(Σκλαβάκια) παιχνίδι των Σαρακατσάνων

Παίζονταν από δύο ομάδες που είχαν από 10 άτομα. Η απόσταση από τις ομάδες ήταν 150 μέτρα. Και οι δύο είχαν από ένα μόλο. Μόλο ονόμαζαν μια μεγάλη πέτρα γύρω από την οποία ήταν η κάθε ομάδα. Η κάθε ομάδα είχε και από έναν αρχηγό, ο οποίος κανόνιζε πως και πότε θα επιτίθονταν οι άνδρες του, γιατί η όλη φιλοσοφία του παιχνιδιού ήταν πως θα κατόρθωνε η μία ομάδα να αιχμαλωτίσει την άλλη, κινούμενη με διάφορες στρατηγικές . Η αιχμαλωσία όλης της ομάδος γινόταν εάν ένας παίκτης κατόρθωνε να φτάσει στο μόλο της αντίθετης ομάδας χωρίς να τον πιάσουν. Δεν έπρεπε να τον κρατήσουν, αρκούσε να τον ακουμπήσει ένας από τους αντιπάλους του. Γϊ’ αυτό το μόλο τον φύλαγε ένας παίκτης, ο οποίος έπρεπε να έχει συνέχεια το πόδι του πάνω στην πέτρα, διαφορετικά έπρεπε να αιχμαλωτίσουν την αντίθετη ομάδα, έναν , έναν . Το παιχνίδι ξεκινούσε ως εξής : ο κάθε αρχηγός έβγαζε έναν παίκτη για να επιτεθεί στην άλλη ομάδα, να την πλησιάσει και να φτάσει, εάν ήταν δυνατόν, στο μόλο. Ξεκινώντας ο παίκτης έπρεπε να πατήσει το πόδι του στο μόλο της ομάδας του. Ο αντίπαλος πατούσε το μόλο μετά από αυτόν που είχε φύγει από την αντίπαλη ομάδα, γιατί διαφορετικά θα τον αιχμαλώτιζε ο πρώτος . Τη δυνατότητα της αιχμαλωσίας την είχε αυτός που είχε πατήσει τελευταίος το μόλο. Γι αυτό οι αρχηγοί πρόσεχαν την εκκίνηση των παικτών και τους έδιναν εντολές για το ποιος μπορούσε να αιχμαλωτίσει ποιον και από ποιον να φυλάγονται. Το παιχνίδι εξελισσόταν ως εξής: εναντίον του μαχητή που έβγαζε η δεύτερη ομάδα, έβγαζε άλλο μαχητή ο αρχηγός της πρώτης ομάδας, οπότε ο αρχηγός της δεύτερης ομάδας έβγαζε άλλον δικό του και επειδή αυτός είχε πατήσει μόλο τελευταίος, είχε το δικαίωμα να αιχμαλωτίσει και τους δύο της πρώτης ομάδας. Συνεχίζοντας, ο αρχηγός της πρώτης ομάδας έβγαζε άλλο μαχητή, ο οποίος επιτίθονταν εναντίον όλων των μαχητών της δεύτερης ομάδας. Με τον τρόπο αυτό ένας μετά τον άλλο, μη εξαιρουμένων και των αρχηγών, έβγαιναν στην αλάνα κυνηγώντας οι μεν τους δε. Στο διάστημα του κυνηγητού αυτού, όταν αιχμαλώτιζαν έναν αντίπαλο, τον έπαιρναν και τον τοποθετούσαν τρία με τέσσερα μέτρα πιο κάτω από τον μόλο και γίνονταν προσπάθειες από τους αντιπάλους να τον ελευθερώσουν . Εάν έφτανε κάποιος να τον ακουμπήσει με το χέρι του, τον ελευθέρωνε, αλλά σε όλες αυτές τις προσπάθειες η μια ομάδα αιχμαλώτιζε την άλλη, και εάν η μια κατόρθωνε να αιχμαλωτίσει όλη την αντίπαλη ομάδα, ήταν η νικήτρια.

Τα προσόντα των παικτών ήταν το ταχύ τρέξιμο και η ικανότητα ελιγμών του καθενός παίκτη, όταν τον πλησίαζαν δύο ή και τρεις αντίπαλοι. Ορισμένα παιδιά ξέφευγαν σαν αίλουροι και αυτά ήταν που ήθελε ο κάθε αρχηγός να τα έχει στην ομάδα του. Ορισμένα παιδιά έτρεχαν όχι μόνο στον καθορισμένο χώρο, αλλά και έξω από αυτόν, στις πλαγιές, προκαλώντας τον θαυμασμό και το υπέρμετρο ενδιαφέρον για τους νικητές. Υπήρχε περίπτωση να βρίσκονται αραδιασμένοι ως αιχμάλωτοι οι περισσότεροι παίκτες και από τις δύο ομάδες και να αγωνίζονται μόνο δύο άτομα. Ένας, που φύλαγε τον μόλο, και ένας μαχητής κατορθώνοντας να ελευθερώσει τους συντρόφους του και να ανακηρύξει νικήτρια την ομάδα του.

Το παραπάνω κείμενο και η φωτογραφία, προέρχονται από το παρακάτω φυλλάδιο.  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial