχηγός της θρησκείας, νομίζω, ότι πρέπει να σπεύσητε ενταύθα… Η πτώσις της Αγκαράθου παθούσα πέρυσιν υπό Οθωμανών δεν εστέφθη υπό θυμάτων. Η πτώσις όμως των Αρχανών θα κοσμήση τον αιμοτοδέστερον στέφανον της μήτρας σας. Σκέφθητε και πράξητε ότι ο Πανάγαθος Θεός σας διαφώτιση…»

Μετά σεβασμού ασπάζομαι την δεξιάν σας
Ο Διοικητής του Τάγματος των Επιλ. Κρητών
I. Νταφώτης

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η οροφή του I. Ναού της Μονής Αγκαράθου είχε διασκευαστεί κατάλληλα ώστε να αποτελεί αποθήκη – κρυψώνα όπλων. Τούτο είχε γίνει με υπόδειξη του Επισκόπου Ρεθύμνης Διονυσίου Καστρινογιάννη από την εποχή που ήταν Επίσκοπος Χερρονήσου.

 

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ
ΣΤΙΣ ΑΡΧΑΝΕΣ ΤΟ 1897

Την 1η Μαρτίου 1897 έφτασε στις Αρχάνες ο Επίσκοπος Χερρονήσου Αγα­θάγγελος, “ο αφιχθείς ήτο εις εκ των μάλλον μεμορφωμένων λειτουργών της Ανατολικής Εκκλησίας, τρόφιμος του Εθνικού της Ελλάδος Πανεπιστημίου, γλυ­κύς την όψιν και ειπβάλλων δια του παραστήματος του και των λόγων του το προς αυτόν σέβας.

Συνοδεύετο δε και υπό ευαρίθμων μοναχών εν οις διεκρίνετο ο πολεμικός την όψιν αλλά και γλυκύτατος συνάμα ιεροδιάκονος Φώτιος Παπαδάκης, ήρως αλη­θής, ποθήσας θαύματα ανδρείας κατά την επανάστασιν του 1896 παρά το πλευρόν του Νταφώτη, ούτινος μάλιστα έσωσεν και την ζωήν κατά τινα μάχην”1.

Την επομένη, 2 Μαρτίου, έγινε στις Αρχάνες το μνημόσυνο του Μητροπολί­τη Κρήτης Τιμοθέου Καστρινογιάννη. Τελέστηκε το πρωί, για το φόβο επιθέσεως των Τούρκων και εκφώνησε λόγο ο Επίσκοπος Αγαθάγγελος, στον οποίο προέτρεπε τους επαναστάτες να επιμείνουν στον αγώνα για την πίστη και την πα­τρίδα και να υπομείνουν κάθε στέρηση και κακουχία. Εξήρε τη θυσία των πεσόντων και μετά τη Θεία Λειτουργία ετέλεσε αγιασμό στο στρατώνα του Νταφώτη.

Όταν έφυγε έστειλε πέντε σακιά αλεύρι από την Επιτροπή του και χρηματι­κό ποσό για να ενισχύσει τους πεινασμένους των Αρχανών2.

Στις 15 Μαρτίου έφτασε στις Αρχάνες ο Αρχηγός Πεδιάδας Αντώνιος Τρυφόπουλος ή Τρυφίτσος επικεφαλής 150 πολεμιστών από τους οποίους οι 40 ήταν μοναχοί από τις μονές Αγκαράθου και Επανωσήφη με τον ηγούμενο της μονής Αγκαράθου Μελέτιο Βασιλάκη.

Την ημέρα αυτή έγινε η φονικότερη μάχη όλης της περιόδου και σκοτώθηκε ο μοναχός Φώτιος Παπαδάκης, που κηδεύτηκε την επομένη με πάνδημη κηδεία από τον Επίσκοπο Χερρονήσου Αγαθάγγελο. “Ο ιερομόναχος Φώτιος Παπαδά­κης, ιστάμενος επί μικρού σωρού λίθων, ορθός μάχεται εξ αποστάσεως 20 βη­μάτων προασπίζων πάντας σχεδόν, έχει φονεύσει ήδη τρεις των μάλλον προκινδυνευόντων Οθωμανών, αλλά και αυτός κινδυνεύει να πέση ζων εις τας χείρας των αλλόπιστων, διο οι μοναχοί φωνούσιν αυτώ “γιάγειρε”, πίσω Φώτιε, αλλ’ ο Φώτιος μεθύων εκ της οσμής της πυρίτιδος, και έμπλεως της επί τον θεόν αυ­τού πεποιθήσεως, αποκρίνεται δια φωνής υπερηφάνου “παίζετε μωρέ σεις και δεν μας πιάνει μπαλλωθιά εμάς τσοι Χριστιανούς” και πυροβολεί εκ νέου. Αλλ’ ότε, κατιδών τον άφευκτον κίνδυνον της συλλήψεώς του, επιχειρεί να οπισθο­χωρήσει, σφαίρα εκ του πλαγίου πλήττει αυτόν κάτωθεν της αριστεράς ωμο­πλάτης και διαπερνά την καρδίαν του.

Ο ήρως μοναχός πίπτει νεκρός και δεκάς Τουρκοκρητικών ορμά να αποκόψη την κεφαλήν του. Αγών λυσσώδης συνάπτεται τότε μεταξύ των Τουρκοκρητικών και των περί των ηγούμενον Μελέτιον μοναχών, οίτινες τέλος κατορθούσι ν’ αναλάβωσιν το πτώμα του Φωτίου.

Την επομένη ημέρα, μετά την άφιξη του Χερρονήσου Αγαθαγγέλου, έγινε η κηδεία του Φωτίου που ήταν από τους προσφιλείς κληρικούς του και συγχρόνως συγγενής του. “Ο επίσκοπος δεν δύναται να συγκρατήση τα δάκρυά του επί τη θέα συμπαθούς όψεως του νεκρού και ακράτητα εκσπώσι ταύτα από των οφθαλ­μών του, ενώ οι λυγμοί αναταράσσουσι τα στήθη του”. Η κηδεία ήταν μεγαλο­πρεπής και με στρατιωτικές τιμές “ίνα ο κλήρος, όστις κατά την επανάστασιν ταύτην, ως και πάντοτε επρωτοστάτησε”^.

Με το έγγραφο 62 της 16/3 το Τάγμα των Επιλέκτων Κρητών εξέφραζε τα συλλυπητήρια προς την οικογένεια του νεκρού.

Στις 17/3 επέστρεψε στις Αρχάνες ο διάκονος Αφθόνιος Ντρετάκης από το στρα­τόπεδο του Αλικιανού, όπου είχε παραδώσει έγγραφα της Επιτροπής Αμύνης Αρχανών στον Τιμ. Βάσο, φέρνοντας και ειδήσεις για τους επαναστάτες των Χανίων.

Στα τέλη Μαρτίου έφτασαν στις Αρχάνες Λασηθιώτες και λίγο μετά Ρεθεμνώτες. Έτσι στις 3θ/3 υποδέχτηκαν τον Επίσκοπο Πέτρας, Τίτο5. “Ιεράρχης σεβαστός, γλυκύς ενών με την θρησκευτικήν γαλήνην και το πυρ του πατριωτι­σμού, προμάχων εν ώρα μάχης”6, που ήρθε επικεφαλής επαναστατικού σώμα­τος από το Λασίθι για να ενισχύσει και ηθικά την Κωμόπολη.

Οι αφίξεις του Πέτρας Τίτου στις Αρχάνες ήταν συχνές και οι περισσότερες σκοπό είχαν ειρηνοποιό χαρακτήρα μεταξύ των οπλαρχηγών που είχαν τότε στρατοπεδεύσει στην Κωμόπολη. Ήταν η κρίσιμη εποχή για την αντοχή των υπερα­σπιστών της Κωμόπολης στην κράτηση της διαχωριστικής γραμμής με τον εχ­θρό και οι εντάσεις ήταν συνηθισμένες. Βέβαια το έργο της σωτηρίας του τόπου ήταν πρώτιστη ευθύνη των ντόπιων και επαφίετο στον ηρωισμό τους, αλλά η βοήθεια των άλλων αρχηγών και Καπεταναίων, Μεσσαράς, Βιάννου, Μαλεβυζίου, Πεδιαδιτών και Λασιθίου, ήταν δεδομένη και πολύτιμη, πράγμα που τό­νωνε το ηθικό των πολεμιστών. Βέβαια η πολεμική εμπειρία και δεξιοτεχνία του διοικητή του Τάγματος Επιλέκτων Κρητών που έδρευε τότε στις Αρχάνες, του Ιωάννου Νταφώτη, βοήθησε τα μέγιστα στην άμυνα της Κωμόπολης. Αλλά ο ήρωας αυτός ήταν ορμητικός και παράτολμος και μεγαλοιδεάτης. Έτσι παρά τη στρατηγική του ιδιοφυία παρασυρόταν συχνά σε επιπόλαιες πράξεις και προ­σβλητικές για τους άλλους στρατηγούς7.

Μια τέτιοα ενέργεια αποτελεί και η κατάληψη των γραφείων της Επιτροπής Αμύνης των Αρχηγών με την απαίτηση να του δοθεί η επιμελητεία των πυρομαχικών της αποθήκης της. Τούτο βέβαια δεν έγινε αποδεκτό και ο αρχηγός Μονοφατσίου I. Νικολιωτάκης που είπε ότι όποιος πάρει τα κλειδιά της αποθήκης από την Επιτροπή θα έχει να κάμει μαζί του… Λόγω του πεισματώδους χαρα­κτήρα του Νταφώτη υπήρχε ο κίνδυνος να γίνει σύγκρουση των δύο ανδρών και να διχασθεί το επαναστατικό σώμα της Κωμόπολης με ολέθριες συνέπειες. Τότε η Επιτροπή κάλεσε τον Επίσκοπο Πέτρας Τίτο, ο οποίος οδοιπόρησε νύκτα από τη Νεάπολη και έφθασε το πρωί στις Αρχάνες. Έγινε σύσκεψη στο σπίτι του Πανάγου Ψαλτάκη. Η συζήτηση δημιούργησε θερμή ατμόσφαιρα με τον Νταφώτη να κατηγορεί τους άλλους για σπατάλες κ.λπ. Ο Νικολιωτάκης μη αντέχοντας την μομφή αυτή όρμησε κατά πάνω του τραβώντας συγχρόνως και το μαχαίρι του να τον κτυπήσει. Τότε πετιέται ο Επίσκοπος και πιάνει το χέρι του καπετάν- Γιάννη και του λέει· “Εμένα κτύπα καπετάν Γιάννη που δεν χρειάζομαι αφού δεν με ακούτε. Εσείς οι δύο χρειάζεστε για τη σωτηρία της δυστυχισμένης πατρίδος. Μπροστά στα λόγια του δεσπότη ο Καπετάνιος κάμφθηκε και ζήτησε συγχώρη­ση. Αυτή η υποχώρηση όμως του Νικολιωτάκη λύγισε και τον Νταφώτη και ανα­γνώρισε την ιπποτική στάση του Καπετάνιου. Γονάτισε φίλησε το χέρι του Δε­σπότη ζητώντας και αυτός συγχώρηση. Τότε ο Δεσπότης αγκάλιασε και τους δύο μέσα στο στήθος του και τους έβαλε να φιληθούν και η συνοχή επανήλθε ανάμεσά τους^.

Στη μάχη που έγινε την Κυριακή των Βαΐων (6/4) συμμετείχαν Ρεθεμνιώτες με επικεφαλής τους Σκουλά, Σπιθουρογρηγόρη και τον ηγούμενο της Μονής Χαλέπας Μυλοποτάμου Ιάκωβο Πλουμή, που είχε στις διαταγές του δικό του επαναστατικό σώμα.

Οι μάχες στις Αρχάνες συνεχίστηκαν μέχρι το Σεπτέμβριο όπως και στο Μαλεβύζι (15 και 26/4), στο Κανλί Καστέλι (Προφήτης Ηλίας) Τεμένους (14/6) και στην Επισκοπή Πεδιάδος (25/6) όπου σκοτώθηκε ο Αρχηγός της Επαρχίας Αν­τώνιος Τρυφίτσος10.

Ήδη από τα τέλη Απριλίου η Τουρκική πίεση είχε καμφθεί, αλλά οι Τούρκοι δεν έπαυαν να προκαλούν μικροσυμπλοκές, να γίνονται συμμαχίες και κυρίως ν’ αναφέρονται σφαγές γερόντων και ιερωμένων, ζωοκλοπές, εμπρησμοί, λεη­λασίες περιουσιών κ.λπ.

Το κείμενο και η φωτογραφία αντλήθηκαν από το βιβλίο του Νίκου Γ.Χριστινίδη Η Άμυνα των Αρχανών 1889-1898 και η συμβολή της εκκλησίας σε αυτήν. 

 

 

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *