Η ιστορία του Αγίου Νικολάου πρωτεύουσας πόλης του Νομού Λασιθίου.

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ ΠΟΑΕΩΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ή πόλις του ‘Αγίου Νικολάου έχει παλαιοτάτην καί πλουσίαν ιστορίαν. ’Αναφέρεται κατά τήν ’Αρχαϊκή (600-500 π.Χ.), Κλασσική (500-323 π.Χ.), Ελληνιστική (323-67 π.Χ.) καί Ρωμαϊκή (67 π.Χ. – 330 μ.Χ.) έποχή1 με τό όνομα Λατώ2 πρός Καμάρα3 ή απλώς Καμάρα4, καί διακρίνεται άπό τής άλλης ομωνύμου πόλεως Λατώ, τής έπονομαζομένης Έτέρας, ή οποία, κατά τάς νεωτέρας άρχαιολογικάς έρεύνας, αί όποίαι έγιναν από τόν Joseph Demargne, τής Γαλλι­κής ’Αρχαιολογικής Σχολής ’Αθηνών, άπεδείχθη ότι εύρίσκετο εις τήν σημερινήν θέσιν «Γουλά» ή «Κοντάραδο» – μεταξύ ’Έξω Λακωνίων καί Κριτσάς – επί ενός δικόρφου λόφου.

«Ή ύπαρξη καί των δύο αυτών πόλεων διαπιστώνεται ι­στορικά καί αρχαιολογικά.

Τόν β’ αιώνα π.Χ. (193 π.Χ.) ή πόλη τής ’Ιωνίας Τέως έ­κλεισε συνθήκες με πόλεις τής Κρήτης, πού άφορούσαν τό δικαίωμα τής άσυλίας στό ναό τού Διονύσου, πού ήταν στήν ιωνική έκείνη πόλη. ’Ανάμεσα στις συνθήκες εκείνες άναφέρονται δυό, άπό τις όποιες ή μία φέρει τόν τίτλο «Λατίων πρός Καμάρα». Τόσο τό γεγονός αυτό όσο καί τά νομίσματα πού βρέθηκαν καί οί πληροφορίες των άρχαίων συγγραφέων πιστοποιούν μέ βεβαιότητα, ότι στήν Κρήτη, τήν άρχαία έκείνη εποχή, υπήρξαν δυό πόλεις πού έφεραν τό ίδιο όνο­μα Λατώ, πού ήταν άνεξάρτητες ή μιά άπό τήν άλλη, αλλά πού συνεργαζόταν κιόλας στενότατα, όπως φαίνεται, καί εί­χαν καί οί δυό τήν ίδια πολιούχο θεότητα, τήν Είλείθυια ή Έλεύθυια, όπως τήν ονόμαζαν οί Λάτιοι. Αυτό φαίνεται άπό τις παραπάνω άναφερόμενες συνθήκες μέ τήν Τέω, όπου αναγράφεται καί στις δυό: Άγγράψαι δέ καί τό δόγ­μα εις τό ιερόν Έλευθυίας, (δηλαδή τής Λατώ πρός Καμάρα) καί: «γράψαι δέ καί τό δόγμα εις τό ιερόν τής Έλευθυίας (τής ΛατώΈτέρας)»5.

«Όταν έπρόκειτο περί πολιτικών ζητημάτων, έπάγεται ό κ. Σβορώνος, οί κάτοικοι των δύο τούτων πόλεων ένήργουν, ώς φαίνεται, ή κεχωρισμένως, ως έπραξαν μετά τής Τέω, ή άπό κοινού, ώς γνωρίζομεν εκ σειράς επιγραφών περιεχουσών συνθήκας συμμαχίας τών Λατίων μετά τής Όλούντος τής Κρήτης (3ον αιώνα π.Χ.), μετά τού Εύμένους τής Περγάμου (170 π.Χ.) καί μετά τής Όλούντος καί τής Κνω­σού (134 π.Χ.)»6.

«Οί δυό Λατώ βρισκόταν στήν ϊδια περιοχή τής Κρήτης καί δέν τις χώριζε μεγάλη απόσταση, ή όποια καθορίζεται σέ 25 στάδια στό περίφημο γεωγραφικό σύγγραμμα τών Σταδιασμών.

Άπό τά παλιά εκείνα χρόνια, γιά νά ξεχωρίζονται οι δύο πόλεις Λατώ, έλεγαν τή μιά Λατώ πρός Καμάρα, ασφαλώς άπό κάποια πολύ γνωστή καί σπουδαία καμάρα – γέφυρα, πού θά υπήρχε στήν περιοχή της ή άπό κανένα σπουδαίο τοξωτό οικοδόμημά της, κατά τή γνώμη τού ’Άγγλου άρχαιολόγου Hutckinson. Μερικοί μάλιστα πιστεύουν πώς ή καμάρα έκείνη ήταν στό στόμιο τής παρακείμενης λίμνης, εκεί πού είναι καί ή σημερινή. Αλλά αυτό δέν είναι εξακριβωμένο. Γιατί ή λίμνη, τουλάχιστο στούς αιώνες τής Βενετοκρατίας καί Τουρκοκρατίας, αναμφισβήτητα δέν επικοινωνούσε μέ τή θάλασσα. Αυτό φαίνεται καθαρά καί σ’ ένα σχεδιάγραμμα τού Castel Mirabello μέ τή λίμνη καί τήν πε­ριοχή της του Βενετσάνου μηχανικού Francisco Basilicata των αρχών τού 17ου αιώνα. ’Άλλωστε είναι γνωστό, ότι ή διώρυ­γα πού ενώνει σήμερα τή λίμνη μέ τή θάλασσα έγινε άπό τόν Κωστή Άδοσίδη πασά, τά τελευταία χρόνια τής Τουρκο­κρατίας.

Φυσικά δεν άποκλείεται τήν έποχή πού ήταν ή Λατώ νά επικοινωνούσε ή λίμνη μέ τή θάλασσα καί νά ύπήρχε συνε­πώς καί ή καμάρα, καί μέ τήν πάροδο τόσων αιώνων νά έ­κλεισε άπό προσχώσεις ή άπό γεωλογικά φαινόμενα. Αυτό είναι ζήτημα αρχαιολογικής έρευνας.

‘Οπωσδήποτε τό όνομα Καμάρα, όπου κι αν οφείλεται, υ­πήρχε καί μάλιστα στά νεότερα ιστορικά χρόνια ή πολιτεία άναφέρεται μόνο με τό όνομα αυτό καί παραλείπεται τό Λατώ. ’Έτσι τήν αναφέρουν οί άρχαιοι γεωγράφοι, ό Πτολε­μαίος, ό Συνέκδημος του Ιεροκλή, οί Σταδιασμοί καί οί Νοtitiae Grecae episcopatum.

Ό Στέφανος Βυζάντιος στά “Εθνικά” του αναφέρει: Κα­μάρα πόλις Κρήτης καί ό πολίτης Καμαρίτης, ώς Ξενίων έν Κρητικοΐς φησίν, ήτις Λατώ έλέγετο. Συνεπώς, τό όνομα Λατώ, τήν έποχή πού έζησε ό ιστορικός συγγραφέας, Ξενίων, δηλαδή τήν έποχή των Διαδόχων τού Μεγάλου ’Αλεξάνδρου, τόν 4ο αιώνα π.Χ., τό όνομα Λατώ είχε κιόλας έγκαταλειφθεΐ καί ή πολιτεία ήταν γνωστή μόνο με τό όνομα Καμάρα.

Τήν άλλη τήν έλεγαν: Λατώ ή Έτέρα. Αλλά τήν ϊδια περίοδο εΐχε αφήσει κι αυτή τό κύριο όνομά της καί ήταν γνωστή μόνο με τό προσηγορικό Έτέρα.

»Ή θέση τής Λατώ πρός Καμάρα στό χώρο τού σημε­ρινού Άγ. Νικολάου, επιβεβαιώνεται από τό παραπάνω χω­ρίο τού Στεφάνου Βυζαντίου, από τό όποιο βγαίνει τό συμ­πέρασμα ότι ήταν πόλη παράλια, άπό τό χωρίο τού Πτο­λεμαίου (III, 17, 5), πού τήν τοποθετεί άνάμεσα στήν Όλούντα καί στή Μινιόα – πού ήταν στήν Παχειά ’Άμμο – καί άπό τις διάφορες επιγραφές πού έχουν βρεθεί στήν περιοχή, άνάμεσα στις όποιες είναι κι εκείνη πού βρέθηκε πριν λίγα χρόνια άπό τόν κ. Μιχ. Κοζύρη, ιδρυτή τής έφημερίδας «’Α­νατολή», κοντά στό σημερινό νομαρχιακό κατάστημα τού Άγ. Νικολάου, όπου ήταν ή Θέση τής αγοράς τής άρχαίας πολιτείας. Ή επιγραφή αυτή συμπληρώθηκε καί δημοσιεύ­τηκε στά “Κρητικά Χρονικά” άπό τόν Νικόλαο Πλάτωνα7. Είναι τού τέλους τού 3ου αιώνα π.Χ. γραμμένη σέ δωρική διάλεκτο καί περιέχει συνθήκη φιλίας καί συμμαχίας μέ τό βασιλιά τής Περγάμου Εύμένη τόν Β’, καί μιά άλλη εκτετα­μένη, άλλά άδημοσίευτη ακόμη, έπιγραφή, πού βρέθηκε άπό τόν τότε έπιμελητή άρχαιοτήτων Δη μ. Άμαργιωτάκη, πού περιέχει συνθήκη μεταξύ Λατούς πρός Καμάρα καί Ιεραπύτνης.

»Άνάμεσα στις δυό πολιτείες Λατώ ή σπουδαιότερη φαί­νεται νά ήταν ή Πρός Καμάρα, ή κυρίως πόλη Λατώ, γεγο­νός πού τό έπιβεβαιώνει καί τό προσηγορικό όνομα Έτέρα τής άλλης. Ή Λατώ πρός Καμάρα άναφέρεται τις περισσό­τερες φορές στις συνθήκες, καί αυτή είχε τά πιό σπουδαία καί πολυτελή οικοδομήματα, πού πιστοποιούν τόν πλούτο καί τήν ευημερία της, πού τά χρεωστούσε στό εμπόριό της καί στις ναυτικές άπασχολήσεις των Λατίων. Τήν εποχή έκείνη τό λιμάνι τής Λατούς ήταν τό κέντρο εισαγωγής καί έξαγωγής των εμπορευμάτων τής περιοχής καί τόπος συγκέντρωσης καί άποστολής των μισθοφόρων Κρητικών, συνηθισμένο έμπόρευμα τής Κρήτης τήν περίοδο έκείνη»8.

Κατά τήν περίοδον τού β’ αιώνος9 ή πόλις ήκμασεν εις τό έμπόριον καί, γενικώς, εις τάς ναυτικός ένασχολήσεις, ώς τόπος συγκεντρώσεως καί άποστολής εμπορευμάτων καί, καθώς τεκμαίρεται άπό τάς διαφόρους έπισυναφθείσας καί έσχάτως άποκαλυφθείσας Συνθήκας10, ύπήρξεν πλουσιωτάτη πόλις, ή οποία έκοσμεΐτο διά πολλών καί πολυτελών οικοδομημάτων, έχουσα άρίστην διοίκησιν – «ευνομίαν».

Κατά τήν Ρωμαϊκήν έποχήν, έπειδή ή Κρήτη είχε πολιτι­κόν σύνδεσμον πρός τήν κατέναντι Κυρηναϊκήν, οί Ρωμαίοι έχρησιμοποίουν τήν Κρήτην ώς ένδιάμεσον σταθμόν πρός τάς εις τήν Μ. ’Ανατολήν – Αίγυπτον, Συρίαν καί Παλαι­στίνην – κτήσεις των, έδωσαν μεγαλυτέραν προσοχήν εις τά νότια παράλια τής νήσου καί, κατά συνέπειαν, άνεπτύχθησαν περισσότερον ή Γόρτυς καί ή Ιεράπετρα, καθώς καί ή συνδεδεμένη με τήν εκκλησιαστικήν ιστορίαν αυτής νήσος Γαύδος, ή οποία πιθανώς διετέλεσε καί έδρα Επισκόπου11, ή δέ Καμάρα περιέπεσεν εις άφάνειαν.

Κατά τήν παλαιοχριστιανικήν εποχήν δεν έχομεν αξιόλο­γους μαρτυρίας περί τής πόλεως καθόλου, καθώς καί περί τής εκκλησιαστικής ζωής αυτής, γενικώς.

Ό χριστιανισμός, ώς γνωστόν, διεδόθη εις τήν νήσον άπό τούς Κρήτας άκροατάς τού κηρύγματος τού Άποστ. Πέ­τρου12, κατά τήν ή μέραν τής Πεντηκοστής, οί όποιοι έβαπτίσθησαν καί άπετέλεσαν τόν πυρήνα τού Χριστιανισμού εις τήν νήσον13.

Τόν ευαγγελισμόν τής νήσου έπεχείρησεν ό Άποστ. Παύλος μετά τήν άπόλυσίν του άπό τών πρώτων έν Ρώμη δεσμών (62-63), ό όποιος δέν έπεράτωσε τό έν Κρήτη έργον του καί διά τούτο «κατέλιπε» τόν εκ τών δράστηριωτέρων καί άξιωτέρων συνεργατών του Άπόστ. Τίτον, πρός συνέχισιν καί όλοκλήρωσιν τού έργου του. Πότε όμως ήλθεν τό πρώτον ό Τίτος εις τήν Κρήτην δέν έχει είσέτι έξακριβωθή14

Περί τόν Επίσκοπον έσχηματίσθη, σύν τώ χρόνω, σύνο­δος Επισκόπων τών μικροτέρων πόλεων τής νήσου, αί όποιαι πόλεις ήσαν πολυάριθμοι, ώστε ταχέως αί Έπισκοπαί νά ύπερβοϋν τάς εϊκοσιν. Και ό αριθμός ούτος καί ή ονομα­σία των Επισκοπών δεν είναι σταθερά, δεδομένου ότι, πλήν των μεγάλων πόλεων Κνωσού, Κυδωνίας, Ρεθύμνης, ’Αρκα­δίας, Χερρονήσου, ’Αγρίου, Σητείας, Κισάμου, Συβρίτου, ‘Ιεραπύτνης, Λάμπης, Ελευθερίας, Φοίνικος καί εις άλλα μικρότερα πολίσματα άνηγέρθησαν μεγαλοπρεπείς ξυλό- στεγοι βασιλικαί καί έπισκοπεΐα15.

Περί τά τέλη τής πρώτης βυζαντινής περιόδου άναφέρεται καί ή Επισκοπή Καμάρας, τής οποίας ό Επίσκοπος τιτλοφορείται ό Καμάρας η ό Κάναρος^. Επίσης, κατά τήν αυτήν βυζαντινήν περίοδον (313-823/8) ή Καμάρα άναφέρεται άπό τόν ‘Ιεροκλή εις τήν «πολιτικήν γεωγραφίαν» του, τόν «Συνέκδημον»17, καί, ώς Επισκοπή Καμάρας, άπό τάς άρχάς του ενάτου αίώνος18.

Ή Επισκοπή Καμάρας όμου μετά τής Επισκοπής Άλυγγος εις τήν αυτήν περιοχήν19, μνημονεύονται εις δύο Τακτικά 8ον καί 9ον (άρχαί τού 9ου αί.). Τούτων οι Επί­σκοποι κατέχουν, ό μεν Καμάρας ή Κάναρος τήν τρίτην θέσιν. μεταξύ των λοιπών Επισκόπων, ό δε Άλύγγου τήν δεκάτην τρίτην20.

Εφεξής, κατά τήν άραβικήν κυριαρχίαν (823/8 – 961), κατεστράφη καί έγκατελείφθη όριστικώς. ’Έλαχε καί αυτή τής ιδίας τύχης τού αστικού πληθυσμού, καθώς έπίσης καί τού άγροτικού, ό όποιος παρέμεινεν άκαθοδήγητος καί, έξ έπόψεως εκκλησιαστικής, «ή άνωτέρα ιεραρχία έξέλιπεν εντελώς εκ τής νήσου, εάν δε ύπήρχον Επίσκοποι φέροντες τούς τίτλους τών εν Κρήτη Επισκόπων, ούτοι διέτριβον εκτός τής νήσου»21.

Κατά τήν δευτέραν βυζαντινήν περίοδον (961-1204/11) ή Επισκοπή Καμάρας ουδαμού άπαντά, φέρεται δέ εις τήν περιοχήν αυτήν ιδρυθεΐσα ή Επισκοπή Πέτρας, ύφισταμένων καί τών Επισκοπών Τέρας καί Σητείας καί άποτελουμένη εκ τής νύν περιοχής (περίπου) τών επαρχιών Μεραμβέλλου καί Λασιθίου.

Ή Επισκοπή Πέτρας άναφέρεται τό πρώτον «έν τώ Τακτικώ 3 Βασιλείου τού Βουλγαροκτόνου, χρονολογουμένω έν έτει 980 (παρά Partheg σελ. 118 κ. έξ., πρβλ. καί Β’ Συγκρι­τικόν Πίνακα Γερ. Κονιδάρη)»22.

’Από τών άρχών τού 13ου αιώνος (ένετική κυριαρχία, 1204/11 – 1645/69), αρχίζει μία νέα ιστορική περίοδος διά τήν πόλιν καί γενικώτερον διά τήν επαρχίαν Μεραμβέλλου, αν καί έκκλησιαστικώς ύπέστη πτώσιν, καθώς καί ολόκλη­ρος ή εις τήν Κρήτην εκκλησιαστική κατάστασις. Αι Έπισκοπαί, κατά τήν περίοδον αυτήν, περιωρίσθησαν εις μίαν κατά Νομόν – έκτος τής ’Αρχιεπισκοπής – επειδή, ώς φαίνε­ται, έστεροϋντο όμοδόξου πρός τούς Επισκόπους (δηλ. ρω­μαιοκαθολικού) ποιμνίου καί κατελήφθησαν ύπό Λατίνων ’Αρχιερέων23. Τότε, ή Επισκοπή Πέτρας δέν αναγράφεται ούτε εις τούς λατινικούς Πίνακας, ούτε εις τά βυζαντινά Τακτικά24. Άντιθέτως, διατηρείται ή Επιτροπή Iεραπύτνης, ή οποία «ήνούτο ή μή άναλόγως των προσώπων καί των συμφερόντων πρός τήν λατινικήν Επισκοπήν Σητείας (Iεροσητείας)»25.

Ή Επισκοπή Πέτρας έπανιδρύθη κατά τήν εποχήν τής τουρκοκρατίας (1645/69 – 1898) καί άναφέρεται δεκάτη κα­τά σειράν των Επισκοπών τής Μητροπόλεως Κρήτης εις χειρόγραφον τού 1659 καί όγδοη εις βεράτιον καί φερμάνιον τού 1756, καθώς καί εις τά «Κανονικά πεσκέσια τού Μητροπολίτου Κρήτης» τού 178626.

Μετά τήν άπελευθέριυσιν τής Κρήτης από τόν τουρκικόν ζυγόν, εις τήν Επισκοπήν Πέτρας προσηρτήθη από τού έτους 1900 ή μέχρι τότε άνήκουσα εις τήν Επισκοπήν ’Αρ­καδίας Επαρχία τής Βιάννου. Καί από τού έτους 1932 συνεχωνεύθη ή Επισκοπή Ιέρας καί Σητείας μετά τής Πέτρας καί άπετελέσθη ή ενιαία Επισκοπή του Νομού Λασιθίου, συμπεριλαμβανομένης καί τής Επαρχίας Βιάννου, ύπό τήν ονομασίαν Επισκοπή Νεαπόλεως, μέ έδραν τήν Νεάπολιν Μεραμβέλλου. Άπό δέ του έτους 1936 έπανήλθεν εις τό αρ­χικόν της όνομα, μέ έδραν, επίσης, τήν Νεάπολιν καί περιλαμβάνει τάς Επαρχίας Μεραμβέλλου (πλήν του χωρίου Καλού χιορίου), Βιάννου τού Νομού Ηρακλείου (πλήν των χωρίων Κάτω καί Επάνω Σύμης) καί Λασιθίου. Ή Επι­σκοπή Πέτρας άπό τού έτους 1962 έξωνομάσθη, ώς καί αί λοιπαί Έπισκοπαί τής νήσου, εις Μητρόπολιν, διά τής ύπ’ άριθ. 812 Πράξεως τού Οικουμενικού Πατριαρχείου27.

Εσχάτως, διά Πατριαρχικού Τόμου (εν έτει σωτηρίω 1993, κατά μήνα Μάρτιον 9, Έπινεμήσεως Α’, Άριθ. Πρωτ. 301) άνεκηρύχθη εις εν ένεργεία Μητρόπολιν, «ό δέ έν αυτή άρχιερατεύων τιτλοφορείται Ιεριότατος Μητροπολίτης Πέ­τρας, ύπέρτιμος καί έξαρχος Καρπαθίου Πελάγους»28.

Έκ των άνωτέρω εξάγεται ότι ό ‘Άγιος Νικόλαος κατά μέν τήν παλαιόν αυτού ονομασίαν Καμάρα άπετέλει έδραν Επισκόπου, μεταγενεστέρως δέ, ώς 0ά ειδωμεν κατωτέρω, άλλοτε μέν άπλούν συνοικισμόν έξυπηρετούμενον έκκλησιαστικώς ύπό των εφημερίων Κριτσάς, Κρούστα καί Λακωνίων, άπό των άρχών δέ τού παρόντος αίώνος άποτελεΐ αυτοτελή Ενορίαν καί έσχάτως, έπανακτήσασα ή πόλις τήν παλαιόν αυτής αίγλην, έχει χιορισθή εις δύο Ενορίας (έπικειμένης καί τρίτης) μέ τέσσαρας συνολικώς έφημεριακάς θέσεις καί δύο διακονικός.

Κατά τήν Δ’ Σταυροφορίαν ή Κρήτη έξεχωρήθη εις τούς Ενετούς, ύπό του Βονιφατίου τού Μομφερατικού, διά τής Συνθήκης τής Άδριανουπόλεως (12 Αύγούστου 1204), οι όποιοι μόλις τώ 1211 κατώρθωσαν όριστικώς νά τήν κατα­λάβουν, κατόπιν πείσμονος άγώνος εναντίον των Γενουα­τών. Οί Γενουάται29, κατά πάσαν πιθανότητα, τήν περίοδον αυτήν έκτισαν, εις τά άρχαΐα ερείπια τής παλαιάς πόλεως ισχυρόν φρούριον όνομασθέν Καστέλλι Μιραμπέλλο (Castel Mirabello), έκ του οποίου καί ολόκληρος ή Επαρχία έλαβεν τό σημερινόν όνομά της30.

Ή περιοχή αυτή έλέγετο τότε Βουλισμένη31 καί έλαβε τό όνομά της άπό τήν παρακειμένην λίμνην32.

Άπό τήν έκθεσιν του Basilicata πληροφορούμεθα ότι ό Βοϋργος, δηλαδή τό χωρίον τό ευρισκόμενον πλησίον του φρουρίου, «κατοικόταν άπό ανθρώπους πού οι περισσότε­ροί τους καταγίνονταν μέ τό ψάρεμα»33. Καί άπό τήν περι­γραφήν τού Monnani τώ 1631 μανθάνομεν, ότι πλησίον τού φρουρίου ύπήρχεν οικισμός αγαθών άνθρώπων34.

Εις τήν τουρκικήν άπογραφήν τού 167135 «σημειώνεται τό χωρίον Νέως Μεραμπέλλο36, πού δεν είναι κανένα άλλο παρά τό χωρίον άλλοτε “Αγιος Νικόλαος, ότι εΐχεν 42 άρρενας κατοίκους, πού ή σαν υπόχρεοι νά πληρώνουν κεφαλικόν φόρον. Ό αριθμός αυτός μάς δίνει νά εννοήσουμε, ότι τό χωριό αυτό είχε περί τούς 160 κατοίκους μαζί μέ τά γυ­ναικόπαιδά του»37.

Ό έπισκεφθείς τήν περιοχήν τω 1854 άγγλος πλοίαρχος Spratt χαρακτηρίζει τόν “Αγ. Νικόλαον ώς τόπον έξαγωγής των προϊόντων τής Επαρχίας Μεραμβέλλου καί ό Ζαχ. Πρακτικίδης, εις τήν Χωρογραφίαν τής Κρήτης, άναφέρων τά χωρία τής ’Επαρχίας Μεραμβέλλου, γράφει: «έκεϊ εύρίσκεται καί τό μοναστήριον καλούμενον Κραββατάς, είσί καί δύο λιμένες τού ‘Αγ. Νικολάου καί ή Κολοκύθα». Τέλος, ό Gerola εις τό μνημονευθέν έργον του (1905), αναφέρει ότι ή «ακμαία κωμόπολις, ήτις άνηγέρθη έπί των έρειπίων τής ένετικής, άκούγεται “Αγ. Νικόλαος»38.

Τό 1881 ό “Αγιος Νικόλαος άποτελούσε εν μικρόν χωρίον τού Δήμου Κριτσάς. Ό Νομός Λασιθίου εΐχε 5 Επαρχίας, 20 Δήμους καί 163 χωρία, μέ συνολικόν πληθυσμόν 52.249 κατοίκων (άρρενας 26.368 καί θήλεις 25.881 )39.

Εις τήν Επαρχίαν Μεραμπέλλου ύπήρχαν 6 Δήμοι, οί: Νεαπόλεως, με 3.003 κατοίκους, Σπιναλόγκας, μέ 1.112 κατοίκους, Φουρνής, μέ 3.114 κατοίκους, Χουμεργιάκου, μέ 2.972 κατοίκους, Βραχασίου, μέ 2.516 κατοίκους καί Κριτσάς, μέ 3.329 κατοίκους40. Εις τόν Δήμον Κριτσάς συναριθμούνται καί 8 κάτοικοι (5 άρ. καί 3 θήλ.) τής Μονής “Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Εις τόν Δήμον Κριτσάς ύπήγοντο 7 χωρία: “Η Κριτσά, μέ 2.071 κατοίκους, ό Κρούστας, μέ 345 κατοίκους, ή Πρίνα μέ 269 κατοίκους, τό Καλό Χωριό, μέ 329 κατοίκους, τά Μέσα Λακκώνια, μέ 119 κατοίκους, οί Τάπες, μέ 93 κα­τοίκους καί ό “Αγιος Νικόλαος, μέ 95 κατοίκους, έκ των οποίων, 54 άρρενες, 33 Οήλεις, σύνολον 87 Χριστιανών καί 8 Μωαμεθανών άρρένων41.

Άπό τήν “ΚΡΗΤΙΚΗ ΧΩΡΟΓΡΑΦΙΑ” τού Νουχάκη42 πληροφορούμεθα: ό «”Άγιος Νικόλαος, άπέχων 11’Λ ώρας έξ “Ηρακλείου καί 12 ώρας έκ Σητείας, είναι έδρα Δήμου, δυνάμει δέ τού άρτι ψηφισθέντος νόμου (1903) ώρίσθη ώς έ­δρα τού Νομού, Ειρηνοδικείου β’ τάξεως, Ταμείου 6′ τάξ., περιλαμβάνοντος τόν Νομόν Λασιθίου, Σταθμού Χωροφυ­λακής, Δημοτ. Σχολείου, Ε’ Ναυτικής περιφέρειας δυνάμει τού ύπ’ άριθ. 138 Νόμου, άρχομένη άπό τού άκρωτ. Σαμωνίου, ής προΐσταται Λιμενάρχης β’ τάξεως. ’Έχει εύρύχωρον καί άσφαλή λιμένα σχηματιζόμενον έκ δύο νησίδων, εις τόν όποιον τώ 1826 ό Δ. Κοτζάς έκυκλώθη υπό 13 Τουρκικών πλοίων καί έξήλθε νικητής βυθίσας έν τουρκικόν πλοΐον»43.

“Ο τότε (1903) «Δήμος β’ τάξεως “Αγίου Νικολάου», κατά τόν Νουχάκην, περιελάμβανε τά χωρία καί τούς συνοικι­σμούς: «Άποστολιανά, Γερώνυμος, Γούρνες, Δεληνάρια, Έβραιονήσι, Μονή Θεολόγου, Καλόν Χω­ρών (575 κάτ.), Κουτάντιδων, Κερά τού Φλέρμου, Κερά Παναγία, Κολοκύθα ή Κόνιδα (νησίς), Κριτσά (2.377 κάτ.), Κρούστα (453 κάτ.), Ρούσα Λίμνη, Μαρδάτη (75 κάτ.). Μέσα Λακώνια (221 κάτ.), “Άγιος Νικόλαος (Μετόχιον Πρόνος), Πρίνα (300 κάτ.), Σπιναλόγκα (νήσος), Τάπαι (128 κάτ.), Τζάνες,

Διά τήν παρούσαν μορφήν τού Δήμου ‘Αγίου Νικολάου, βλ.: Φ.Ε.Κ. 184/6.8.1924, μέ πρώτον αιρετόν δήμαρχον τόν Έμμαν. Σκύβαλον, τά δέ όρια τού Δήμου μετά τού πρώην Δήμου Κριτσάς, ύποβιβασθέντος εις Κοινότητα.

Κατά τήν άπογραφήν του 1928 ό ‘Άγιος Νικόλαος ειχεν 1.543 κατοίκους καί περιελάμβανε τούς συνοικισμούς: Άλευρικά (κάτ. 16), Άτσιμπραγά (κάτ. 26), Ελλη­νικά (κάτ. 61). Κατσίκια (κάτ. 48), Ξηρόκαμπος (κάτ. 17), Πατέρηδων (κάτ. 5) καί Πίσσηδων (κάτ. 4)45.

Κατά τήν άπογραφήν τού 1991 ό ‘Άγιος Νικόλαος φέρε­ται μέ πληθυσμόν 7.928 κατοίκων καί διατηρούνται οί συ­νοικισμοί: Ελληνικών (85 κάτ.), Κατοικιών (113 κάτ.), Ξηροκάμπου (205 κάτ.) καί Πίσσηδων (80 κάτ.).

Τό 1993 έχομε εις τόν Δήμον Άγιου Νικολάου 494 γεννή­σεις, 64 γάμους (20 πολιτ., 44 θρησκ.) καί 34 θανάτους.

Ή έδρα τής Νομαρχίας Λασιθίου μετετέθη εκ Νεαπόλεως εις Άγιον Νικόλαον δι’ άποφάσεως τής Βουλής, κατά τήν συνεδρίασιν αυτής τήν 9η ν Ιουνίου 1903, καθώς καί τά Δικαστήρια. «Αί ύπηρεσίαι αύταί έγκατεστάθησαν εις δω­ρεάν παραχωρηθέντα οικήματα, ήτοι ή Νομαρχία, τό Πρωτοδικεΐον καί αί Φυλακαί εις τό παρά τήν προκυμαίαν κτιριακόν συγκρότημα των άδελφών Περάκη, ενώ ή Εισαγγελία έγκατεστάθη εις τό παρά τήν προκυμαίαν επί­σης παλαιόν τρίγωνον»46.

«Τό 1914 τό Πρωτοδικεΐον μετεφέρθη εις Νεάπολιν μέ τήν δικαιολογίαν ότι εις τόν ‘Άγιον Νικόλαον δέν ύπήρχον οι­κήματα του Δημοσίου. Εις τήν πραγματικότητα όμως τούτο έγένετο υπό του άειμνήστου Εθνάρχου Έλευθ. Βενιζέλου (ώς διεδόθη τότε) πρός ίκανοποίησιν τών παραγόντων τής Νεαπόλεως, οί όποιοι κατά τήν έπανάστασιν του Θερίσου (1905) είχον ταχθεί υπέρ τής έπαναστάσεως, εν άντιθέσει μέ τούς παράγοντας τού Κάτω Μεραμπέλλου οϊτινες παρέμειναν παρά τό πλευρόν τού Πρίγκηπος Γεωργίου»47.

Ή αλματώδης αύξησις τού Άγιου Νικολάου ήρχισε μετά τήν έπανάστασιν τού 1869 ότε «έπετράπη εις τούς χριστια­νούς νά οικοδομούν άποθήκας καί οικίας εις τά παράλια μέ­ρη τής νήσου, κατήλθον πολλοί εκ Κριτσας καί λοιπών χω­ρίων τής περιφέρειας, οί όποιοι μετά τών εκ Σφακίων έλθόντων48, προέβησαν εις τήν όργάνωσιν τού έμπορίου καί τήν άνέγερσιν νέων οικιών καί καταστημάτων.

Εις τήν ραγδαίαν έξέλιξιν του ‘Αγ. Νικολάου ώς εμπορι­κού κέντρου, πλήν της γεωγραφικής θέσεως καί του φυσι­κού λιμένος, μεγάλως συνετέλεσεν καί ή έγκατάστασις ένταύθα τού εκ Βραχασίου αρχηγού των Έξ ’Ανατολικών έπαρχιών Κων. Σφακιανάκη. όστις διεξήγαγεν εύρύτατον έμπόριον μέ πλεϊστας ευρωπαϊκός χώρας, καθώς καί ή άνέγερσις κατά τό 1901 τού πρώτου έν τή ’Ανατολική Κρήτη πυρηνελαιουργείου υπό των αδελφών Ρούσσου, Άνδρέα καί ’Ιωσήφ Κουνδούρου.

Τό 1880 ίδρύθη τό πρώτον μονοθέσιον Δημοτικόν Σχολεϊον μέ διδάσκαλον τόν Έμμ. Καραμανωλάκην έκ Μαρμακέτου καί έν συνεχείς τόν διδάσκαλον καί ιερέα Έμμ. Σταματάκην έκ Μέσα Μουλιανών. Τό 1901 ίδρύθη τό Είρηνοδικεΐον καί διάφοροι άλλαι δημόσιαι ύπηρεσίαι, ή μεγά­λη όμως ώθησις διά τήν αλματώδη άνάπτυξιν τής πόλεως ήρχισεν μέ τόν καθορισμόν αυτής ώς πρωτευούσης τού Νο­μού Αασιθίου»49.

Τό πρώτον Γυμνάσιον έν ‘Αγίω Νικολάω ίδρύθη τώ 1924 ώς διτάξιον Ήμιγυμνάσιον (Φ.Ε.Κ. 119 Α/27.5.1924) καί έλειτούργησεν ώς τοιούτον κατά τά σχολικά έτη 1924-’25 καί 1925-’26, ώλοκληρώθη δέ εις εξατάξιον κατά τό σχολικόν έτος 1929-’3Ο50.

Έστεγάσθη τό πρώτον εις τήν οικίαν τού καθηγητού θεο­λόγου καί δ/ντού Μιχαήλ Άναστασιάδου, έκ Φουρνής. Πρώτος δ/ντής ό Κων. Κυριακάκης, φιλόλογος (15.9.1924- 30.9.1924) καί εΐτα ό Μιχ. Άναστασιάδης, θεολόγος (1.10.

  • -22.10.1927)51.

Τό δημόσιον κτίριον, ένθα καί σήμερον στεγάζεται τό Α’ Γυμνάσιον, εις θέσιν Καζάρμα ήρξατο άνεγειρόμενον τω

  • καί έπερατώθη τω 1927 «δαπάναις του Μοναστηρια­κού ’Οργανισμού Λασιθίου, διαθέσαντος πρός τόν σκοπόν τούτον ποσόν έκ δραχ. 500.000, ώλοκληρώθη δέ με συν­δρομήν τής Ένοριακής Επιτροπείας ‘Αγίου Νικολάου»52.

‘Ότε τό κτίριον κατελήφθη υπό των Γερμανικών στρατευ­μάτων Κατοχής καί μέχρι τού Σεπτεμβρίου 1944. «αί επτά τάξεις τού νεοϊδρυθέντος 8/ταξίου Γυμνασίου καί ή τελευ­ταία τάξις τού καταργηθέντος Πρακτικού Αυκείου έστεγά- σθησαν κατά τό σχολ. έτος 1943-’44 εις τόν ιερόν Ναόν τής ‘Αγίας Τριάδος, με πρόγραμμα 8-11 π.μ., διά τάς 4 τάξεις καί 11-2 μ.μ. διά τάς ύπολοίπους»53.

Εις άπαντητικήν έπιστολήν του (27 Μαρτ. 1964) ό τότε πρωθιερεύς τής ‘Αγίας Τριάδος Πρωτ/ρος Νικόλ. Πάγκα­λος πρός τό ύπ’ άριθ. 142/3.3.1964 έγγραφον τού Γυμνα­σιάρχου Ίωάν. Έπιτροπάκη, μεταξύ άλλων άναφέρει:

«Ή άνοικοδόμησις τού Γυμνασίου τής πόλεως οφείλεται εις τήν συμπαράστασιν καί τήν ύλικήν συνδρομήν τής Ένοριακής Επιτροπείας τού ‘Αγίου Νικολάου». Περιληπτικούς άναφέρομεν έκ τού έγγράφου τούτου τάς χορηγείας: 220. 650.000 δρχ. εις μετρητά. 5.800 δρχ., δι’ άξίαν θρανίων, 8.000 δρχ., πρός ίσοπέδωσιν τού περιβόλου, 5.000 δρχ., διά κατα­σκευήν αύλοτοίχου, 3.000 δρχ., διά «συμπλήρωσιν τού δω­ματίου πρός τοποθέτησιν τού ώρολογίου τής πόλεως», 2.000 δρχ., διά βελτίωσιν τού γυμναστηρίου, 3.000 δρχ., διά κατα­σκευήν έπίπλων, κ.λπ.

Επίσης, διά τόν αυτόν σκοπόν έξεποιήθη «τό έν τή κεν­τρική όδω του λιμένος μαγαζεΐον, άνήκον εις τόν ιερόν ναόν ‘Αγίου ’Αθανασίου, άντί 222.150.000 δρχ.» (άριθ. συμβ. 14420/2.3.1927, του συμβολαιογράφου Άγ. Νικολάου Βογιατζή).

Σήμερον εις τόν ‘Άγιον Νικόλαον λειτουργούν: 2 Γυμνά­σια, 2 Λύκεια (Γενικόν καί Κλασσικόν), 4 Δημοτικά Σχο­λεία καί 5 Νηπιαγωγεία. Λειτουργοϋν επίσης Μουσική Σχολή (άπό τού έτους 1981), Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, εις τό Έκκλησ. Πνευματ. Κέντρον, Εκκλησιαστική Χορω­δία τού ί. Ναού τής Αγίας Τριάδος, ύπό τήν Δ/νση τού καθηγητού κ. Γεωργ. Συντυχάκη καί Δημοτική Φιλαρμονική, ύπό τήν Δ/νση τού Ίδιου.

Τό όνομά της ή πόλις, ‘Άγιος Νικόλαος, έλαβε «άπό τό παρακείμενο ομώνυμο λιμάνι»54, ή τό καί πιθανώτερον, άπό τό «μικρό έκκλησάκι»55, τό ευρισκόμενον επί τής ομωνύμου ή «άκρωτήρι» τοποθεσίας, βορείως τού ορμίσκου τού επονομαζόμενου «μανδράκι»56.

Διά τάς έκκλησίας τού Άγιου Νικολάου δεν γίνεται συγκεκριμένος λόγος, έκ των παλαιών ιστορικών, πλήν ύπό τού γάλλου γεωλόγου Β. Ρολέν, ό όποιος έπεσκέφθη τήν Κρήτην τώ 1845 καί έξέδωσε δίτομον βιβλίον διά τήν φυσι­κήν περιγραφήν τής νήσου. Αναφέρει, λοιπόν, ό έν λόγιο γεωλόγος, εις τό πολύτιμον σύγγραμμά του «Φυσική περι­γραφή τής Κρήτης»57, ότι νοτίως τού λιμένος τού Άγ. Νικολάου υπάρχουν «τέσσαρες έρειπωμέναι έκκλησίαι, πού χρησιμοποιούνται ώς άποθήκες χαρουπιών, πριν τά βαρκάρουν»58. Ποΐαι, όμως, είναι αί τέσσαρες έκκλησίαι, αί άναφερόμεναι υπό τού Ρολέν, δέν γνωρίζομεν. Επίσης, ή εκκλησία τού ‘Αγ. Νικολάου άναφέρεται μέ σχετικήν έπιγραφήν εις τόν χάρτην τού Basilicata.

Ό Gerola έπίσης, εις τό γνωστόν έργον του, άναφέρει διά τόν ναόν του ‘Αγ. Νικολάου: (Εις τό λιμάνι) = Υπολείμματα άρχαϊκών τοιχογραφιών εις τόν θόλον.

Τέλος, αΐ έκκλησίαι του ‘Αγίου Νικολάου, πλήν των: ‘Αγ. Δημητριού, Τιμ. Σταυρού καί ‘Αγ. Ιωάννου Προδρόμου, αί όποΐαι είναι μεταγενέστεροι, καί των συγχρόνων: ‘Αγ. Τριάδος, ‘Αγ. Χαραλάμπους, ‘Αγ. Άνδρέου, ‘Αγ. Γεωργίου, ‘Αγ. Ειρήνης καί τού ‘Αγίου Μύρωνος Πίσσηδων, τοποθετού­νται εις τήν δευτέραν λεγομένην βυζαντινήν περίοδον καί ανήκουν εις τόν τύπον των μονόκλιτων βασιλικών, κάλυπτομένων διά φαλακρών καμαρών, κατά τήν ανατολικήν παράδοσιν. Οί τοίχοι, έκτισμένοι έκ κοινής τοιχοποιίας, στερούνται πλαστικότητος, έχουν έλάχιστον φωτισμόν, εν ή δύο παράθυρα, τά όποια μόλις φωτίζουν τό έσωτερικόν καί με εν ή δύο ένισχυτικά τόξα (σφενδόνια). Μοναδικήν έξαίρεσιν άποτελεΐ ό ναός τού ‘Αγ. Νικολάου, ό όποιος ανήκει εις τόν τύπον τής βασιλικής μετά τρούλλου.

Επίσης, τήν 23ην Φεβρουάριου 1992, έθεμελιώθη ναΐδιον εις τόν περίβολον τού Γεν. Νοσοκομείου ‘Αγίου Νικολάου, ύπό τού Σεβασμ. Μητροπολ. Πέτρας κ. Νεκταρίου, έπ’ όνόματι τών ‘Αγίων ’Αναργύρων. Τήν δαπάνην άνοικοδομήσεως καί έξοπλισμού αυτού άνέλαβεν έξ ολοκλήρου ή κ. Ευαγγελία Βαρκαράκη, τό γένος Ίωάν. Άλεξάκη, εις μνή­μην τού συζύγου αυτής Ίωάννου Έμμαν. Βαρκαράκη59.

Το κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο, Σύντομος ιστορία πόλεως Αγίου Νικολάου και των εκκλησιών αυτής 1994.  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η ιστορία του Αγίου Νικολάου πρωτεύουσας πόλης του Νομού Λασιθίου.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!