Κωνσταντινούπολη 6 προς 7 Σεπτεμβρίου 1955

Σεπτέμβριος 1955:
η τρίτη άλωση
Σαράντα χρόνια από την τραγική νύχτα
που σφράγισε τη μοίρα του Ελληνισμού στην Πόλη

Το παρακάτω κείμενο αντλήθηκε από ένα ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή και αποτελεί απόσπασμα, Επτά ημέρες, Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 1995, 2-32 αφιέρωμα. Επιμέλεια αφιερώματος: Ελευθερία Τραϊου.  

Ξεπέρασε τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Χαρακτηριστικά της η δήωση και η δίωξη στην πιο απίθανη κλίμακα. Τη δήωση την εί­δα στο νεκροταφείο του Σισλί και του Μπαλουκλί. Σταυροί μαρμάρι­νοι σωριάστηκαν με ταφόπετρες σ’ ένα σωρό ερείπια. Τάφοι προχθεσι­νοί ανασκάφτηκαν και από τα κηβούρια τους ανασύρθηκαν προ­χθεσινοί νεκροί και μαχαιρώθηκαν με ξιφολόγχες. Άγια ποτήρια και αρτοφόρια ρίχτηκαν στο δάπεδο της Αγίας Τριάδας του Πέρα μολύνθηκαν από τα χέρια των «γενναίων» που έκαναν κομμάτια τον Εσταυρωμένο και τα εξαπτέρυγα τού Ιερού.

Και πώς να περιγράφω τη δίωξη; Μέσ’ στη μαύρη μεσονυχτιάτικη ώρα, οικογένειες ολόκληρες διώ­χτηκαν από τα σπίτια τους οι φτω­χοί της Πόλης. Στρώματα ξεσχί­σθηκαν και πετάχτηκαν στα σοκά­κια του Μουχλιού μαζί με τις προ­μήθειες σε ζάχαρη, αλεύρι, πατά­τες, φασόλια και άλλα όνειρα των αραιών κατοίκων του. Μαγαρίστη­καν οι άγιες εικόνες που μ’ ένα α­ναμμένο καντήλι φρουρούσαν χρόνια την οικογενειακή εστία.

Ένας λευκός στην υπηρεσία της εκκλησίας και της ομογένειας και άγιος στο βίο Μητροπολίτης, όταν πνίγηκε η αναπνοή του από τους καπνούς της καιόμενης Μητρόπολής του, ο Δέρκων Ιάκωβος, ετόλμησε ένα πήδημα από το παράθυ­ρο του γραφείου του μέσα στο μι­κρό ανθόκηπο, που απλωνόταν από κάτω.

Ενας άλλος Μητροπολίτης, ο σοφός συγγραφέας και ευφραδής κήρυκας, ο Ηλιουπόλεως και Θείρων, Γεννάδιος τραυματίσθηκε στο κεφάλι και το πρόσωπο από σανίδα, που του κατάφεραν αυτοί που εισέβαλαν στο σπίτι και το γραφείο του. Παρόμοια τραύματα υπέστη και ο Επίσκοπος Παμφίλου
Γεράσιμος ηγούμενος της Μονής Βαλουκλή, ενώ ο γέρων ιερεύς του ναού Χρύσανθος ρίχθηκε στο πη­γάδι της Μονής.

Τρίτη άλωση

Εκατοντάδες καταστήματα λεηλατήθηκαν, ενώ καταστηματάρχες και υπάλληλοι εξυλοκοπήθη- σαν και εξώσθησαν και τα εμπορεύματά τους επυρπολήθησαν και έγιναν πραγματική στάχτη. Ναοί και σχολεία εσυλήθησαν και ιερά κείμενα και βιβλία παραδόθηκαν στη φωτιά και κατακάηκαν. Ετσι συμπληρώθηκε η τρίτη άλωση με επακόλουθο την τρίτη προσφυγιά στην Ελλάδα και την αδικαιολόγη­τη εισβολή στην Κύπρο και την κατάκτηση των δύο πέμπτων της γης της.

Σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε, χωρίς να έχουν σβήσει την ανάμνηση και τον πόνο που νιώ­σαμε εγώ και οι άλλοι, όσοι είδαμε τι έγινε εκείνη τη φρικιαστική νύ­χτα της 6ης προς 7ης Σεπτεμβρί­ου του 1955. Αλίμονα αν μας λείψει η μνήμη ή παραδώσουμε εμείς οι ίδιοι στη λήθη γεγονότα τόσο συνταρακτικά.

Γιατί τότε ξεφυλλίζεται σε σχι­σμένα φύλλα η ιστορία μας και συρρικνώνεται και χάνεται η ίδια εθνικοθρησκευτική αυτοσυνειδησία μας και αυτογνωσία.

Οι παραπάνω γραμμές είναι μια λιτή περιγραφή της αποτρόπαιης εκείνης νύχτας του 1955, που ξεπέρασε σε δήωση και δίωξη τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Αυτοί που διεκδικούν σαν άθλο τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου ωχριούν μπροστά στους «ήρωες» της δεύτερης, όπως θα τους ονό­μαζε ο Μεσούτ Γιλμάζ.

Χαράσσονται οι γραμμές αυτές από αυτόπτη μάρτυρα -που ζει ακόμη την απίστευτη τραγωδία- για ένα σκοπό. Όχι για να αναξέσουν πληγές που ποτέ δεν επου­λώνονται, αλλά με την ελπίδα και την ευχή να ζήσουν τη μνήμη της νύχτας εκείνης αυτοί που την έ­καναν την πιο μαύρη νύχτα της νεώτερης τουρκικής ιστορίας. Χα­ράσσονται με την ελπίδα να γί­νουν χαρακώματα. Και όσοι προ­σπαθούν να κρυφτούν πίσω από αυτά να ξαφνιαστούν, ν’ ανατριχιάσουν και να εντραπούν για το μεγαλύτερο, το βαρβαρότερο και ειδεχθέστερο γενοκτονικό έγκλη­μα που συντελέστηκε στα τελευ­ταία σαράντα χρόνια της τουρκι­κής δημοκρατίας.

Το χρονικό των γεγονότων

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1955. Ο Ελληνισμός της Πόλης λεηλατείται, διώκεται, τρομοκρατείται. Η Ρωμιοσύνη θυμά­ται τις μέρες του 1922. Μέσα σε μία και μόνη νύχτα, ο Ελληνισμός της Πόλης θα δει να καταστρέφονται, να κατακλέβονται ή να καίγονται 4.340 ελληνικά καταστήματα, 2.000 περί­που χριστιανικά σπίτια, 26 ελληνικά σχολεία, 110 ελληνικά εστιατόρια, 21 ελληνικά εργοστάσια, 27 ελληνι­κά φαρμακεία και 3 ελληνικές εφη­μερίδες.

Πολλοί Έλληνες θα κακοποιη­θούν, γυναίκες θα βιασθούν και ο υπέργηρος Ιερομόναχος Χρύσαν­θος Μαντάς, ο Λαυριώτης καλόγε­ρος, θα ριχθεί σε πηγάδι του μονα­στηριού του. Την ύπαρξη άλλων δύο νεκρών θα παραδεχθούν αργό­τερα οι τουρκικές αρχές, ενώ στην έκθεση «Οι Έλληνες της Τουρκίας», του «Helsinki Watch» (1992) γίνεται αναφορά σε δεκαοκτώ δολοφονη­μένους.

Τα γεγονότα άρχισαν το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου, όταν έγινε γνωστή η πληροφορία ότι βομβιστι­κή επίθεση προκάλεσε ζημιές στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Η κινητοποίηση άρχισε
στις 5.30 μ.μ., όταν ομάδες φοιτητών συγκεντρώθηκαν μπροστά στο μνημείο του Κεμάλ στο Ταξείμ. Ταυτόχρονα, από τη Θράκη και τη μικρα­σιατική ακτή, μεταφέρθηκαν στην Πόλη ομάδες κρούσεως αποτελούμενες από βίαια άτομα, τα οποία κα­μία σχέση δεν είχαν με την Κωνστα­ντινούπολη, τους κατοίκους και την ιστορία της. Για τη μετακίνησή τους χρησιμοποιήθηκε μεγάλος αριθμός φορτηγών αυτοκινήτων, ταξί και βενζινοπλοίων.

«Σπάστε
τα καταστήματα
των Ρωμιών»

Μέσα σε μια ώρα στους δρόμους της Πόλης συγκεντρώθηκε πλήθος ανθρώπων που είχαν εξοπλιστεί με ρόπαλα, σιδερένιους λοστούς και τα λοιπά χρειώδη. Το σύνθημά τους ή­ταν «Η Κύπρος ήταν και είναι τουρ­κική. Σπάστε τα καταστήματα των Ρωμιών». Στις 8.30 μ.μ. είχαν ήδη καταστρέφει τις προθήκες των ελληνικών καταστημάτων. Και όταν έπεσε το σκοτάδι, στο ελεγχόμενο αρχικά πλήθος των δραστών προστέθηκαν στίφη ρακένδυτων ανθρώπων. Ετσι σχηματίστηκε ο ανεξέλεγκτος μαινόμενος όχλος των πλιατσικολόγων που άρχισε να λεηλατεί και να κατα­στρέφει συστηματικά όχι μόνο τα κα­ταστήματα αλλά και τα ρωμαίικα σπί­τια των ακραίων συνοικισμών της α­πέραντης πολιτείας.

Όπως έχει καταγράψει ο ελληνικός και ο ξένος Τύπος της εποχής, το προγραμματισμένο έργο των καταστροφέων ήταν προσχεδιασμένο και «επιμελώς καταρτισμένο». Οι στόχοι είχαν επισημανθεί σε λεπτομερείς καταλόγους ημέρες πριν. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ελληνα Πριγκιποννησιώτη που τηλεφώνησε έ­ντρομος στον φίλο του καϊμακάμη (κοινοτάρχη) όταν είδε τα πλήθη να καταστρέφουν το ξενοδοχείο του. «Πώς είναι δυνατόν, αφού το ξενο­δοχείο σου δεν είναι στη λίστα», α­πόρησε ο καϊμακάμης, ο οποίος, βά­σει της ανά χείρας «λίστας» του, γνώριζε ως εξαιρέσιμο το κτίσμα από τους προκαθορισμένους στόχους.

Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν κάτω από τα απαθή βλέμματα των τουρκικών αρχών, των αστυνομικών και στη συνέχεια, μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, των στρα­τιωτών. Στη Μεγάλη Οδό του Πέρα και στον Γαλατά, τα πεζοδρόμια αλ­λά και οι δρόμοι ολόκληροι είχαν καταντήσει αδιάβατοι λόγω του ύ­ψους των συσωρευμένων εμπορευ­μάτων, περιουσία και μόχθος μιας ζωής, ρηγμένη έξω απ’ τα ρωμαίικα καταστήματα. Ανάλογη εικόνα παρουσιαζόταν παντού όπου υπήρχε συμπαγής ελληνική παρουσία. Το σκηνικό συνέθεταν σπασμένα τζά­μια και έπιπλα, πεταμένα στρώματα κ.ά. Την εικόνα της καταστροφής και του τρόμου συμπλήρωναν οι μα­κρινές ανταύγειες των πυρπολημένων ενοριακών ναών στα τέσσερα άκρα της Πόλης.

Ναοί και Ιερά
σκηνώματα

Προκαθορισμένο στόχο καταστροφής ήταν επόμενο να αποτελέσουν οι εκκλησίες, και γενικά τα ιερά σκη­νώματα. Ο μαινόμενος όχλος δεν σε­βάστηκε ούτε τα νεκροταφεία, ενώ το καταστροφικό έργο ολοκληρώθη­κε στα σχολεία, στα κοινοτικά κτίρια, στους συλλόγους, τα συσσίτια, πα­ντού όπου δρούσε η οργανωμένη πολίτικη φιλανθρωπία.

Όπως ήδη αναφέραμε, οι δηώσεις συνεχίστηκαν και μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου, στις μεταμεσονύχτιες ώρες, υπό τα όμματα της αστυνομίας και του στρατού. Υπάρχουν καταγγελίες ότι την επομένη των γεγονότων, όταν τα πλήθη είχαν πλέον διαλυθεί, καταστροφές διέπραξαν και τα όργανα της τάξης. Για παράδειγμα, στην αίθουσα τελε­τών της Μεγάλης του Γένους Σχο­λής, οι στρατιώτες καταξέσχισαν, την επαύριο, τους πίνακες των καθη­γητών και των ευεργετών.

Αρμόδιοι να μιλήσουν για τα Σεπτεμβριανά είναι οι γνώστες και μελετητές του θέματος, αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες οι περισσότεροι, που ζωντανεύουν στις επόμενες σελίδες την τραγική για τον Ελληνισμό νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου. Εμείς παραθέτουμε απλώς την πρόσφατη μαρτυρία ενός Τούρκου, του δημοσιογράφου Χαντί Ουλουενγκίν που, παιδί τότε, έζησε τη βιαιότητα της νύχτας των Σεπτεμβριανών. Δη­μοσιεύτηκε στη «Χιουριέτ» της 28/8/1993 με τίτλο «Τα σκυλιά των τάφων» και αναδημοσιεύτηκε στην «Επτάλοφο», εφημερίδα των εν Ελλάδι Κωνσταντινουπολιτών, τον ί­διο μήνα:

«Οι πρώτες παιδικές αναμνήσεις μου απλώνονται ως μία νύχτα τρό­μου. Είναι η νύχτα της 6-7 Σεπτεμ­βρίου 1955, όταν οι βάνδαλοι που υποστήριζε και προωθούσε το κράτος επιτέθηκαν εναντίον των Ρωμιών.

Ταυτίζονται με τα γεγονότα ντρο­πής για τη Δημοκρατία μας και παραφροσύνης για το Έθνος μας.

Η πρώτη παιδική μου ανάμνηση προβάλλει το ανθρώπινο μίσος.

Θυμάμαι πως μόλις ξέσπασε η είδηση των γεγονότων, ο πατέρας μου ξεκίνησε απ’ το Κιζίλτοπρακ να φθάσει στο Γεσήλκιοϊ (Αγιος Στέφανο) για να πάει να προστατέψει τον Κώτσο Αμτζά (θείο Κώτσο).

Θυμάμαι το πόσο είχε ταραχθεί η μάνα μου, καθώς ο θείος μου, που θα συνόδευε τον πατέρα μου με το αυτοκίνητό του, πάσχιζε να βρει μια τουρκική σημαία να αναρτήσει σ’ αυτό.

Κατόπιν έρχεται στο νου μου το πώς, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου, δεν σταματήσαμε να βλέπουμε προς το Γαλατά, που όλη νύχτα καιγόταν. Νομίζω ακόμη πως είχα χαρεί γιατί δεν με είχαν υποχρεώσει, εμένα τον μικρό, να κοιμηθώ.

Έχω ακόμη μπρος στα μάτια μου όσα είδα την επομένη το πρωί. Στο Πέρα, από το Ταξείμ ώς το Τουνέλ, να ‘ναι καλυμμένος ο δρόμος με υφάσματα, τα τανκ να κυκλοφορούν ανά­μεσα στα τραμ, το κατεστραμμένο και κατακλεμμένο κατάστημα του περίφημου υποδηματοποιού του Πάνου, τους λυγμούς του μαστρο-Μανώλη όταν εξηγούσε στη μάνα μου τα γεγονότα, το πώς την αγκάλιασε κλαίγοντας η κ. Ανέτα που πουλούσε κουμπιά. Βλέπω ακόμη τον πατέρα μου, που μας περίμενε στο κατάστη­μα μουσικών ειδών του κ. Παπαγεωργίου, ν’ ατενίζει μ’ έκπληκτο μά­τια, το Θρυμματισμένο βιολοντσέλλο. Τον ακούω να μας λέει πως απο­φάσισε να μείνει κοντά στο φίλο του τον Κώτσο, ώσπου να καθησυχάσουν τα πράγματα και στέλνω χαιρετίσμα­τα στο συνομήλικό μου γιο του Χρήστο. Αυτές οι πρώτες παιδικές μου α­ναμνήσεις είναι πλημμυρισμένες α­πό τρόμο.

Αν και ανήκω σε μια τουρκική και μωαμεθανική οικογένεια, που πά­ντοτε πολέμησε την αδικία, βρίσκω ότι το έγκλημα που διαπράχθηκε εί­ναι ομαδικό και Θεωρώ και τον εαυτό μου συνυπεύθυνο σ’ αυτή την ομαδι­κή παραφροσύνη».

Ο επίλογος του δράματος

ΤΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ αποτελούν καθοριστικό σταθμό στην πορεία του Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη. Η τραγική νύχτα της 6-7 Σε­πτεμβρίου του 1955 είναι ένα ορό­σημο επειδή έδειξε περίτρανα στους Πολίτες ότι, παρά τα τριά­ντα χρόνια συμβίωσης με το τουρ­κικό καθεστώς, δεν έπαψαν να θε­ωρούνται ξένο σώμα στον κορμό της κεμαλικής Τουρκίας. Αποτελεί ορόσημο επειδή ήταν τότε που οι Έλληνες διαπίστωσαν ότι η Άγκυρα είχε αποφασίσει να τους χρησιμοποιήσει σαν διαπραγματευτικό χαρτί σε μια σκληρή διπλωματική αναμέτρησή της με την Αθήνα στο Κυπριακό.

Η νύχτα αυτή ήταν επίσης ορόσημο επειδή η Πολίτικη Ρωμιοσύνη συνειδητοποίησε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε ή ακόμη δεν επιθυμούσε να έρθει σε κατακόρυφη ρήξη με την Τουρκία διεκδικώντας αποφασιστικά και αποτε­λεσματικά τον σεβασμό των μειο­νοτικών δικαιωμάτων της ομογένειας στην Τουρκία.

 Η ηγεσία του ελληνισμού στην Πόλη συγκρότησε με αισθήματα απόγνωσης και δυσφορίας ότι ο τό­τε βασιλιάς της Ελλάδας Παύλος, που πραγματοποιούσε την εποχή εκείνη επίσημη επίσκεψη στην Γιουγκοσλαβία, δεν θεώρησε τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης τέτοιας σημασίας που να δικαιολογούσαν την άμεση διακοπή του τα­ξιδιού του στο Βελιγράδι. Όχι μόνο δεν επιδίωξε κάποια καταδίκη των έκτροπων στην Πόλη από τον Τίτο,
αλλά έσπευσε πρωτοβούλως να δηλώσει ότι η Ελλάδα αντιμετωπί­ζει με ψυχραιμία τις τουρκικές προκλήσεις δίδοντας χειροπιαστό δείγμα για το πόσο βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση του ελληνικού λα­ού είναι η ελληνοτουρκική φιλία.

Τα Σεπτεμβριανά υπήρξαν ορόση­μο για τους Ρωμιούς επειδή κατέ­στησαν σαφές ότι η Κύπρος και το κυπριακό αποτελούσαν πλέον υ­ψηλότερη προτεραιότητα για την ελληνική κοινή γνώμη. Είχαν πια περάσει οι δεκαετίες του ’20 και του ’30, όταν οι έννοιες Πολίτικη Ρωμιοσύνη, Οικουμενικό Πατριαρ­χείο, Φανάρι, κ.ά. προξενούσαν έ­ντονη συναισθηματική φόρτιση στην Ελλάδα και ειδικότερα μετα­ξύ των προσφυγικών πληθυσμών.

Ξανά τα Σεπτεμβριανά ήταν ορόσημο καθώς διαφάνηκε η αδιαφο­ρία των δυτικών δυνάμεων, για τη συστηματική και κατάφωρη παρα­βίαση των ανθρωπίνων δικαιωμά­των των ελληνορθόδοξων χριστια­νών της Τουρκίας.

Ας σημειωθεί ότι οι δυνάμεις αυτές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία ήταν συμβαλλόμενα μέρη στη συνθήκη της Λωζάννης και συνεπώς δεν είχαν μόνο ηθική αλλά και ουσιαστική, νομική υποχρέωση να εξασφαλίσουν ομαλές συνθήκες διαβίωσης της μειονότητας και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.

Η αδιαφορία αυτή αντικατοπτριζόταν στις ταυτόσημες επιστολές του Αμερικανού υπουργού Εξωτε­ρικών Φόστερ Ντάλας στις 19 Σε­πτεμβρίου προς την Αθήνα και την Αγκυρα, στις οποίες καλούσε κυνικά τους θύτες και τα θύματα να δώσουν τέλος στις διμερείς διαφο­ρές τους και να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους για την κα­ταπολέμηση της κομμουνιστικής απειλής, χωρίς να προβεί σε οποια­δήποτε αναφορά στο πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης. Η απόφαση των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων να κλείσουν τα μάτια μπροστά στις εγκλη­ματικές καταστροφές του 1955 α­πέδειξε ότι πολιτικές σκοπιμότη­τες και γεωπολιτικοί υπολογισμοί καθόριζαν τους όρους του παιχνι­διού στο ψυχροπολεμικό περιβάλ­λον της μεταπολεμικής περιόδου.

Όμηροι

Πέραν των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και η τουρκική πολιτική και διπλωματική ηγεσία είχε την ευκαιρία να εκτιμήσει τα μηνύματα και τις αντιδράσεις ό­λων των εμπλεκόμενων μερών στα γεγονότα. Το Σεπτέμβριο του 1955, η Αγκυρα διαπίστωσε ότι κα­νείς δεν ήταν διατεθειμένος να αντιδράσει ουσιαστικά στη μετα­τροπή του ελληνισμού της Κων­σταντινούπολης σε όμηρο των ελ­ληνοτουρκικών σχέσεων.

Σε παρόμοια κατάσταση ομηρίας τέθηκε και το Φανάρι, χωρίς ακόμη και το τεράστιο διεθνές κύρος του ηγέτη του, Πατριάρχη Αθηναγόρα, να είναι σε θέση να εμποδίσει την αποδυνάμωση και καταπίεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες τέθηκαν το 1955 οι βάσεις για τη σταδιακή έξωση και προσφυγοποίηση του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

Καταστολή

Η συμπεριφορά της τουρκικής κυβέρνησης αμέσως μετά τις καταστροφές έδειξε ότι τα Σεπτεμβριανά δεν αποτελούσαν μια «αυ­θόρμητη έξαρση του τουρκικού εθνικισμού εξαιτίας του Κυπρια­κού» αλλά αφετηρία ενός σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης του Πολίτι­κου. Πρώτη ενέργεια των τουρκι­κών αρχών ήταν να καταστείλουν οποιαδήποτε αντίδραση της ελλη­νικής μειονότητας.

Έτσι, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο ιδιοκτήτης της ομογενειακής εφημερίδας της Κωνσταντι­νούπολης, «Ελεύθερη Φωνή», Ανδρέας Λαμπίκης, επειδή κατήγ­γειλε τα έκτροπα, χαρακτηρίζοντας την 6-7η Σεπτεμβρίου ως «Η Νύκτα του Αγίου Βαρθολομαίου της Ρωμιοσύνης». Διώξεις υπέστη και ο ομογενής φωτογράφος της αθηναϊκής εφημερίδας το «Εθ­νος», Δημήτριος Καλούμενος, ο ο­ποίος κατέγραψε λεπτομερώς τις ανθελληνικές λεηλασίες και κατα­στροφές.

Αφού φυλακίσθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, ο Καλούμενος τελικά απελάθηκε στις 28 Ιανουά­ριου 1958 για «εχθρική στάση ένα­ντι της Τουρκίας και της ελληνο­τουρκικής φιλίας». Την ίδια εποχή ο κύριος οργανωτής των Σεπτεμ­βριανών, Χικμέτ Μπιλ, διορίζεται ακόλουθος Τύπου στην τουρκική πρεσβεία της Βηρυττού, ενώ η α­κραία οργάνωση «Η Κύπρος είναι τουρκική» της οποίας ηγείτο, έλα­βε το πράσινο φως για τη συνέχιση των ανθελληνικών της εκδηλώσε­ων στην Κωνσταντινούπολη.

Τον Απρίλιο του 1958 η τουρκική κυβέρνηση διέλυσε την «Ελληνική Ενωση Κωνσταντινουπόλεως», το μόνο εθνοπολιτιστικό σύλλογο της ελληνικής μειονότητας, που αφέθηκε να λειτουργήσει στην Τουρ­κία (1933-1958). Ακολούθησαν συλλήψεις 18 προκρίτων Κωνσταντινουπολιτών, μελών του συλλό­γου αυτού με την κατηγορία της διενέργειας κατασκοπείας και χρηματοδότησης της ΕΟΚΑ στην Κύπρο.

Ο γενικός γραμματέας του συλλόγου, Λάμπρος Γουλάκης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 χρόνων όπου και απεβίωσε δυο χρόνια αρ­γότερα. Άλλα 57 μέλη του συλλό­γου (δημοσιογράφοι, διδάσκαλοι, γιατροί, δικηγόροι και επιχειρημα­τίες της μειονότητας), απελάθη­καν το 1958-59.

Αφελληνισμός

Έπειτα από μια ανάπαυλα κατά την περίοδο 1959-1963 στην εφαρμογή του σχεδίου εκκαθάρισης του ελληνικού στοιχείου, οι διώ­ξεις άρχισαν εκ νέου με πολύ με­γαλύτερη δριμύτητα και αποτελεσματικότητα. Με αφετηρία το 1964, το σχέδιο αφελληνισμού της Πόλης ολοκληρώθηκε μέσα σε μια δεκαετία. Το 1974, οι Τούρκοι έθε­ταν τις βάσεις για μια άλλη εθνική εκκαθάριση τη φορά αυτή στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα πιο σοβαρά μέτρα που υιοθέτησε η Αγκυ­ρα εναντίον του ελληνισμού της Τουρκίας τη δεκαετία του 1964- 1974 είναι τα ακόλουθα:

  • Μαζική απέλαση των 12.000 περίπου ομογενών της Κωνσταντινούπολης το 1964-66, οι οποίοι α­ποτελούσαν τμήμα των μη ανταλ­λαξίμων πληθυσμών (εταμπλί), που προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάννης. Ταυτόχρονα, δεσμεύτηκε η α­κίνητη και κινητή περιουσία των εκδιωχθέντων μειονοτικών.
  • Αφαίρεση της τουρκικής ιθαγένειας και απέλαση των Μητροπολιτών Σελεύκειας Αιμιλιανού και Φιλαδέλφειας Ιακώβου, στε­νών συνεργατών του Οικουμενι­κού Πατριάρχη, Αθηναγόρα. Οι δυο Μητροπολίτες κατηγορήθηκαν για «δράση εναντίον τουρκι­κών συμφερόντων», χωρίς όμως ποτέ να παραπεμφθούν στην τα­κτική δικαιοσύνη όπου θα τους δι­δόταν το δικαίωμα υπεράσπισης (Απρίλιος 1964).

Σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, η Άγκυρα έχει την ευχέρεια να αφαιρέσει την τουρκική ιθαγέ­νεια από υπηκόους της που βρέθη­καν ότι «ανέπτυξαν δράση ενα­ντίον του τουρκικού έθνους και των τουρκικών συμφερόντων». Μεταξύ των ομογενών που έχασαν την τουρκική τους ιθαγένεια με τον τρόπο αυτό είναι και ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Ιάκωβος.

  • Απαγόρευση της λειτουργίας του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, το οποίο λειτουργούσε σχεδόν αδιάλειπτα από το 1627, και η διακοπή της έκδοσης των θρησκευτικών περιοδικών του Πατριαρχείου, «Ορθοδοξία» και «Απόστολος Ανδρέας» (Απρίλιος 1964).
  • Κλείσιμο της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία τροφοδότησε από το 1844 το Φανάρι και τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες με κατάλληλα εκπαιδευμένους ιεράρχες (Ιούλιος 1971). Μεσοπρόθεσμα, η μη λειτουργία Ορθόδοξης Θεολογικής σχολής στην Κωνσταντινούπολη θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
  • Απαγόρευση της διδασκαλίας των θρησκευτικών καθώς και της πρωινής προσευχής στα ελληνικά μειονοτικά σχολεία (Σεπτέμβριος 1964). Δεν επιτρέπεται επίσης η είσοδος στους ελληνορθόδοξους κληρικούς στα ελληνορθόδοξα μειονοτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης (Μάρτιος 1964).
  • Μαζικές απαλλοτριώσεις και εποικισμός της Ίμβρου και Τενέ­δου με Τούρκους της Μικρός Ασίας. Ίδρυση ανοικτής αγροτικής φυλακής για Τούρκους βαρυποινί­τες και ανέγερσης στρατοπέδου χωροφυλακής (1964-65), στην Ίμβρο.
  • Κατάργηση της ελληνικής παιδείας στην Ίμβρο και Τένεδο με τη δήμευση των ελληνικών σχολείων στα δυο νησιά. Παύση διευθυντών

καθηγητών των μειονοτικών ελληνικών σχολείων στην Κωνσταντι­νούπολη (1964). Απαγόρευση της λειτουργίας του Ελληνικού Ορφα­νοτροφείου Πριγκίπου (1964).

  • Δίωξη, φυλάκιση ή και απέλαση των ομογενών δημοσιογράφων, δικηγόρων και καθηγητών.
  • Βίαιη κατάληψη της ιστορικής εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη στον Γαλατά και ενθάρρυνση των ανθελληνικών δραστηριοτήτων του «Τούρκου Ορθόδοξου» παπά Ευθύμ και των γιων του (Σεπτέμβριος, 1965).
  • Τρομοκρατική δράση φανατικών εθνικιστών και ισλαμιστών ε­ναντίον του Πατριαρχείου και των ελληνορθόδοξων κοινοτικών ιδρυμάτων, με αποκορύφωμα τον απο­κλεισμό του Φαναριού (1991).

Η πολιτική της βίας των Σεπτεμβριανών, που μεθόδευσε η κυβέρ­νηση του Αντνάν Μεντερές κατά την πρώτη κυπριακή κρίση και ε­κείνη των απελάσεων και διώξεων του Ισμέτ Ινονού της περιόδου της δεύτερης κυπριακής κρίσης (1964-74) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και ο ελληνισμός της Τουρκίας υπήρξε σαφές θύμα της κυπρια­κής τραγωδίας.

Ογδόντα χιλιάδες εκτοπίσθηκαν την περίοδο 1955-1975, ενώ ο αριθμός εκείνων από τους οποί­ους αφαιρέθηκε η τουρκική ιθα­γένεια, τα τελευταία σαράντα χρόνια ανέρχεται σε 25.000. Τρα­γικός απολογισμός είναι η συρρί­κνωση της ομογένειας στην Κων­σταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο στον οριακό πλέον αριθμό των 3.500 ατόμων.

Στην Ελλάδα

Η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων αυτών είχε την ατυχία να φθάσει στην Ελλάδα στα χρόνια της δικτατορίας. Η Χούντα δεν εί­χε ούτε την επίγνωση αλλά ούτε και τη διάθεση να αξιοποιήσει το πολύτιμο και προικισμένο αυτό κομμάτι του Ελληνισμού. Δεν κα­ταστρώθηκε ποτέ ένα σχέδιο ε­γκατάστασης των Κωνσταντινουπολιτών, Ιμβρίων και Τενεδίων στην ελληνική Θράκη. Τουναντίον, πολύ ταλαντούχοι Κωνσταντινουπολίτες εγκαταστάθηκαν στο εξω­τερικό, όπου διαπρέπουν στο ε­μπόριο και στις επιστήμες. Ασφα­λώς, η μεγάλη πλειοψηφία των ο­μογενών έχουν σήμερα συγκε­ντρωθεί σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας, όπως το Παλαιό Φάλη­ρο στην ανάπτυξη του οποίου συ­νέβαλαν αποφασιστικά. Σαράντα χρόνια μετά τη διάπραξη του μεγά­λου εγκλήματος των Σεπτεμβρια­νών ήλθε πλέον η ώρα να ληφθεί η απόφαση αν οι 80.000 περίπου Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου, εξαναγκασθέντες να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες μεταξύ 1955- 75, πρέπει να προστεθούν στους 200.000 Έλληνες πρόσφυγες της Κύπρου. Αναπόφευκτα μια τέτοια αναγνώριση πρέπει να έχει επίση­μο και νομικό χαρακτήρα.

Η εικόνα των δηώσεων την επαύριο των συμβάντων στα «Σκαλάκια», μπροστά στο πάλαι ποτέ μέγαρο της Τράπεζας της Ελλάδος. (Φωτ. Δ. Καλούμενος).
Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!