Το ιστορικό της σφαγής στην Τριπολιτσά

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Ο ΓΈΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΙΆ. Εκδοτικού Οίκου Μιχ. Σαλίβερου Αθήναι 1931 

ΜΕΡΟΣ ΕΝΝΑΤΟ: ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΓΗΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ.

’Αφού είχαν αρχίσει παζάρια οί αρχηγοί, τί θάκανε ο πεινασμένος λαός ; ΙΊώς μπορούσε νά μπει στη σκέψη τού κεχαγιάμπεη και νά κρατηθεί; Τό εμπόριο πούχαν αρχίσει πριν, όπως είδαμε, οί Άρβανιτάδες καί τη νύχτα μόνο, απλώθηκε τώρα σ’ όλο το στρατό καί τό λαό. Φόρα, την ήμερα, για τρόφιμα, σύκα, τυρί, πουλούσαν οί Τούρκοι τ’ άρματά τους κ’ό πληθυσμός έδινε τ’άσημικά του καί τα γρόσια του. Καί τόσο κεντήθηκε ή δίψα για τό κέρδος, πού όλα τά στρατόπεδα γίνηκαν αγορές κάτω από τά τείχη. Καί πολλοί, πάρα πολλοί αξιωματικοί των Ελλήνων, είχαν τό μερτικό τους. Όταν οί άντρες τους έκαναν τό εμπόριο τούτο κρυφά οί αξιωματικοί κατηγορούσαν τά παληκάρια των άλλων, όταν καί οί δικοί τους άντρες εμπορεύονταν μέρα μεσημέρι καί τούς τσάκωναν, λέγανε :

— Τί θέλετε νά κάνουμε; Δε μάς άκούνε πιά.

Πολλές φορές μερικοί απ’ τούς πολιορκούμένους, άμα βρίσκαν παράμερα κανέναν “Έλληνα μέ πράματα πού πή­γαινε νά τούς πουλήσει τον σκότωναν καί τού τάπαιρναν. Οί Μανιάτες, πούταν οί πιο φτωχοί απ’ όλους στά στρατό­πεδα εΐχαν ριχτεί σ’ αυτό τό εμπόριο μέ τά μούτρα. Καί, καθώς ή όρεξη έρχεται τρώγοντας, μιά νύχτα έπιασαν ακόμα καί τά μεταγωγικά των Ελλήνων, άρπαξαν τά ψωμιά πού φέρναν στά στρατόπεδα καί τά πούλησαν στούς Τούρκους. Οί πιο φρόνιμοι τότε — και όσοι δέ μπορούσαν νά κάμουν τίποτα τά εμπόρια – έβραζαν από θυμό, γιατί γινόντουσαγ
δυο μεγάλα κακά: Ό εχθρός έπαιρνε τρόφιμα, την ώρα πού ή πολιορκία είχε σφιχτεί για νά τον στενοχωρήσει’ και δεύτερο έδινε τά γρόσια του και τά πολύτιμα πράματά του, ελαττώνοντας έτσι την αξία τού πλιάτσικου πούπρεπε νά πέσει αύριο στα χέρια όλων. Οί αρχηγοί των Ελ­λήνων, μά καί των Τούρκων, ήταν ανήσυχοι. Οί πρώτοι για τούς λόγους πού εϊπα, ο κεχαγιάμπεης γιατί έβλεπε τούς άντρες του νά δίνουν τ’ άρματά τους. Καί μελετούσαν όλοι με τί τρόπο θάπαυαν αυτή την αναρχία, Οί ανώτε­ροι από τούς ‘Έλληνες καπεταναίους μαζεύτηκαν στην κα­λύβα τού Μαυρομιχάλη, πουχε αφήσει ο Ύψηλάντης αρχι­στράτηγο, νά ίδούν τί μπορούσαν νά κάμουν’ μά δέ βρή­καν κανέναν τρόπο’ γύρο τους βούιζαν τά παληκάρια κο­πάδι, αγρίμια, ερεθισμένα, πού δέ θέλαν ν’ άφήσουν τό ψοφίμι τους. Ό κεχαγιάμπεης όμως, βλέποντας πώς ή κατά­σταση τού ξέφευγε άπ’ τά χέρια, κοίταξε, την τελευταία στιγμή, νά την κρατήσει μέ το ντουφέκι: Έστειλε μερι­κούς πιστούς μέ τ’άρματά τους, στούς πύργους καί τις ντουφεκίστρες τού κάστρου, νά παίξουν τούτο τό άσκημο παιγνίδι: Έρριξαν από τά τείχη κάτω ασημικά, μερικά παληκάρια έτρεξαν νά τά πάρουν. ‘Άμα φτάσαν όμως κάτω από τά τείχη τούς δέχτηκαν οί Τούρκοι μέ μ.παταριές, σκότωσαν μερικούς. Οί άλλοι άρχισαν κ’ αυτοί τον πόλεμο, τό ντουφέκι γενικεύτηκε. Ό Κολοκοτρώνης κατά­λαβε τό παιγνίδι τού κεχαγιάμπεη : ’Ήθελε ν’ ανάψει πάλι την έχθρα, νά ζωντανέψει τό μίσος, νά κρατήσει τό φρό­νημα των δικών του καί προ πάντων νά χαλάσει τις χωρι­στές ομιλίες πού γινόντουσαν μέ τούς Άρβανιτάδες. “Οσο τό μάθημα πού πήραν οί αύτοχειροτόνητοι έμποροι ήταν ωφέλιμο κ’ αποτελεσματικό, τόσο κ’ ό κίντυνος μεγάλος. Ό Κολοκοτρώνης έτρεξε κ’ έσβυσε τή φωτιά, καθησύχασε τά
πράματα. Οί Άρβανιτάδες του παράγγειλαν πώς θάβγαί­γαν την άλλη μέρα νά κάμουν επίσημες κουβέντες.

Είχαν πολλούς λόγους νά θέλουν τέτοιες ομιλίες. Ό θυμός των Ελλήνων καπεταναίων για την αναποφάσιστη καί δολερή στάση τού κεχαγιάμπέη και τού καϊμακάμη σή­κωνε τή θέση των Άρβανιτάδων. Τί είχαν νά περιμένουν αυτοί από τά παζαρέματα των άλλων Τούρκων πού ήξαιραν πώς δέ θά τελείωναν ποτέ; Άπο τό άλλο μέρος ήξαιραν πώς οί Έλληνες, έχοντας ανάγκη νά τούς χωρίσουν από τούς άλλους Τούρκους, θά τούς παραχωρούσαν καλύτερους όρους. Τέλος τούς εύκόλυνε μιά συμμαχία πούχαν οί Σου­λιώτες, οί Ρουμελιώτες και οί Τουρκαρβανιτάδες ποΰταν μέ το μέρος τού Άλή πασά. “Αμα τούτοι μάθαν πώς κιντυνεύουν οί πατριώτες τους Άρβανιτάδες τής Τρίπολης γύ­ρεψαν άπο τούς Σουλιώτες καί Ρουμελιώτες καπεταναίους νά μπούν στη μέση νά τούς γλυτώσουν, στ’όνομα τής συμμαχίας. Οί ‘Έλληνες είχαν γελάσει τούς άληπασαδικούς πιυς τάχα επαναστατούν, γιά νά βοηθήσουν τον τύραννο τής ’Ηπείρου. ‘Η γελασιά όμως δεν είχε φανεί ακόμα κα­λά καί ή συμμαχία δέν είχε σβύσει. Οί Σουλιώτες καί Ρουμελιώτες καπεταναΐοι έστειλαν στον Κολοκοτρώνη γράμ­ματά μέ το Χρηστάκη Στάϊκο καί τό Δημήτρη Καραπάνο. Αμα φτάσαν στά στρατόπεδα γίνηκε συμβούλιο των κα­πεταναίων. Ό Κολοκοτρώνης πρότεινε, πώς γιά γενικότε­ρους λόγους, έπρεπε νά δεχτούν τό ζήτημα τών Σουλιωτών καί Ρουμελιωτών καί ν’ άφήσουν τούς Άρβανιτάδες νά φυγουν από την Τρίπολη μέ τ’ άρματα καί τά πράματά τους. Οί περσότεροι από τούς άλλους τόχαν γιά προσβολή. Γύρευαν καί τ’άρματα καί τά πράματά τους. Ό Κολοκο­τρώνης τούς είπε:

– άμα τό κάμουμε τέτοιο πράμα μέ τί μούτρα θά
ίδούν υστέρα τούς Άρβανιτάδες οί καπεταναΐοι τής Ρού­μελης; Αφού αυτοί έχουν μπέσα, πρέπει καί μεϊς νά κά­μουμε μπέσα, σαν αδέρφια πούμαστε μέ τούς Ρουμελιώτες: Νά τούς τιμήσουμε.

Ό Άναγνωστόπουλος, πολίτικος αντιπρόσωπος τού Ύψηλάντη, δέχτηκε τη γνώμη τού Κολοκοτρώνη, απόλυτα σω­στή κ’ από εθνική κ’ ηθική μεριά. Οί άλλοι αναγκάστηκαν τότε νά την παραδεχτούν. ΙΊαράγγειλαν στους ’Αρβανιτάδες νά βγουν λεύτερα νά μιλήσουν. Στις δεκαοχτώ τού Σεπτέμ­βρη μέρα Κυριακή, ό’Ελμάζμπεης βγήκε καβάλλα μέ μικρή ακολουθία καί πήγε όλο ίσα στην καλύβα του Κολοκοτρώνη. Τον δέχτηκε μέ τη μεγαλείτερη ευγένεια. Σφίξαν τά χέρια, πήραν κ έδοσαν μπέσα’ κ’άρχισαν νά μιλούν σάν παλιοί καλοί φίλοι. Ό Έλμάζμπεης, όπως μάς τον ζουγραφίζει ό Ραιμπώ στ’ απομνημονεύματά του, ήταν από τούς ωραιότερους Τούρκους τού καιρού του’ ψηλός, λυγερός, μαυρειδερός, μεγάλα μάτια, ξεχώριζε μέσα σ’ όλους τούς καπεταναίους πούρθαν τώρα στή σκηνή τού Κολοκοτρώνη, μέ την ευγέ­νεια τής μορφής, τήν πλούσια φορεσιά καί τ’ άρματά του. Είχε στο κεφάλι μιά βαρύτιμη σερβέτα καί τά παχειά με­ταξωτά της κρόσια έπεφταν μέ χάρι απ’ τό δεξί αυτί στον πλατύν ώμο του. Ή μεγαλοπρέπεια κ’ ή λάμψη του ερχό­ταν σέ χτυπητή αντίθεση μέ τή λέρα μερικών καπεταναίων, όπως τού Κολοκοτρώνη και τού Άναγνωσταρά, πούχαν ορκιστεί νά μην άλλάξουν πουκάμισο πριν πέσει τό κάστρο. Αυτό τό πουκάμισο, μαυρισμένο, ανοιχτό, άφηνε νά φαί­νεται τό δασύ καί ψημένο στήθος τους. Οί άντρες τής ακο­λουθίας τού Μαυρομιχάλη κ οί «ουρές» τών άλλων αρχη­γών κοίταζαν μέ φλογερά, λιχούδικα μάτια τά διαμάντια καί τις βαρύτιμες πέτρες τών δαχτυλιδιών πού φορούσε, η γυναίκα. Ο τσιμπουκσής του άναψε μιά πίπα χρυσοστόλιστη, πλουμισμένη μέ πετράδια. Είχε στά χείλη του παράξενο προκλητικό χαμόγελο υπεροχής’ θά τό πλήρωνε μέ τή ζωή του—και μ όλα του τα χρυσαφικά—αν τά παληκάρια των καπετάναίων τον πετύχαιναν λίγο παραέξω.

Οι χωριστές ομιλίες μέ τούς ’Αρβάνιτάδες άρχιζαν κ επίσημα τώρα: Ό ’Ελμάζμπεης βεβαίωσε πώς δέχονται νά βγουν μέ τ’ άρματά τους, τά κινητά τους πράματα κ” αν τούς ασφάλιζαν μέ ομήρους τό ταξίδι ώς την ’Ήπειρο. 0 Κολοκοτρώνης, ό Μαυρομιχάλης κ οι άλλοι πρωτοκαπεταναΐοι, ως κ ό αντιπρόσωπος τού Ύψηλάντη, δέχτηκαν την πρόταση μ έναν όρο: Νά μην ξανασηκώσουν, οι ίδιοι, στο έξης τ άρματα κατά των Ελλήνων. Ό Έλμάζμπεης δέχτηκε τον όρο καί βεβαίωσε, μέ τό λόγο τής τιμής του, πώς κανείς άπ αυτούς πού θά βγουν δέ θά πολεμήσει. Τότε πήρε θάρρος καί γύρεψε ν’ άφήσουν μαζί μέ τούς Αρβανίτες νά βγουν κ ό κεχαγιάμπεης κ ό καϊμακάμης κ ό Μπινά έμίνης κ ό Διβάν έφέντης κ ό καδής τής Τρί­πολης καί ή μπάς-χανούμ κ όλα τά χαρέμια τού Χουρσίτ πασά, τού Κιοσέ Μεχμέτ πασά καί τού Σιλιχτάρ αγά τού Χουρσίτ πασά καί νά δοθούν οί αιχμάλωτοι Άρβανιτάδες. Ό Κολοκοτρώνης δέχτηκε νά δοθούν οί αιχμά­λωτοι’ γιά τούς άλλους όμως Τούρκους πρόβαλε την πιο ρητή άρνηση. Τού είπε ότι αυτός δέν είχε βγει νά μιλήσει γιά όλους παρά μονάχα γιά τούς Άρβανιτάδες’ γι’ αυτους οί ‘Έλληνες, σύμφωνα μέ τή συμμαχία των Σου­λιωτών καί Ρουμελιωτών καπεταναίων, ήταν υποχρεωμένοι να κάμουν όλες τις ευκολίες. Γιά τούς άλλους όμως Τούρ­κους δέν είχαν τέτοια υποχρέωση καί δέν ήταν διόλου σω­στό να γυρεύει ό Έλμάζμπεης νά τούς ανακατέψει κ αυτούς. Είπε τότε στούς “Ελληνες πώς είχαν προσπέσει όλοι αυτοί στο έλεος των Άρβανιτάδων και πως από λόγους φιλοτιμίας ήθελαν νά τούς βοηθήσουν. Ό Κολόκότρώνης του άποκρίθηκε πώς μέ τούς Τούρκους εΐχαν χωριστό λογα­ριασμό. Τότε ό Έλμάζμπεης πρότεινε νά μοιραστεί όλη ή κινητή περιουσία, τά πράματα, τα χρήματα και τα τζοβαερικά τών γυναικών σέ τρία ίσα μερίδια : Τό ένα νά πά­ρουν οί ‘Έλληνες, τό άλλο οί Άρβανιτάδες και τό τρίτο νά τ άφήσουν σ’ αυτούς τούς Τούρκους γιά τά έξοδα τού ταξιδιού τους:

— Νά μην κοιταχθούν τά χαρέμια όμως, πρόστεσε’ γΐατ είναι ντροπή νά ψαχτούν πασάδων γυναίκες.

Ό Κολοκοτρώνης δε δέχτηκε ούτε αυτή τήν πρόταση’ κ έμειναν στή συμφωνία νά βγούν μονάχα οΐ Άρβανιτάδες μέ τούς ορούς πού είπαμε. Δεν έκαμαν κανένα χαρτί. Είπαν πώς θά τό υπόγραφαν σ’ άλλη αντάμωση. Τή νύχτα τής άλλης μέρας οί ’Αρβανιτάδες έστειλαν στήν καλύβα τού Κολοκοτρώνη εΐκοσιέξ «ερούρτσια», πέτσινα πλευρά, γιά δεκατρία φορτώματα, πούχαν μέσα τούς μιστούς τους γιά τέσσερες μήνες κ” ότι άλλο πολύτιμο εΐχαν, χρυσαφικά, δια­μαντικά κ ασημικά— αξίας, απάνω από τέσσερα εκατομ­μύρια γρόσια. Τότε σηκώθηκε άγρια μουρμούρα και κακό στά στρατόπεδα, σαστισμάρα και ταραχή μεγάλη στούς Τούρκους, πούβλεπαν νά ζυγώνει τό τέλος τους. Γύρεψαν οί ντόπιοι, νά μπουν κ’αυτοί στή συμφωνία των Άρβανιτάδων, μά ήταν αργά πιά. Τότε άρχισε νά κορυφώνεται ή αναρχία. Δυο ρέματα εΐχαν γίνει. Τό πρώτο, στήν αρχή, μαζί μέ τό φίλιωμα τών Άρβανιτάδων μέ τούς ’Έλληνες: Ήταν από τά έξω τού κάστρου προς τά μέσα. ‘Έλληνες κ’ Έλληνίδες άρχισαν νά μπαίνουν στήν πολιτεία από τις τρέΐς πόρτες πού φύλαγαν οί Άρβανιτάδες: Τών Καλάβρύτων, τού Άη-Θανάση και τής Καρύταινας και προ πάντων άπ τήν τελευταία πού δούλευε τώρα λεύτερα/ Οί
σκοποί πήγαιναν τούς παράξενους τούτους επισκέπτες από την πόρτα στο κονάκι τού Έλμάζμπεη. Ό μπέης τούς εδινε, καλόβολα, έναν Αρβανίτη συνοδό καί πήγαινε ό κα­θένας κ’ ή καθεμιά στο γνώριμο Τούρκο ή την Τουρκάλα πούθελε νά ίδεΐ. Οι Τούρκοι, άμα τούς βλέπαν άνοιγαν, οΐ δυστυχισμένοι, διάπλατα τις πόρτες των σπιτιών τους’ καί τούς φίλευαν άρματα καί ό,τι πολύτιμο είχαν για νά τούς καλοπιάσουν. “Οταν έπαιρναν κομμάτι θάρρος καί νόμιζαν πώς κέρδισαν τη συμπάθεια των ραγιάδων τούς δίναν κ άλλα πράματα, «νά τούς τά φυλάξουν, νά τούς τά κρύψουν» αυτά, μέ την ελπίδα πώς θά τούς τάδιναν πίσω πάλι, όταν θά τέλειωνε το δράμα τής πολιορκίας. Καί δεν ήξαιραν πώς έτσι τούς έκαναν νά θέλουν το χαμό τους, νά μην έχουν νά γυρίσουν σέ κανένα τίποτα! Ό ‘Αρβανίτης συνοδός ήταν υποχρεωμένος νά τούς φέρει, φορ­τωμένος δώρα, πάλι στον Έλμάζμπεη’ κ αυτός νά τούς ξεβγάλει από τό κάστρο γιά νά μην πάθουν τίποτα άπ’τούς Τούρκους. Μά πάρα πέρα δεν ήταν βέβαιο, πώς δέ θά τούς χτυπήσουν άλλοι, Έλληνες, γιά νά τούς πάρουν ό,τι κρα­τούσαν. Τό δεύτερο ρέμα ήταν από τό κάστρο μέσα προς τά έξω. Όταν είδαν οί Τούρκοι, πώς έβγαλαν τά πράματά τους οί Άρβανιτάδες, αυτό τό ρέμα φούσκωσε. ’Από τις πόρτες τού κάστρου μά κ’ από τά τείχη ψηλά γκρεμιζόταν κοσμος καί κοσμάκης, γέροντες, γυναίκες, παιδιά, κ έτρεχε ο καθένας σ’ όποιον γνώριζε: ’Άλλοι στούς Μαυρομιχαλαίους’ άλλοι στούς Δεληγιανναίους’ άλλοι στούς Κρεββατάδες κ’ άλλοι σ’ άλλους’ καί μπουλούκια ολάκερα τρέχαν στούς άλλοτε γειτόνους: Οΐ Μιστριώτες στούς Σπαρτιάτες’οι Μπαρδουνιώτες στούς Μανιάτες’ οί Λιονταρίτες στούς Μεγάλο πολίτες κ’άλλοι σ’ άλλους. Γύρευαν από τό στρα­τόπεδό σωτηρία. Την ήμερα δίναν καί παίρναν τά πιο ντρο­πιασμένα παζάρια. Καί τή νύχτα κουβαλούσαν από τό κά­στρο τό αντίτιμο τής ζωής τους, στο δρόμο πολύ συχνά τούς σκότωναν οί φρουροί, Άρβανιτάδες κ’ “Ελληνες, για νά τ’ αρπάξουν. Τά τσαντήρια μερικών αξιωματικών γέ­μισαν δώρα. Κάτι Τούρκοι, από τούς καλούς, πήγαν καί στην καλύβα τού Κολοκοτρώνη. Σκύψαν καί φίλησαν τό χώμα κατά τό συνήθειο τους τό ανατολίτικο.

— Τι κάνετε αυτού; Τούς, φωναξε. Αυτά τά καμώματα φυλάχτε τα γιά τούς πασάδες σας! Κοιτάτε με ίσα καί μιλάτε!

Οί Τούρκοι βάλαν στά πόδια του δώρα π’ άξιζαν.

— Κοιτάτε τα τά ζωντόβολα! Φώναξε ό Κολοκοτρώνης. Καί ξουρίζουν τά γένεια τους κιόλα! Τί ελπίδα έχετε, βρε Τούρκοι, μέ τά πεσκέσια σας; ’Εδώ δεν είναι τώρα κλεφτουριά! ’Εδώ είναι γιά μιλιούνια ψυχές πού πολεμάμε. Γι’ αυτούς καί γιά τή μοίρα τή δική τους κρινόμαστε. Πάρτε πίσω τά χαρίσματα σας! Μ’ αρέσουν τά γρόσια, δεν τό κρύβω, μά θέλω νά τά πάρω μέ τό σπαθί μου! Καί νά μέ καρτεράτε στην Τριπολιτσά!

Οί Τούρκοι φύγανε βουβοί, ταπεινωμένοι.

Η ΜΑΥΡΗ ΠΑΡΑΜΟΝΗ

Ησυχία, βουβαμάρα, ή γνωστή βαθειά γαλήνη, προάγγελος φοβερής τρικυμίας, βασίλευε τήν άλλη μέρα και στα στρατόπεδα καί στήν πολιτεία που μοιάζε νεκρομένη.  Από δυο, τρεις πόρτες τού κάστρου ακούστηκε μεγάλη βουή,
κραυγές σπαραγμού, από γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Είδαν υστέρα οί πολιορκητές πολύχρωμα, μεγάλα ποτάμια, νά ξεχύνωνται κατά τά στρατόπεδα. Ήταν ως τέσσερες χιλιάδες Τουρκάλες, μέ τά παιδιά τους, άλλα στο βυζί, άλλα στο χέρι καί τά μεγαλείτερα τρέχαν γύρω τους’ ήταν πα­ράξενο θέαμα’ φορούσαν όλες άσπρα γιασμάκια’ καί, κα­θώς είχαν σηκώσει ψηλά τά χέρια, μέ τά μεγάλα μανίκια, κατά τον ουρανό, μοιάζαν μέ κοπάδι από αμέτρητα κυνημένα πουλιά. ‘Όσο ζύγωναν, τόσο καθάριζαν οί τραγικές τους κραυγές:

— ’Αμάν! ’Αμάν! ’Αλλάχ ίστούν! ’Έλεος, έλεος, γιά όνομα τού Θεού.

Τά παληκάρια σάστισαν γιά μια στιγμή. Τί γύρευε όλος αυτός ο κόσμος; Φαί καί προστασία. Όταν ήρθαν κοντά είδαν τά χάλια τους. Σά ναχαν βγει από μνήματα. Την έξοδο είχε συδαυλίσει ό κεχαγιάμπεης. Βλέποντας πώς ξέκοψαν οί Άρβανιτάδες, ήθελε τώρα νά καθαρίσει τό κάστρο από τά περιττά στόματα καί νά δοκιμάσει απελπι­σμένη αντίσταση. Ό Μαυρομιχάλης, ό Γερμανός, ό Δεληγιάννης, ό Κρεββατάς κ’ ό Άναγνωστόπουλος τρέξαν νά μποδίσουν αυτό τό κακό, νά στείλουν τά γυναικόπαιδα πίσω στο κάστρο. ‘Όταν φτάσαν μέσα στο απελπισμένο πλήθος κρατήθηκαν γιά μιά στιγμή από έλεος’ τούς βεβαίωσαν κιόλας οί γυναίκες πώς θάβγαιναν κ’ οί άντρες. Περίμεναν είκοσιτέσσερες ώρες’ μάταια όμως. Τότε ανάγκη σκληρή ετοίμασε κεί πέρα σκηνή φρίκης. Οί Έλληνες έσπρωχναν τά γυναικόπαιδα κατά τό κάστρο, οί Τούρκοι φοβέριζαν από τις πολεμίστρες ψηλά, νά τά σκοτώσουν. Ξεφωνητά, κλάματα, ούρλιασμα, τσαλαπάτημα. Οί καπεταναίοι λυπή­θηκαν. Τούς ώρισαν ένα μέρος, στά ριζά τού κάστρου, νά μείνουν και πρόσταζαν τούς άντρες τους νά μή ζυγώσει
κανένας, χωρίς την άδεια τους. Ό άνθριοποσωρός, άρρω­στοι μέ γερούς, πεινασμένοι μέ τρομαγμένους, σαβανωμένα, μπαμπουλωμένα σκέλεθρα, μάτια χιλιάδες, από τό κλάμα θολά και την απελπισία, ράϊζαν καί την πιο σκληρή καρδιά. Δεν πρόφτασε νά κατακαθίσει τούτο τόκακό καί φούντωσε άλλο: ’Από τό κάστρο έφτασε στο στρατόπεδο μέ τό γραμ­ματικό του τό Σκαλίδη καί μικρή συνοδεία ό δραγομάνος τού καϊμακάμη Σταυράκης Ίωβίκης. Πλήθος συνάχτηκε γύρω του. Ό Παλαιών Πατρών Γερμανός καί μερικοί άλλοι φώναζαν πώς πρόδοσε τή φιλική κ αυτόν τον ίδιο τό Γερμανό τέσσερες φορές’ καί θέλαν νά τον σκοτώσουν. ’Άλλοι μέ τον Κρεββατά τον υπεράσπιζαν πώς είχε φερθεί καλά μέ τούς φυλακισμένους προεστούς’ καί θέλαν νά τον γλυτώσουν. Κ’ ήταν σούσουρο, φωνές, καυγάδες’ κ ό άν­θρωπος κιντύνευε. Ό Σκαλίδης, πού ήταν όπως είπα φι­λικός, μπήκε στή μέση.

— ΙΊώς είναι δυνατό, τούς φώναξε, νά έχει προδόσει ό δραγομάνος τή φιλική, αφού δέν είχε μπει στο μυστή­ριό της καί δέν ήξαιρε τίποτα;

Αυτός ό λόγος κ ό πιστός άνθρωπος πού μαρτυρού­σε, τού γλύτωσαν, από τρίχα, τό κεφάλι: Τον έστειλαν μέ φρουρά στον ‘Άη-Γιάννη.

Αύτές τις μέρες εϊχε φτάσει από τ’ Άνάπλι στά στρα­τόπεδα, κ ή καπετάνισσα Μπουμπουλίνα μέ κάμποσους δικούς της. Οί καπεταναϊοι καί τά παληκάρια τήν είχανε δεχτεί μέ χαρές μεγάλες. Ψηλή, σαρκωμένη, μέ καλοδεμένο κορμί “Ηρας, μέ τό ζηπούνι φουσκωτό από τό πλούσιο στήθος, σάν τούς φλόκους τών καραβιών της, λεβέντισσα, γέμιζε τό μάτι τού στρατού. Τρέχουν νά τήν ίδούν, τή θά­μαζαν. Ήταν ζωσμένη άρματα βαρειά. Μεστή, αντρογυ­ναίκα θαρρετή, μορφή μελαχροινή, μεγάλα μάτια, φλο­γερά, ήταν για όλα της παληκαριά, τρόπους, αέρα, τού λαού αγαπημένη. Οί ντελικάτοι τής ακολουθίας τού Ύψηλάντη κ οί ξένοι δεν τη χώνευαν. Δεν τής βρίσκαν καμμιάν αναλογία μέ την Ζάν ντ ’Αρκ ούτε καμμιά λεπτότητα. Όταν όμως στο τραπέζι των καπεταναίων άκουμπούσε τό κεφάλι στο παχουλό της χέρι, γεμάτο παλιά δαχτυλίδια, κ άρχιζε να τραγουδάει μέ φωνή ζεστή κοντράλτας κανένα κλέφτικο παθητικό τραγούδι, άστραφταν ντουφεκιές. Ρω­μαλέο θηλυκό, πλατεία και πρωτόρμητη λαϊκή ψυχή, θαλασσαετίνα, τα χνώτα της ταίριασαν στή στιγμή μέ τού Κολοκοτρώνη. Τον θάμαζε, σ’ αυτόν ένοιωθε, μέ τή γυ­ναικεία διαίσθηση, τό φυσικό αρχηγό τού πολέμου τής λευ­τεριάς. Λημέριαζε στήν καλύβα του. ’Αν έβαζε αύτι ό αρχηγός, τή νύχτα, στις μακρυνές συντροφιές των στρα­τιωτών, θ άκουγε πώς ή φιλία του μέ τή Μπουμπουλίνα είχε γίνει κιόλας τραγούδι, μ ένα σωρό παραλλαγές, τή μια πιο ανοιχτή από τήν άλλη. Ό ερχομός της είχε κάμει εντύπωση, ή Ευρώπη όλη βούϊζε. Κ ό αμαθέστατος συντάχτης τής ιταλικής γαζέτας τού καιρού «Ντιάριο ντι Ρώμα» έγραφε πώς «ή Μπουμπουλίνα παρουσιάστηκε μ όλο της τό στόλο, μπροστά στά τείχη τής Τρίπολης, από τό μέρος τής . . . θάλασσας, τήν ώρα πού οί άλλοι “Ελληνες έμπαιναν από τή στεργιά !» Ή αλήθεια είναι πώς δέν είχε αφήσει τον αποκλεισμό τ’ Άναπλιού μονάχα γιά νά γνω­ρίσει τον Κολοκοτρώνη, είχε φτάσει και γιατί ζύγωνε ή ώρα νά πέσει τό κάστρο. Ή μπάς-χανούμ, τά χαρέμια τού Χουρσιτ, τού Κιοσέ Μεχμέτ και τών άλλων μεγάλων, ώς και μερικές πλούσιες Εβραίες τής Τρίπολης, άμα μάθαν πώς βρίσκεται στο στρατόπεδο κ έχει τά πιστά τού Κο­λοκοτρώνη γύρεψαν νά τήν ίδούν. Γυναίκα, καταλάβαινε τή θέση τους, μπορούσαν νά τής μιλήσουν. Μπήκε στο
κάστρο’ ό Έλμάζμπεης τή δέχτηκε μ ένα σωρό πέριποιήσεις. ‘Η Μπουμπουλίνα, μέ τ’ άρβανίτικά της, πού τά μιλούσε σά μητρική της γλώσσα, τού φάνηκε σαν πατριώτισσά του’ την πήγε στο σαράϊ. Ή (Όμορφη Έσμέ κ’ οί άλλες χανούμ δεν ήξαιραν τί νά κάμουν για νά την καλοπιάσουν. Μ’ όλη τή φοβερή θέση όμως πού βρισκόντουσαν αυτές οί γυναίκες, ήξαιραν νά κρύβουν τήν αγωνία καί τό φόβο τους’ δεν έδειξαν καμμιά ταπείνωση’ τής μίλησαν μ αξιοπρέπεια’ καμμιά χυδαία κολακεία’ αν ή μοίρα έφερνε τά πράματα, όπως δεν επιθυμούσαν—τής είπαν—είχαν τήν αξίωση νά φερθούν οί Έλληνες ανθρώπινό στο δυστυχι­σμένο πληθυσμό’ και σ’ αυτές τις ’ίδιες μέ τον τρόπο πού ταίριαζε σέ γυναίκες πασάδων. Πάσχισαν ακόμα, μέ τρόπο, νά ίδούν, αν θά μπορούσαν μ’ αυτή νά πετύχουν καμμιά ιδιαίτερη συμφωνία μέ τον Κολοκοτρώνη. Και σ’ αυτές καί σέ μερικές πλούσιες Εβραίες ή Μπουμπουλίνα έδινε τις πιο αόριστες ελπίδες. Έτσι βγήκε από τό κάστρο φορ­τωμένη χαρίσματα.

Ό Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, από τήν άλλη μεριά, μεσίτεψε στον Κολοκοτρώνη γιά τό Χανάμ, πλούσιο Έβραΐο, τραπεζίτη τού Χουρσίτ’ αύτός είχε φανεί χρήσιμος στούς Έλληνες τής Τρίπολης’ είχε δείξει πάντα φιλανθρωπία. Ό Κολοκοτρώνης δέχτηκε νά βγει από τό κάστρο μέ τή γυ­ναίκα, τούς δικούς του καί τή συνοδεία του. Έρθε στήν καλύβα τού αρχηγού. Είχε στή μέση του μαχαίρι χρυσομάνικο καί κουμπούρες χρυσοστόλιστες, καί τό μαχαίρι κ’αυτές ήταν όλο πετράδια.

— Μπά! Έκαμ’ ό Κολοκοτρώνης : Όβριός κ’ αρμα­τωμένος δέ γίνεται!

Τού πήρε τ’ άρματα καί τάβαλε στο σελάχι του. Ό Ραιμπώ μάς λέει πώς έξω από τ’ άρματα, δέχτηκε ό Κολοκοτρώνης καί τετρακόσες χιλιάδες γρόσια. Νά τόχει ακού­σει από τούς φίλους τού Μαυροκορδάτου, πούθελαν νά λερώ­σουν τον Κολοκοτρώνη; Ηταν αλήθεια; “Οπως καί νάναι ό Χανάμ δεν ήταν εμπόλεμος, ούτ’εχθρός των Ελλήνων, για ν άρνηθει ό Κολοκοτρώνης, αν είναι αλήθεια πώς δέχτηκε τέτοιο χάρισμα. Την ίδια μέρα, είκοσιδύο τού Σεπτέμβρη, Πέμπτη, βγήκαν άπ τό κάστρο καί πήγαν στην καλύβα τού Μαυρομιχάλη ό Κιαμήλπεης κ’ άλλοι επίσημοι Τούρκοι, από τούς ντόπιους. Άν δεν είχαν πετύχει νά μπούν στην ίδια συμφωνία με τούς Άρβανιτάδες δεν είχαν χάσει την ελπίδα νά φτάσουν σέ συνθηκολογία ξεχωριστή, αφήνοντας τον κεχαγιάμπεη καί τούς άλλους ’Ασιανούς Τούρκους όλομόναχους. Κ ό Κολοκοτρώνης, από την αρχή, παράλληλα μέ τις κουβέντες πούκανε με τούς ’Αρβανιτάδες, είχε ’ρθεϊ σέ κουβέντες καί μέ τούς Λαλαίους Τούρκους, καί σέ τούτο τον βοηθούσε πολύ ό Αναγνώστης Πετμεζάς’ αυτές οι συνενοήσεις είχαν κάμει τούς ντόπιους Τούρκους νά θέλουν παζάρια γιά συνθηκολογία καί νά παρασύρουν σ’ αυτές τον κεχαγιάμπεη. Είναι όμως πολύ αμφίβολο κ’ αν ήθελε την τελική συμφωνία μ’ αυτούς, γιατί τότε θά μπορούσε νά την είχε πετύχει. Όπως κ’ αν είναι οΐ ντόπιοι Τούρκοι, τούτη τήν τελευταία στιγμή, θέλησαν νά κουβεντιάσουν δριστικά μέ τούς καπεταναίους. Σύγχρονα οΐ αρχηγοί τών Άρβανιτάδων βγήκαν στην καλύβα τού Κολοκοτρώνη, νά κά­μουν γραφτά όσα είχαν συμφωνήσει γιά τήν έξοδό τους. Ούτε οΐ πρώτοι όμως, ούτε οΐ δεύτεροι κατάφεραν τίποτα. Ή συζήτηση μέ τούς ντόπιους Τούρκους ήταν ατέλειωτη. Η κανονική παράδοσή τους δέ σύμφερε ούτε ατομικά τούς καπεταναίους, γιατί, φυσικά, είχαν τήν ελπίδα πώς θά κέρ­διζαν περσότερα στην άναμπουμπούλα, μά ούτε κ’ από γε­νικότερη άποψη. Ή επανάσταση βρισκόταν στην αρχή
της. Ή μεγάλη αιματηρή γραμμή πούπρεπε νά γίνει ορό­σημο αξεπέραστο ανάμεσα στους χτεσινούς ραγιάδες καί τούς άφεντάδες τους, δεν είχε χαραχτεί ακόμα καθαρά. Οι συνειδήσεις ήταν ρευστές κ ή τύχη του πολέμου αβέβαιη. Οί “Έλληνες δεν πολεμούσαν μ ένα άλλο έθνος, σαν ίσοι με ίσους. Είχαν να κάμουν μέ λαό καταχτητή πού δεν ήξαιρε άλλο δίκιο από τή σπάθα του. Δεν είχε σεβαστεί άλλο νόμο από το κέφι του. Αιώνες εϊχε αγωνιστεί, νά πεί­σει τούς ραγιάδες πώς δεν υπάρχει άλλη δύναμη από τό λεπίδι. Καί ή ώρα είχε φτάσει τώρα νά ιδεί τι μαθητές είχαν βγει απ’ αυτό τό σκολειό. Τήν τελευταία στιγμή δ 3Ανα- γνωσταράς δέν ήθελε νά παραδεχτεί ούτε τή συμφωνία πού” γίνε μέ τούς Άρβανιτάδες. Πιάστηκαν μέ τον Κολοκοτρώνη. Και ή συνθήκη δέν ύπογράφηκε. “Όλοι γύριζαν, σαν πεινασμένο κοπάδι λύκων, κοντά σέ στάνη, τό χειμώνα, γύρω από τά χρυσοφόρα «φούρτσια» τών Άρβανιτάδων πού ήταν στήν καλύβα τού Κολοκοτρώνη. Χάλασμα τής συμφω­νίας, πλιάτσικο κ αρπαγή κ αυτών καί τών κεμεριών καί τών αρμάτων ήταν τ όνειρο πολλών. Θά μπορούσε νά τό ματαιώσει ό Κολοκοτρώνης; “Όλα ήταν αβέβαια, τή μαύ­ρη τούτη νύχτα. Τά δυο λεπίδια—τού ραγιά καί τών τυ­ράννων του—ήταν σταυρωτά: Από τά δύο ένα θάμενε ορθό γιά τή σφαγή. Τά παληκάρια κρατούσαν σφιχτά τό δικό τους, ακονισμένο. Οί καμπάνες τής καταστροφής εί­χαν αρχίσει νά σημαίνουν.

Δουνιας ο πορθητης

Ή Παρασκευή ξημέρωσε κομμάτι αλλόκοτη.’Από βρα­δύς μια υγρασία χλιαρή βάραινε τον αέρα. Κ από πολύ πρωί φάνηκε πώς, μ’ όλο ποΰταν τέλη Σεπτέμβρη — εϊκοσιτρεϊς — θά ξαναγύριζε ή μεγάλη κάψα: Ήταν, μ ένα λόγο, γαϊδουροκαλόκαιρο. ’Άρχισε νά παραξενεύει τα παληκάρια ή ερημιά στις τάπιες, τούς πύργους και τις πολεμί­στρες’ ήταν άδεια όλα’ κ ακόμα πιο μεγάλη εντύπωση τούς έκανε ή νέκρα πού βασίλευε στήν πολιτεία, πολύ βαθύτερη από τή χτεσινή. Άπό τις οχτώ ή ώρα δεν άκουγόταν τί­ποτα’ όταν κάποιος, άπό τούς αραιότατους, πού φαινόν­τουσαν, εδώ κ’ έκεϊ ψηλά, στο κάστρο, φώναζε, νόμιζαν πώς αντιλαλούσε ή πολιτεία σάν άδειο κιούπι τεράστιο. Άπό τή νύχτα ό κεχαγιάμπεης, ανήσυχος, είχε προσκαλεσμένους επίσημους καί μ ή στο σαράϊ νά σκεφτούν μια τελευταία φορά. ’Ήθελε νά τούς καταφέρει νά ξακολουθήσουν τήν αντίσταση, όταν θάβγαιναν οι Άρβανιτάδες και όποιοι άλλοι θά πήγαιναν μαζί τους’ κ’ είχαν τρέξει, μικροί μεγάλοι, στο σαράϊ, μέσα κ όλόγυρα’ καί δεν είχαν αφήσει μονάχα τάπιες καί πύργους άφύλαχτους, μά καί τά ίδια τους τά σπίτια’ λίγοι κλέφτες θά μπορούσαν αυτή τήν ώρα, νά σηκώσουν ολάκερη τήν Τρίπολη. Οι με­γάλοι άπό τούς Τούρκους είχαν άνέβει στο σαράϊ’ κ ό λαός μαζεμένος στήν πλατεία, πρόσμενε, μέ βουβή άγωνία, τήν άπόφασή τους. Τήν ίδια ώρα, ζύγωναν σέ λιγάκι εννιά, στήν πόρτα τ’ Άναπλιού, γινόταν κάτι πούδοσε μέ μιας
τη λύση στο δράμα τού κάστρου, πού μάκραινε, τόσον και­ρό. ’Από πάνω άπ’ αυτή την πόρτα ήταν μια τάπια’ και μπροστά μια εκκλησία, ή ‘Αγιά-Σωτήρα’ κ’ ώς είκοσι χα­λασμένα σπίτια, πού τάλεγαν Άρσενέϊκα. Στα χαλάσματα τούτα πήγαιναν ταχτικά οί ‘Έλληνες γιά εμπόριο μέ τούς Τούρκους τής τάπιας, όπως γινόταν και σ’ άλλες μεριές ολόγυρα στο κάστρο. Οί καπεταναϊοι τής πλευράς, έχοντας πολλούς στρατιώτες χωρίς άρματα, καμώνοντο πώς δεν τούς βλέπαν. Οί Τούρκοι «τοπσήδες» τής τάπιας ήταν ’Αρβανίτες κ’ Άνατολίτες απονήρευτοι. ’Αντίκρυ από τού­τους, στο στρατόπεδο τών Ελλήνων, ήταν δυο κανόνια, και τά ύπερετούσαν, «τοπσήδες» κ’ αυτοί, πυροβολητές, άνάμεοα σ’ άλλους ό Μανώλης Δούνιας, παληκάρι άπ’την Τσακωνιά και δυο Σπετσιώτες, ό Αύραντίνης κ’ ό Γκίκας Γουμάνης. Ήταν αχώριστη παρέα οί τρεις αυτοί. Είχαν κάμει στην Πόλη, ξαίρανε καλά τά τούρκικα κ’ ακόμα κα­λύτερα τά κανόνια. Ό Μανώλης Δούνιας ήταν τύπος διαολεμένου ρωμιού.. Γιά νά κάνει καλύτερα τή δουλειά του, μέ περσότερη ασφάλεια κ’ ευκολία, όταν είχαν αρχί­σει τά εμπόρια μέ τούς Τούρκους, σκαρφίστηκε νά παίξει σ’ έναν από τούς πυροβολητές τής άντικρυνής τάπιας τούτο τό παιγνιδάκι. Τον φώναξε μέ τ’ όνομά του — αφού φρόν­τισε νά τό μάθει προτήτερα — καί τού είπε μέ λαχτάρα:

— Δέ μέ γνωρίζεις;

— Ποιος είσαι;

— Ό Δούνιας, ό καρδάσης σου!

Ό άλλος άπόμεινε σά χαζός.

— Δέν έχουμε κάμει μαζί στην ΙΙόλη; Τού ξαναεΐπε ό Δούνιας.

Καί λόγο μέ λόγο τον κατάφερε πώς είναι γνώριμοι παλιοί, Σιγά-σιγά ή συντροφιά τού Δούνια είχε πάρει τά
πιστά τών Τούρκων τούτης τής τάπιας. Τούς πετούσαν σκοινιά, τάδεναν από τά κανόνια τού πυροβολείου’ και κείνοι, άπ τά καράβια μαθημένοι, ανέβαιναν γοργά, γιά νά τούς πάνε φρέσκο ψωμί καί λογιών-λογιών τρόφιμα. Αυτό γινόταν κάμποσο καιρό τώρα.

‘Όταν άρχισαν τά παζάρια γιά παράδοση τού κάστρου ό Δούνιας κ ή συντροφιά του κάναν μεγάλες περιποιήσεις στούς Τούρκους τοπσήδες. Κ όταν τελευταία είχαν όλα ματαιωθεί κ είχαν γίνει σκούρα τά πράματα, τούς έδιναν κουράγιο. Άποβραδύς μάλιστα τούς είχαν ανεβάσει πολλά τρόφιμα καί τούς είχαν πει νά μή τούς νοιάζει διόλου, για­τί, όπως καί νά τόφερνε ή περίσταση, θά τούς γλύτωναν αυτοί. ’Έτσι τούς βλέπαν οι Τούρκοι «τοπσήδες» καί σά σωτήρες. Τούτη την ημέρα, λίγο πριν άπ τις εννιά τό πρωί, τούς είχαν ανεβάσει πάλι στην τάπια. Τώρα ώμως, μαζί μέ τον Αύραντίνη ζύγωσαν τό ριζό τού κάστρου καί κάμποσοι Τσάκονες μέ σκοινιά κ αυτοί. Ό Αύραντίνης τούς τάδεσε άπ τά κανόνια κ άρχισαν ν ανεβαίνουν στην τάπια. Οι Τούρκοι κ αν δεν τόθελαν κ αν τό φοβόντουσαν δέν μπορούσαν νά μιλήσουν, ντρεπόντουσαν νά δείξουν την τελευταία στιγμή, πώς έχουν υποψία. “Οταν ανέβηκαν κάμποσοι καί κουβέντιαζαν μέ τούς Τούρκους, είδαν πώς αλήθεια λίγοι, πολύ λίγοι, φύλαγαν στούς πύργους, πώς όλα τά πυροβολεία ήταν έρημα καί μόνο στη μεγάλη τάπια πούταν στη νοτιοδυτική άκρη τού κάστρου, είχε μείνει φρουρά. Τότε μερικοί Τσάκωνες, άφού συνεννοήθηκαν μέ νοήματα μ άλλους πατριώτες τους κ Άγιοπετρίτες πού ήταν κάτω από τά τείχη, γλύστρησαν μέ τρόπο από την τάπια στά μέσα τού κάστρου, τρέξαν στην πόρτα τ’ Άναπλιού πούταν κοντά καί καθώς δέν τη φύλαγε κανείς, την άνοιξαν. Αυτοί πούχαν ζυγώσει άπ έξω καί περίμεναν όρμησαν στη στιγμή μέσα. Δεν τούς είχε ίδεϊ ψυχή. Κανείς δέν είχε καταλαβει πώς τό κάστρο εΐχε πέσει έτσι απλά καί ήσυχα, σέ μια στιγμή. Αυτά όλα είχαν γίνει ώς πού ν’ άνοιγοκλείσει κανείς τα μάτια του, φυσικά, μονάχα τους, χωρίς κανένα σκέδιο’ κ όχι μονάχα χωρίς προσταγή των καπεταναίων, μά κ ενάντια στο πνεύμα καί τή θέλησή τους. Ήταν αυτόματη ενέργεια των παληκαριών, πού βλέπαν πώς μέ τό πήγαινέλα των Τούρκων στις καλύβες των αρχηγών καί μέ τά σύρτα-φέρτα τού ελληνικού πλη­θυσμού στα σπίτια των Τούρκων, θ3 άδειαζε απ τ πλιάτσικα ή πολιτεία καί πώς γι αυτούς δε θάμενε στο τέλος τίποτα. Ποθούσαν τό γιουρούσι, νά τελειώνουν, όλα τά στρατόπεδα. Καί τάρχιζαν, αυτόματα κ αναρχικά, μέ δόλο, γιά νά συμ­πληρώσουν μέ τή φωτιά, τό μολύβι καί τό μαχαίρι. “Όταν οί άλλοι Άγιοπετρίτες είδαν από τό ταμπούρι τους, πώς άνοιξε ή πόρτα τ’ Άναπλιού κ άρχισαν νά μπαίνουν Έλ­ληνες ξεσηκώθηκαν στη στιγμή’ άρπαξαν τά μπαϊράκια τους καί μέ τούς καπεταναίους τους όρμησαν κατά τά τεί­χη’ ώς πού νά φτάσουν οί άλλοι από μέσα είχαν ανοίξει καί τήν πόρτα τού σαραγιού. Μπήκαν άπ αυτή. Άπό τήν ίδια όρμησε στή στιγμή, άπό τά ταμπούρια τού Μαντζαγρά ό Δημήτρης Δεληγιάννης μέ τό σώμα του: Πιάνουν τήν τάπια τού σαραγιού. Κ αρχίζουν ραγδαία ν’ ανοίγουν τώρα οί πόρτες ή μιά μετά τήν άλλη. Από τά πιο κοντινά ταμπούρια τής Βολιμής καί τού Άη-Σώστη ορμούν τά σώ­ματα τού Κεφάλα, τού Βαλσαμή, τού Γιαπατσώνη, τού Κοντάκη, τού Γιώργη Μιχαλάκη καί τού αρχιμανδρίτη Ιεροθέου Άθανασόπουλου. Καί μπαίνουν άπό τήν πόρτα τού Μιστρά. Άπό τήν ίδια μπαίνουν κ οί Σπαρτιάτες μέ τό δεσπότη Βρεσθένης, τον Κρεββατά καί τό Γιατράκο που όρμησαν άπό τά ταμπούρια τού Θάνα. Οί Γορτύνιοι, Μα­νιάτες, Φαναρίτες, Τριπολιτσιώτες, Μεγαλοπολίτες κ’ άλλοι από την πόρτα τού ‘Άη-Θανάση. Κ άλλοι άπ αλλού. Μια φωνή άκούγεται:

— Γιουρούσι γίνεται! ’Απάνω τους!

‘Όποιοι βρίσκονται από τις πόρτες μακρυά, βάζουν τις σκάλες πού είχαν φέρει για την πρώτη έφοδο πούχε μα­ταιωθεί. Καί δρασκελάν σά μαύρη μυρμηκιά τα τείχη.

Οί Τούρκοι στην αρχή δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Συνεδρίαζαν ακόμα μέ τον κεχαγιάμπεη, όταν ό Δούνιας κ’ ό Αύραντίνης, άμα πιάσαν τήν τάπια τής πόρτας τ’ Άναπλιού γύρισαν τα τούρκικα κανόνια κατά το σαράϊ κ άρ­χισαν να το χτυπούν δυνατά — μετά τό δόλο δείχνοντας ίση παληκαριά. Ή πρώτη κανονιά έκοψε γιά πάντα τή μά­ταιη φλυαρία των επίσημων. Ή μπόμπα έπεσε πλάϊ στο σαράι. Τά πλήθη σκόρπισαν μέ ξεφωνητά τρομάρας.

— Αμάν ! . . . Αλλάχ ! . . .

Κ άρχισαν νά τρέχουν. Πού πήγαιναν; Στήν αρχή κ’ αυτοί δεν ήξαιραν. ‘Όταν οί πυροβολητές τής μεγάλης τάπιας είδαν τήν τάπια τής πόρτας τ’ Άναπλιού νά χτυ­πάει τό σαράϊ, κ τάλαβαν: Γύρισαν τά κανόνια τους σ αυ­τή τήν τάπια κ άρχισαν νά τήν βαρούν μ όλες τις μπού­κες. Φοβερό μπουμπουνητό, σύγνεφα ό καπνός σκέπαζε τήν πολιτεία, ό τόπος έτρεμε. Οί Τούρκοι τρέχαν τώρα στά σπίτια τους, άλλοι νά κρυφτούν, άλλοι νά πολεμήσουν ώς τό τελευταίο φουσέκι. Οί πιο παληκαράδες είχαν ανέβει κιόλας στις πολεμίστρες κ έριχναν. Μά τό ντουφεκίδι άναβε τώρα μέσα στήν πολιτεία. ‘Όπου κ αν έκαναν οί Τούρ­κοι, άπ οποίο στενό καί νά φεύγαν, βρίσκαν μπροστά τους Έλληνες, πού μπαίναν από τις πόρτες καί τούς δεχόντουσαν μέ φωτιές. Ξεγλυστρούσαν από τή μιά φωτιά καί πέφταν στήν άλλη. Καινούργια ξεφωνητά, βρισιές λύσ­σας, βόγγοι λαβωμένων. Μάταια οΐ αρχηγοί θέλουν νά κρατήσουν καί νά πνίξουν την αναρχία’ μάταια γυρεύουν νά μάσουν τούς σκόρπιους άντρες. ’Έχουν μπροστά τους μιά τυφλή καί κουφή μάζα, παραδομένη στά πιο πρωτό­γονα πάθη. Ό Κολοκοτρώνης ήταν στά εφτά καρφιά. Φο­βόταν — καί μέ τό δίκιο του — μή χτυπήσουν τούς Άρβανιτάδες, πού τούς είχε δόσει μπέσα κ’ είχε τά πράματά τους στήν καλύβα του. Κιντύνευε νά βγει από το λόγο, ν’ ατιμάσει καί νά εκθέσει τούς Σουλιώτες καί Ρουμελιώ­τες καπεταναίους ποΰχαν κ’ αυτοί συμμαχία μαζί τους. Είχε φροντίσει νά στείλει τό Φωτάκο από μέρες μέσα στήν Τρίπολη νάχει τό νού του. Ή γενική τούτη πρόβλεψη τού φαινότανε τώρα πώς έφτανε. Φώναξε τό Δημήτρη τον Πλαπούτα, μόλις πέσαν τά πρώτα ντουφέκια, νά τρέξει γλήγορα μέσα στο κάστρο, από τήν πόρτα τού σαραγιού, νά πει στους Άρβανιτάδες, πως αυτός κρατάει τή μπέσα του καί τό γιουρούσι δέ γινόταν μέ τή θέλησή του, μά ούτε καί τών άλλων αρχηγών καί πώς αυτός τέλος ήταν εκεί γιά νά τούς προστατέψει. Πριν αρχίσει τό κανονίδι καί τό ντουφεκίδι κ’ οι Τούρκοι συνεδρίαζαν ακόμα στο σαράϊ έστειλαν κ’ έφώναξαν τούς Άρβανιτάδες μπέηδες, γιά νάναι κ’ αυτοί στο συμβούλιο. Τούς είχαν παραγγείλει ακόμα νά πάρουν καί τον υπασπιστή τού Κολοκοτρώνη, τό Φιοτάκο, πού ήθελαν κάτι νά τον παρακαλέσουν τά χα­ρέμια τού Χουρσίτ. Ή μπάς-χανούμ είχε δυο Έλληνάκια, δυο χριστιανούς ύπερέτες τού χαρεμιού’ καί δεν ήθελε νά τούς αποχωριστεί’ γύρευε, λοιπόν, νά τής υπογράψει ό Κολοκοτρώνης δυο πασαπόρτια γι’ αυτούς τούς ύπερέτες, νά μπορέσει νά τούς πάρει μαζί της, αν έβγαινε από τό κά­στρο’ οϊ γυναίκες τού Χουρσίτ πίστευαν πώς οι Άρβανιτάδες θά πασχίσουν νά τις πάρουν μαζί τους καί νά τις
πάνε στον πασά. Είχαν μάθει όμως, από τό άλλο μέρος, πώς ό Κολοκοτρώνης θά τούς έψαχνε τούς Αρβανίτες, όταν θάβγαιναν κ’ αν εύρισκε χριστιανούς θά τούς κρατούσε’ γι’ αυτό ή πασίνα γύρευε τά πασαπόρτια. ‘Άμα οί Άρβανιτάδες αρχηγοί αποφάσισαν νά πάνε στο σαράϊ νά ίδούν τι τούς θέλουν — γιατί, τελευταία, είχαν κόψει κάθε κου­βέντα με τούς ντόπιους, επειδή αυτοί τούς κατηγορούσαν πώς δεν είχαν φερθεί σάν Τούρκοι, νά ύπομείνουν μαζί τά κίντυνα μά θέλησαν νά γλυτώσουν τά κουφάρια τους — πήραν μαζί τους πεντακόσα παληκάρια κ’ έκίνησαν αφού είπαν στούς αξιωματικούς τους:

— ’ Εχετε τό νού σας μη μάς κάμουν οί ντόπιοι καμμιά απιστία, μην κλείσουν τις πόρτες άμα μπούμε στο σαράι καί μάς σκοτώσουν. ”Αν ακούστε τίποτα νά τρέξετε στη στιγμή νά μάς βοηθήστε.

’Έτσι ό Έλμάζμπεης, με τον υπασπιστή τού Κολοκοτρώνη καί τούς άλλους τραβούσαν γιά τό σαράϊ’ άμα κον­τοζύγωσαν όμως από τή βορεινή μεριά τό πανηγύρι άρ­χιζε’ άκουσαν τά κανόνια καί πυκνό ντουφεκίδι από τήν ανατολική πλευρά. ‘Έλληνες ξεφύτρωσαν άξαφνα μπροστά τους κ άρχισαν τή φωτιά. Κάμποσοι Άρβανιτάδες πέσαν στον τόπο.

— Μήν τούς βαράτε! Μη! Φώναξε ό υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη: ’Έχουμε μπέσα! Είναι δικοί μας! Είναι φίλοι μας! Άμετε από τή βορεινή μεριά νά χτυπάτε!

Αυτή τήν κρίσιμη στιγμή έφτασε, άνοίγοντας δρόμο μέσα στο ντουφεκίδι, ό Πλαπούτας. Εϊχε πάρει μπράτσο, γιά νά τον προστατέψει, τον Αρβανίτη αρχηγό Βελή Κογιάτσο, τον ακολουθούσαν κ άλλοι μπέηδες:

— Μή βαρήτε! Φώναξε κ’αυτός στούς ‘Έλληνες: Είναι ντροπή! Φυλάτε τή μπέσα!

Έκεϊ βρέθηκαν και τον βοηθούσαν ό Κωσταντής κ ό “Αναγνοόστης Παπαζαφειρόπουλος κ ό “Ανάστασης Λογιό­τατος. Τράβηξαν όλοι μαζί κατά την πόρτα των Καλαβρύ­των, οπού περίμενε μ αγωνία ό Κολοκοτρώνης, πούφτασε νά κιντυνέψει δυο φορές τη ζωή του, όπως θά ιδούμε, γιά νά μείνει πιστός στο λόγο του.

0 ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΙΝΤΥΝΕΥΕΙ

Οί “Αρβανίτες άρχισαν νά βγαίνουν — μπροστά ό Πλαπούτας κ ό υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη — από την πόρτα των Καλαβρύτων. Ό Κολοκοτρώνης τούς πρόσμενε καβάλλα, πλάι του ή Μπουμπουλίνα κ ό Γιαννάκης Κολο­κοτρώνης, από την προσωπική φρουρά του όμως πολύ λί­γοι. Δεν είχε προλάβει νά νοιώσει ο αρχηγός κάποιαν ανα­κούφιση πού εΐδε πώς κρατούταν ή συμφωνία, όταν φά­νηκε ξέμακρα κομμάτι άπ αυτή τήν πόρτα τού κάστρου ό ’Αναγνώστης Δεληγιάννης, ανατολικά τής ‘Αγιά-Βαρβάρας, μέ στρατιώτες πατριώτες του κ άρχισαν νά χτυπούν τούς Άρβανιτάδες, νά τούς σκοτώνουν και νά κάνουν πλιάτσικο. Τούτοι πίστεψαν γιά μιά στιγμή πώς οί Έλληνες τούς εί­χαν οργανωμένη απάτη’ και πως τούς βγάζαν εκεί, γιά νά τούς σκοτώσουν όλους μαζί. Έτρεξαν μέ μεγάλη βουή και κύκλωσαν τον Κολοκοτρώνη. Ό ίδιος ό Έλμάζμπεης είχε τώρα ύποιρίες. Πήγε και στάθηκε κοντά στον Κολο­κοτρώνη, έτοιμος γιά όλα κρατούσε τ’ άλογό του μο­νάχος και δεν τό καβαλλίκευε. Ό Κολοκοτρώνης είχε πα­νιάσει’ δεν ήταν σίγουρος, αν αυτά όλα δεν τάζανε ό Ανα­γνώστης Δεληγιάννης, για νά του ριχτούν εκεί, καθώς ήταν ανυπεράσπιστος, οι Άρβανιτάδες και νά τον σπαρά­ζουν. Και δεν ήταν υποψία διόλου άβάσιμη ό Κολοκοτρώνης ήξαιρε καιρό τώρα πώς οί κοτζαμπάσηδες συνωμοτού­σαν και κατά τού Ύψηλάντη κ εναντίον του. Ό Γιώργης Σέκερης είχε ακούσει όλες τις σκευωρίες ποΰκαναν οι προε­στοί μέ το Μαυροκορδάτο στη Ζαράκοβα. ‘Όσο γιά τήν ειδική συνωμοσία κατά τού Κολοκοτρώνη, πούθελαν νά τού λερώσουν τ’ όνομα και νά τού κλονίσουν τή θέση, ό “Αναγνώστης Δεληγιάννης είχε μιλήσει ανοιχτά στον Καφετζή, πού ήταν άλλοτε άνθρωπός τού και τον νόμιζε ακόμα δικό του. Ή επανάσταση όμως τον είχε άναδείξει κ αυτόν οπλαρχηγό’ είχε άλλα συμφέροντα’ έξω απ’ αυτό είχε μυστικό συμπεθεριό μέ τον Πλαπούτα. Αυτά όλα δεν τά ήξαιρε ό ’Αναγνώστης Δεληγιάννης, γιατί έλειπε στην Πόλη βεκίλης κ’ ήρθε όταν εΐχε αρχίσει πιά ή επανάσταση. Έτσι τήν εΐχε πάθει: Ό Καφετζής τά εΐχε μαρτυρήσει όλα, ό Κολοκοτρώνης τάξαιρε, κ’ ας έκανε πώς δεν τά ξαίρει.

Εβλεπε, λοιπόν, τώρα τον κίντυνο μεγάλο. Το μελίσσι των Άρβανιτάδων, ερεθισμένο από τό φέρσιμο τού Δεληγιάννη, τον εΐχε κυκλώσει γεμάτο φοβέρα. Τι παραμικρότερη απροσεξία και θά φούντωνε τό δράμα. Ό Κολοκοτρώνης πάσχιζε νά κρατηθεί. Οι Άρβανιτάδες φώναζαν.

Αλλοι γύρευαν νά τούς δόσει τούς μιστούς’ άλλοι τ’ άρ­ματά τους, όσα οί “Ελληνες τούς είχαν αρπάξει, όταν τούς ξεμονάχιαζαν. Άξαφνα ένας άπ τούς πολύ αγριεμένους τον ζύγωσε και τού φώναξε μούτρο μέ μούτρο:

— Θέλω τήν πιστόλα μου !

Ο Κολοκοτρώνης έχασε τήν υπομονή του. Τραβάει τήν
πιστόλα του από τό κουμπουρλούκι του αλόγου του καί τού τή ζυγιάζει στο μεσόφρυδο :

— Θέλεις νά σου δόσω τή δική μου; Τού φώναξε

Ό ’Αρβανίτης δεν κατάλαβε την ερώτηση, ούτε τή φο­βερή σημασία της. Άπλωσε νά τήν πάρει. Μια στιγμή ακόμα καί τού τήν άναβε’ κ’ ό άνθρωποσωρός θά γινόταν μπελντές από σάρκες κ’ αίματα. Ό Έλμάζπεης έσωσε τήν περίσταση: Τραβάει σάν αστραπή τήν πάλα του, χτυπάει τό χέρι τού ’Αρβανίτη, τού τό κατεβάζει.

— Τραβηχτήτε! Φωνάζει: Είναι ώρα τώρα νά γλυτώ­στε τις πιστόλες σας ή τά κεφάλια σας;

Οί ’Αρβανίτες τραβήχτηκαν, ό Κολοκοτρώνης άνάσανε. Κατάφερε καί τον Έλμάζμπεη νά καβαλλικέψει. ’Αγκαλιά­στηκαν, φιλήθηκαν. Ό αρχηγός είχε προστάξει στο μεταξύ τον Πλαπούτα νά τραβήξει τούς αρχηγούς των Άρβανιτάδων κατά τήν Άγιά Βαρβάρα καί κεΐ νά μαζιοχτούν κ’ οί άντρες τους. Ό υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη κατά­φερε τέλος καί τον ’Ελμάζμπεη νά πάει νά ενωθεί μέ τούς άλλους. Μερικοί Άρβανιτάδες πού άπόμειναν έζωσαν πάλι τον Κολοκοτρώνη. ‘Ο υπασπιστής τού φωνάζει τότε:

— ’Ανοιχτέ! Οί μπέηδες γυρεύουν τον αρχηγό.

’Έτσι τον λευτέρωσε. Ό Κολοκοτρώνης τράβηξε στά τέσσερα στήν καλύβα του. ’Έστειλε κ’ έμασε οσους μπόρεσε απ’ τήν προσωπική του φρουρά. Κ’ ετρεξε πάλι κοντά στούς Άρβανιτάδες, πούχαν άποτραβηχτεΐ μέ τον Πλαπού­τα, κατά τό Μύτικα. Γιατί καινούργιος κίντυνος είχε φυτρώσει τώρα πάλι: Στρατιώτες τού Άναγνωσταρά, πούθελε κ’ αυτός νά χαλάσει τή συνθήκη μαζεύτηκαν ένα γύρω κ’ ετοιμάζονταν νά χτυπήσουν μαζί μέ τούς στρατιώτες τού ’Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ό Κολοκοτρώνης μπήκε αποφα­σιστικά στή μέση:

— Αν θέλετε, “Ελληνες, τούς φώναξε, νά βαρέστε τούς ’Αρβανίτες, σκοτώστε πρώτον έμενα’ είδε καί είμαι ζωντα­νός, οποίος πρωτορίξει σ’αυτούς, κείνον θά πρωτοσκοτώσω!

Τά κοφτά τούτα λόγια, μά προ πάντων ή επιβολή του καί τά παληκάρια του σταμάτησαν τό κακό. Είχε όμως κιό­λας προλάβει νά προστάζει τον ΙΙλαπούτα, νά πιάσει τά καταράχια τού Μύτικα μέ πεντακόσους Άρβανιτάδες έτοι­μους ν’ ανοίξουν ντουφέκι.

Μέσα στα μπουλούκια ποΰχαν βγει σύμφωνα μέ τή μπέσα, ήταν κ’ ό περίφημος Ίσα μπουλούκμπασης. Μ’ αυτόν τά Κολοκοτρωνέϊκα είχαν φοβερά προηγούμενα. Ήταν όπως είδαμε, στο μεγάλο χαλασμό τής κλεφτουριάς τού Μωριά καί τό κυνήγι των Κολοκοτρωναίων. Οι ίδιοι οι ’Αρβανι­τάδες τον πιάσαν καί τον φέραν μπροστά στον αρχηγό.

— Κάνε τον ό,τι θέλεις !

‘Ηταν κίτρινος σαν τό φλουρί’ καμμιά ελπίδα δεν είχε’ πίστευε πώς θά τον παίδευαν σκληρά. Ό Κολοκοτρώνης έριξε μιά ματιά στον παλιό του εχθρό, ποΰχε ρημάξει τή φαμίλια του. ‘Ύστερα γύρισε στούς άλλους:

Έγώ, τούς είπε, μεγαλόψυχα, έκαμα τό «σιάξιμο» — συνθήκη — μ’ ολους εσάς μαζί’ λοιπόν είναι κ’ εύτούνος μέσα’ καί θ αρθεί κοντά σας.

Ό ’Αρβανίτης άποτραβήχτηκε μέ βουρκωμένα μάτια. Ό Κολοκοτρώνης άρχισε νά ψάχνει τώρα τά μπουλούκια, νά ίδεΐ μην είχαν βγει μαζί τους καί Τούρκοι από τούς ντόπιους. Βρήκε κάμποσους’ καί μέσα σ’ αυτούς τό Μαραμπούτη, γνωστότατο Τούρκο τής ’Αρκαδίας. Είπε αμέ­σως στούς αρχηγούς των Άρβανιτάδων πώς δέ θά τούς άφηνε νά φύγουν, γιατ’ήταν έξω από τή συμφωνία. Αυτοί πέσαν στά πόδια του καί τον παρακαλούσαν.

Έχουμε δόσει τό λόγο μας, τούλεγαν, δεν μπορούμε νά τον πάρουμε πίσω, μή μάς πατάς τό φιλότιμο.

Όταν εγώ, τούς άποκρίθηκε, δε σάς γυρεύω τον Τσάμπουλούκμπαση, πούχει σκοτώσει τον αδερφό μου και τόσους από τή φαμίλια μου, μόνο και μόνο γιατ’είναι Άρβανίτης, δεν πρέπει και σείς νά μου ζητάτε νά σάς άφήσω ντόπιους Τούρκους, αφού δεν είναι ’Αρβανίτες.

’Έτσι χώρισαν οΐ ντόπιοι, άπόμειναν αιχμάλωτοι στους ‘Έλληνες, μέ τή λαχτάρα στην καρδιά, γιά την τύχη πού τούς περίμενε. Ένας καβαλλάρης έφτασε απ’ την Τρίπολη στά τέσσερα, κείνη την ώρα :

— Τρακόσοι Άρβανιτάδες, λέει στον αρχηγό, λαχανια­σμένος, κλεισμένοι στά κονάκια τού σαραγιού, κρατάν ντου­φέκι. Οΐ δικοί μας τούς έχουν ζωσμένους, και τούτοι φω­νάζουν, γυρεύουν εσένα, πού σούχουν μπέσα, νά τούς βγά­λεις άπ’τό κάστρο.

Ό Κολοκοτρώνης σπηρουνίζει τ’άλογό του. Άπ’ολο τό κάστρο απάνω κρέμονταν, απέραντο τό σύγνεφο, οΐ καπνοί, άπ’τή μεγάλη τάπια, πού κρατούσαν οΐ Τούρκοι ταμπουρωμένοι και χτυπούσε ζερβά, δεξά, μπροστά, στά στραβά κ’άπό τις άλλες, τις πλαγινές πού βαρούσαν αυτή. Τό ντουφεκίδι κόχλαζε, δυναμωμένο τώρα, μέσα στην πολιτεία κ’ ανακατωνόταν μέ τή βουή των παληκαριών και τά ξεφω­νητά των γυναικών. Ό Κολοκοτρώνης μπήκε, μέ συνοδεία μικρή, από τήν πόρτα τού σαραγιού : Είχε περάσει κιόλας από τούτη τή μεριά τό γιαταγάνι των Ελλήνων. Μόλις μπήκε στά στενά σοκάκια, γιά νά φτάσει στά κονάκια τού σαραγιού, δέν άκουγε πιά τά πέταλα τού άλογου του’ τό περπάτημά του είχε γίνει άξαφνα βελουδένιο. Ό Κολο­κοτρώνης, σέ μεγάλη συλλογή ώς εκείνη τή στιγμή, τινά­χτηκε’ ήρθε στον εαυτό του, κοίταξε γύρω: Τ’άλογό του
ολοένα πατούσε απάνω σέ παράξενο, αλλόκοτο χαλί από πτώματα: Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κεφάλια κομμένα, κρανία ανοιγμένα, σπλάχνα σκορπισμένα, μέλη χωρισμένα. Και τά μπόλικα σκυλλιά που διατηρούσαν οΐ Τούρκοι, πεινασμένα, λιμασμένα, άπ’τήν έξάμηνη πολιορκία, είχαν ρι­χτεί, εδώ κ’έκει κ έβοσκαν τις σάρκες των σκοτωμένων, αγριεμένα, σαν κοπάδια τσακαλιών’ κ’ Άλλα πιάνονταν κ’ άνοιγαν καυγάδες’ κ άλλα φεύγαν σέρνοντας μιαν ανθρώ­πινη σκοταριά η ένα κεφάλι. Ό Κολοκοτρώνης γύρισε άλ­λου τά μάτια. Ποτέ δέ φανταζόταν τέτοια τρομερή αντα­πόδοση στο χαστούκι πούχε φάει μικρός, από τούς Τούρ­κους, σ’έναν άπ’αυτούς τούς δρόμους πού περνούσε τώρα. ’Έφτασε μπροστά στα κονάκια. Οί Έλληνες, αφού είχαν παστρέψει από Τούρκους τά τριγυρινά σπίτια, ντουφεκούσαν άπ’αύτά τούς Άρβανιτάδες, πού φώναζαν κάθε τόσο πώς έχουν μπέσα και θέλουν νά βγούν. Ό Κολοκοτρώνης φανερώθηκε άξαφνα στη μέση. Φώναξε στά παληκάρια νά πάψουν τό ντουφεκίδι. Στάθηκαν γιά μιά στιγμή. Μέσα στούς καπνούς, πούταν απλωμένοι σάν πάχνη προχώρησε κάτω απ’τά κονάκια, μέ κίντυνο τής ζωής του.

Τί γυρεύετε, βρε Αρβανίτες, τούς φώναξε.

— Τον Κολοκοτρώνη!

Έγώ είμαι ό Κολοκοτρώνης.

— Θέλουμε τον ίδιον.

Έγώ είμαι’ έβγάτε καί δέ θά σάς αγγίξει κανένας.

— Νάρθει ό Κολοκοτρώνης.

Μά τό Θεό, τούς φώναζε, μά τά τέσσερα κιτάπια τού Θεού, μά τό Χασρέτ Τσά, έγώ είμαι ό Κολοκοτρώνης, δέν πιστεύετε; Τό κρίμα στο λαιμό σας! Δέ θάμαι έγώ πού πάτησα τή μπέσα.

Μά δέν τον πίστευαν’ δέν τον γνώριζαν’ και δέν ήταν
έκει κανένας ανώτερος, για νά μπορέσει νά μιλήσει. Καταλυπημένος άποτραβήχτηχε. Τώρα τά παληκάρια μάζευαν άχερα, ξύλα καί μπαρούτι, νά βάλουν φωτιά στά κονάκια νά τούς κάψουν.

ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ TOY ΣΑΡΑΓΙΟΥ

Τού κάκου ό Κολοκοτρώνης κ” άλλοι αρχηγοί πάσχισαν νά κρατήσουν τούς άντρες τους. Ό αρχηγός μάλιστα είχε βγάλει καί ειδικό τελάλη νά μή χτυπούν τούς Άρβανιτάδες οί τρακόσοι όμως αυτοί, στα κονάκια τού σαραγιού, ξαναρχίζοντας τό απελπισμένο ντουφεκίδι τους, άναψαν τή λύσσα των παληκαριών. Πίσω απ’ αυτά τά κανόνια ήταν τό σαράι, μ’ όλους τούς επίσημους, τά χαρέμια καί τά. πλούτη τού Χουρσίτ. Και βιάζονταν νά ξεκάμουν αυτή τή λίγη αντίσταση των κονάκιών, γιά νά πηδήσουν μέσα καί νά χορτάσουν τήν εκδίκησή τους.’Άναψαν καί καίγονταν σέ λίγο τά γύρω σπίτια. Οΐ καπνοί κ’ οΐ φλόγες πούμωσαν όλο τό μέρος. Οί βροντές των κανονιών καί των ντουφε­κιών έσμιγαν τώρα μέ τούς κρότους τών δοκαριών πούπεφταν καρβουνιασμένα καί τών κεραμιδιών πού κάθιζαν μέ πάταγο καί σύγνεφα σκόνη. Οί Άρβανιτάδες πνίγονταν’ άλλοι κάμαν γιουρούσι’ άνοιξαν τήν πόρτα ενός κονακιού καί πήδησαν έξω μέ τά γιαταγάνια στο χέρι καί μέ φωνές· Οί ‘Έλληνες έπεσαν απάνω τους καί τούς λιάνιζαν έναν-ένα. ’Άλλοι μ’ όλο πού τό κάτι») πάτωμα τών κονακιών είχε πάρει φωτιά κ’ οί φλόγες ανέβαιναν, πολεμούσαν από τ’
απάνω’ τά ντουφέκια τους όμως αραίωναν, ή αντίσταση λιγοψυχούσε. Είχαν ζώσει τώρα σφιχτά τό σαράϊ ό Ήλίας Μαυρομιχάλης, μέ τούς Μανιάτες, ό Γιατράκος κ ό Κρεββατάς μέ τούς Σπαρτιάτες και κάμποσοι Γορτύνιοι μέ τό Δημήτρη Δεληγιάννη. Ή μπάς-χανούμ, οί άλλες γυναίκες τού Χουρσιτ και τού Κιοσέ Μεχμέτ είχαν άποτραβηχτεί στα χαρεμλίκια τού σαραγιού βαθειά κ έκαναν μέ κλάματα την προσευκή τους στον προφήτη. “Αμα ό Ντελήμπασης τού πασά είδε πως πέφτουν και οί στερνοί Άρβανιτάδες έβαλε φωτιά στο σαράϊ νά κάψει τά χαρέμια. Ένα στριγγό ξεφωνητό τρομάρας έβαλαν οί γυναίκες, άμα είδαν τις φλόγες, ύστερα βουβές, αποφασισμένες, αγκάλιαζε ή μιά την άλλη καί πρόσμεναν τον θάνατο. Ό πόλεμος ήταν τώρα μέσα στην αυλή τού σαραγιού. Οί τελευταίες ντουφεκιές πέφτουν στις πόρτες. Τέλος, Μαυρομιχάλης, Γιατράκος, Δεληγιάννης, Κρεββατάς όρμούν μέσα μέ τούς άλλους καπεταναίους τους καί μερικά παληκάρια. Σβύνουν τη φωτιά, μπαίνουν μέ τά σπαθιά στά χέρια στο μεγάλον όντα. Ό κεχαγιάμπεης, ό καϊμακάμης, ό Κιαμήλμπεης, οί περσότεροι από τούς επίσημους Τούρκους ήταν μαζωμένοι έκεϊ. Παραδίνονται άδοξα. Ό Κολοκοτρώνης φτάνει. Γυρεύει τον Κεχαγιάμπεη, τον χαιρετάει:

— Θυμάσαι μπέη, τού λέει, τί σούγραψα μετά τον πό­λεμό μας στο Βαλτέτσι; Νά κάμουμε σιάξιμο, νά μή χαθεί άδικα ό κοσμάκης. Δέ μ άκουσες. Σούγραφα κ έν άλλο. ’Αν δέ μ ακούσεις καλή αντάμωση στο σαράϊ σου μέσα. Καί νά πού βάσταξα τό λόγο μου.

— ’Ήμουν σκλάβος στούς Ρούσους, τού είπε ό κεχα­γιάμπεης, σ άλλον πόλεμο’ καλύτερα νά χαθώ τώρα στούς “Ελληνες, έτσι κι έτσι αλλού θά μέ στείλει ό σουλτάνος νά χαθώ.

— Μη φοβάσαι, τού είπε ό Κολοκοτρώνης’ δέ σκοτώ­νουμε όσους προσκύνησαν.

’Έφτασε κ’ό Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Σέ μια στιγ­μή, ποΰλεγε στον κεχαγιάμπεη νά μή στενοχωριέται για την τύχη του, άποκρίθηκε.

— ’Ήθελα νά πολεμήσουμε άλλη μια φορά και νά σέ πάρω εγώ σκλάβο, γιά νά ίδεΐς αν θά στενοχωριόσουνα.

— Κ’ εγώ ήθελα νά πολεμήσουμε άλλη μιά φορά’ μά κ’ άν δέ σέ νικούσα, πάλι ζωντανό δέ θά μ’ έπιανες.

— Ούτ’ έγώ θά ξαναγίνω πιά σκλάβος σου, τού είπε ό κεχαγιά μπέης.

“Υστερα από ένα χρόνο ξαναπολέμησαν, αντιμέτωποι, στην ’Ήπειρο, στη μάχη τού Φαναριού. Καί σκοτώθηκαν κ οι δυο.

Στο μεταξύ άλλοι τρέξαν στά χαρεμλίκια. Οι γυναί­κες έβαλαν σπαραχτικές φωνές. Ή ώμορφη Έσμέ τέντωσε τον άσπρο της λαιμό, νομίζοντας πώς έρχονται νά τής πάρουν τό κεφάλι. Τις ησύχασαν όλες. Τις παράδοσαν στη φύλαξη των Μαυρομιχαλαίων. Οι ίδιοι πήραν αμέσως στην προστασία τους καί τον Κεχαγιάμπεη, τον καϊμακά­μη και τον Μπινά Έμίνη. Τό Σιέχ Νεντζήπ έφέντη, μ’όλη του τη φαμίλια, ό Κολοκοτρώνης’ τό Μουσταφάμπεη και τό Δεφτέρ κεχαγιά ό Κεφάλας κ’ ό Παπατσώνης’ τον Κιαμήλμπεη ό Γιατράκος’ τούς Άρναουτογλέους ό Άναγνωσταράς καί άλλοι άλλους. Ό κάθε αρχηγός γλύτωσε τούς επίσημους πούχε στην προστασία του όπου κ’ όπως μπορούσε. Τά χαρέμια, τού κεχαγιάμπεη καί τού καϊμακάμη τά πήγαν γλήγορα μέ δυνατή συνοδεία στο νεόχτιστο σπίτι τού Μουσταφάμπεη. Οί γυναίκες, καθώς διάβαιναν ανάμε­σα σέ πτώματα καί σκουντουφλούσαν απάνω σ’ αυτά, λιγοθυμούσαν’άλλες θρηνούσαν, κωρονυχιάζαν τό πρόσωπό τους
χτυπιόνταν, τις έσερναν από κοντά μέ τη φοβέρα. “Όταν ζύγωσαν στού Μουσταφάμπεη έφτασε κ ή Μπουμπουλίνα’ ήταν αρματωμένη’ μπήκε στο σωρό, ησύχασε καί παρηγό­ρησε τά χαρέμια.Τούς είπε πως δεν έχουν κανένα φόβο καί για νά τούς δόσει κουράγιο έμεινε κοντά τους κάμποσο.Τον Κιαμήλμπεη ο Γιατράκος τον φύλαξε στο σπίτι τού Τριπολιτσιώτη Γιώργη Ιωάννου. Εκεί καθόταν ό πλουσιότα­τος τούτος άρχοντας τής Κορίνθου, τριγυρισμένος από τούς δούλους του, μ όλη την ασιατική του μεγαλοπρέπεια καί κάπνιζε τά τσιμπούκια του, ατάραχος, σά νά μην είχε γί­νει τίποτα. Ό Κολοκοτρώνης έτρεξε νά τού πει, νά μην έχει κανένα φόβο. Είχε την ελπίδα ό Γέρος πώς θά τον κατάφερνε νά ενεργήσει νά παραδοθεί μιά ώρα γληγορώτέρα τό κάστρο τής Κορίνθου. Ό Γενναίος Κολοκοτρώνης ακολουθούσε τον πατέρα του σ’ αυτή την επίσκεψη. Μπήκε μέσα καί καθώς είδε τον Τούρκο σ’ όλο τό παλιό του μεγα­λείο, τού είπε θαρετά:

— Γειά σου, Κιαμήλη !

Ό μπέης κοίταξε μέ περιέγεια τ’ αρματωμένο παληκαράκι.

— Καλώς ώρισες, τού είπε, στενοχωρημένος γι’ αυτή την άξαφνη ίσοπέδωση.

— Μπέη ! τού φώναξε ό μικρός’ μή σού παραξενοφαίνεται ό χαιρετισμός μου’ τώρα ήρθε καιρός νά σάς χαιρε­τούν οι Έλληνες, καθώς εσείς χαιρετάτε τούς ραγιάδες. Είμαστε όλοι ίσοι’ γειά σου Γιάννη, γειά σου Κιαμήλη !

“Ολοι γέλασαν.

— Τίνος γιος είσαι ; Τον ρώτησε ό μπέης.

— Τού Κολοκοτρώνη.

Ό Κιαμήλ σηκώθηκε, τον χάϊδεψε’ ευχήθηκε στον Κολοκοτρώνη νά τού ζήσει’ είπε ύστερα στο Γενναίο :

— Είσ έξυπνος’ θά γίνεις τρανός άνθρωπος, μά νά φυλάς τή μπέσα σου’ γιατί αυτό θά πει μεγάλος άνθρω­πος, αυτός πού κρατάει τό λόγο του.

Μίλησαν μέ τόν αρχηγό. Ό Κολοκοτρώνης τον άφησε σε λίγο ακόμα ήσυχώτερο απ’ ό,τι τον βρήκε. ‘Όταν, γυρί­ζοντας στο σαράι, περνούσε από την αγορά, είδε τό με­γάλο πλάτανο, που κρεμούσαν οί Τούρκοι τούς κλέφτες’ αναστέναξε βαθειά :

— Πόσοι απ’ το γένος μου καί τή φαμίλια μου έχουν κρεμαστεί εδώ !

Καί πρόσταξε στη στιγμή νά τόν κόψουν. Ήθελε νά σβύσει, αν μπορούσε καί τό τελευταίο αχνάρι από τά μαύρα χρόνια τής σκλαβιάς.

‘Ωστόσο αυτοί πού μπήκαν στο σαράι άμα ξέβγαλαν τούς επίσημους δόθηκαν στήν αρπαγή. Ό,τι μπορούσε νά παρθεΐ, αρπάχτηκε στή στιγμή. Στούς μεγάλους επιχρυσω­μένους όντάδες του μέτά σκαλιστά ταβάνια πήγαιναν, έρχόντουσαν, βούιζαν άνθρωποι π άλλο δεν είχαν στύ νού τους παρά τό πλιάτσικο. Ντουλάπια, μουσανταράδες, κελά­ρια, κρυψώνες, πατώματα ξύλινα χωρίσματα, ξηλώθηκαν μέ τόν μπαλτά. Μεταξωτά παπλώματα, στρωσίδια, φου­στάνια, χαλιά, γούνες, ζώνες βαρύτιμες περσικές κ ίντιάνικες, στόφες χρυσοκέντητες, άρματα κ ασημικά, σύρθηκαν έξω, εδώ κ εκεί’ καί μέσα σ’ άπειρους καυγάδες, φωνές κ αντάρες, χάθηκαν, αφανίστηκαν. Γούνες σκίζαν στά δυο, ζώνες κομμάτιαζαν, παπλώματα κουρέλιαζαν. Σκοτώθηκαν άνθρωποι γιά ένα κεχριμπαρένιο τσιμπούκι. Καί δέν ήταν πάντα οί αρχηγοί πού βγαίναν κερδισμένοι απ’ αυτή τήν αναρχία: ‘Η μεγάλη_διαμαντοπλουτισμένη μαχαίρα τού Χουρσίτ πασά έπεσε στά χέρια ενός απλού,  Πάνου Σάκου, τού Παλουμπιώτη’ πουλήθηκε σ’ έναν ‘Υδραίο
για χίλια δεκαεννιάρια χρυσά’ και λίγο υστέρα, ό Μουχά- μετ-Άλης τής Αίγυπτου την αγόρασε — στο τρίτο τής αξίας της — για εκατόν τριάντα χιλιάδες γρόσια. Μά δέν ήταν μόνο τά πολύτιμα πράματα πού άρπαζαν. Οι Μανιά­τες δεν είχαν στην πατρίδα τους την παραμικρή βιομηχα­νία, δεν είχαν ούτε την πιο απλή σιδερική στο βραχότοπο τους. ’Έβγαζαν, λοιπόν, από τις πόρτες ακόμα και τις κλειδαριές καί ό,τι άλλο σιδερένιο. Αφού έτσι γυμνώθηκε τέλεια τό σαράϊ κ’ έγινε ρημάδι έπρεπε τούτα τα καμώ­ματα νά σκεπαστούν: Οι άλλοι θά γύρευαν μερτικό από τά πλιάτσικα πού τά τρανταζόντουσαν πολύ πλουσιώτερα άπ ό,τι μπορούσαν νάναι. Τι θά τούς λέγαν ; Άλλος τρό­πος νά κρυφτούν δεν άπόμενε απ’ τή φωτιά. Εϊχε νυχτώ­σει πιά. Ή ώρα ήταν περασμένη. Τά υλικά δεν έλειπαν. Σέ λιγάκι ένα δέντρο, πελώριο, από φλόγες φύτρωνε, άπλωνε  γλήγορα κλαριά καί θέριευε απάνω απ’ τή σκεπή τού σαραγιού. Ή βαμμένη καί χρυσωμένη ξυλεία καιγό­ταν σά ρετσίνι.

— Τό σαράι καίγεται !

Ακούστηκαν φωνές μέσα στο ντουφεκίδι πού ξανάναβε μέσα στην πολιτεία. Πλήθος αρματωμένο έτρεξε. Άλλοι βρίζαν, βλαστημούσαν, άλλοι όρμούσαν, θαρώντας πώς θά γλυτώσουν θησαυρούς μέσ’ από τις φλόγες. Κ’ ή άγανάχτηση ξεσπούσε πάλι στον τούρκικο πληθυσμό: Τά παληκάρια σκόρπιζαν γιά νά ξακολουθήσουν τό έργο τής καταστροφής σ όλη την πολιτεία. Οί επίσημοι Τούρκοι ακούγοντας όλο τούτο τό κακό άρχισαν ν’ ανησυχούν. Χρειά­στηκε νά πάει νά τούς ίδεΐ ό Άναγνωστόπουλος από μέρος τού Ύψηλάντη:

— Ό πρίγκηψ μού είπε — παρηγορούσε τον καθένα —
νά μή λυπάστε, γιατί έτσι είναι τ’ ανθρώπινα’ για την τιμή σας και τή ζωή σας δίνω εγγύηση.

Αυτοί τον ευχαριστούσαν καί ρωτούσαν για την υ­γεία του.

— Εμείς, τούλεγαν στερεότυπα, είμαστε κρεμασμένοι στην τιμή σας’ έκάμαμε το χρέος μας σαν πιστοί δούλοι τού βασιληά μας.

— Γι’αυτό σάς σεβόμαστε, τούς βεβαίωνε ό Άναγνωστόπουλος.

‘Ωστόσο οί βροντές, οί ντουφεκιές, οί θρήνοι, τά ξεφω­νητά, ή βουή δυνάμωναν ολοένα καί περσότερο μέσα στην πολιτεία. Ή ησυχία τής νύχτας διπλάσιαζε τή δύναμή τους’ κ’ οί λαμπάδες από τόσες φωτιές πούχαν βάλει φώτιζαν απαίσια τό φριχτό έργο.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΦΑ ΓΗ

«Κτυποϋν ολοι άπάνου κάτου Κάθε κτύπημα πού έβγεϊ είναι κτύπημα θανάτου Χωρίς νά δευτεροθεΐ

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει, Λές καί έκειθεν ή ψυχή ’Απ’ τό μίσος πού την καίει Πολεμάει νά πεταχθεΐ

Ουρανός γι’ αυτούς δέν είναι Ουδέ πέλαγο, ουδέ γή’ Γι’αυτούς όλους τό παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί».

(Διον. Σολωμός. ’Από τον «’Ύμνο στην ’Ελευθερία»)

Όταν οί Άρβανιτάδες είχαν βγει, όπως είδαμε, κατά τις εννιά μίση τό πρωί, από την πόρτα των Καλαβρύτων, ό Κολοκοτρώνης, πιστεύοντας πώς δέν έχουν άπομείνεί άλλοι στο κάστρο, πρόσταζε νά κλείσουν την πόρτα, για νά μή βγαίνουν οί ντόπιοι Τούρκοι. Την ίδια’προσταγή δόσαν κ οί άλλοι καπεταναΐοι: “Ολες οι πόρτες σφάλισαν και τό κάστρο μέ τά ψηλά του τείχη, ποΰταν τόσους μήνες, δυνατός προστάτης, γίνηκε τώρα μέ μιας τεράστια φάκα, όπου είχαν όλοι πιαστεί σαν ποντίκια. Στη στιγμή άρχισε ή σφαγή. Ποιος μπορούσε νά κρατήσει; Και γιατί; Κ” ό τελευταίος στρατιώτης ένοιωθε, πώς ή επανάσταση δέν ήταν σέ θέση νάχει τόσους αιχμάλωτους, όσοι βρίσκονταν αυτή τή στιγμή, στήν Τρίπολη. Δέν μπορούσε ούτε νά τούς φυ­λάξει, ούτε νά. τούς θρέψει, γιά νά τούς έχει αύριο, σέ μιά εισβολή τουρκικού στρατού, δύναμη εχθρική κ έπικίντυνη στά νώτα της. ’Έπρεπε νά λείψουν. Ή επανάσταση θάταν ανάξια τής μεγάλης αποστολής της, αν δείλιαζε μπροστά στον αριθμό των θυμάτων. Ό Τούρκος χωρίς νά βρίσκε­ται στήν ίδια στυγνή ανάγκη μέ τούς επαναστάτες, δέν κάθισε διόλου νά. μετρήσει τά θύματα στις σφαγές τής Πόλης, τής Σμύρνης, τού Άϊβαλιού. Κ ήταν πολύ φρέσκα τά κατορθώματα τής μαχαίρας του, είχαν συδαυλίσει τά προαιώνια μίση κ είχαν ανοίξει όλους τούς παλιούς λογα­ριασμούς. Ή βεβαιότητα κή ασφάλεια τής τυραννίας,—οί τούρκοι δέν είχαν φανταστεί ποτέ πώς θά κλονιζόταν μιά μέρα ή αυτοκρατορία τους—είχαν κάμει θρασύτατο και τύν τελευταΐον όσμανλή’ και δεν υπήρχε Τούρκος απ’ τούς ντόπιους, ποΰχαν άπομείνει τώρα στο κάστρο, πού νά μην

3 είχε δυο και τρεις άσπονδους, προσωπικούς εχθρούς, απ τούς χτεσινούς τούτους ραγιάδες πούμπαιναν αρματωμένοι τώρα νά εκδικηθούν. ’Απάνω απ’ αυτά ολα όμως, έκεϊνο πούδινε στην έφοδο τή μανία, τή λύσσα, την τρέλλα, την άσβυστη δίψα τής καταστροφής ήταν ό θρησκευτικός φα­νατισμός. Ό αγώνας ήταν γιά πίστη και γιά πατρίδα. Ή ελληνική Εκκλησία είχε χτυπηθεί στην κεφαλή της. Τό σκοινί τού Πατριάρχη γίνηκε τεράστιο, απέραντο, γιά νά κουλουριαστεΐ στο λαιμό χιλιάδων λαού. Δεν ήταν απλή επανάσταση εδώ’ ήταν άλλη σταυροφορία τής ορθοδοξίας’ πνοή τραγικής, τυφλής αδιαλλαξίας φούσκωνε τά στήθη των ραγιάδων κατά των άπιστων τυράννων, γιά νά δόσει στο πάρσιμο τής Τρίπολης τή νότα των παλιών ιερών πολέμων, όπου τό ελάχιστο έλεος γιά τον εχθρό ήταν βρισιά στον ίδιο τον Θεό.

Ή θεομηνία τούτη τών αιμάτων άρχισε από την πόρ­τα τών Καλαβρύτων, πού μόλις είχε κλείσει πίσω απ’ τούς Άρβανιτάδες. Κάμποσοι απ’ αυτούς, καθυστερημένοι, ανα­κατωμένοι μέ ντόπιους, καμμιά διακοσαριά όλοι, έτρεχαν νά προφτάσουν νά βγούν κ’ αυτοί από την πόρτα, όταν τούς κύκλωσε μελίσσι άγριο. Ήταν Υδραίοι μέ κεφαλή τό Γκίκα Θεοδώρου Γκίκα καί τον Πέτρο Μαρκέζη, πρωτοπαλήκαρο τού άρχιεπαναστάτη τού νησιού Άντώνη Οικονόμου. Ήταν ακόμα μαζί τους κ’ ό Παν­τελής Νέγκας’ όλοι αυτοί, μέ τά παληκάρια τους, άν­τρες ατρόμητοι καί σκληρόψυχοι, πολεμούσαν μαζί στο κάστρο, άπ’τήν πρώτη στιγμή πούχε συστηθεΐ τό στρα­τόπεδο στά Τρίκορφα. Δέν εϊχαν ντουφέκια’ ήταν οπλισμένοι μέ «σαλτιρμάδες», μεγάλες μαχαϊρες καί γι αυτό φόβεροί, δεν μπορούσαν αυτοί νά πολεμήσουν άλλοιώς, παρά ζυγώνοντας τον εχθρό, στήθος μέ στήθος’ καί κανένα χτύ­πημά τους δεν πήγαινε χαμένο. Όταν, λοιπόν, είδαν αυτό τό μεγάλο μπουλούκι, πού πήγαινε νά βγει, τό κύκλωσαν μαλαλαγμούς κ έπεσαν μέσα μέ τά μαχαίρια. Οι Τούρκοι σάστισαν’ γίνηκε τότε τούτο τό παράξενο: άντρες άρματωμένοι μέ ντουφέκια καί πιστόλες, αντί ν ανοίξουν, νά χτυ­πήσουν, νά υπερασπίσουν τή ζωή τους, έπεφταν από μα­χαίρια. Τούς πήραν τ άρματα ώς πού ν άνοιγοκλείσουν τά μάτια’ κ άρχισαν, μέ τούς «σαλτιρμάδες», νά τούς πελεκούν μ’ ολη τή φριχτή κυριολεξία, σαν τραγιά στο χασάπικο. «Ακόμα καί τώρα, γράφει, μετά χρόνια πολλά, ένας καπε­τάνιος πούταν μπροστά στήν απαίσια σκηνή, έρχεται στή θύμησή μου τό λιάνισμα καί τό τρίξιμο των κοκκάλων κ ανατριχιάζω». Κόβαν κεφάλια’ χώριζαν κορμιά σέ δυο’ άνοιγαν στέρνα’ καί στο βογγητό των θυμάτων αποκρινό­ταν ό χτύπος, τό πελέκημα κ ή άγρια κραυγή των φονιά­δων. Ό δρόμος έπηξε σέ λίγο από κουφάρια πού σπαρτάριζαν. Πέφταν απάνω τους, νά πάρουν τά κεμέρια κ ό,τι άλλο πολύτιμο, πολλές φορές μέσ’από τό αιμα τό ζεστό, πού πήγαινε αυλάκι. Όταν τούς ξέκαμαν σηκώθηκαν από κεΐ, καταματωμένοι, σαν κοπάδι λύκοι πού σπάραξαν στάνη ολάκερη. Καί τράβηξαν γι αλλού, σκουπίζοντας πρόχειρα τα μαχαίρια τους, απάνω στά ρούχα των νεκρών καί τα δικά τους. Μερικοί μισοτελειωμένοι σέρνονταν χάμου καί πάοχιζαν νά διώξουν μέ τά χέρια τά πλήθη των σκυλλιών, π αγριεμένα πέφταν ν άποτελειιύσουν τό έργο των άνθρώπιον αυτά τά σκυλλιά μάθαν αμέσως τί δουλειά είχαν ερθει νά κάμουν αυτοί πού όρμησαν στήν πολιτεία’ κ’έτρεχαν πίσω τους μέ γαυγίσματα κ ούρλιάσματα, έτοιμα να σπαράζουν τον πρώτο πού θάπεφτε από τούς πρώην άφεντάδες τους. Ό αλαλαγμός των Ελλήνων άκουγόταν απ’ όλες τις μεριές τού κάστρου, απ’όλες τις πόρτες πού είχαν μπει και πρόβαινε, ολοένα δυνατότερος, ζύγωνε, απλωνό­ταν στην πολιτεία. Όσοι ακόυσαν αυτό τον αλαλαγμό δέ μπορούν νά τον ξεχάσουν. «Το ξεφωνητό των “Ελλήνων, όταν ζυγώνουν τον εχθρό — έγραψε ό Ραιμπώ πούταν μπροστά., την ώρα τούτη τής εφόδου — είναι είδος αλα­λαγμού λαρυγγικού’ ή κραυγή όμως αυτή αλλάζει έκφραση, όταν σηκώνουν τό μαχαίρι ή το γιαταγάνι απάνω στο θύμα. Τότε αδύνατο νά τήν άποδόσει κανένας: Ειρωνεία πι­κρή τής νίκης, οργή, εκδίκηση, απάνθρωπη χαρά των αι­μάτων, τά εκφράζει μαζί όλα ή κραυγή αυτή πού συνοδεύει πάντα γέλιο άγρια σαρκαστικό κ οχι λιγώτερο τρομαχτικό. Ή κραυγή αύτη τού ανθρώπου – τίγρη, τού ανθρώπου πού καταβροχθίζει τον άνθρωπο, είναι απαίσια στ αυτί και μούκανε τή θλιβερώτερη εντύπωση». Μ αυτή τή φοβερή φωνή ρίχτηκαν τά παληκάρια στούς δρόμους, μάζες πυκνές.  Αν βρίσκαν μπροστά τους ανοιχτά σπίτια Τούρ­κων, πού τούς πλάνεψε ή ελπίδα πώς τέτοια στάση θά κι­νούσε τό έλεος, τά πλημμύριζαν στή στιγμή. Τρελλά, στραβά, όρμούσαν σέ σκεβρωμένα, ετοιμόρροπα χαγιάτια κ’έρχόντουσαν κάτω μέ πάταγο. Από παράθυρα και πόρτες πετούσαν σάν κουρέλια, γυναίκες κ άντρες, χιλιοματωμένους, στούς άλλους πού βρύαζαν στο δρόμο, νά τούς απο­τελειώσουν. Ήταν απίστευτα γλήγορη κ αλλόκοτη σά βραχνάς ή καταστροφή τούτη πούφερναν, όπου πατούσαν. Μετά τό ένα σπίτι, εύτύς τό άλλο και τ’ άλλο. Κ έπειτα όλοι μαζί πάρα κάτω. Πού καί πού μέσα στο ποτάμι τούτο τού ολέθρου έπεφτε κ έσκαζε καμμιά μπάλα πυρωμένη, άπό τά κανόνια τής μεγάλης τάπιας’ άνοιγαν στή στιγμή μέ με­γάλη βουή, αφήνοντας στο δρόμο δυότρεΐς νεκρούς. Κ’υ­στέρα πάλι ορμούσαν μπροστά, στο σκοπό τους.

’Αξαφνα, εδώ κ’ εκεί, τούς δεχόταν, από μερικά δυνατά σπίτια, γερό ντουφεκίδι Τούρκων κλεισμένων, πού πολε­μούσαν μέ την παληκαριά τής απελπισίας. Πιανόταν μάχη. Ή μεγαλείτερη σύγχυση βασίλευε σ’ αυτές τις συμπλοκές. Οί σφαίρες σταυρώνονταν άπ όλα τά σημεία, Έλληνες πέφταν από ντουφέκια Ελλήνων, χωρίς νά προσέχει κανείς. Μά δέ βαστούσαν πολύ αυτές οι μάχες. ’Έβαζαν αμέσως στά γύρω σπίτια φωτιά’ κ ή λύσσα ήταν τόση, πού ό άνθρωποπόταμος έπεφτε απάνω οτά ντουβάρια. Πλίθινες γω­νιές, τοίχοι ολάκεροι γκρεμίζονταν μέσα σέ σύγνεφα σκόνη και καπνό, σά χτυπημένοι από αρχαίο πολιορκητικό κριό. Ή πάχνη των καπνών άπ τά κανόνια και τά ντουφέκια πύκνωνε από τις σκόνες και τούς καπνούς τών σπιτιών πού καίγονταν κ ή φυσική ζέστη, από τον ήλιο, γινόταν ανυπόφερτη από τις τόσες πυρκαϊές, μέσα στην πολιτεία. Οί ρονιές τού ίδρωτα σμίγαν μέ τά αίματα, παγωμένες τών θυμάτων, καφτερές τών φονιάδιον. Μέσα σ’αύτή την κολασμένη ατμόσφαιρα γινόντουσαν τά πιο τρελλά γιουρού­σια. Κόρες άναθρεμμένες στο μοναχικόν ίσκιο τού χαρε­μιού τις τραβούσαν από τά μαλλιά στο ματωμένο βούρκο τού δρόμου, γιά νά τούς τσουρουτέψουν άγρια τά κάλλη. Κ’ είδαν σκυλλιά νά τραβούν βυζά μισοκομμένα, πού δέν είχε φωτίσει ποτέ ό ήλιος, από χανούμισσες πού ζούσαν ακόμα κ έσκουζαν καί σπάραζαν στο χώμα. ’Έμβρυα είχαν πεταχθεΐ μ άγριες καισαρικές τομές έξω από τά μητρικά σπλάχνα. Μέσα στο φριχτό άνακάτωμα κάποιος άντίκρυζε άξαφνα γνώριμη μορφή παλιού φίλου ή Τούρκου πού τον είχεν ευεργετήσει κ ήθελε νά τον γλυτώσει. ’Έφτανε νά τον τραβήξει μέ λαχτάρα λίγο παράμερα, μά πάρα κάτω
άλλος Έλληνας, πούχε προηγούμενα η δούλευε μονάχα στο δαιμόνιο του ολέθρου, του άναβε από πίσω την πι­στόλια και πολλές φορές σκότωνε και τό σωτήρα μαζί μέ τό θύμα. Έτσι χάθηκαν πολλοί Έλληνες, πού γύ­ρεψαν νά γλυτώσουν Τούρκους. Ό Κολοκοτρώνης μπόρεσε μονάχα νά σταματήσει τό κακό μπροστά στο σπίτι τού Σιέχ Νεντζήπ. Οί άνθρωποι τού ουλεμά τούτου κρατούσαν γερό ντουφέκι.

— Ανοιχτέ! Φώναζαν από κάτω: Θέλει νά σάς φυλά­ξει ό αρχηγός !

Αυτοί δέν άκουγαν, ντουφεκούσαν’ κ είχαν σκοτώσει δυο-τρία παληκάρια, γιατ ήταν από κάτω πήχτρα. Τέλος νοιώσαν κ άνοιξαν την πόρτα. Σέ λίγο έφτασε κ ό Νικόλας Δεληγιάννης κ απόμείνε νά φυλάει τή φαμίλια τού Νεντζήπ. Μεγάλο κακό γινόταν τόλ’ ίδιο καιρό στο Μαχαλά των Εβραίων. Λύσαν όλοι τους τά κομποδέματα. Χρυσάφι κ ασήμι, πετράδια, μαργαριτάρια, χύθηκαν στά πόδια παληκαριών, μά δέν τούς ωφέλησε. Τούς πέρασαν όλους από τό σπαθί. Ό Κολοκοτρώνης μονάχα κατάφερε νά γλυτώσει έναν: Τό Λευΐ. Τίποτα δέ μπορούσε νά στα­ματήσει τό φοβερό ρέμα τού θανάτου και τής αρπαγής. Όταν τελειώναν μέ τούς άρματωμένους ρίχνονταν μέσα, έψαχναν παντού κ από κατώγεια, κελάρια, τούς αποπάτους μέσα, όλες τις δυνατές κ αδύνατες κρυψώνες, τραβούσαν στο δρόμο τά θύματα, νά τά ξεσκίσουν. Ή μεγάλη τάπια κρατούσε ακόμα’ και τέσσερα σπίτια: Τό «μεχτέπ», τό τούρκικο ίεροδασκαλεΐο, κ άλλα τρία, οπού ταμπουρώθηκαν οί «έσπέχηδες», οί παληκαράδες, ό Καντράγας Τράσιτας μέ τούς δικούς του, οί Λασταΐοι κ ό Άλή Τσεκούρας, πούχε τυραννήσει τον ελληνικό πληθυσμό. Στο «μεχ­τέπ» είχαν κλειστεί ντερβισάδες μ όλους τούς μαθητές τού
ιεροδασκαλείου, τούς άλλους ιερωμένους κ’ άλλους φανα­τικούς. Πολέμησαν παληκαρίσια. Είχαν στρώσει τό δρόμο κάτω μ’ ελληνικά πτώματα. Όταν τούς σώθηκε και τό τε­λευταίο φουσέκι καί νύχτωσε καλά, οί “Ελληνες βάλαν φω­τιά. Οί φλόγες, γλώσσες θεόρατες, άλλοι κάηκαν μέσα, μαρτύρησαν για τον προφήτη’ άλλοι βγήκαν μέ τά σπα­θιά καί γίνηκαν κομμάτια. “Η πολιτεία ήταν τώρα μέσα σέ μιάν αντάρα, όπου τεράστιες λαμπάδες, από τις πυρκαϊές, φώταγαν σάν ημέρα σ’ απόσταση χιλιάδων μέτρων. ’Αντιφέγγιζαν οί ποδιές των βουνών ένα γύρω. Οί κανο­νιές, οί ντουφεκιές, τά ξεφωνητά δεν παύαν. Κανένας δεν κοιμήθηκε. “Η σφαγή ξακολουθούσε. Κ’ ή αρπαγή τό ϊδιο. “Αλλοίμονο τώρα όχι μόνο στους Τούρκους, μά στους Έλ­ληνες τούς ίδιους, εκείνους, πούχαν πάρει πολλά πλιάτσικα. Μετά τούς φόνους, στήθος μέ στήθος, άρχισαν στά σκοτεινά οίδολοφονίες’καί μετά τό πλιάτσικο ήρθε ή ληστεία.”Ο Γιάν­νης Μπούτης από τήν Άνδρίτσαινα, ένα καλό παληκάρι. πούχε πάρει τήν ημέρα πολλά λάφυρα, δέν ξαναφάνηκε πιά. Καί μάταια τον γύρεψαν παντού. Τον είχαν ξεκάμει, τού τά πήραν. ’Άρχιζαν ν’ ανοίγουν καί τά σπίτια τών Ελ­λήνων, νά σπάζουν τά ντουλάπια καί τά φορτσέρια.”Η πρό­φασή τους ήταν ότι κ’ αυτά πού βρίσκαν στούς “Έλληνες ήταν τούρκικα πλιάτσικα. Δέ σταματούσαν, ούτε όταν βρί­σκαν μέσα στά πράματα καί άγια εικονίσματα. Τά μύριζαν καί πριν αρχίσουν τήν αρπαγή λέγαν στούς νοικοκυραίους απλοϊκά.

— Μυρίζουν τουρκίλα!

Καί τούς γδύναν.

MATΩΜEΝΑ ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ

«Παντού φόβος και τρομάρα Και φωνές και στεναγμοί. Παντού κλάψες, παντού αντάρα Και παντού ξεψυχισμοί.

*Ηταν τόσοι! πλέον τό βόλι Εις τ’αύτιά δέν τούς λαλεΐ. “Όλοι χάμου έκείτοντ’ όλοι Εις τήν τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι τό αΐμα έγίνη

Και κυλάει στην λαγκαθιά

Και τ’ αθώο χόρτο πίνει Αίμα άντίς για τή δροσιά. . .»

(Διον. Σολωμός, από τον “Υμνο τής ’Ελευθερίας).

Μαύρες τύψεις κυρίεψαν τήν ψυχή των Άρβανιτάδων, νά βλέπουν τήν Τρίπολη νά καίγεται και ν’ άκούν τά ξεφω­νητά των θυμάτων’ κάποιος αναβρασμός ακολούθησε στο πρόχειρο στρατόπεδό τους, στα καταράχια τού Μύτικα. Τί θά γινόταν, αν άξαφνα φούντωνε μέσα τους ό μουσουλμα­νικός φανατισμός, αν όρμούσαν κατά των Ελλήνων πού ήταν σκορπισμένοι στην πολιτεία; Αποφάσισαν, λοιπόν, νά τούς ξεστείλουν πρωί-πρωί. Τούς εδοσαν ομήρους τό Γιάν­νη Κολοκοτρώνη, τό Χρηστό Κολοκοτρώνη καί τό Βασίλη Δημητρακόπουλο. Ό Κανέλλος Δεληγιάννης άρνήθηκε νά δόσει κ’ αυτός όμηρο τον αδερφό του, όπως είχε συμφωνηθεί’ έτσι άρχισε ή έχθρα του μέ τον Πλαπούτα, πού τον
πρόσταζε θ Κολοκοτρώνης να συντροφέψει τούς Άρβανιταδες ως τή Βοστίτσα: Ό αρχηγός τούς έστειλε τά είκοσιέξη «φούρτσια» μέ τά γρόσια καί τά πολύτιμα πράματά τους, στο χωριό Μπετένι. Οί Άρβανιτάδες άφηκαν κ’ αυ­τοί όμηρους στά χέρια των Ελλήνων, τό Χαϊρεδήν αγά κ’ «να χότζα. Μέ τό σώμα τού Πλαπούτα ενώθηκαν νά συν­τροφεύουν τώρα τούς Άρβανιτάδες ό Γκίκας Θεόδωρου Γκίκας κ’ό Μαρκέζης μέ τούς ‘Υδραίους. ‘Όταν φτάσαν στά Σουδενά, Καλαβρυτινοί στρατιώτες περικύκλωσαν τούς Άρβανιτάδες καί θέλαν νά τούς σκοτώσουν, ό Πλαπούτας τούς γλύτωσε καί πάλι. Μά στη Βοστίτσα τούς περίμενε ταραχή μεγάλη, ό Άντρέας Λόντος ήθελε νά χαλάσει τή συν­θήκη, νά χτυπήσει καί ν’ αρπάξει. Στο κόμμα τών κοτζα­μπάσηδων κ’ αυτός, από τούς πρώτους, ήθελε νά εκθέσει τον Κολοκοτρώνη. Ό Πλαπούτας τού μίλησε άγρια:

Άν έσεΐς θέλετε νά χαλάσετε τή συνθήκη πού κάμα­με καί νά ντροπιάσετε τήν υπογραφή μας καί τήν τιμή τού έθνους, ενωνόμαστε καί μεΐς μέ τούς Άρβανιτάδες καί κα­θόμαστε μουσαφιρέοι στήν επαρχία σας, καί τότε βλέπετε τί σόϊ πράμα είμαστε.

Είχαν όμως άπομακρύνει όλα τά πλοία. Οί Υδραίοι έπεσαν στή θάλασσα μέ τά μαχαίρια στο στόμα, επιασαν μέ τή βία ένα καράβι κ’ άρχισαν μ’ αυτό τή μεταφορά τών Αρβανιτάδων στή Ρούμελη. Οί αρχηγοί τους, πούχαν μεί­νει τελευταίοι, υπόγραψαν χαρτί, γιά νά έκφράσουν τήν ευγνωμοσύνη τους στον Κολοκοτρώνη πού φύλαξε πιστά τή μπέσα.

Τήν ώρα πούφυγαν οί Άρβανιτάδες γιά τή Βοστίτσα οί σφαγές στήν Τρίπολη ξακολουθούσαν πιο άγριες δεύτε­ρη μέρα τώρα. Μάταια οί αρχηγοί καί μάλιστα ό αντιπρό­σωπος τού Ύψηλάντη Άνάγνωστόπουλος τοιχοκόλλησαν
ένα χαρτί «μνηστείας των νικημένων κ’ έβαλαν τελάλη νά τό διαλήσει στην πολιτεία. Μάταια, υστέρα πάλι, αφού είδαν πώς δεν κάνουν τίποτα, διαλάλησαν πώς πρέπει νά σφάζουν τούς Τούρκους έξω από τά τείχη, για νά γλυ­τώσει ό στρατός από άρριοστειες φοβερές. Ούτε σ’ αυτό τούς ακόυσαν όταν ό ερεθισμός των Ελλήνων κατακάθιζε λιγάκι, τον άναβαν οί νικημένοι. Γυναίκες, παιδιά, ποΰχαν χάσει τούς δικούς τους, άπομεινάρια τής σφαγής, από τη λύσσα τής απελπισίας τυφλωμένα, έβριζαν, προκαλούσαν:

— Σκυλλιά, γκιαούρηδες!

Οι φοβερές δεινοπάθειες κ’ ό θάνατος τόσων δέσποτάδων καί προεστών, ποΰταν φυλακισμένοι στο μπουδρούμι τού σαραγιού, έγιναν κ’ αυτές προζύμι πού φούσκωνε την ορμή για έκδίκησι. Οι συγγενείς τους γύρευαν νά ξεσπά­σουν. Το πλήθος δέ σεβάστηκε ούτε τ’ άσυλα τού θανάτου. Νεκροί ξεθάφτηκαν’ άναποδογυρίστηκαν μνήματα’ ώς καί κεΐ απλώθηκε τό χέρι τής οργής καί τής αρπαγής. Τά πλιάτσικα σωριάζοντο σ’ άδεια σπίτια’ οί στρατιώτες έκο­βαν ένα κομμάτι πανί άσπρο, έγραφαν απάνω μέ κάρ­βουνο ένα σταυρό καί σήκωναν τό πρόχειρο τούτο μπαϊ­ράκι στο σπίτι πούπιαναν. Μά κ’ έτσι ακόμα δεν είχαν καμμιάν ασφάλεια πως δέ θάρθουν άλλοι νά τούς τά πά­ρουν καί σπίτι καί πλιάτσικα. Γι’αυτό ταμπούρωναν τά σπίτια. ’Άλλα μπουλούκια δυσαρεστημένων, πού δέ μπόρεσαν νά κάμουν πλιάτσικο τής προκοπής, έπιασαν τις πόρτες τού κάστρου καί γύμνωσαν αυτούς πού πήγαιναν νά βγούν, φορτωμένοι, γιά τά χωριά τους. Τούτοι, για νά μπορέσουν πάλι νά γλυτώσουν τά πλιάτσικά τους, δέ βγαίναν από πόρτες μά καβαλλίκευαν τά τείχη’ οσοι μάλιστα είχαν πάρει άλογα καί ζώα κατάφεραν ν’ ανοίξουν, νύχτα, τρύπες καί νά τά βγάλουν. Ωστόσο τό κανονίδι καί τό
ντουφεκίδι δέν έπαυαν: Ή μεγάλη τάπια καί τά τρία σπί­τια, πού ταμπουρωμένοι πολεμούσαν οί «έσπέχηδες» Καντράγας Τράσιτας, οί Λασταιοι κ’ ό Άλή Τσεκούρας, κρα­τούσαν. Οί ‘Έλληνες, τη δεύτερη τούτη μέρα, πολιόρκη­σαν λυσσασμένοι τά δυο πρώτα σπίτια. Ό πόλεμος ήταν αδιάκοπος καί πεισματικός. Τέλος οί πολιορκημένοι, στε­νοχωρημένοι, γύρεψαν τούς Δεληγιανναίους καί παραδό­τηκαν σ’ αυτούς. Για τον Άλή Τσεκούρα όμως, πούχε κά­μει τόσα κακά, δέ γίνηκε κανένα έλεος, τον πολιόρκησαν στενά, την άλλη μέρα, ό Θανάσης Λαγρές, ό Μεσσήνιος καπετάνιος, τον έζωσε μέ τά παληκάρια του, σαν είδε πώς πολεμούσε μέ μεγάλη απόφαση, θέλησε νά βάλει φω­τιά στα γύρω σπίτια’ από ένα παράθυρο τούριξαν, ή μπάλα τον βρήκε στο κεφάλι, σωριάστηκε. ’Έτσι χάθηκε ό καπε­τάνιος πούχε ύπερετήσει πιστά την επανάσταση, μέλος τής φιλικής εταιρείας, φίλος κ’ οπαδός τού Κολοκοτρώνη, από τούς καλύτερους πολεμιστές τού Βαλτετσιού. Ό θάνατός του φανάτισε τά παληκάρια, ό πόλεμος άναψε άγριος. Ό ’Αλή Τσεκούρας βλέποντας τά στενά, έσφαξε μέ τά ϊδια του χέρια τά χαρέμια του καί τά παιδιά του, έβαλε φωτιά στο σπίτι καί χάθηκε κ’αυτός. ’Έτσι ξεπλήρωσε τ’άνομήματά του.

Λίγο πιο κάτου πλήρωνε την προδοσία του ό προεστός Σωτήρος Κουγιάς. Ό Γιαννάκης Δαγρές μπήκε στο σπίτι του, θεριό μονάχο. Λένε μερικοί πώς στην αρχή τού γύ­ρεψε γρόσια, κ’ άμα δέν τούδοσε τού φώναξε :

— Έσύ δέν είσαι, βρέ, πού φόρεσες τό μπισίνι σου κ’ έτρεξες στο κονάκι νά προδόσεις την εταιρεία, μόλις σου άραξαν λόγο;

Ο άλλος, μ’ ολο τό αίμα του φευγάτο, πάσχισε κάτι να πει. Ό Ζαγρές τράβηξε τό γιαταγάνι, τούκοψε τό αυτί :

— Φάτο ! Φάτο σου λέω, αν θέλεις νά μη σου πάρω το κεφάλι!

Και μέ τό γιαταγάνι από πάνω από τό κεφάλι τον υπο­χρέωσε vα μασήσει τό ματωμένο του αυτί. Το μάγουλό του και τό στόμα του είχαν γίνει δυο μεγάλες πληγές. Οί άν­θρωποί του πρόσπεσαν μέ κλάματα στο Δαγρέ, μά δέ μπόρεσαν νά τον μαλάξουν’ τέλος στείλαν κρυφά στους Δεληγιανναίους, νά ρθούν νά τον γλυτώσουν. ’Αργησαν όμως νά φτάσουν’ ό Δαγρές τον είχε ξεκάμει.

— Αυτόν γυρεύατε νά φυλάξετε; τούς φώναξε: Ήταν Τούρκος’ ένα «σουνούτεμα» μονάχα των χώριζε απ’ τούς Τούρκους.

Ή μεγάλη τάπια έπεσε, την άλλη μέρα, τελευταία. Εί­χαν μαζωχτει από κάτω πλήθος παληκάρια και στρίμωγναν τώρα γιά καλά τούς Τούρκους. Είχαν μπάλες και μπαρούτι κάμποσο. Άρχισαν όμως νά. τούς λείπουν τό. τρό­φιμα και τό νερό. Ό Κολοκοτρώνης τούς έστειλε άνθρωπο νά παραδόσουν τ’ άρματα’ δέχτηκαν’ ό αρχηγός ανέβηκε μέ μερικούς δικούς του, τούς ξαρμάτωσε και τούς ασφά­λισε μέ φρουρά. ‘Ως τόσο τό μακελειό απλώθηκε κ’ έξω από τό κάστρο. Είδαμε, οτι πριν ή Τρίπολη πέσει, βγή­καν ως τέσσερες χιλιάδες γυναικόπαιδα των Τούρκων κ’ έμειναν στο ριζό τού κάστρου: ‘Όσα ήταν από τό Φανάρι και την Καρύταινα στον Άγιο Βλάση κ’ όσα ήταν από τό Μιστρά και τά Μπαρδουνοχοίιρια στο λεγόμενο «ψηλόν ώμο», κατά την πόρτα τον Μιστρά. Τό θέαμα ήταν φρι­καλέο’ οί περσότερες γυναίκες, άρρωστες άπ’ τόν τύφο, παραλλαγμένες από την αγωνία καί τή στέρηση, φαντά­σματα μισόγυμνα κ’ ελεεινά, περνούσαν τις νύχτες έκεΐ, γυρεύοντας μέ κλάματα, λίγο ψωμί, νερό, κανένα ρούχο νά σκεπαστούν ή νά τις λυπηθούν καί νά τις σκοτώσουν. Γύρo τους είχε γίνει κύκλος από περίεργους’ αυτοί πούχαν σπλάχνα λυπόντουσαν πού δέ μπορούσαν νά τις βοηθήσουν, κ’ έφευγαν γιατί δέ βαστούσε ή ψυχή τους νά τις βλέπουν. ’Άλλοι λέγαν πώς, αλήθεια, προτιμότερο θάταν γι’ αυτές νά τις σκοτευναν’ άλλοι λέγαν πως αν τις στέλναν στά χωριά θάταν κίντυνος vα μεταδόσουν την άρρώστεια σ’ όλο τό Μωριά κ’ άλλοι άλλα. ’ Αξαφνα ένας στραταότης, πού θάχε χάσει κάποιον δικό του στην έφοδο ή τσακάλι χωρίς τίποτα τό ανθρώπινο έμπηξε μιά φωνή μέσ’ από τ’ αρματωμένα μπουλούκια πούμεναν στον ‘Άγιο Βλάση.

Μεριάστε! Τί τις φυλάτε; Ξεμπερδεύτε τις!

Μιά ντουφεκιά’ κ’ ύστερα μιά, δυο μπαταρίες’ καί τά φαντάσματα μείνανε κάτου σωρός. Τό ίδιο έγινε, σέ μιά ώρα, καί μέ τ’ άλλα γυναικόπαιδα πούταν στον «ψηλόν ώμο» κατά, την πόρτα τού Μιστρά. Απ’ αυτά τα γυναικό­παιδα όσα δέν ήταν άρρωστα καί μπορούσαν νά περπατούν τά είχαν πάρει άλλοι, μέ την απόφαση νά τά. πνίξουν στο ρέμα τού Αλφειού. Μά δέν είχαν ούτε την υπομονή νά φτά­σουν ως εκεί’ τά σκότωσαν στο στενό πού πάει γιά τή Βυτίνα’ καί, γιά χρόνια πολλά, οι διαβάτες βλέπαν σωρούς άταφα κόκκαλα, πού τάχαν ασπρίσει βροχές τού χειμώνα καί ήλιοι τού καλοκαιριού.

Τρεις μέρες καί τρεις νύχτες βάσταξε ή άγρια σφαγή στην Τρίπολη. Ό Κολοκοτρώνης πούταν σέ τέτοια κίνηση πού μόλις μετά είκοσι ώρες από τό πρώτο γιουρούσι μπόρεσε νά βάλει μιά μπουκιά ψωμί στο στόμα του, λογαριάζει σέ τριανταδυό χιλιάδες τούς νεκρούς. Ό αριθμός όμως είναι υπερβολικός. Λογαριασμός πιο σωστός κατεβάζει τά θύμα­τα σέ δώδεκα χιλιάδες. ’Έσφαξαν μ’ άλλα λόγια τέσσερες χιλιάδες την ημέρα. Ή πολιτεία έμοιαζε απέραντο χασαπικό. Άπ’ άκρη σ’ άκρη όλο της τό χώμα είχε βάφει από
το αίμα, σέ πολλά μέρη το αίμα είχε γίνει αυλάκι. Καθώς τά σπίτια ξακολουθούσαν νά καίγωνται, τά δοκάρια νά πέφτουν, οί καπνοί ν’ ανεβαίνουν, ό καθένας νόμιζε πώς είναι απάνω σέ ηφαίστειο. ’Άταφα πτώματα, π’ άρχισαν κιόλας νά μυρίζουν, σκέπαζαν τις αυλές, τούς δρόμους, τις πλατείες. Ανάμεσα στους Τούρκους, εδώ κ’ εκεί, αραιοί “Ελληνες: Είχαν σκοτωθεί τρακόσοι. “Οταν ό Κολοκοτρώνης είδε πώς δέν κάνει τίποτα μέ τούς τελάληδες, γιά νά πάψουν οί σφαγές, διιορισε οπλαρχηγούς μ’αρκετή δύναμη. Περιπολίες σκορπίστηκαν τέλος στην πολιτεία, νά προλα­βαίνουν την αιματοχυσία. “Ενας άπ’ αυτούς καί ό Νικήτας μ’ εκατόν πενήντα στρατιώτες, ζυγώνοντας στά ρημάδια τού σαραγιού, ακούσε ξεφωνητά τρομάρας:

— Αμάν καπετάν! Αμάν! Χριστιάν! Χριστιάν!

Ήταν τέσσεροι Βούλγαροι στην ύπερεσία τών χαρεμιών τού Χουρσίτ-πασά, πλήθος χωριστές, πού δέν κατα­λάβαιναν τή γλώσσα, τούς πέρασαν γιά Τούρκους, τούς εί­χαν κυκλώσει κ’ ετοιμάζονταν νά τούς σκοτώσουν. Ό Νι­κήτας έτρεξε καί τούς γλύτωσε. “Ενας άπ’ αυτούς τούς τέσσερες ήταν κ’ ό Χατζη-Χρήστος. ό Νικήτας τόν έκαμε αρχηγό τών Βουλγάρων, γιατ’ ήταν άνθρωπος γενναίος καί τίμιος, νά υπάρχει ένα σώμα, μακάρι καί μικρό από Βουλγάρους, ήταν μιά καλή καί πολιτικώτατη γνώμη, ό Νικήτας υποστήριξε από τότε τόν Χατζη-Χρήστο καί τόν βοήθησε, όταν οί Βούλγαροι θέλησαν νά τον καθαιρέσουν καί δυό φορές πήγαν νά τον δολοφονήσουν. “Οταν τέλος πάψαν οί σφαγές στην πολιτεία, ό Άντρέας Παπαδιαμαντόπουλος κ’ άλλοι, μ’ έξακόσους στρατιώτες, πήραν νά φυ­λάξουν τις τάπιες καί νά παστρέψουν τούς δρόμους από τά πτώματα πούχαν αρχίσει νά σαπίζουν κ’ από την άλλη ανυπόφερτη ακαθαρσία. Γιατί τό θανατικό, θεριεμένο, άποτέλειώνε τώρα την καταστροφή στην Τρίπολη, μά κ απλω­νόταν σ’ όλο το Μωριά. Από τά βρωμισμένα ρούχα ποΰχαν πάρει μέ τα λάφυρά κ απ’ τούς άρρωστους πού γύρι­ζαν στα χωριά ή επιδημία φούντωνε καί θέριζε παντού. Από τά πλιάτσικα λίγοι, πολύ λίγοι, ωφελήθηκαν υπερ­βολικά. Οί αγάδες συνήθιζαν νά τοκίζουν τά γρόσια τους στούς χωριάτες, τά πλούτη των Τούρκων ήταν τά διαμάν­τια τους, τά ρουμπίνια τους, τά μαργαριτάρια τους, τά χρυσαφικά κ’ ασημικά τους, τά γουναρικά τους. Τά παληκάρια όμως δέν ήξαιραν νά τά έχτιμήσουν, γούνες θαυμά­σιες πουλήθηκαν σά γιδόκαπες, καί το μαργαριτάρι μέ την οκά σά φασόλι. ’Έπρεπε νά πάρουν οί Έλληνες ακόμα δυό-τρία κάστρα γιά νά μάθουν άπάνω-κάτω την αξία των πετράδιών. ’Έτσι από τά πλιάτσικα ωφελήθηκαν περσότερο οί μεταπράτες. ‘Ό,τι μπόρεσαν νά γλυτώσουν από τά λάφυρα τού σαραγιού τόκαμαν τέσσερα μερίδια γιά τούς στρατιώτες πούλειπαν μέ τον Ύψηλάντη. Τό μερίδιο των Μανιατών τό πήρε ό Πετρόμπεης, τών Καρυτινών ό Πάνος Κολοκοτρώνης κ ό ’Απόστολος Κολοκοτρώνης, τών Φαναριτών ό Τζανέτος Χριστόπουλος καί τών Λιονταριτών ό Άναγνωσταράς. Ό στρατός όμως τού Ύψηλάντη λιποτάκτησε κ έφτασε στην Τρίπολη, όταν κατακάθιζε τό πανηγύρι. ’Έγινε τότε κ άλλη, καινούργια έφοδο, άλλη σφαγή. Οί νεοφερμένοι άρπαζαν τά πλιάτσικα όσων δέν είχαν προφτάσει νά παν στά σπίτια τους νά τά σίγουρεψουν. “Άρπαζαν τά λάφυρα καί τών ντόπιων τής Τρίπολης κ έγδυναν τά σπίτια τους. Οί Τριπολιτσιώτες από τότε δέ χώνευαν πιά τον Κολοκοτρώνη, κ ήταν εναντίον του καί στον εμφύλιο πόλεμο κ επί άντιβασιλείας. Γιά την πα­τρίδα, γιά τό ταμείο τού πολέμου, δέν άπόμεινε τίποτα. Πού ήταν αυτό τό ταμείο; Και ποιος τό κρατούσε; Όταν
ό Ύψηλάντης γύρισε στην Τρίπολη, ο Κεφάλας τού πα­ρουσίασε δέκα γαβάθες χαλκωματένιες, για τύ ταμείο τής λευτεριάς. Μονάχα ό Νικηταράς, ό ατρόμητος κ” άσπιλος ήρωας, δεν είχε καταδεχτεί νά λερώσει τό χέρι του με πλιά­τσικα. Τα ρούχα του κρεμόντουσαν κουρέλι απάνω του: «Ό κακομοίρης ό Νικηταράς» λέγαν όταν περνούσε. Ό Ύψηλάντης αγόρασε δυο πιστόλες και τού τις χάρισε, για νάχει κ’ αυτός ένα ενθύμιο άπό τό πάρσιμο τής Τρίπολης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τό πάρσιμο τής Τρίπολης, λαμπρό κατόρθωμα τής στρατηγικής και τής ατσαλένιας επιμονής τού Κολοκοτρώνη, στάθηκε τό πρώτο ασάλευτο θεμέλιο, πολιτικό και στρα­τιωτικό, για την επανάσταση. Η τουρκική δύναμη τού Μω­ριά είχε κουρελιαστεί όλη μαζί. Τώρα καταλάβαινε ό κα­θένας πόσο δίκιο είχε ό Κολοκοτρώνης πού αγωνίστηκε νά οδηγήσει εδώ τή δύναμη όλη και τήν πρώτη ορμή τού αγώνα. Έχτός από λίγα παραθαλάσσια κάστρα πού τάχαν μπλοκάρει γερά, όλος ό Μωριάς ήταν τώρα λεύτερος. Ή επανάσταση άποχτούσε σώμα, ορμητήρια μεγάλα και γερά’ τό ηθικό τών Ελλήνων έγινε αδάμαστο’ ή εντύπωση στην Ευρώπη καταπληχτική. Οί “Ελληνες βρήκαν στήν Τρίπολη έντεκα χιλιάδες οπλισμούς’ καί μ’ αυτούς μπορούσαν ν’ αρματώσουν τώρα κ’ άλλον επαναστατικό στρατό. Οί χωριάτες άφηναν τις σκουρομαχαΐρες, τά κοντάρια καί τις σφεντόνες για νά πάρουν άρματα σωστά. Οί πασάδες τής
Αττικής και Βοιωτίας παράλυσαν’ ή αρμάδα γύρισε ντρο­πιασμένη στα Δαρδανέλλια. Σ όλη την Τουρκία είχε κά­μει βαθύτατη αίσθηση τό πάρσιμο τής Τρίπολης. Είδαμε πώς είχαν αναγκαστεί τή δεύτερη φορά πού βγήκαν νά συζητήσουν για συνθηκολογία, οι Τούρκοι, ν’ αναγνωρί­σουν τούς ‘Έλληνες, νά σηκωθούν πρώτοι και νά τούς χαιρετίσουν. Τώρα είχαν αρχίσει νά πιστεύουν σά θλιβερό πεπρωμένο την ελληνική επανάσταση και νά βρίσκουν πιο πιθανή τήν επιτυχία. ‘Όταν ό Ύψηλάντης ρώτησε τον Κιαμήλμπεη τί φρονεί γιά τήν επανάσταση, τού άποκρίθη μέ ειλικρίνεια:

— Ή Τουρκιά, όπως βλέπω, δέ θά μπορέσει νά σάς υποτάξει όπως πρώτα, αν εισαστε ένωμένοι κ έχετε ένα κεφάλι. “Αλλά μή νομίσετε πως νικήσατε τήν Τουρκιά γιατί πήρατε τήν Τρίπολη. Ή Τουρκιά ολάκερη δεν κόβεται, κ’άν κοιμάται ακόμα, ούτε μέσα σέ πενήντα χρόνια.

Αυτός ό περήφανος Χουρσίτ, ποΰχε πνίξει στο αιμα στήν επανάσταση τής Σερβίας καί πολιορκούσε τά Γιάν­νινα εΐχε αναγκαστεί τώρα νά ρίξει τή μύτη του καί νά γυρέψει μεσολάβηση μέ τό δεσπότη τής Ηπείρου Γρηγόριο, νά τον βάλει ν’ ανοίξει αλληλογραφία μέ τον Ύψηλάντη, γιά νά γλυτώσει τά χαρέμια του, ποΰχαν πέσει στά χέρια τών χτεσινών δούλων του. Καί νά τό ίδιο τό γράμ­μα τού πασά, πού βρήκε τρόπο νά στείλει στά χαρέμια του’ μαρτυρεί γιά τήν αγωνία καί τήν ταπείνωσή του: «Μετά τούς χαιρετισμούς μας σάς φανερώνομεν ότι ακού­σαμε, πώς οί Ρωμαίοι τού Μωριά σάς σκλάβωσαν στήν Τρίπολη. Πίταν γραμμένο από τό Θεό καί νά μή μελαγχολήτε. Τέτοιο ήταν καί τό δικό σας γραφτό μέ τον δρισμό τού Θεού. Τά ίδια ακολούθησαν καί στούς αφεντιάδες μας τούς προφήτες. Γιά τούτο ν’ άκουμπάτε στο μεγάλοδυναμό Θεό. Μέ τον ορισμό τού Θεού σάς έβγάζω ή στα μέρη τής ανατολής ή στους Κορφούς ή στη Ρούμελη. ‘Όμως δεν έμαθα πού είστε κεί εις ποιων χέρια’ και για νά μάθω πού είστε έστειλα επί ταυτού στην τιμιότητά σας μ’ έναν άνθρωπο τού δεσπότη από τά Γιάννινα τούτο τό γράμμα. Μέ τό θέλημα τού Θεού νά μου γράψετε μέ τον ίδιον άνθρωπο πού είστε καί σέ ποια χέρια ή στο ρωμέϊκο ή στο τούρκικο καί μή φοβάστε, μήτε νά μελαγχολήτε. Στο γραφτό τού Θεού τσαρές δέν είναι. Ό μεγαλοδΰναμος Θεός είναι εύσπλαχνος καί αγαθοποιός . . .

Αυτά τά χαρέμια τού Χουρσίτ, τού Κιοσέ Μεχμέτ πασά, ό καϊμακάμης μέ τούς δικούς του, ό κεχαγιάμπεης καί ό Μπινά έμίνης μέ τή φαμίλια του φυλάχτηκαν καλά επί έξη μήνες, πού ξακολουθούσαν τά παζάρια γιά την ανταλλαγή μ αιχμαλώτους “Ελληνες ποΰχε ό Χουρσίτ καί ό Κιοσέ Μεχμέτ πασάς, πού ήταν στη Θήβα. Ό Χουρσίτ είχε γρά­ψει καί στην επαναστατική διοίκηση μά καί στον ’Άγγλο αρμοστή στά εφτάνησα, το Μαίτλαν, νά μεσολαβήσει, γιατί αργούσαν οι “Ελληνες νά τού δόσουν απάντηση. Ό Μαίτ­λαν όμως δέ δέχτηκε’ αν ερχόταν σέ κουβέντες μέ την επαναστατική διοίκηση θά τήν αναγνώριζε γιά νόμιμη’ καί δέν ήθελε. Τότε τή δουλειά πήρε απάνω του, σάν επι­χείρηση, ό Στέφανος Ιατρού μέ το Μπενιζέλο Ρούφο. Έπρότειναν στή συνέλευση από μέρος τού Χουρσίτ τούς αιχμάλωτους πού κρατούς εκείνος καί ό Κιοσέ Μεχμέτ’ κ’ από πάνω εκατό χιλιάδες κολωνάτα. Μέ τρόπο πολύ παρά­ξενο αυτές οι εκατό χιλιάδες γίνηκαν μονάχα ογδόντα’ τέ­λος άποφασιστηκε ή ανταλλαγή μ’ αυτό τό ποσό. Μετά τήν απόφαση παρουσιάστηκαν στή συνέλευση “Ελληνες από τά Γιάννινα, σταλμένοι από τό Χουρσίτ καί παρακαλούσαν νά γίνει μ’ αυτούς ή συνθήκη καί ν’ ακυρωθεί αυτή
μέ τόν “Ιατρού’ καί πρόσφεραν περσότερο χρήμα, σ όφελος τών χριστιανών στα Γιάννινά. «Αλλ όλαι αύταί αί προ­τάσεις καί αί παρακλήσεις έματαιώθησαν—λέει ό σύγχρο­νος Φραντζής-—καθότι είσχωρήσασα ιδιαιτέρα ωφέλεια με­ρικών τινων ατόμων, ως διεφημίζετο κατά τήν εποχήν εκείνην, κατ’ εξοχήν διά τον ΙΙετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ένεπόδισεν όλα αυτά και έπεκυρώθη ή μετά τού Στεφάνου Ιατρού συμφωνία». ‘Όσο γιά τον Κιαμήλμπεη τον κράτη­σαν, όπως είδαμε καί τούκαναν ένα σωρό περιποιήσεις γιά δυο σκοπούς: Γιά νά τούς φανερώσει πού είχε κρυμένους τούς θησαυρούς του καί γιά νά συντελέσει στή γληγορώτερη παράδοση τού κάστρου τής Κορίνθου. Μάταια όμως όλα’ ούτε τούς θησαυρούς του φανέρωσε, ούτε γιά τό πάρ­σιμο τού κάστρου χρησίμεψε. Καί τον σκότωσαν τέλος, σ αυτό τό κάστρο μέσα, όταν ό Δράμαλης μέ τό στρατό του μπήκε στήν Κόρινθο. Τό Μουσταφάμπεη καί τό Δεφτέρ κεχαγιά τούς σκότωσαν μιά νύχτα οι Έλληνες, γιατί είχε διαδοθεί πώς είχαν συνεννοήσεις μέ τούς Τούρκους τής Ρούμελης. Τά παιδιά τού Μουσταφάμπεη καί τόν αδερφό τού Δεφτέρ κεχαγιά τούς άλλαξαν έπειτα μ αιχμαλώτους Έλληνες. Τό Σιέχ Νεντζήπ έφέντη καί τή φαμίλια του ό Κολοκοτρεόνης τή συντήρησε μέ κάθε περιποίηση ώς τό 1823 καί τέλος «διά τίνος μικράς ώφελείας, δοθείσης διά τού Ζαφειροπούλου»—λέει ό Φραντζής—τούς μπάρκαρε όλους γιά τήν Αίγυπτο. Ό Μουχάμετ ’Άλης τούς δέχτηκε μέ τιμές. Έκεϊ πέθανε ό Σιέχ Νεντζήπ έφέντης’ τά παι­διά του πήραν λαμπρές θέσεις κ’ έζησαν κοντά σ αυτόν τόν ηγεμόνα πλούσια κ’ ευτυχισμένα.

‘Ωστόσο ή Τρίπολη ρήμαξε. Ή καταστροφή κ ή αρ­παγή γίνηκε συνήθεια: Έβγαζαν κ έπαιρναν, τώρα καί τις πόρτες καί τά παραθυρειφυλλα τών σπιτιών. Τούς άνεπίσημους Τούρκους αιχμάλωτους τούς «έτρωγε τό φεγγάρι». Και κάθε μέρα έβαζαν φωτιά σέ όσα τούρκικα σπίτια είχαν άπομείνει. Ό Ύψηλάντης άρχισε νά βάζει λόγο μόλις γύ­ρισε στην Τρίπολη.

— Οί αιχμάλωτοι, τούς έλεγε, θά μάς χρησιμέψουν για δημόσια έργα, και μπορούμε νά τούς ανταλλάξουμε μ άλ­λους ομογενείς πού στενάζουν στην αιχμαλωσία. Έμεις δεν πολεμάμε τούς Τούρκους, τά άτομά τους και τά σπίτια τους, μά κατά τής τυραννίας. Πολεμάμε γιά νά ζήσουμε κ εμείς και νά τούς κάμουμε κ αυτούς νά ζήσουν κάτω από νόμους. “Όλες οί πόλεις και τά χωριά πού είναι σήμερα στην εξου­σία των Τούρκων ανήκουν στούς “Ελληνες. Δεν πρέπει νά καίμε λοιπόν, πράματα που είναι δικά μας.

Μά δεν τον άκουγαν. Ή πολιτεία είχε γίνει θράκα σβυσμένη, απέραντη. Τό θανατικό θέριζε άγρια. Έχτός άπ τον τύφο κ άλλη άρρώστεια φωνερώθηκε: «Ή νόσος αύτη —λέει ό Φωτάκος—είχε φλογώδη συμπτώματα, διότι άνα­βαν τά εσωτερικά των πασχόντων τοιουτοτρόπως ώστε δεν έχόρταιναν νά πίνουν νερό, διά νά δροσίσουν τά σπλάχνα των. Έπειτα δέ τούς έκαταλάμβανε διάρροια αδιάκοπος και άπέθνησκαν. Πολλοί άνθρωποι ύπέφεραν’ τό δέ κακόν έσυγκεντρούτο εις την κεφαλήν κατ άρχάς και οί άνθρωποι ήσθάνοντο βάρος πολύ εις αυτήν. Πολλοί Έλληνες και τά καλύτερα παληκάρια από την νόσον αυτήν έχάθηκαν». Νο­σοκομεία και φαρμακεία δεν υπήρχαν. Τά μέσα έλλειπαν. Τέσσερες γιατροί όλοι-όλοι μέσα σέ χιλιάδες αρρώστους: Ό Άντωνάκης Μεντώρος άπ τήν Τρίπολη, ό Σοφιανόπουλος από τό Σοπωτό των Καλαβρύτων, ό Ιωσήφ Δούκας από τή Σάμο καί ό Πολωνός Κουτσόφσκης, επιστήμων μέ μεγάλη μόρφωση καί φιλανθρωπία, πούπαιξε τό ρόλο τού Ιππο­κράτη στο λοιμό τής παλιάς Αθήνας. Μά χειρότερο κακό
η απ’ την άρρώστεια και τό θανατικό στάθηκε ή διχό­νοια, π άρχισε νά δουλεύει κιόλα στα σπλάχνα των Ελλή­νων. Οί μεγάλοι νοικοκυραιοι, οί προεστοί, οί επί τουρκο­κρατίας κοτζαμπάσηδες δέ μπορούσαν πια νά κρύψουν την έχθρα τους στους καπεταναίους. Το πάρσιμο τής Τρίπολης τούς είχε σηκώσει—και πρώτο τον Κολοκοτρώνη—στη συ­νείδηση τού λαού. Κ’ έβλεπαν καθαρότερα τώρα, από κάθε άλλη φορά, τον κίντυνο νά χάσουν την προνομιακή θέση πούχαν πριν. Ξέχασαν πολύ γλήγορα πώς ό Κολοκοτρώνης τούς είχε γλυτώσει δυο φορές απ’ την οργή τού αρματωμέ­νου λαού: Στά Βέρβενα και τή Ζαράκοβα. Δεν έκαναν τον κόπο τώρα ούτε νά κρύβουν τήν διάθεσή τους. Τήν ίδια μέρα πού μπήκαν οΐ ‘Έλληνες στήν Τρίπολη ό υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη είχε πάει στο σπίτι τού Δημήτρη Δεληγιάννη. Ήταν εκεί κ οί καπεταναΐοι του. Τούς χαιρέτισε’ μά δεν τον δέχτηκαν με φιλικό τρόπο. ’Ακούσε μάλιστα βρισές και φοβέρες εναντίον τού αρχηγού. Ό Φωτάκος παρατήρησε πώς δεν ήταν σωστό νά λέει τέτοια πράματα ό Δεληγιάννης γιά τό φίλο του τον Κολοκοτρώνη.

— Δεν τον έχω φίλο, τον κλέφτη, φώναξε ό Δεληγιάννης’ κ ούτε τον φοβάμαι πιά.

Ό υπασπιστής τακαμε γνωστά αυτά στον αρχηγό. Ό Κολοκοτρώνης τού είπε μέ τή συνειθισμένη κοφτερή του κρίση:

— Καμόσου πώς δέ μού είπες τίποτα’ τώρα πού ό άγιος Θεός θέλησε καί μάς δυνάμωσε καί πήραμε τή Τρίπολη ας λένε ό,τι θέλουν. ’Έχουν δίκιο, παιδί μου, γιατί βλέπουν τούτους σκοτισμένους—κ έδειξε τά πτώματα των Τούρκων —πούχαν μαζί τήν εξουσία’ τώρα τήν έπήρε τό έκείνος. ’Άν γελάστηκαν κ έκαμαν τήν επανάσταση έλπιζαν νά γκρεμί­σουν τούς Τούρκους καί νά γίνουν αυτοί στον τόπο Τους^ άλλ3 αργά τό συλλογίστηκαν.

Καί σπρώχνοντας τη χριστιανική άνεξικακία καί την πολιτικότητα στην άκρη, ξέχασε κ ό ίδιος τις βρισές καί τις φοβέρες’ πήρε τον υπασπιστή του, τον Κώστα Πετρόπουλο, τον Κώστα Ζαφειρόπουλο, συγγενή των Δεληγιανναίων, τράβηξε στα Μαγούλιανα κ από κεΐ στα Λαγγάδια νά παρηγορήσει τούς Δεληγιανναίους καί ξεχωριστά τή χήρα τού Θοδωράκη Δεληγιάννη, ποΰχε πεθάνει καθώς είδαμε τή στιγμή πού τον λευτέρωναν άπ τό σαράϊ. Οι Δεληγιανναΐοι, όταν είδαν πώς ό Κολοκοτρόννης πάει στο χωριό τους καί στο σπίτι τους, έφυγαν όσοι άντρες βρέθηκαν κεΐ πέρα’ δεν παρουσιάστηκε κανένας’ άφησαν τις γυναίκες τους. Ό Κολοκοτρώνης όμως έκαμε τό χρέος του. “Αμα έ­φτασε στα Λαγγάδια ξεπέζεψε κ έπήγε καί παρηγόρησε τή χήρα καί τις άλλες συγγένισσες. Τήν άλλη μέρα, τό πρωί, τούς έκαμε καί δεύτερη επίσκεψη, νά τις αποχαιρετίσει. Γύρισε στά Μαγούλιανα κ από κεΐ έκαμε πάλι κατά τήν Τρίπολη. Στο μεταξύ στρατολογούσε μ ανθρώπους του μέ τό σκοπό νά ωφεληθεί από τήν εντύπωση ποΰχε κάμει τό πέσιμο τής Τρίπολης καί νά χτυπήσει τό κάστρο τής Πάτρας. Ό Πλαπούτας είχε πει στούς Αρβανιτάδες ποΰχε συντροφέψει ώς τη Βοστίτσα κ έγραφαν στούς πατριώτες τους στο κάστρο τής Πάτρας όλα τά καθέκαστα καί χίλια παινέματα γιά τον Κολοκοτρώνη καί τό πιστό φέρσιμό του. Καί τούς έλεγαν πώς μπορούσαν νά μπιστευτούν σ’ αυτόν αν ήθελαν νά βγούν από τό Μωριά. Τήν ίδια πί­στη στον Κολοκοτρώνη έδειχναν κ οι Λαλαΐοι Τούρκοι, ποΰταν κλεισμένοι στο κάστρο, γιατ ήξαιραν τον ΐπποτισμό του, άπ τό παλιό επεισόδιο τού Αλή Φαρμάκη. Τί θα μπορούσε νά κάνει ό Γιουσούφ πασάς μέ τή λίγη δύναμη
που εΐχε κ ήταν υποχρεωμένος νά φυλάει μ’ αυτή καί τά κάστρα του Έπάχτου, τού Ρίου καί τού Άντιρρίου, αν τοΰφευγαν οί Λαλαΐοι κ’ οί Άρβανιτάδες · Καί τί θά μπορούσαν νά κάμουν οί ντόπιοι Τούρκοι · Θά γινόταν ό,τι καί στην Τρίπολη. Ό Κολοκοτρώνης τάξαιρε αυτά όλα’ κ’ είχε καί γράμματα στους εκεί Άρβανιτάδες, από τούς άλλους πούχε γλυτώσει, άμα φτάσει στην Πάτρα νά κάμουν μπέσα. Γι’ αυτό ήθελε νά πάει νά χτυπήσει τό κάστρο’ ήταν σίγουρος πώς θά τόπαιρνε. Μά λίγο πιο κάτω από την Άλωνίσταινα, σέ μιά θέση πού λέγεται «Τρύπα τού ΙΙαπά» τον αντάμωσε ταχυδρόμος μέ γράμμα τού Ύψηλάντη. Τούγραφε πώς οί κοτζαμπάσηδες τής Άχαίας δεν ήθελαν μέ κανέναν τρόπο νά πάει ό Κολοκοτρώ­νης στην Πάτρα πώς θέλαν νά ρίξουν αυτοί τό κάστρο καί πώς δέ δεχόντουσαν βοήθεια παρά μόνον έναν από τούς Δεληγιανναίους ή έναν από τούς Μαύρο μιχαλαίους. Μέσα σ’ αυτό τό γράμμα ό Ύψηλάντης τούκλεινε καί τό γράμμα τού Παλαιών Πατρών Γερμανού καί των άλλων μέ τη δήλωση, πώς αν άλλος κανένας τολμήσει νά πάει έκεϊ θά τον βάζαν στο ντουφέκι. Ό Κολοκοτρώνης λυπή­θηκε κατάκαρδα. Είδε πώς οί κοτζαμπάσηδες άρχισαν νά τον πολεμούν ανοιχτά’ πώς προτιμούσαν νά μην πέσει τό κάστρο τής Πάτρας παρά νά σηκωθεί τό δικό του όνομα. Δέ θέλησε νά πάει στην Πάτρα γιά ν’ άποφύγει εμφύλιο σπαραγμό. Γυρίζοντας στην Τρίπολη κουβέντιασε μέ τόν Ύψηλάντη κ’ αποφάσισαν νά κατεβούν στήν ’Αργολίδα.

 

 

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *