Ιωάννης Καποδίστριας, η αρχή και το τέλος.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ή έκλογή του κυβερνήτου ύπό των Ελλήνων

‘Όταν, τον ’Απρίλιον του 1827, ή ’Εθνική Συνέλευσις τής Τροιζήνος εξέλεξε τον Ίωάννην Καποδίστριαν ώς κυβερνήτην τής Ελλάδος, ή κατάστασις του άγωνιζομένου έθνους ήτο κάτι περισσότερον άπο τραγική. Αί φοβεραί θυσίαι και τά άπαράμιλλα μεγάλο υργήματα των άγωνιστών μας, έπί εξ χρόνια, εΐχον κινήσει τον θαυμασμόν ολου του κόσμου και εΐχον έξαναγκάσει. τάς μεγάλας εύρωπαϊκάς -Δυ­νάμεις εις μακράς διαπραγματεύσεις καί άλλεπάλληλα συνέδρια. Έν τούτοις οχι μόνον δέν εΐχεν άκόμη συγκροτηθή έλληνικον κράτος, άλλά καί ό κίνδυνος μιας πλήρους καί τελικής καταστροφής δέν άπεκλείετο όλως διόλου.

Ή πτώσις του Μεσολογγίου άντήχησεν εις την Εθνικήν Συνέλευσιν και γε­νικώς εις τάς τάξεις των άγωνιστών ώς μία τρομερή βόμβα γενικού ολέθρου. Άπό τά έξω τής Πελοποννήσου έδάφη τής άγωνιζομένης Ελλάδος έλάχιστα πλέον ήσαν ίσα δέν εΐχον άκόμη πέσει εις τήν έξουσίαν τού έχθροΰ. ’Αλλά καί εις τήν Πε­λοπόννησον ό Ίβραήμ εΐχεν έπιδράμει μέ τήν στρατιάν του, σπειρών παντού τον όλεθρόν καί τήν καταστροφήν καί άπειλών άπο τής μιας ήμέρας εις τήν άλλην νά καταλάβη τά ολίγα ύπολειπόμένα έλεύθερα έδάφη. Έτσι θά έσβηνεν όλοσχερώς καί την τελευταίαν φλόγα τής έλληνικής έλευθερίας.

Αύτο άλλωστε ήτο το σχέδιον τού Ίβραήμ σύμφωνα μέ τάς έντολάς πού είχε λάβει άπο τον σουλτάνον: Μέ κεραυνοβόλον δράσιν νά καταστείλη καί τάς τελευ­ταίας εστίας τής Έλληνικής Έπαναστάσεως εις τήν Πελοπόννησον καί τάς νήσους. Είχε μάλιστα σκοπόν νά μεταφέρη τον ύπολειπόμενον έλληνικον πληθυσμόν εις τήν ’Αφρικήν, ώστε νά δημιουργήση μίαν νέαν πραγματικήν κατάστασιν. Καί όταν πλέον δέν θά ύπήρχεν άγωνιζομένη Ελλάς, όταν θά είχε σβεσθή καί ό τελευταίος λύχνος έλληνικής έλευθερίας καί δέν θά ύπήρχον καν ‘Έλληνες εις τά αίματόβρεκτα αύτά έδάφη, αί εύρωπαι’καί Δυνάμεις, ένώπιον των τετελεσμένων γεγονότων, ας συζητούσαν όσον ήθελαν περί ίδρύσεως έλληνικοΰ κράτους!

Ή τραγική αύτή κατάστασις έκαμε τούς άγωνιστάς νά έννοήσουν έπί τέλους, ότι διά τήν σωτηρίαν των πριν άπ’ όλα έχρειάζετο νά καταπνίξουν τά άδελφοκτόνα πάθη, νά καταπαύσουν τον έμφύλιον σπαραγμόν, ώστε νά δυνηθούν νά συνενώσουν ολας τάς ύπολειπομένας δυνάμεις των διά τήν ύστάτην προσπάθειαν. Άλλ’ έκεινο πού έχρειάζετο ύπέρ παν άλλο, διά νά σωθή ό διατρέχων θανάσιμον άγωνίαν Ελλη­νισμός, ήτο νά παύση ή πολυαρχία. Το έθνος είχε προ παντός άλλου άνάγκην νά «κυβερνηθή».

Ή έκλογή ήγεμόνος άπο κάποιον βασιλικόν οίκον τής Εύρώπης, όπως είλικρινώς έποθοΰσαν όλοι γενικώς, άνεξαρτήτως τάξεως ή κόμματος, καθυστερούσε κατά τρό­πον έκνευριστικόν. Αί εύρωπαι’καί Δυνάμεις, άπο τάς όποιας καί μόνον έξηρτατο ή έκλογή, δέν κατώρθωνον νά συμφωνήσουν εις έν πρόσωπον, μέ τήν έκλογήν τού οποίου ή καθεμία των θά έξουδετέρωνε τήν άποκλειστικήν έπίδρασιν άλλων καί θά έπροστάτευε τά συμφέροντά της εις τον τόσον ζωτικόν αύτόν χώρον τής άνατολικής Μεσογείου*. ’Άλλωστε και μία επιτυχής εκλογή ήγεμόνος έξηρτάτο. κατά μεγάλο ποσοστόν, από τήν έντύπωσιν πού θα έκαμναν οί Έλληνες εις τήν Εύρώπην. ‘Έπρεπε, δηλαδή, τελικώς νά άποδείξουν ότι δέν ήσαν συρφετός άντιμαχομένων φατριών, όπως τούς παρίστανον οί εχθροί των εις τά συνέδρια, άλλα λαός αποφασισμένος νά ζήση μέ κυβέρνησιν καί νόμους, Ικανός νά συγκρότηση κράτος άξιον νά συμπερίληφθή εις τήν χορείαν των πολιτισμένων κρατών τής Εύρώπης.

Είχε λοιπόν ώριμάσει μεταξύ τών άγωνιστών ή ιδέα ότι, έστω καί προσωρινός, δηλαδή μέχρι τής έκλογής καί άφίξεως ήγεμόνος, έπρεπε νά κυβερνηθούν από κά­ποιαν ίσχυράν καί στιβαράν προσωπικότητα. ’Ήδη εις τήν Συνέλευσιν πολλοί πλη­ρεξούσιοι έβροντοφώνησαν άπεριφράστως, οτι έκεΐνο πού χρειάζεται τό έθνος ύπέρ παν άλλο διά τήν σωτηρίαν, ήτο «ή τού ένός άνδρός αρχή». Τό νόημα ήτο βαθύτερον καί ύπονοούσε μίαν κατάστασιν ανάγκης, εις τήν οποίαν όχι σπανίωε έφε­ραν τήν Ελλάδα ή πολυαρχία, αί άτομικαί φιλοδοξίαι, ο κομματισμόν καί τά πολι­τικά πάθη. Άλλ’ ήτο πάντως μία φράσις, ή οποία ύπενθύμιζε χαρακτηρισμόν του Θουκυδίδου διά τήν πλέον λαμπράν δημοκρατικήν έποχήν τής άνθρωπότητος, τήν εποχήν τών ’Αθηνών τού Περικλέους.

Ή προσωπικότης αύτή έπρεπε βεβαίως νά είναι Έλλην. ’Ώφειλεν όμως νά μή έχη άναμειχθή εις τάς τελευταίας άδελφοκτόνους διαμάχας. νά μή έχη φθαρή μέ προσωπικάς έριδας καί ίδιοτελή συμφέροντα. Μόνον έτσι θά ήτο δυνατόν νά γίνη σε­βαστή εις όλους. Διαφορετικά θά ήτο αδύνατον νά έπιβληθή καί μάλιστα μέ τήν επικρατούσαν τότε έξαψιν τών πνευμάτων. ’Άλλωστε καί διά μόνον τον λόγον αύτόν καμμία από τάς μεγάλας φυσιογνωμίας είτε έκ τών στρατηγών, είτε έκ τών πολιτικών τού Άγώνος ή άκόμη έκ τών παλαιών έπιφανών οικογενειών τού έθνους, δέν ειχεν επιτύχει νά παίξη πανελλήνιον ηγετικόν ρόλον κατά τήν διάρκειαν τής Έπαναστάσεως. Δέν ύπάρχει άμφιβολία ότι αρκετοί έξ αύτών άπέβλεψαν κατά διαστήματα εις τήν συγκέντρωσιν τής όλης έξουσίας εις χεΐράς των, είτε διά τών λαϊκών συνελεύσεων, είτε μέ ένα δυναμικόν παραμερισμόν τών αντιπάλων των. Άλλ’ όλοι άπό τά πράγματα έπείσθησαν οτι κανείς έξ αύτών δέν είχε το κύρος ούτε τήν ύλικήν δύναμιν διά τήν πανελλήνιον αύτήν έπιβολήν.

Έκτος τούτου, τό πρόσωπον πού θά έκυβερνούσε τήν Ελλάδα κατά τήν έποχήν αύτήν καί μέ μίαν όμόθυμον άπόφασιν τού έθνους έπρεπε νά έχη άναπτύξει πολιτι­κήν δραστηριότητα εις ορίζοντας εύρυτέρους άπό έκείνους τού έπαναστατημένου Ελληνισμού. Έπρεπε νά είναι διά τήν δράσίν του καί τάς άρετάς του γνωστός εις τούς εύρωπαϊκούς κύκλους καί νά έχη παγκόσμιον κύρος. Μόνον έν παρόμοιον πρόσωπον θά ήμπορούσε νά άναμειχθή εις τά εύρωπαϊκά διαβούλια καί νά έπηρεάση τάς άποφάσεις τών ισχυρών τής γής διά τάς τύχας τού εις θανάσιμον άκόμη άγωνίαν εύρισκομένου έθνους.

Χωρίς άμφιβολίαν, πρόσωπον τό όποιον νά συγκεντρώνη όλα αύτά τά προ­σόντα δέν ύπήρχεν άλλο άπό τον Ίωάννην Καποδίστριαν. Οί ‘Έλληνες έγνώριζον καλά τήν λαμπράν δράσιν του έπιφανούς ομογενούς των. ό όποιος ώς σύμβουλος τού τσάρου εις τά συνέδρια τής μεταναπολεοντείου έποχής καί ώς υπουργός έπειτα τών Εξωτερικών τής Ρωσίας, ειχεν άποκτήσει διεθνή φήμην. Άλλωστε εις τήν έπαναστατημένην Ελλάδα εύρίσκοντο μερικοί, οί όποιοι εΐχον γνωρίσει προσωπικώς τον Καποδίστριαν καί δέν έκουράζοντο νά εξυμνούν τάς άρετάς καί τάς ικανότητάς του.

‘Υπό τούς όρους αύτούς γενναται ή άπορία: Πώς οί Έλληνες δέν έσκέφθησαν νά χρησιμοποιήσουν τον ένδοξον συμπατριώτην των άπό τού πρώτου έτους τής Έπαναστάσεως, καί ιδίως άφ»’ ότου έπληροφορήθησαν ότι ειχεν άποσυρθή εις τήν Γενεύην; Πώς άφησαν νά περάσουν εξ χρόνια και να φθάσουν εις το χείλος τού βαράθρου, διά νά σκεφθούν ότι έπρεπε νά τούς κυβέρνηση ό Καποδίστριας; Άλλα ή άπορία αύτή λύεται πολύ εύκολα. Έν πρώτοις, κατά τά διαρρεύσαντα χρόνια ή τύχη τού έλευθέρου Ελληνισμού έξηρτάτο οχι τόσον άπο μίαν καλήν διοίκησιν ή μίαν λαμπράν διπλωματικήν δράσιν, όσον άπο τάς θυσίας και τά άνδραγαθήματα των άγωνιστών μας. ’Άν ό Καποδίστριας ήρχετο εις τήν Ελλάδα άπο τήν άρχήν τού Άγώνος, όχι μόνον δέν θά ήτο εις θέσιν νά άναπτύξη εύεργετικήν κυβερνη­τικήν δράσιν, άλλ’ είναι πιθανόν ότι θά παρεσύρετο εις τάς πολιτικοστρατιωτικάς διαμάχας καί δέν θά ή μπορούσε πλέον νά έπιβληθή. Τότε θά έχανε πολύ γρήγορα το γόητρόν του καί θά έγκατέλειπε τήν Ελλάδα χωρίς νά δυνηθή νά τής παράσχη άξιολόγους ύπηρεσίας. Ένώ το 1827, εις έποχήν πού εΐχεν ωριμάσει εις τήν Εύρώπην ή ιδέα τής ίδρύσεως ελληνικού κράτους καί οι Έλληνες έβιάζοντο νά δώ­σουν εις τον κόσμον μίαν εικόνα κρατικής συγκροτήσεως, ό Καποδίστριας έφαίνετο ως ό μόνος κατάλληλος νά άναλάβη το βαρύ έργον.

Ή άλήθεια είναι ότι ό Καποδίστριας έθεωρεΐτο ώς όργανον τής ρωσικής πολι­τικής, μέ τήν ένίσχυσιν καί μόνον τής όποιας θά ήδύνατο νά έξυπηρετήση τήν ύπόθεσιν τής ελληνικής έλευθερίας. Έ Ρωσία είχε τηρήσει άμφιταλαντευομένην πολιτικήν επί τού ελληνικού ζητήματος. eH άρνησίς της νά έπέμβη ένεργώς ύπέρ των άγωνιζομένων διά τήν ελευθερίαν των Ελλήνων, παρά τούς ενθουσια­σμούς καί τάς έλπίδας πού είχε σπείρει εις τάς ψυχάς των ή Φιλική Εταιρεία, είχε προκαλέσει γενικήν άπογοήτευσιν. ’Ιδίως άφ’ ότου έγνώσθησαν τά ρωσικά σχέδια περί ίδρύσεως ύποτελών ήγεμονιών καί οχι αύτοκυριάρχου ελληνικού κρά­τους, τό ρωσικόν γόητρον είχε γενικώς καταπέσει. Έχρειάσθη πολύς καιρός διά νά άποκτήσουν καί πάλιν οί ‘Έλληνες κάποιαν εμπιστοσύνην εις τήν ρωσικήν πολιτικήν.

Κατά τήν έποχήν αύτήν ή άγγλική καί ή γαλλική πολιτική άγρυπνούσαν δι’ ό,τι έγίνετο εις τήν έπαναστατημένην Ελλάδα καί έφρόντιζαν νά έξουδετερώσουν έγκαίρως κάθε αύξησιν τής ρωσικής έπιρροής. Ό Καποδίστριας, ύπουργος των Εξωτερικών τής Ρωσίας καί άπο είκοσιπενταετίας εις τήν ύπηρεσίαν τών τσάρων, ήτο φυσικόν νά μή έμπνέη εμπιστοσύνην. Ή κίνησις πού εΐχεν άρχίσει εις τήν Ελλάδα διά τήν υπό τής Εθνικής Συνελεύσεως έκλογήν του ώς κυβερνήτου έπροκαλοΰσε σοβαράς άνησυχίας. Δι’ αύτό εις τήν άρχήν έσημειώθη εκ μέρους τών ’Άγγλων καί τών Γάλλων άντίδρασις, τήν όποιαν δέν ήτο δυνατόν παρά νά ύπολογίσουν οί Έλληνες.

’Αλλά μετά το άγγλορωσικον πρωτόκολλον τού ’Απριλίου 1826 καί εις τάς παραμονάς τής τριμερούς συνθήκης τού Λονδίνου είχαν διασφαλισθή όλαι αί έπιρροαί καί εΐχεν άποσοβηθή ή χωριστή ρωσική έπέμβασις διά τό ελληνικόν ζήτημα. Καί τότε ήρχισε νά κάμπτεται ή άντίδρασις διά τήν έκλογήν τού Καποδιστρίου. Άλλωστε αί τρεις Δυνάμεις έσυζητοΰσαν τώρα διά τήν άνεύρεσιν ήγεμόνος άρεστοΰ καί εις τάς τρεις. Επομένως το ζήτημα έκλογής κυβερνήτου θά είχε καθαρώς προσωρινόν χαρακτήρα. Εις έποχήν δέ πού οί ’Άγγλοι έξησφάλιζαν καί ναύαρχον (Κόχραν) καί άρχιστράτηγον (Τσούρτς) ομοεθνείς των, καί οί Γάλλοι έφαίνοντο διατεθειμένοι νά άναλάβουν τήν άργότερα γενομένην έκστρατείαν τού Μαιζώνος, ή παρουσία τού Καποδιστρίου, θεωρουμένου οργάνου τής ρωσικής πολιτικής, έχανε μέγα μέρος τής σημασίας της.

Πρέπει έξ άλλου νά όμολογηθή ότι οί “Ελληνες έξεμεταλλεύθησαν τήν χαώδη κατάστασιν, εις τήν όποιαν εΐχον περιπέσει διά νά έξουδετερώσουν, κάθε άντίδρασιν ώς προς τήν έκλογήν τού Καποδιστρίου. Οί άντιπρόσωποι τών συμμάχων Δυνάμεων είχαν άντιληφθή ότι ή έπαναστατημένη Ελλάς, διά τήν όποιαν έσυζητοΰσαν ακόμη εις τό Λονδΐνον, εύρίσκετο πραγματικώς είς·τό χείλος τού βαράθρου. Οί αρχηγοί τών άγωνιστών, πού μόλις είχαν συμφιλιωθή, καί ιδίως ό Κολοκοτρώνης, ήγωνίσθησαν νά τούς πείσουν ότι άφού δέν ήτο δυνατόν νά σταλή άμέσως ήγεμών, άλλος τρόπος σωτηρίας δέν ύπήρχεν άπο την εκλογήν του Ίωάννου Καποδιστρίου ώς κυβερνήτου. Καί πράγματι, όταν ή Συνέλευσις τής Τροιζήνος, διά τού ψηφίσματος τής 11ης Απριλίου 1827, έξέλεξε τον Ίωάννην Καποδίστριαν κυβερνήτην τής Ελλάδος, δεν έξεδηλώθη καμμία δυσφορία έκ μέρους των δυτι­κών Δυνάμεων.

0 Καποδίστριας πρό της εκλογής του και τά ελληνικά του αισθήματα

Ό ’Ιωάννης Καποδίστριας είχε γεννηθή εις την Κέρκυραν το έτος 1766. Άνήκεν εις εύγενή καί εύπορον οικογένειαν, ή όποια είχε προ πολλών αιώνων μετοι­κήσει εις την Επτάνησον άπο την πόλιν Capo d’ 1st ria τής Ίστρίας. Είχε λάβει άνωτέραν μόρφωσιν εις ιταλικά πανεπιστήμια, όπου έσπούδασεν ιατρικήν, φιλοσο­φίαν. καί κλασσικήν φιλολογίαν. ‘Η έπάνοδός του εις τήν Κέρκυραν συνέπεσε μέ τά γεγονότα τής Γαλλικής Έπαναστάσεως, τά όποια είχαν ώς συνέπειαν τήν συν­τριβήν τής Βενετίας καί τήν έναλλαγήν ξένων κυριαρχιών εις τήν Επτάνησον.

Ό Καποδίστριας άναμιχθείς εις τήν πολιτικήν, εις τήν άρχήν ύπηρέτησεν ώς γραμματεύς τής Γερουσίας τής μικράς νεοσυσταθείσης ύπό τήν άγγλορωσικήν έγγύησιν επτανησιακής δημοκρατίας. ’Από τό 1802 είσήλθεν εις τήν ρωσικήν ύπηρεσίαν χρησιμοποιούμενος έπιτοπίως τήν προστάτιδα τής Έπτανήσου Δύναμιν διά διοικητικάς ύποθέσεις; Έξετιμήθησαν όμως τόσον γρήγορα τά προσόντα του, ώστε το 1804 έλαβεν άπο τον αύτοκράτορα τον τιμητικόν τίτλον συμβούλου έπί τών εξωτερικών ύποθέσεων.

Τό 1807 ή Ρωσία παρεχώρησεν τήν Επτάνησον εις τον Ναπολέοντα. Ό Καποδίστοιας, άρνηθείς ύπηρεσίαν εις τούς Γάλλους, έγκατέλειψε τήν πατρίδα του καί μετέβη εις τήν Πετρούπολιν. Ή φήμη του είχε προτρέξει καί ό τσάρος ’Αλέ­ξανδρος Α’, τού όποιου τήν εύνοιαν προσείλκυσεν άπο τής πρώτης συναντήσεως, έ’σπευσε νά τον χρησιμοποιήση εις ύπηρεσίας τού ύπουργείου Εξωτερικών. Μετά μικράν άποστολήν εις τήν πρεσβείαν τής Βιέννης, διωρίσθη πολιτικός καί δι­πλωματικός σύμβουλος τού ρωσικού στρατού, πού έμάχετο κατά τών Τούρκων εις τον Δούναβιν. ’Εκεί έδειξε σημαντικήν δραστηριότητα προς διαφώτισιν τού τσά­ρου έπί τών ζητημάτων τής Εγγύς ’Ανατολής, έλαβε δέ καί ένεργόν μέρος εις τάς διαπραγματεύσεις διά τήν κατά τό 1812 ρωσοτουρκικήν συνθήκην τού Βουκουρεστίου. Κατά τάς διαπραγματεύσεις αύτάς έγνώρισε καί συνεδέθη διά φιλίας μέ τον νεαρόν άκόμη διπλωματικόν ύπάλληλον Στράτφορδ Κάννιγκ, ό όποιος άργότερα ώς πρεσβευτής εις τήν Κωνσταντινούπολή έπαιξε τόσον σημαντικόν ρόλον διά τάς τύχας τών Ελλήνων.

’Αλλά τήν πανευρωπαϊκήν φήμην του ώς έπιφανούς διπλωμάτου ό Καποδίστριας έκέρδισεν εις άποστολάς τάς όποιας τού ένεπιστεύθη ό τσάρος εις τήν δυτικήν Εύρώπην, άφού τον άνεβίβασεν εις τό ΰψιστον άξίωμα τού ένεργοΰ συμβούλου έπί τών Εξωτερικών, κατά τήν πλέον τεταραγμένην έκείνην έποχήν τών τελευταίων έτών τής ναπολεόντειου αύτοκρατορίας. Τό 1814 έστάλη κατ’ εντολήν τού αύτοκράτορος τής Ρωσίας καί τών συμμάχων του εις τήν Ελβετίαν, διά νά όργανώση τήν ‘Ομο­σπονδίαν τών καντονίων. Έσημείωσε τόσην έπιτυχίαν εις τό έργον αύτό, τού οποίου τήν άναγνώρισιν έπέτυχε κατόπιν εις τά διεθνή συνέδρια, ώστε μέχρι σή­μερον τό ονομά του προφέρεται μέ σεβασμόν καί εύγνωμοσύνην άπο τούς Ελβε­τούς. Εις τό συνέδρων τής Βιέννης καί τά άλλα πού ήκολούθησαν τήν πτώσιν τού Ναπολέοντος έλαβεν ένεργόν μέρος ώς άντιπρόσωπος τής Ρωσίας καί έπαιξε σημαντικόν ρόλον εις τάς άποφάσεις πού έλήφθησαν διά τήν λύσιν τών εύρωπαϊκών προβλημάτων.

Ό. τσάρος ’Αλέξανδρος τον έθαύμαζεν ιδιαιτέρως διά τήν εύστροφίαν τού πνεύ­ματος, τήν βαθεϊαν γνώσιν τών εύρωπαϊκών ζητημάτων καί τήν οξυδέρκειαν μέ την οποίαν έστάθμιζε καί προέβλεπε τα γεγονότα. Εις τάς μυστικάς έκθέσεις, πού έστελλε συνεχώς εις τον τσάρον, έστηρίζετο κατά μέγα μέρος ή ρωσική πολιτική τής περιόδου αύτής. Διά τούς λόγους αύτούς εΐχε κινήσει τήν οργήν καί το μίσος πολλών πολιτικών τής Εύρώπης, άντιπάλων τής ρωσικής πολιτικής, καί ιδιαιτέρως του Μέττερνιχ. Άλλ’ αύτό δέν ήμπόδιζε νά θεωρήται ως ό διαπρεπέστεροι διπλω­μάτης τής Εύρώπης κατά τήν έποχήν αύτήν.

‘Η Ελληνική Έπανάστασις ευρε τον Ίωάννην Καποδίστριαν ύπουργόν τών ’Εξω­τερικών τής Ρωσίας. Είναι σήμερον άναμφισβήτητον ότι ο Καποδίστριας οχι μό­νον δέν συνετέλεσεν εις τήν έκρηξιν τής Έπαναστάσεως, άλλά τουναντίον έκαμε παν ό,τι του ήτο δυνατόν νά τήν άποσοβήση*. Ήρνήθη με άγανάκτησιν νά μετάσχη ή άλλως πως νά ένισχύση τήν Φιλικήν Εταιρείαν. Εις τούς άποστόλους της, όπως εις τον Ξάνθον πού έδοκίμασε νά τον μυήση, καί εις τον άπεσταλμένον τού ήγεμόνος τής Μάνης Καμαρηνόν, ώμίλησε μέ οργήν καί άποστροφήν διά τό παρασκευαζόμενον έργον. Δέν παρέλειψεν εύκαιρίαν διά νά μή έκθέση μέ τά έντονώτερα χρώματα τάς φοβεράς καταστροφάς, ϊσως τον συνολικόν όλεθρον πού άπειλοΰσε τό έθνος, αν έκινεΐτο εις έπανάστασιν κατά του κυριάρχου του.

Σήμερον ή στάσις αύτή τού μέλλοντος κυβερνήτου τής Ελλάδος δέν έκπλήσσει ούδέ καν σκανδαλίζει κανένα. Ό Καποδίστριας ήτο όσον κανείς άλλος ένήμερος τής τότε καταστάσεως εις όλην τήν Εύρώπην. ’Ήξευρεν ότι ή Εύρώπη τής ‘Ιεράς Συμμαχίας ήτο τρομοκρατημένη άπό τά φιλελεύθερα κινήματα καί άποφασισμένη άντί πάσης θυσίας νά συγκράτηση τά άπολυταρχικά καθεστώτα. Ή Εύρώπη αύτή οχι μόνον ένίσχυσιν δέν θά ήτο διατεθειμένη νά δώση εις τούς ‘Έλληνας, άλλά τουναν­τίον θά έξωργίζετο διά κάθε κίνημά των, καί δέν θά έόίσταζε νά συντελέση εις τήν έγκαιρον καταστολήν του. Ένώ δέ οί άπόστολοι τής Φιλικής Εταιρείας διέδιδαν πλαστώς ότι έχουν όπισθέν των τήν ρωσικήν δύναμιν, αύτός έγνώριζεν ότι ό τσά­ρος θά άπεδοκίμαζεν άδιστάκτως τήν Έπανάστασιν καί θά αδιαφορούσε διά τούς έπαναστάτας.

Ό Καποδίστριας λοιπόν δέν εΐχε καμμίαν άμφιβολίαν, ότι ή Ελληνική Έπανάστασις δέν εΐχε νά περιμένη καμμίαν άπό έξω βοήθειαν. Άλλά τότε πώς ήτο δυνατόν νά παροτρύνη τούς ‘Έλληνας εις έπανάστασιν; Πώς ήτο δυνατόν νά φαντασθή κανείς λογικώς οτι δράκες έπαναστατών μέ τά ολίγα έμπορικά καράβια τών νήσων καί μέ τά γιαταγάνια καί τά καριοφίλια τών κλεφτών, θά κατώρθωναν νά νικήσουν μίαν τρομεράν αύτοκρατορίαν, πού διέθετεν άνεξαντλήτους στρατούς καί στόλους; Καί δέν είναι φυσικώτερον νά σκεφθή ό γνωρίζων καλά τήν διεθνή κατάστασιν πολιτικός καί διπλωμάτης, τάς φοβεράς διά τό έθνος του συνέπειας σφαγής καί ολέθρου, όταν θά κατεπνίγετο ή έπανάστασις;

Βεβαίως ολαι αί περί τής έλευθερίας έπαναστάαεις τών λαών τύχουν κάτι τό τολμηρόν, τό παράλογον, τό ύπερφυσικόν. Πολλοί λαοί έχουν κερδίσει τήν έλευθερίαν των μέ έκπληκτικά κατορθούματα καί όχι μέ τήν τετραγωνικήν λογικήν τών διπλωματών, οί όποιοι συχνά πλανώνται εις παρόμοια ζητήματα. Καί περισ­σότερον άπό κάθε άλλο άπελευθερωτικόν κίνημα, ό άγων τού έθνους μας έχει τά στοιχεία ενός καταπληκτικού θαύματος. Οί ιστορικοί τής Εύρώπης τού 19ου αίώνος δεν κουράζονται νά εκφράζουν την έκπληξίν των πώς άπό μίαν σειράν άπιστεύτων μεγαλουργημάτων καί θυσιών τών Ελλήνων, άλλα καί σειράν μοιρολατρι­κών λαθών τής οθωμανικής αύτοκρατορίας, διετηρήθη ό άγων τής ελευθερίας μας έπί πέντε ολα χρόνια, έως ότου έκινήθη τό ένδιαφέρον τών εύρωπαικών δυνάμεων.

Πρέπει νά τιμώμεν καί νά δοξάζωμεν την μνήμην τών προγόνων μας άγωνιστών τού 1821, οί όποιοι μέ τάς τραγικάς θυσίας των καί τά καταπληκτικά των μεγάλουργήματα, άλλά καί μέ την ιστορικήν δύναμιν τών πεπρωμένων τού ελληνι­κού έθνους, συνετέλεσαν κάτι, τό όποιον κανείς άνθρώπινος νούς δέν ήτο Δυνατόν νά συλλάβη κατά την έποχήν εκείνην. Πρέπει νά εύλογώμεν τό όνομα τής θείας Προνοίας διά μίαν άλληλουχίαν γεγονότων, τά όποια μόνον ως θαύματα θά ήμποροΰσε κανείς νά χαρακτηρήση. Άλλ’ από τής άλλης πλευράς δέν ήμπορούμεν νά κατηγορήσω μεν τον Καποδίστριαν, διότι, ύπεύθυνος διπλωμάτης καί πολιτικός αύτός, δέν έστηρίχθη εις άδηλα μεγάλουργήματα καί εις πιθανά θαύματα τής θείας Προνοίας διά νά ένισχύση ένα άγώνα, τού όποιου ή άποτυχία έσήμαινε την καταστροφήν τού έλληνικού έθνους, δηλαδή τού ίδιου του έθνους.

Δέν ήμπορεΐ δέ κανείς νά ίσχυρισθή ότι ό Καποδίστριας δέν άγαπούσε τό έθνος του. Τουναντίον, έχομεν πολλάς άποδείξεις ότι δέν παρέλειψε ποτέ εύκαιρίαν πού νά μή δείξη τό ένδιαφέρον του. “Οταν ήτο σύμβουλος τής ρωσικής άντιπροσωπείας, ή όποια διεπραγματεύθη τήν ρωσοτουρκικήν συνθήκην τού Βουκουρεστίου, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας διά νά έξασφαλίση διοικητικά καί πολιτικά προνόμια εις τούς ύποδούλους ομοεθνείς του. Επειδή δέ ή Ρωσία, πιεζομένη καί άπό τήν ’Αγγλίαν, λόγω τής παρασκευαζομένης μεγάλης εκστρα­τείας τού Ναπολέοντος, ύπέγραψε τήν συνθήκην χωρίς νά λάβη ύπ’ οψιν τούς ρα­γιάδες ‘Έλληνας, ό Καποδίστριας δέν έδίστασε νά έκδηλώση τήν δυσφορίαν του καί νά προβή εις διαμαρτυρίας. Τότε ό τσάρος ήσθάνθη τήν άνάγκην νά δικαιολογηθή μέ τήν κρισιμότητα τής διεθνούς καταστάσεως καί νά ύποσχεθή ότι εις άλλην εύκαιρίαν δέν θά έλησμονούσε τούς ‘Έλληνας.

Εις τά συνέδρια τής δυτικής Εύρώπης καί κατά τάς ιδιαιτέρας συνομιλίας του μέ τούς έπιφανεστέρους πολιτικούς τής έποχής δέν παρέλειπε νά διεκτραγωδή τήν οίκτράν κατάστασιν τών ραγιάδων καί νά ζητή μέτρα προστασίας των. ‘Όταν δέ εις έν άπό τά συνέδρια αύτά ό Καποδίστριας έπρόφερε τήν λέξιν «‘Έλληνες», ό Μέττερνιχ άπήντησε μέ τήν πολύκροτον φράσιν: «Δέν ύπάρχουν, κύριε, ‘Έλληνες. ‘Υπάρχουν μόνον χριστιανοί ύπήκοοι τής Α. Μ. τού σουλτάνου». “Αλλωστε αύτός ήτο ό κυριώτερος, ίσως ό μόνος, λόγος, διά τον όποιον είχε ριζώσει άσπονδον μίσος εις τάς ψυχάς τών δύο αύτών έπιφανεστέρων διπλωματών τής τότε Εύρώ­πης. Ό Καποδίστριας έμισούσε τόν Μέττερνιχ καί δέν άφηνεν εύκαιρίαν νά μή έκφρασθή μέ άπέχθειαν περί αύτού, διότι αύτός ήτο ό κύριος μοχλός τής άντιδράσεως κατά πάσης προσπάθειας του ύπέρ τών ύποδούλων Ελλήνων. ’Αλλά καί ό Μέττερνιχ έμισούσε τον Καποδίστριαν, τον ύπενόμευε καί τον έσυκοφαντοΰσεν εις τούς ήγεμόνας ως «πρόσωπον συνωμοτικόν καί έπικίνδυνον διά τήν ήσυχίαν τής Εύρώπης», διότι έφοβείτο τά σχέδιά του έναντίον τής οθωμανικής αύτοκρατορίας.

Ό Καποδίστριας δέν έπαυεν εις μυστικάς έκθέσεις του καί ύπομ,νήματα προς τον αύτοκράτορα, άλλά καί κατά τάς ιδιαιτέρας συνομιλίας των, νά ζητή τήν έπέμβασίν του ύπέρ τών δυστυχών ομοεθνών του ή νά έπιδιώκη μέ μεγάλην έπιτηδειότητα νά στρέψη τήν ρωσικήν πολιτικήν προς πόλεμον κατά τής Τουρκίας. Έχουν σωθή πολλά άπό τά ύπομνήματα αύτά καί άποτελοΰν τό πλέον άδιάψευστον μαρ­τύρων τού πατριωτισμού του. Ό τσάρος οχι μόνον δέν δυσηρεστείτο, άλλά τον έβεβαίωνεν ότι τό εΰρισκε φυσικόν, άφού ήτο Έλλην, νά ένδιαφέρεται διά τούς ομοε­θνείς του. Εις παρόμοιας περιστάσεις δέν παρέλειπε νά προτάσση τήν διεθνή κατάστασιν καί νά τον διαβεβαιώνη, ότι θά ήρχετο εποχή πού θά έκαμνε πολλά διά τούς ομογενείς του.

’Ιδιαιτέρους ο Καποδίστριας έδείκνυε το ένδιαφέρον του διά την γενέτειραν Επτά νήσον, τής όποιας τάς τότε έναλλαγάς τυχών παρακολουθούσε μετά προσοχής Εις μάτην ήγωνίσθη, μετά την πτώσιν τού Ναπολέοντος, νά άποσοβήση την άγγλικήν κατοχήν και νά δημιουργήση πάλιν εστίαν ελληνικής έλευθερίας ύπύ την προστασίαν τής Ρωσίας. ‘Η άγγλική κατοχή ούδέποτε τού συνεχώρησε τήν άντίδρασιν αύτήν διά τήν κατοχήν τής Επτάνησου. Άλλ’ αύτό δεν ήμπόδισε τον Καποδίστριαν νά μεταβή εις τήν Κέρκυραν το έτος 1819, νά έλθη εις έπαφήν με τούς έκεΐ πρόσφυγας Σουλιώτας, Παργίους καί άρματωλούς καί νά άντιληφθή προσωπικώς τήν έπικρατούσαν έκει, άλλά καί εις τήν λοιπήν Ελλάδα, κατάστασιν. ‘Όταν ολίγον άργότερα έπεσκέφθη τό Λονδϊνον, δέν έδίστασε νά διαμαρτυρηθή έντόνως προς τούς επισήμους ’Άγγλους διά τάς καταπιέσεις των Έπτανησίων καί το τυραννικόν σύστημα τού Μαίτλανδ.

Ό Καποδίστριας, όσον ύψηλά καί αν άνήλθεν εις τήν Ρωσίαν, δέν έπαυσε νά εύρίσκεται εις στενήν έπαφήν μέ τούς ομογενείς του. ’Οπουδήποτε καί αν εύρίσκετο, τον έπισκέπτοντο καθημερινώς Έλληνες, οι όποιοι έζητοΰσαν τήν έπέμβασίν του ή συστάσεις εϊτε διά προσωπικάς εϊτε διά κοινοτικάς των ύποθέσεις. Συχνά ένίσχυεν άπορους ή δυστυχούντας άπό το προσωπικόν του βαλάντιον. ’Όταν έπε­σκέφθη τήν Κέρκυραν έδαπάνησεν όλα τά διαθέσιμα χρήματά του διά τούς έκεϊ πενομένους Σουλιώτας καί Γίαργίους πρόσφυγας. Διά τήν ϊδρυσιν σχολείων καί άλλων μορφωτικών ιδρυμάτων άνά τήν ύπόδουλον Ελλάδα δέν έδαπανούσε μόνον ό ίδιος, άλλά καί έζητοΰσε χρηματικήν ένίσχυσιν άπό πλουσίους ’Έλληνας καί Ρώσους, άκόμη δέ καί άπό αυτόν τον τσάρον.

’Όπως καί ο άργότερα μεγάλος πολέμιός του άπό τούς Παρισίους, ο ’Αδαμάντιος Κοραής, ο Καποδίστριας έπίστευεν ότι έπρεπε νά προηγηθή, καί χωρίς καμμίαν χρονοτριβήν, ή πνευματική άναγέννησις τού έθνους. Διότι μόνον έτσι τό ελληνικόν έθνος θά ήτο δυνατόν νά προχωρήση θαρραλέα καί ένσυνείδητα πρός τήν πολιτικήν του άποκατάστασιν. Δι’ αύτό, όταν ώμιλούσαν διά σχολεία, διά σπουδάς νεαρών ’Ελλήνων, δι’ έκδόσεις έλληνικών συγγραμμάτων κλπ., κατελαμβάνετο άπό ένθουσιασμόν καί ήτο πρόθυμος νά ένισχύση κάθε τοιαύτην προσπάθειαν. Είχε μάλιστα ιδρύσει εις τήν Πετρούπολιν ειδικόν ταμεϊον διά τήν λειτουργίαν έλληνικών σχο­λείων εις τήν ’Ελλάδα. ’Έστειλε χρήματα εις τον Μπέην τής Μάνης διά τήν ίδρυσιν σχολείου καί ύπήρξεν άπό τούς έμπνευστάς καί ίδρυτάς τής «Φιλομούσου Εται­ρείας» εις τάς ’Αθήνας.

Παρ’ όλην τήν άπροκάλυπτον δυσμένειάν του πρός τούς Φιλικούς καί τό έργον τής Φιλικής Εταιρείας, τό όποιον όχι μόνον δέν τον ένεθουσίαζεν, άλλά καί τον κατετρόμαζε, δέν έφθασε ποτέ μέχρι καταδιωκτικής ένεργείας. ’Όσα έμάνθανεν είτε άπό άκριτομυθίας εϊτε άπό έκείνους οί όποιοι τον έπεσκέπτοντο διά νά τού άναθέσουν τήν «ύπερτάτην άρχήν». όπως ο Ξάνθος, ο Μάνος κλπ., δέν έξήλθον ποτέ άπό τό στόμα του. Περιωρίζετο νά νουθετή, νά έπιπλήττη, νά έξορκίζη, νά περιγράφη τάς άπειλουμένας φοβεράς διά τό έθνος συνέπειας. ’Όταν όμως ο τσάρος έπληροφορεϊτο διά τών μυστικών ύπηρεσιών τά συνωμοτικά σχέδια τών Ελλήνων καί έφαίνετο διατεθειμένος, μέ τον συντηρητισμόν πού τον κατείχε, νά λάβη μέτρα, ο Καποδίστριας παρίστανεν όλα αύτά παιδαριώδη καί άνευ σημασίας.

Κατ’ αύτόν λοιπόν τον τρόπον χιλιάδες προσώπων, πραγματικοί συνωμόται, διέτρεχαν τό έδαφος τής πλέον άπολυταρχικής αύτοκρατορίας, παρασκευάζοντες μίαν άπό τάς πλέον φιλελευθέρας έπαναστάσεις τής ιστορίας, χωρίς νά ένοχληθούν άπό κανένα. Μόνον μίαν φοράν ο Καποδίστριας εύρέθη εις δραματικήν θέσιν. Ό νεαρός ένθουσιώδης, άλλ’ άσύνετος Γαλάτης, παρά τάς έπιπλήξεις καί συμβουλάς τού Καποδιστρίου, τον όποιον έπεσκέφθη διά νά τού έμπιστευθή τό μυστικόν τής Εταιρείας, προέβαινεν άπροκαλύπτως μέσα εις τήν ΙΙετρούπολιν εις συνωμοτικάς ένεργείας. Ή μυστική ρωσική άστυνομία, ή οποία παρηκολούθησε τον Γαλάτην. τον συνέλαβε, συγχρόνως δέν κατέσχεσεν εις το δωμάτιόν του λεπτομερώς διαφωτιστικά έγγραφα διά την Εταιρείαν, άκόμη και κατάλογον Φιλικών άνά την Τουρκίαν.

Ό τσάρος έξοργισθείς καί έπί πλέον έχων κατά την περίοδον αυτήν λόγους νά ύποχρεώση τον σουλτάνον, έξεδήλωσε την διάθεσιν νά στείλη ολον αύτόν τον φά­κελον τής ύποθέσεως καθώς καί τον Γαλάτην εις την Τουρκίαν. Ό Καποδίστριας έκυριαρχήθη ύπο άγωνίας, ή οποία προς στιγμήν έκλόνισε καί την ύγείαν του. Έφοβήθη, όχι άλόγως, ότι οι Τούρκοι κατέχοντες τά έπίσημα αύτά στοιχεία καί εξωθούμενοι άπδ τούς Αύστριακούς δέν θά έξώντούνον μόνον τούς ένεχομέ­νους, άλλά καί θά προέβαινον εις εύρείας καταδιώξεις κατά των Ελλήνων, διά νά εξαφανίσουν έγκαίρως κάθε συνωμοτικόν σπέρμα. Καί τότε έσπευσε με μίαν προ­σωπικήν έπιστολήν νά έκλιπαρήση άπο τον τσάρον νά άποσοβηθή κάθε ένέργεια. Ό τσάρος συγκινηθείς άπο τάς ικεσίας του πιστού καί πολυτίμου ύπουργοΰ του διέ­ταξε νά σκεπασθή όλη αύτή ή ύπόθεσις καί νά σταλή ό Γαλάτης ύπο έπιτήρησιν εις Μολδοβλαχίαν.

Άλλ’ έπί τέλους ήλθεν ή μοιραία ήμέρα τής έκ ρήξεως τής Έπαναστάσεως διά τής εισβολής τού ‘Υψηλάντου εις Μολδοβλαχίαν. Ό Καποδίστριας κατεταράχθη σκεπτόμενος πάντοτε τάς τραγικάς διά το έθνος συνέπειας. Λέγεται μάλιστα ότι καταληφθείς ύπο οργής έξέφρασε τήν μετάνοιαν του διότι δέν είχε λάβει μέτρα καί εις τήν Ρωσίαν καί διά των Ρώσων προξένων εις Τουρκίαν, (οι όποιοι, σημειωτέον, Έλληνες κατά το πλεϊστον το γένος, ήσαν μυημένοι!) διά νά συντρίψη έγκαίρως κάθε έπαναστατικήν ένέργειαν. Έν τούτοις, ή πολιτική οξυδέρκεια, ή όποια διέκρινε τον Καποδίστριαν, τον ώδήγησε εις απότομον στροφήν. Άντελήφθη ότι ή Ελληνική Έπανάστασις ήτο πλέον έν τετελεσμένον γεγονός καί ότι οι “Ελληνες δέν ήτο δυνατόν νά ύποχωρήσουν. Καμμία πλέον δύναμις δέν θά ήτο ικανή νά κάμη τούς ’Έλληνας νά αλλάξουν τήν άπόφασιν πού διεκήρυξαν προς τήν οικουμένην: έλευθερία ή θάνατος. Καί τώρα κάθει ένέργειά του θά έπρεπε νά στρέφεται προς τήν έλευθερίαν τού ύπέρ των όλων άγωνιζομένου Γένους καί όχι πρός έπάνοδον εις τήν έξευτελεστικήν άλλά καί έξολοθρευτικήν δουλείαν.

 Ό Καποδίστριας εύρίσκετο εις Λάι’μπαχ (Λιουμπλιάνα τής Σλοβενίας) μετά τού τσάρου, όταν έφθασεν έκεΐ το άγγελμα τής έκρήξεως τού έλληνικού άγώνος. ‘Η βα­ρεία έκείνη άτμόσφαιρα των συνηγμένων έκπροσώπων τού εύρωπαϊκού δεσποτισμού, πρός λήψιν μέτρων διά τήν κατάπνιξιν τού φιλελευθέρου κινήματος τής Νεαπόλεως, κάθε άλλο παρά εύνοϊκή ήμπορούσε νά είναι δι’ έν άλλο, άσυγκρίτως μεγαλυτέρας έκτάσεως καί σημασίας, έθνικόν άπελευθερωτικόν κίνημα.

Δέν έχρειάσθη νά παρέλθη καιρός διά νά άντιληφθή ό Καποδίστριας τι κακή σύμπτωσις ήτο νά εύρεθή ό τσάρος πλησίον τού Μέττερνιχ καί των άλλων άμειλίκτων έχθρών τής έλληνικής άπελευθερώσεως, τήν στιγμήν πού οί ’Έλληνες παρα­πλανημένοι άπο τάς άπατηλάς διαβεβαιώσεις των Φιλικών έπερίμεναν τό παν άπο τήν ρωσικήν ένίσχυσιν. Ιδίως ή περίφημος προκήρυξις τού ‘Υψηλάντου, εις τήν οποίαν έγίνετο λόγος περί «μεγάλης Δυνάμεως» παρά τό πλευρον των έπαναστατών καί ή έπιστολή του πρός τον αύτοκράτοοα έπροκάλεσαν κατάπληξιν καί άγανάκτησιν.

Ό τσάρος, προ παντός άλλου, εϊχεν άνάγκην νά άπαλλάξη τον εαυτόν του τής ύποψία ότι ένίσχυσε τήν έκρηξιν τού ελληνικού κινήματος ή άλλως πως διατελοΰσε έν γνώση των σχεδίων τού άρχηγού τής Έπαναστάσεως στρατηγού του. Διότι παρόμοιον πράγμα θά τον έξέθετεν ως άπιστον καί παραβιάζρντα κάθε συμφωνίαν μετά των συμμάχων του, θά καθίστα δέ άδύνατον τήν συνεργασίαν του μετά των λοιπών ηγεμόνων τής Εύρώπης. ’Έσπευσε λοιπόν νά καταδικάση τό κίνημα τού Ύψηλάντου καί νά άποβάλη άπο τάς τάξεις τού ρωσικού στρατού τον ένδοξον μονόχειρα στρατηγόν του. Καί ό Καποδίστριας μέ συντετριμμένην ψυχήν «κατεδικάσθη», όπως λέγει ό ίδιος εις μίαν σύγχρονον έπιστολήν του, νά συντάξη ύπο τήν ιδιότητα τού υπουργού των Εξωτερικών τής Ρωσίας τήν άπόφασιν τού τσάρου και νά στείλη επιστολήν εις τον αιόν του φίλον και αρχηγόν του άπελευθερωτικοΰ κινήματος των ομογενών του. Έξ άλλου το γεγονός ότι ή έπιστολή αύτή έστάλη μέσω Κωνσταντινουπόλεως, άπό όπου ήτο πολύ αμφίβολον αν θά έφθανε ποτέ εις την έπαναστατημένην Μολδοβλαχίαν, άποδεικνύει ότι μόνον σκοπόν είχε νά λάβη γνώσιν ο σουλτάνος των διαθέσεων τού τσάρου.

Έν τούτοις ο Καποδίστριας άπό τής ημέρας άκόμη έκείνης έφάνη ύπακούων εις την φωνήν τής συνειδήσεώς του ώς Έλλην. Εις το συνέδριον δέν έπτοήθη άπό τάς προσωπικάς άπειλάς τού Μέττερν»χ, ο όποιος έπροσπαθοΰσε νά τον παραστήση ύπεύθυνον τής καταστάσεως. Τουναντίον, έτόλμησε διά πρώτην φοράν και μέσα εις τον θολωμένον έκεΐνον ορίζοντα τού μαινομένου άπολυταρχισμού νά δή­λωσή ότι ή Έπανάστασις των Ελλήνων ήτο πλέον έν πραγματικόν γεγονός καί ότι, είτε ήθελαν είτε οχι, τού λοιπού θά έγίνετο λόγος περί Ελλήνων καί τής τύχης των. Κάτι περισσότερον: άπετόλμησε νά παρατηρήση ότι μέ τήν Έπανάστασιν των Ελλήνων κατελύθη διά παντός ή παλαιά εύρωπαϊκή τάξις, πράγμα τό όποιον έπροκάλεσε θύελλαν οργής των άντιπροσώπων τού εύρωπαϊκοΰ δεσποτισμοΰ.

Καί δέν ήτο μέν δυνατόν νά έπιτύχη μέσα εις παρομοίαν ατμόσφαιραν τίποτε τό θετικόν ύπέρ των Ελλήνων ο Καποδίστριας. Μέ τήν συνήθη όμως διπλωματικήν του δεξιοτεχνίαν κατόρθωσε νά άποσοβήση κάθε άνάληψιν ρητής ύποχρεώσεως έκ μέρους^τής Ρωσίας. ‘Όταν έγκατέλειψε το συνέδριον μαζί μέ τον τσάρον, ή Ρω­σία έμενε μέ έλευθέρας τάς χεΐρας. Καί αύτδ δέν έκινούσεν απλώς άνησυχίας με­ταξύ τών αντιπροσώπων τής Αύστρίας καί τής ’Αγγλίας, άλλά καί το μίσος κατά τού Καποδιστρίου, εις χείρας τού όποιου έμενε πάντοτε ή κατεύθυνσις τής ρωσι­κής πολιτικής.

Τά σχέδια τού Καποδιστρίου περί ένεργοΰ ρωσικής έπεμβάσεως έφαίνετο νά ύποβοηθή σημαντικώς ή άναγγελία τού άπαγχονισμοΰ τού πατριάρχου καί τών άλλων σφαγών καί καταδιώξεων τού ελληνικού στοιχείου. Ό τσάρος κατηγαί νακτισμένος, ύπολογίζων το δημόσιον, αίσθημα ύπέρ τών ορθοδόξων Έλλήνων καί μακράν τής έπιρροής τού Μέττερνιχ, έφαίνετο άποφασισμένος νά δείξη τήν πυγμήν του προς τον σουλτάνον. Ό “Ελλην ύπουργός του έπί τών Εξωτερικών εξώθησε τον τσάρον προς τήν άπειλητικήν διακοίνωσιν τής 16/28ης ’Ιουνίου καν τό έπακολουθήσαν τελεσίγραφον. Κατόπιν διά σειράς ύπομνημάτων καί έκθέσεων κατέβαλε άπεγνωσμένας προσπάθειας νά πείση τον αύτοκράτορα εις κεραυνοβόλον έπέμβασιν, πριν λάβουν τον καιρόν νά άντιδράσουν οί δυτικοί σύμμαχοί του. Άλλ’ ο τσάρος, άπολυταρχικός εις αισθήματα καί άσθενής τδν χαρακτήρα, έχων πάν­τοτε προ τών οφθαλμών το έπισειόμενον ύπο τού Μέττερνιχ φάσμα μιάς νέας γε­νικής άναστατώσεως τής Εύρώπης, έφοβείτο τήν μονομερή δράσιν. Είχε τήν αφέλειαν νά φαντάζεται ότι θά ήτο δυνατόν νά έπιτύχη τήν σύμπραξιν τών δυ­τικών συμμάχων του, ή τούλάχιστον τήν ήθικήν των ένίσχυσιν, εις “μίαν ένεργόν ύποστήριξιν τών ομοθρήσκων του Ελλήνων. Καί τήν άφέλειαν αύτήν ένίσχυον έπιτηδείωε οί εις τήν Πετρούπολιν άντιπρόσωποι τής Αύστρίας καί τής ’Αγγλίας, οί όποιοι δέν έδυσκολεύθησαν πολύ νά παρασύρουν προς τάς άπόψεις των καί τούς Ρώσους πολιτικούς, οί όποιοι έζηλοτυποΰσαν καί ύπενόμευον τδν Καποδίστριαν. ’Ήρχισε τότε μία δραματική πάλη μεταξύ τού Καποδιστρίου άφ’ ενός, τού Αύστριακού Μέττερνιχ καί τού ’Άγγλου Κάλστερηγ άφ’ έτέρου διά τήν έπίδρασιν έπί τών άποφάσεων τού τσάρου.

Μία άτυχής σύμπτωσις έπαναστατικής κινήσεως εις τήν Πολωνίαν, μέ τήν συνήθη διεξόγκωσιν τής σημασίας της άπό τον Μέττερνιχ, ώθησε τελικώς τον αύτοκράτορα Αλέξανδρον εις τήν άπόφασιν άπ’ εύθείας συνεννοήσεως μέ τον αύτοκράτορα τής Αύστρίας. Ό Καποδίστριας κατέβαλε άπεγνωσμένην προσπάθειαν νά πείση τον αύτοκράτορα νά μή μεταβή εις τήν Βιέννην. Έγνώριζε καλά ότι έκεί ο άσθενικδς καί διαρκώς κατε/όμενος άπό τό φάσμα τών έπαναστατικών άνατροπών τσάρος θά έπιπτεν οριστικώς εις τάς δολοπλοκίας τού καταχθονίου καγκελλαρίου τής Αυστρίας. ‘Όταν όμως ό αύτοκράτωρ έξεδήλωσε την άμετάτρεπτον άπόφασίν του νά μεταβή εις την Βιέννην, και ιδίως όταν διά τάς διαπραγματεύσεις αύτάς θά συνό­δευε τον αύτοκράτορα οχι αύτός, άλλ’ ό μυστικός συνεργάτης του Μέττερνιχ Τατίσσεφ, δέν είχε καμμίαν αμφιβολίαν ότι αί άπεγνωσμέναι ένέργειαί του διά την ένεργον ρωσικήν έπέμβασιν προς σωτηρίαν των Ελλήνων έναυάγησαν.

Έξ άλλου ή θέσις του Καποδιστρίου εις την ρωσικήν ύπηρεσίαν είχε καταστή δραματική. Ένω οι ομοεθνείς του άπέβλεπαν προς αύτον ώς προς σανίδα σωτη­ρίας, αύτός δέν ήτο πλέον εις θέσιν νά κάμη τίποτε ύπέρ αύτών. Καί καθ’ όν χρό­νον οί άμείλικτοι άντίπαλοί του θά έξετόξευον έναντίον του τά πλέον δηλητηριώδη βέλη, παριστάνοντες αύτόν ώς έπίβουλον ύπουργόν καί ώς έπικίνδυνον άνατροπέα τής εύρωπαϊκής τάξεως, οί συμπατριώταί του θά τον έφαντάζοντο ώς άπαρνητήν τής έθνικής του συνειδήσεως. Ό ίδιος εις εν ύπόμνημά του προς τον τσάρον έγραψε μετά παρρησίας: ((Ή νέα πολιτική, τήν όποιαν έγκαινιάζει ή Α.Μ., με οδηγεί εις τήν άνάγκην ή νά παραβώ τά προς τον ίδιον τον εαυτόν μου καθήκοντα τά οποία μου έπιβάλλει ή πατρίς, εις τήν όποιαν ούδέποτε έπαυσα νά άνήκω, ή νά παραβιάσω τά καθήκοντά μου ώς ύπουργοΰ τής Α.Μ.».

Ό τσάρος δέν έδυσκολεύθη νά άντιληφθή, ότι ύπο τούς όρους αύτούς ή παραμονή τού Καποδιστρίου εις τήν διεύθυνσιν τής εξωτερικής πολιτικής τής Ρωσίας ήτο άδύνατος. Ένω αύτός μετέβαινεν εις τήν Βιέννην διά νά συναντηθή μέ τον αύτοκρά­τορα τής Αύστρίας καί τον Μέττερνιχ, ό Καποδίστριας έγκατέλειπε τήν Ρωσίαν μέ πρόσχημα τά λουτρά, πράγματι δέ ύποχρεωθείς νά εγκατάλειψη όριστικώς τήν ενεργόν άσκησιν τού μεγάλου ύπουργήματος, τό οποίον κατείχεν εις τήν ρωσι­κήν αύτοκρατορίαν. Έγκατεστάθη άπό τού 1822 εις τήν Γενεύην τής Ελβετίας, όπου καί παρέμεινε μέχρι τού 1827. Δέν παρέμεινεν άλλωστε απαθής μάρτυς τού έκτυλισσομένου ελληνικού δράματος. Τουναντίον όλον αύτό τό πενταετές διάστημα έπέρασε μέ άδιακόπους καί παντοειδείς προσπάθειας διά νά κινήση τό ένδιαφέρον τής Εύρώπης ύπέρ τού έλληνικού άγώνος καί νά έλαφρώση τά άπερίγραπτα δεινά των άγωνιστών.

Ό Καποδίστριας διαμένων εϊς Γενεύην εύρίσκετο εις στενήν έπαφήν μέ πολ­λούς πολιτικούς καί στρατιωτικούς άρχηγούς τής Έπαναστάσεως, μετά τών οποίων ειχεν άλληλογραφίαν καί έπληροφορείτο λεπτομερώς παν ό,τι συνέβαινεν εις τήν Ελλάδα. Παρακολουθούσε άγρύπνως τάς μεταβαλλομένας διαθέσεις καί κατευ­θύνσεις τής ρωσικής πολιτικής διά τό ελληνικόν ζήτημα καί δέν έπαυε νά άπευθύνη ύπομνήματα εις τον τσάρον. Όλας τάς παλαιάς φιλίας μεταξύ τού πολιτικού κόσμου καί άλλων έπιφανών προσωπικοτήτων τής Εύρώπης έδοκίμαζε νά χρησιμοποιήση προς οφελος τού ελληνικού άγώνος. Ένίσχυσεν ιδίως τήν φιλελληνικήν κίνησιν καί παρότρυνε τά φιλελληνικά κομιτάτα εις άποστολάς ένισχύσεων προς τούς άγωνιστάς. Μεγάλας προσπάθειας κατέβαλε διά τήν περίθαλψιν τών ορφα­νών καί τών οικογενειών τών άγωνιστών καί έν γένει διά νά έλαφρώση τήν άπερίγραπτον δυστυχίαν τών πληθυσμών τής έπαναστατημένης Ελλάδος. ’Από τής πλευράς αύτής μεγάλως επηρέαζε τό ελβετικόν φιλελληνικόν κομιτάτον καί ιδίως τον στενόν φίλον του τραπεζίτην τής Γενεύης Έϋνάρδον, ό οποίος καταληφθείς ύπό άληθώς έξαισίου φιλελληνικοΰ πάθους έπραξε πολλά ύπέρ τού ελληνικού άγώ­νος καί τών άγωνιστών μας.

Ένέργειαι του Καποδιστρίου πριν φθάση εις τήν Ελλάδα

Καθ’ όν χρόνον ή Συνέλευσις τής Τροιζήνος έξέλεγε τον Καποδίστριαν κυβερνή­την τής Ελλάδος, αύτός έγκατέλειπε τήν Γενεύην διά νά έπιστρέψη εις τήν Πετρούπολιν. Ειχεν έν τώ μεταξύ άποθάνει ό τσάρος ’Αλέξανδρος καί ο άλλοτε πιστός ύπουργός του έξεδήλωσε τήν έπιθυμίαν νά μεταβή έκεί διά νά προσκυνήση τόν τά­φον του κραταιού φίλου καί προστάτου του. Έκ του γεγονότος όμως ότι προ της άναχωρήσεως έσπευσε νά ύποβάλη προς τον νέον τσάρον Νικόλαον, έν εί’δει αύτοβιογραφίας, λεπτομερές ύπόμνημα της έως τότε εις την ρωσικήν ύπηρεσίαν δράσεώς του, συνάγεται ή πρόθεσίς του νά έλθη εις άμεσον έπαφήν με τον νέον κυ­ρίαρχον των τυχών τής ρωσικής αύτοκρατορίας. ’Απέβλεπε νά έπανέλθη εις την ενεργόν ύπηρεσίαν τής Ρωσίας, ή ήθελε νά ένισχύση την θέσιν του διά την προσεχή ήγεσίαν τής Ελλάδος; “Οταν έγκατέλειπε την Γενεύην δεν έγνώριζε τίποτε διά την έκλογήν του ώς κυβερνήτου, διά την οποίαν έλαβεν άσαφεΐς τινας ειδήσεις μό­νον, όταν διήρχετο από τό Βερολινον. Πάντως δέν πρέπει νά λησμονήται, ότι ό Καποδίστριας εύρίσκετο εις στενήν έπαφήν μέ τούς άγωνιστάς καί παρακολουθούσε προσεκτικά τήν έξέλιξιν τής καταστάσεως εις τήν Ελλάδα. Πολιτικός όξύνους όπως αύτός, δέν ήτο δυνατόν παρά νά είναι βέβαιος ότι γρήγορα θά έκαλεΐτο νά κυβερνήση τό άναγεννώμενον έθνος του.

“Οταν ό Καποδίστριας έφθασεν εις τήν ΙΙετρούπολιν είχε γνωσθή έπισήμως ή εκλογή του ύπό τής Εθνικής Συνελεύσεως των Ελλήνων. ‘Η προσωπικότης του είχε πλέον άλλον χαρακτήρα όλως έξαιρετικής σημασίας διά τήν Ρωσίαν. Ό πα­λαιός ύπουργός των Εξωτερικών τού τσάρου θά έκυβερνούσε τον πρώτον άποκτώντα έλευθερίας όμόδοξον καί από αιώνων προστατευόμενον λαόν. Κάτι σημαντικώτερον : θά διηύθυνε τήν πολιτικήν ενός νέου κράτους, τό όποιον, όσον καί άν ήτο μικροσκοπικόν, κατεΐχεν ή διεκδικουσε δι’ έθνικούς καί ιστορικούς λόγους έδάφη, εις τά όποια έπαίζοντο άπό αιώνων ζωτικά συμφέροντα τής αύτοκρατορίας καί διεξήγετο ή ανταγωνιστική πάλη τών εύρωπαϊκών Δυνάμεων.

‘Ολόκληρος ή αύτοκρατορική οικογένεια έπεφύλαξε μεγάλας περιποιήσεις εις τον παλαιόν πιστόν θεράποντα καί τώρα αρχηγόν τού νέου ελληνικού κράτους. Ό τσάρος Νικόλαος τον έπεριποιήθη ιδιαιτέρως, έδέχθη τήν οριστικήν παραίτησίν του άπό τήν ρωσικήν ύπηρεσίαν καί τον διεβεβαίωσε διά τήν ένίσχυσίν του. Συγχρόνως τού έδωσε πολλάς συμβουλάς καί τού συνέστησε ιδιαιτέρως νά έπιμείνη όπως οί Έλ­ληνες άποδεχθούν τούς όρους τής εις τό Λονδΐνον συνομολογηθείσης ύπό τών τριών Δυνάμεων συνθήκης τής 24ης Ιουνίου (6ης Ιουλίου).

Δεδομένου ότι ή συνθήκη αύτή προέβλεπε τήν ϊδρυσιν ελληνικού κράτους ύποτελούς εις τήν Τουρκίαν, ό Καποδίστριας αργότερα κατηγορήθη, ότι πριν καλά καλά γίνη κυβερνήτης τής Ελλάδος, έπρόδιδε τά συμφέροντα τού έλληνικού έθνους. Έλεγον, δηλαδή, οί αντίπαλοί του, ότι αντί νά ύποστηρίξη άμέσως τήν ϊδρυσιν αύτοκυριάρχου κράτους, προσεχώρησεν εις τον όρον τής ύποτελείας, διότι ή δημιουρ­γία άδυνάτου καί ύποτελούς κράτους προϋπέθετε τήν ανάγκην τής ρωσικής προσ­τασίας καί επομένως έξυπηρετούσε τά ρωσικά συμφέροντα.

’Ανεξαρτήτως τού ότι ό Καποδίστριας δέν άνέλαβε καμμίαν ρητήν καί προ πάντων έγγραφον ύποχρέωσιν, πλήν άσαφών τινων διαβεβαιώσεών του εις έν ύπόμνημα, ή δραματική κατάστασις τού έπαναστατημένου Ελληνισμού κατά τάς στιγμάς έκείνας έπέβαλε τήν αποδοχήν τών όρων τής συνθήκης. Διότι μόνον έτσι θά ήτο δυ­νατόν νά έξασφαλισθή ή ένίσχυσις τών Δυνάμεων καί προ πάντων ή ένεργός των ύποστήριξις εις έποχήν, κατά τήν όποιαν ό Ίβραήμ ήτο άκόμη κύριος τών περισσο­τέρων έδαφών τού μελλοντικού κράτους. Αί κατηγορίαι άνεφάνησαν άργότερον άπό τήν άντιπολίτευσιν καί επί νέας πλέον καταστάσεως πραγμάτων. ’Αλλά κατά τήν έποχήν έκείνην οχι οί “Ελληνες, άλλ’ ό σουλτάνος έφαίνετο άκαμπτοι εις άρνησιν τών άποφάσεων τών συμμάχων. Οί “Ελληνες έδέχοντο τούς όρους τής συνθήκης καί άφηνον τήν άρνησιν εις τούς Τούρκους, πράγμα τό όποιον θά ώδηγούσε πιθα­νόν εις εύρωπαϊκήν ρήξιν. Κατ’ αύτόν τον τρόπον τίποτε δέν είχαν νά χάσουν καί πολλά ήλπιζον νά κερδίσουν. Σημειωτέον ότι ό Καποδίστριας δέν παρέλειψε νά ζητήση καί οικονομικήν άκόμη ένίσχυσίν τής Ελλάδος διά τήν νομιμόφρονα αύτήν στάσιν της.

Κατά τήν δίμηνον εις. τήν Πετρούπολιν παραμονήν του, ό Καποδίστριας κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας διά νά έξεύρη χρήματα διά την άμεσον βοήθειαν των Ελλή­νων καί την έπούλωσιν των φοβερών πληγών των. Επέτυχε νά λάβη 200 χιλιά­δας φράγκα, πού έμεναν έκεϊ άδιάθετα διά την ένίσχυσιν τών σχολείων τών Ίωαννίνων, καθώς και 400 χιλιάδας ρούβλια, τά οποία ειχον συγκεντρωθή άπό συνεισ­φοράς φιλάνθρωπων διά την άπολύτρωσιν αιχμαλώτων. Καί άπό το πενιχρόν ιδιαί­τερον ταμεΐόν του έστειλεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν 50 χιλιάδας φράγκα διά την θεραπείαν άμεσων άναγκών. Συγχρόνως έγραψε προς όλους τούς εις την Εύρώπην φίλους του καί ιδίως τον άκούραστον εις φιλελληνικήν δράσιν Έϋνάρδον, νά ρίψουν όλας τάς προσπάθειας των εις την συνομολόγησιν δανείου χάριν τής Ελλά­δος. Κατόπιν έλαβε τον μακρόν, μέσω τής δυτικής Εύρώπης, δρόμον τής μεταβάσεως εις την Ελλάδα.

Εις το Βερολϊνον δέν έπεχείρησε μεγάλα πράγματα, διότι ή πρωσσική κυβέρνησις «έννοούσε νά μείνη έξω πάσης άναμίξεως εις το ελληνικόν ζήτημα. Μεγάλας έλπίδας έστήριζεν εις τάς προσωπικάς έπαφάς πού θά εΐχεν εις την ’Αγγλίαν. Εΐχεν όμως το άτύχημα νά φθάση εις το Λονδΐνον όλίγας ημέρας μετά τον θάνατον του πρωθυπουργού Γεωργίου Κάννιγκ, ο όποιος τόσον θερμόν είχε δείξει κατά τά τε­λευταία έτη ένδιαφέρον διά τον ελληνικόν άγώνα.

Ή νέα άγγλική κυβέρνησις άπορροφημένη εις άλλα, σοβαρά άγγλικά προβλήματα δέν έφαίνετο διατεθειμένη νά επίδειξη ιδιαίτερον ένδιαφέρον διά την Ελλάδα. Επι­πλέον δέν έφαίνετο διατεθειμένη νά συνεργασθή με τούς Ρώσους στενώς όσον ό Κάννιγκ, ό δέ νέος κυβερνήτης τής Ελλάδος, άλλοτε υπουργός τών Εξωτερικών τών τσάρων, ένεφανίζετο ώς οργανον τής ρωσικής πολιτικής.

Ό Καποδίστριας μετά δυσκολίας έπέτυχεν έπαφάς τινας άνευ ούσιαστικοΰ άποτελέσματος> καί αύτός δέ ό βασιλεύς τής ’Αγγλίας Γεώργιος Δ’, συντηρητικός μέχρι μανίας καί άπεχθανόμενος τον Καποδίστριαν ώς «έπαναστατικόν άνθρωπον», τον έδέχθη σκαιώς, χωρίς καν νά καταδεχθή νά συνομιλήση μαζί του. Πάντως πριν έγκαταλείψη τό Λονδΐνον είχε την ικανοποίησιν ότι, μετά πολλούς δισταγμούς, ή νέα άγγλική κυβέρνησις έπεκύρωσε τήν περί Ελλάδος συνθήκην.

Ό Καποδίστριας, άφοΰ άπέστειλε σειράν ύπομνημάτων εις τούς ’Άγγλους κυβερνήτας καί τούς πρέσβεις τών συμμάχων Δυνάμεων έπί τού ελληνικού ζητήματος καί κατέβαλεν ίδιωτικάς προσπάθειας διά τήν έξεύρεσιν δανείου, μετέβη εις Παρισίους. Έκεΐ τουλάχιστον τού έπεφυλάχθη θερμή ύποδοχή, διότι ο φιλελληνισμός είχε κυριαρχήσει εις τήν κοινήν γνώμην, ο δέ βασιλεύς τής Γαλλίας Κάρολος συνεμερίζετο καί αύτός τά φιλελληνικά φρονήματα τών Γάλλων.

Κατά τήν διαμονήν του εις Παρισίους ο Καποδίστριας έπληροφορήθη τήν συγκέντρωσιν τού τουρκοαιγυπτιακού στόλου εις Ναυαρΐνον καί τάς νέας έπιδρομάς τού Ίβραήμ άνά τήν Πελοπόννησον, παρά τάς άποφάσεις τών συμμάχων. Τότε μέ νέα ύπομνήματα, πού άπηύθυνε προς τήν γαλλικήν κυβέρνησιν καί τούς συμμάχους πρεσβευτάς, περιέγραψε τήν τραγικότητα τής καταστάσεως καί έξώρκισε νά ληφθοΰν άμέσως δραστήρια μέτρα προς σεβασμόν τών άποφάσεων τού Λονδίνου καί σωτηρίαν τών Ελλήνων. Ή Ελλάς, έγραφε μεταξύ τών άλλων, είχε δώσει τήν συγκατάθεσίν της εις τούς όρους τής συνθήκης τού Λονδίνου. Επομένως ή διά τής συνθήκης αύτής ,προβλεπομένη προστασία εΐχεν άρχίσει καί έπρεπε νά τεθή έμπράκτως εις έφαρμογήν. Ή ναυμαχία τού Ναυαρίνου δέν άπεΐχε πολύ.

’Αφού συνεζήτησε μετά πολλών έπιφανών Γάλλων φιλελλήνων καί κατέβαλε νέας προσπάθειας διά τήν έξεύρεσιν δανείου, ο Καποδίστριας μετέβη διά μίαν άκόμη φοράν εις τήν Γενεύην, διά νά συναντήση τούς φίλους του Ελβετούς φιλέ)νλη,νας.

Άπό έκεΐ μετέβη εις τήν Αγκώνα τής ’Ιταλίας διά νά έπιβή τού πλοίους τό όποιον θά τον μετέφερεν εις τήν Ελλάδα. Αλλά τό πλοΐον, λόγω τρικυμία εις τήν Άδριατικήν, καθυστέρησε καί ο Καποδίστριας ήναγκάσθη νά παραμείνη έκεΐ περί τάς τεσσαράκοντα ημέρας. Τό μακρόν αύτόν χρονικόν διάστημα δέν άφησε νά περάση άπρακτόν.

Διερχόμενος άπδ τδ Τουρϊνον εΐχε πληροφορηθή την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου καί ήδύνατο πλέον νά προχωρήση μέ θετικωτέρας βάσεις διά το μέλλον τού ελλη­νικού κράτους. Συνέχισε άπδ την ’Αγκώνα την άλληλογραφίαν και τάς συνεννοή­σεις διά τά έθνικά καί οικονομικά ζητήματα τής Ελλάδος. ‘Όταν διήλθεν άπό την Γενεύην, άνέθεσεν εις τδν έπιφανή Ελβετόν νομομαθή Βερνέ την σύνταξιν άστικού καί ποινικού νόμου διά την Ελλάδα καθώς καί τραπεζιτικού καί έμπορικού νόμου. ’Ήδη έμελετοΰσε μέ προσοχήν την έν Έλλάδι κατάστασιν, ώστε μόλις θά έφθανεν έκεϊ, νά λάβη τά επιβαλλόμενα μέτρα χωρίς καμμίαν χρονοτριβήν.

Υπολογίζεται ότι κατά την περίοδον τής άναμονής του εις την ’Αγκώνα έγραψεν άνω τών εκατόν έπιστολάς προς την ελληνικήν κυβέρνησιν, πρδς “Ελληνας πολιτι­κούς καί στρατιωτικούς άρχηγούς, προς έπισήμους Εύρωπαίους καί προς έπιφανεϊς φιλέλληνας φίλους του. Συγχρόνως ό άκούραστος αύτδς άνθρωπος εύρίσκετο εις στενήν έπαφήν μέ τάς έλληνικάς κοινότητας τού εξωτερικού, τάς όποιας προέτρεπεν εις δωρεάς ύπέρ τού άγώνος, έπληροφορεΐτο δέ διά τήν τύχην τών εις τήν Επτάνησον ή εις το έξωτερικόν δυστυχούντων προσφύγων τής Έπαναστάσεως, πρός τούς οποίους καί έστελλε βοηθήματα. ’Ιδιαιτέρως ένδιεφέρθη διά τήν τότε πολυ­πληθή ελληνικήν κοινότητα τής Άγκώνος, έβοήθησεν εις τήν έκεΐ ιδρυσιν ελληνικού σχολείου καί δι’ έπιστολής πρδς τον πάπαν (εις τον όποιον άνήκεν ή περιφέρεια αύτή) έξελιπάρησε τήν προστασίαν καί περίθαλψιν πολλών ελληνικών οικογενειών πού ειχον ζητήσει έκεϊ άσυλον.

Έπί τέλους τήν 17/29ην Δεκεμβρίου 1827 έφθασεν εις τήν ’Αγκώνα το άγγλικόν πλοϊον, το όποιον τον ώδήγησε οχι κατ’ εύθεϊαν εις τήν Ελλάδα, άλλ’ εις τήν Μάλταν. Διότι έν τώ μεταξύ ή άγγλική κυβέρνησις, ή όποια έν τούτοις τού εΐχεν έπιφυλάξει τόσον ψυχράν ύποδοχήν κατά τήν δίοδόν του άπό το Λονδϊνον, εΐχε λάβει τήν άπόφασιν νά δώση κάποιον πανηγυρικόν χαρακτήρα εις τήν έγκαθίδρυσιν τού κυβερνήτου τού νέου κράτους. ‘Ως λόγος τής αιφνίδιας αύτής άποφάσεως τής δι’ άγγλικοΰ πολεμικού μεταφοράς τού κυβερνήτου έφέρετο ή πρόθεσις τής άγγλικής κυβερνήσεως νά παρεμποδίση τήν άποβίβασίν του εις τήν Κέρκυραν. Πράγματι, ό Καποδίστριας εΐχε ζητήσει άπό τήν άγγλικήν κυβέρνησιν τήν άδειαν, πριν φθάση εις τήν Ελλάδα, νά μείνη όλίγας ήμέρας εις τήν Κέρκυραν διά νά τακτοποιήση οίκογενειακάς του ύποθέσεις. ’Αλλ’ ή χορήγησις τής άδειας άνεβάλλετο, διότι οί Άγγλοι έφοβούντο μήπως οι Έπτανήσιοι μέ τήν εύκαιρίαν αύτήν προβοΰν εις έκδηλώσεις ύπέρ τής ένώσεως.

Πάντως όμόθυμος ήτο ή έπιθυμία τών τριών συμμάχων Δυνάμεων νά γίνη ή έγκαθίδρυσις τού κυβερνήτου εις το ύπό τήν προστασίαν των ελληνικόν κράτος κατά πανηγυρικόν τρόπον, αύξάνοντα εις τά μάτια τών Ελλήνων, οί όποιοι τον έξέλεξαν αύθορμήτως, καί τήν σημασίαν τού ένδιαφέροντός των διά τον άναγεννώμενον Ελληνισμόν. Δι’ αύτό το άγγλικόν πολεμικόν, έπί τού οποίου έπεβιβάσθη ό κυ­βερνήτης, συνώδευσεν άπό τήν Μάλταν καί ρωσικόν πολεμικόν. “Οταν δέ έ’φθασαν εις τά ελληνικά ύδατα, προσετέθη καί γαλλικόν πολεμικόν.

Ή προσωπική αρχή τού κυβερνήτου

Έπί τέλους, τήν 6/18ην ’Ιανουάριου 1828 έ’φθασεν εις τδ Ναύπλιον ό ως άληθινός μεσσίας άναμενόμενος άπό τον έλληνικόν λαόν κυβερνήτης. ’Αφού προέβη εις συνεννοήσεις μέ τούς έκεΐ πολιτικούς καί στρατιωτικούς άρχηγούς, μετά πέντε ήμέ­ρας μετέβη εις τήν Αίγιναν, ή όποια τελευταίως, λόγω τών εις το Ναύπλιον άντιμαχομένων μερίδων, έχρησίμευεν ως προσωρινή πρωτεύουσα τής Ελλάδος. Τά συμμαχικά πολεμικά έχαιρέτισαν διά κανονιοβολισμών τήν άπόβασίν του. Ή έληνική σημαία διά πρώτην φοράν έχαιρετίσθη διά κανονιοβολισμών υπό τών στό­χων τών τριών συμμάχων Δυνάμεων»

0 ελληνικός λαός, πού έπί έννέα άπό τής εκλογής μήνας άνέμενε τον Ίωάννην Καποδίστριαν μέ άνέκφραστον άγωνίαν, τον ύπεδέχθη μέ δάκρυα χαράς και ένθουσιασμοΰ. ‘Όλοι οι ‘Έλληνες, άνεξαρτήτως τάξεως καί καταστάσεως, έχαιρέτισαν την άφιξίν του ώς λύτρωσιν άπό τα δεινά των καί άπαρχήν μιας περιόδου εύτυχίας καί προόδου διά την Ελλάδα. Ή τριμελής «Άντικυβερνητική έπιτροπή», ή οποία κατ’ έντολήν τής Συνελεύσεως τής Τροιζήνος είχε την προσωρινήν διοί­κησήν, του παρέδωσεν άμέσως κάθε έξουσίαν, όπως καί ή Βουλή. Οι άντιμαχόμενοι στρατιωτικοί παρέδωσαν τά όπλα, έθεσαν εις τήν διάθεσίν του όλας τάς δυνάμεις των καί του έστειλαν τάς κλείδας των φρουρίων. Πολιτικοί, προύχοντες, στρατηγοί, ναύαρχοι, όλοι όσοι άσκοΰσαν έως τότε έπιρροήν καί είχαν καλυφθή μέ δόξαν διά τά μεγαλουργήματά των καί τάς θυσίας των χάριν τής έλευθερίας τής Ελλάδος, έκλιναν τό γόνυ τής ύπακοής εις τάς θελήσεις του. Ό Σπ. Τρικούπης, ό Φιλήμων, ό Σπηλιάδης, ό Κολοκοτρώνης καί οι άλλοι άπομνημονευματογράφοι καί σύγχρονοι ιστορικοί του Άγώνος, ομιλούν μέ θαυμασμόν διά τήν μαγικήν δύναμιν, τήν οποίαν ήσκησεν ή άφιξις τού κυβερνήτου προς άποτατάστασιν τάξεως καί ήσυχίας.

Άλλ’ άς άκούσωμεν καλύτερα ένα ξένον αύτόπτην μάρτυρα καί άργότερα άμείλικτον πολέμιον τού Καποδιστρίου, τον Βαυαρόν φιλέλληνα καθηγητήν Φρειδερίκον Θείρσιον, ό όποιος περιγράφει ώς έξής τήν άφιξιν τού κυβερνήτου:

«’Όταν ό Καποδίστριας έφθασεν εις τήν Ελλάδα, ή χώρα έμαστίζετο άπό τήν δυστυχίαν, πού έφερεν ό πόλεμος, καί τήν άναρχίαν. ‘Όλοι οι στρατιωτικοί άρχηγοί, οι προύχοντες καί προεστοί, οι στρατιώται καί οι ναύται, οί λόγιοι, οι έμποροι καί οί χωρικοί, όλος άνεξαιρέτως ό λαός, τον έπερίμεναν ώς τον μόνον άνθρωπον πού θά ήμπορούσε νά σώση τήν πατρίδα των. ‘Όλοι έφάνησαν πρόθυμοι νά ύποταχθοΰν εις τάς θελήσεις του καί νά ύπακούσουν εις τάς διαταγάς του. ‘Η άπόφασις αύτή ενός ολοκλήρου λαού, ό όποιος δέν έποθοΰσε παρά ήσυχίαν καί τάξιν, έξηγεϊ τήν έκπληκτικήν μεταβολήν, ή όποια συνετελέσθη εις ολόκληρον τήν χώραν μόλις ένεφανίσθη ό κυβερνήτης. Ό έμφύλιος πόλεμος έπαυσε παντού άπό τής πρώτης ήμέρας καί ό Θεόδωρος Γρίβας παρέδωσε τάς κλείδας τού Παλαμηδίου. Μέ μίαν απλήν προκήρυξίν του εις όλον τό έσωτερικον τής χώρας κατέθεσαν τά όπλα καί όπου δέν ύπήρχαν Τούρκοι, ήτο δυνατόν νά όδοιπορή κανείς μέ άπόλυτον άσφάλειαν, όπως εις χρόνια βαθείας ειρήνης. Ή πειρατεία, τήν όποιαν δέν είχαν κατορ­θώσει νά έξαφανίσουν αί ήνωμέναι προσπάθειαι των Εύρωπαίων ναυάρχων, έξηφανίσθη καί οί λησταί τής ξηράς ήκολούθησαν τό παράδειγμα των πειρατών. Αί άρχαί τάς όποιας έγκαθιστοΰσεν ό κυβερνήτης άνεγνωρίσθησαν καί παντού έτυχαν σεβασμού. Καί αύτή ή ‘Ύδρα καί αί Σπέτσαι έγκατέλειψαν τά κοινοτικά των πο­λιτεύματα, πηγήν έως τότε δι’ αύτούς δυνάμεως καί πλούτου καί έδέχθησαν νομάρχας, διοικητάς καί άρχιαστυνόμους πού έστειλεν ό κυβερνήτης. Ό στρατιώτης, χωρίς νά τού πληρωθούν τά όφειλόμενα, ύπακούων εις τήν φωνήν τού νέου άρχηγού, έσέβετο τήν καλύβην καί τον άγρόν τού χωρικού. Ή Εύρώπη έμεινεν έκθαμ­βος διά τά γενόμενα…».

Ή Συνέλευσις τής Τροιζήνος είχε ψηφίσει σύνταγμα, βάσει τού όποιου ώφειλε νά διοικήση τον τόπον ο κυβερνήτης. Σύμφωνα μέ τό σύνταγμα αύτό θά έλειτουργούσε μία Βουλή έξ άντιπροσώπων έκλεγομένων κατά επαρχίας καί τής όποιας τό τρίτον θά άνενεούτο κατ’ έτος. Ό κυβερνήτης δύο μόνον φοράς θά ήδύνατο νά άπορρίψη άπόφασιν τής Βουλής, ή δέ τρίτη ψήφισις θά ήτο ύποχρεωτική δι’ αύτόν. Έθεσπίζοντο τρεις χωρισταί έξουσίαι, ή νομοθετική, ή νομοτελεστική (εκτελεστική), έπί κεφαλής τής όποιας θά ήτο ό κυβερνήτης, καί ή δικαστική. Κάθε πρότασις τού κυβερνήτου άπορριπτομένη τρεις φοράς ύπό τής Βουλής, θά έγκατελείπετο όριστικώς. Ή Βουλή θά έψήφιζε τον προϋπολογισμόν καί θά ήλεγχε τάς προσόδους τού κράτους.

Ό Καποδίστριας άντελήφθη άπό τής πρώτης ήμέρας (αν δέν εΐχεν ήδη αντιληφθή αύτό προ της άφίξεώς του καί δέν είχε καταρτίσει το’ σχέδιόν του) ότι μέ εν παρόμοιον φιλελεύθερον καί πολυαρχικόν πολίτευμα θά ήτο άδύνατον νά κυβέρ­νηση τον τόπον. Χωρίς άναβολήν ή Βουλή, μέ πρότασιν τού κυβερνήτου, έκήρυξεν ώς μη ίσχύον το σύνταγμα αύτό καί άνέθεσεν ούσιαστικώς όλας τάς εξουσίας εις αύτόν. Πριν αύτοδιαλυθή, ιδρυσεν εν κυβερνητικόν συμβούλων άπό 27 μέλη, όνομασθέν «Πανελλήνιον», διηρημένον εις τρία τμήματα ύπό προέδρους, καλουμένους «προβούλους». Το νέον αύτό σώμα δέν είχε καμμίαν πραγματικήν νομοθετικήν ή έκτελεστικήν έξουσίαν. Ητο εν άπλούν συμβουλευτικόν σώμα, εις το όποιον ο κυβερνήτης περέπεμπε τάς ύποθέσεις τού κράτους εϊτε προς μελέτην καί επεξερ­γασίαν, εϊ’τε προς διεκπεραίωσιν, ενώ αύτός διατηρούσε παν δικαίωμα έκδόσεως νόμων ή εκτελεστικών διαταγμάτων. Συγχρόνως κατηργήθη το έως τότε λει­τουργούν διοικητικόν συμβούλων, το λεγόμενον «ύπουργικόν» καί άντί αύτού συνεστήθη ή «Γραμματεία τού κράτους» μέ έπί κεφαλής ένα «άρχιγραμματέα τής έπικρατείας».

’Αργότερα συνέστησε καί ειδικά συμβούλια διά τά πολεμικά, τά έξωτερικά, τά οικονομικά καί έκκλησιαστικά ζητήματα, εις τάς συνεδριάσεις τών οποίων συνή­θως προήδρευεν ο ίδιος. Είναι αλήθεια ότι τόσον εις το «Πανελλήνιον» όσον καί εις τήν «Γραμματείαν», τά συμβούλια καί τάς έπιτροπάς, έφρόντισε νά τοποθέ­τηση τά επιφανέστερα πρόσωπα τής Ελλάδος, άναζητοΰσε δέ μέ φροντίδα κάθε ύπάρχοντα ειδικόν, διά νά τον χρησιμοποιήση εις συμβούλια καί έπιτροπάς. Μένει πάντως το γεγονός ότι σύνεκέντρωνεν εις τάς χεϊράς του όλας τάς εξουσίας καί άπέβαινεν ό ούσιαστικός κυρίαρχος τής χώρας.

’Αργότερα, όταν ήρχισεν ή σφοδρά εναντίον του άντιπολίτευσις, ο Καποδίστριας κατηγορήθη ότι εμποτισμένος μέ τάς άπολυταρχικάς ιδέας τής Ρωσίας ήτο ανίκα­νος νά κυβερνήση μέ φιλελεύθερον σύστημα καί άπέβλεπεν άπό διαθέσεως καί προθέσεως εις τήν άσκησιν δικτατορικής εξουσίας. Αί κατηγορίαι αύταί έπαναλαμβάνονται μέχρι σήμερον κατά τού Καποδιστρίου ύπδ Ελλήνων καί ξένων ιστο­ρικών. Έν τούτοις δέν πρέπει νά λησμονήται ότι, όταν ο κυβερνήτης έ’φθασεν εις τήν Ελλάδα, δέν εύρήκε παρά ερείπια. Καί εις τά έρείπια αύτά εΐχεν οδηγήσει τον τόπον οχι τόσον ο έξοντωτικος ύπέρ έλευθερίας πόλεμος, όσον ο έμφύλιος σπαραγμός, ή διχόνοια, ή πολυαρχία, ή άδυναμία τών Ελλήνων νά συμφωνήσουν μεταξύ των καί νά κυβερνηθούν μέ φιλελευθέρους άντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Κάθε πολιτικός ή στρατιωτικός άρχηγός εΐχεν ’ίδιον κόμμα, ίδιαν φατρίαν, ήθελε τήν έξουσίαν διά λογαριασμόν του, δέν έννοούσε νά άνεχθή κυβερνητικήν έξουσίαν άσκουμένην άπό άντίπαλον. ‘Η διχόνοια καί ή άναρχία είχε καταντήσει μόνιμος πληγή εις τήν έπαναστατημένην Ελλάδα, ή όποια έπανειλημμένως, διά τον λόγον καί μόνον αύτόν, είχε φθάσει έως το χείλος τού θανάτου.

Ή πειρατεία, ή ληστεία, ή διαρπαγή, έλυμαίνοντο τον τόπον άπ’ άκρου εις άκρον. Ό λαός, παρ’ όλα τά τραγικά του βάσανα καί τάς μεγαλουργούς του θυ­σίας διά τήν έλευθερίαν, ήσθάνετο συχνά ότι ήτο πολύ περισσότερον άσφαλής καί ήσυχος εις το σπίτι του κατά τήν έποχήν τής τουρκοκρατίας, παρά μέ τήν έθνικήν του έλευθερίαν, ή όποια είχε πέσει εις τά χέρια ληστρικών ομάδων καί άντιμαχομένων διά τήν έξουσίαν φατριών.

Ύπδ τοιούτους όρους πώς ήτο δυνατόν νά κυβερνήση τον τόπον αύτόν ο άναμενόμενος ώς σωτήρ Καποδίστριας διά νά οδηγήση τούς “Έλληνας εις τήν τάξιν καί τήν εύημερίαν; Πώς ήτο δυνατόν νά κυβερνήση αύτήν τήν Ελλάδα, έάν άφηνε τήν ούσιαστικήν έξουσίαν εις τούς «άντιπροσώπους τού λαού», δηλαδή εις έκείνους οί όποιοι έως χθές, άνίκανοι νά συμφωνήσουν καί νά κυβερνήσουν μέ τά φιλελεύθερα συστήματα, τά όποια έψήφιζαν μόνον έπί τού χάρτου, προέβαινον διαρκώς εις πρα­ξικοπήματα καί ήσαν οί ύπεύθυνοι τής έως τότε άναρχίας καί λαϊκής δυστυχίας; ’Άλλωστε τά παράπονα, καί τότε καί πολύ περισσότερον άργότερα, ήγέρθησαν άπό τά έως χθές ήγετικά στοιχεία τού Άγώνος, τά όποια δικαίως ή άδίκως παρεπονοΰντο διότι παρηγκωνίσθησαν ή άλλως πως ήδικήθησαν. Άντιθέτως, ό λαός είδε με ένθουσιασμόν και άνακούφισιν. νά συγκεντρώνη ό κυβερνήτης τάς έξουσίας εις χεϊράς του. Διότι έκει όπου εΐχον φθάσει τά πράγματα, μόνον εις αύτόν εΐχεν έμπιστοσύνην. Μόνον αύτός ήτο δυνατόν νά βελτίωση τάς τύχας του.

Ό Καποδίστριας, άφοΰ διά προκηρύξεως προς τον λαόν έξήγησε την έν ονόμάτι τής σωτηρίας της πατρίδος άνάγκην της διά του τρόπου αύτού άσκήσεως της κυβερνητικής έξουσίας, έδωσεν όρκον οχι τον καθωρισμένον ύπό τής Συνελεύσεως τής Τροιζήνος, άλλ’ ύπ’ αύτοΰ του ίδιου συνταχθέντα. Βάσει τού όρκου αύτού θά έξεπλήρωνε «κατά τάς βάσεις των συνελεύσεων τής Έπιδαύρου, τού Άστρους και τής Τροιζήνος τά έμπιστευθέντα χρέη παρά τού έθνους μέχρι τής συγκλήσεως έθνικής συνελεύσεως)). Την νέαν συνέλευσιν ώριζε διά τον μήνα ’Απρίλιον. ’Αργότερον όμως, διά νέας προκηρύξεως του προς τον λαόν, έξήγησεν ότι δέν έφθασε τό χρονικόν αύτό διάστημα διά νά οργάνωση τό κράτος καί διά τούτο άνέβαλε την σύγκλησιν έθνοσυνελεύσεως.

Εις την πραγματικότητα ή συνέλευσις αύτή δέν συνεκλήθη παρά έν καί ήμισυ έτος άργότερα. Προφανώς ό Καποδίστριας άντελήφθη κατά τό μεσολαβήσαν διά­στημα, ότι τού έχρειάζετο πολύς άκόμη καιρός διά νά έπιβάλη απόλυτον τάξιν, νά άποδώσουν καρπούς διά την εύημερίαν τού λαού τά κυβερνητικά του μέτρα καί νά έξασφαλίση διά τής λαϊκής έμπιστοσύνης μίαν συνέλευσιν, ή οποία απλώς θά καθιέρωνε, χωρίς νά μεταβάλη εις τίποτε, την άπόλυτον κυβερνητικήν του έξουσίαν.

Μεγάλα έργα τού Καποδιστρίου

Εύθύς άμέσως ό Καποδίστριας έρρίφθη ψυχή τε καί σώματι εις την έργασίαν διά την συγκρότησιν τού έως τότε εις την πραγματικότητα άνυπάρκτου έλληνικού κράτους. Τό έπέτυχεν έντός όλιγίστου χρόνου, διό καί κατέπληξε τούς συγχρόνους του καί καταπλήσσει άκόμη περισσότερον σήμερον. Ό Ν. Δραγούμης γράφει εις τά άπομνημονεύματά του, ότι έντός τών πρώτων είκοσι άπό τής άφίξεώς του εις την Ελλάδα ημερών, ό κυβερνήτης προέβη εις τά κατωτέρω μέτρα: Έρρύθμισε τά τής έμπορικής ναυτιλίας, ή όποια, λόγω τού πολέμου καί προ πάντων τής πειρα­τείας, εΐχε παύσει όλως διόλου νά ύφίσταται. ‘Ίδρυσεν Εθνικήν τράπεζαν γενόμενος προς παραδειγματισμόν καί ό ίδιος μέτοχος διά καταβολής έκ τού ιδιωτικού του βαλαντίου 50 χιλιάδας φράγκων, παρότρυνε δέ καί τούς δυναμένους έκ τών Ελλήνων νά μετάσχουν μέ την ύπόσχεσιν μερίσματος 8 τοΐς έκατόν. Έκανόνισε τό νέον νομισματικόν σύστημα τής Ελλάδος, άνευ τού όποιου δέν ήτο δυνατόν νά γίνουν συναλλαγαί καί νά άναπτυχθή τό έμπόριον. Προέβη εις τάς πρώτας συστηματικάς καλλιέργειας μελετήσας όλας τάς δυνατότητας τού ελληνικού έδάφους.

Ιδίως προέβη εις φυτείαν γεωμήλων, ή όποια διά πρώτην φοράν έγίνετο εις την Ελλάδα καί όλην την Εγγύς ’Ανατολήν, έφερε δέ τον σπόρον άπό το έξωτερικόν, άφού έμελέτησε ό ίδιος τά τής φυτείας των κατά την τελευταίαν ολιγοή­μερον εις Ελβετίαν διαμονήν του. Ένεθάρρυνε την διάδοσιν τής μορέας διά την άνάπτυξιν τής μεταξουργίας. Ώργάνωσε τάς ύπαρχούσας μικράς στρατιωτικά; μονάδας διά τής νέας διαιρέσεως τών χιλιαρχιών. Διώρισεν έπιτροπήν έξ άρχιερέων διά την ρύθμισιν τής διοικήσεως τής έν Έλλάδι ορθοδόξου Εκκλησίας, ή οποία, μετά την διακοπήν πάσης έπαφής μέ τό οικουμενικόν πατριαρχείων, εύρίσκετο έν πλήρει άναρχία.

’Αλλά καί πλήθος άλλο σοβαρωτάτων ζητημάτων άπησχόλησαν τον κυβερνήτην άπό τής επομένης τής άφίξεώς του, όπως ή άποζημίωσις τών νήσων, ή περίθαλψις τών ορφανών καί χηρών, ή παροχή έργασίας εις δυστυχούντας κλπ. Πρέπει δέ νά ύπολογίσωμεν καί τό γεγονός ότι αί παρασκευαζόμεναι νέαι στρατιωτικαί έπιχειρήσεις, καί τό οικονομικόν πρόβλημα, καί αί διαπραγματεύσεις με τάς συμμά­χους Δυνάμεις άπησχόλησαν πούτον σοβαρώς άπό τής πρώτης ήμέρας.

Βεβαίως, όταν όμιλούμεν περί θαυματουργού δράσεως έντός ένός είκοσαημέρου, δέν πρέπει νά λησμονώμεν δύο πράγματα: Πρώτον, ότι κατά την μακράν ύπηρεσίαν του εις την Ρωσίαν ειχεν αποκτήσει μεγάλην κυβερνητικήν πείραν, ώστε νά συλλαμβάνη αμέσως την φύσιν κάθε ζητήματος καί νά προβαίνη εις την πρέπουσαν ένέργειαν. Δεύτερον, οτι πριν φθάση εις την Ελλάδα είχε μελετήσει όλα τά έλληνικά προβλήματα καί είναι πολύ πιθανόν ότι διά πολλά έξ αύτών ειχεν ήδη κατα­σταλάξει εις αποφάσεις καί ένεργείας. Έν τούτόις ή έκπληκτική αυτή παραγωγικότης του άποδίδεται, οχι άδίκως, ύπό των συγχρόνων του άφ’ ένός μέν εις τήν άξιοθαύμαστον άφοσίωσίν του εις τό καθήκον, άφ’ έτέρου δέ εις μίαν εκπληκτικήν δύναμιν έργασίας πού τον διέκρινε.

Ό άνθρωπος αύτός είχε διευθύνει τήν εξωτερικήν πολιτικήν μιας μεγάλης αύτοκρατορίας κατοίκων εις μέγαρα άφαντάστου πολυτελείας. Τώρα ή ζωή του, τόσον εις τήν Αίγιναν, όσον καί ολίγον άργότερον όταν έγκατεστάθη όριστικώς εις τό Ναύπλιον, διέρρεε μέσα εις τούς τέσσαρας τοίχους ένός δωματίου, όπου δέν υπήρχε παρά έν παλαιόν γραφείον, ολίγα ξύλινα καθίσματα καί ή είκών τού Εσταυρω­μένου. Μέσα εις τό γραφείον αύτό έμενε κλεισμένος άπό τής άνατολής τού ήλίου μέχρι βαθείας νυκτός, ενίοτε καί μέχρι τού μεσονυκτίου, έργαζόμενος άδιακόπως. Έμελετούσεν, έγραφεν, έδιάβαζε τάς ειδήσεις άπό τό εξωτερικόν, παρακολουθούσε τάς ύποθέσεις τού κράτους, συνειργάζετο μέ τούς συμβούλους του. Συγχρόνως συνέτασσεν εκθέσεις, ύπηγόρευεν άποφάσεις, διεξήγε τήν μεγάλην άλληλογραφίαν του ιδίως μέ τό έξωτερικόν, έδέχετο άκροάσεις, ήκουε τά παράπονα κάθε πολί­του, έδιδε συμβουλάς καί συστάσεις. Καί δέν έξήρχετο άπό τό γραφείον αύτό παρά μόνον οσάκις παρίστατο άνάγκη νά έπισκεφθή κάποιο εθνικόν ίδρυμα, νά παραστή εις έθνικήν τελετήν, ή νά κάμη μίαν άπό τάς συνήθεις άνά τήν έλευθέραν Ελ­λάδα περιοδείας του, διά νά έλθη εις άμεσον έπαφήν μέ τον λαόν. Παρά τά έπακολουθήσαντα θυελλώδη εσωτερικά γεγονότα, τά οποία ώδήγησαν εις τον θάνατόν του, ή ζωή του αύτή δέν ήλλαξε μέχρι τής τελευταίας του ήμέρας.

Εκείνο πού έκαμνεν έντύπωσιν καί ένέπνεε σεβασμόν εις όλους, ήτο ή άπλότης των τρόπων του καί τής ζωής του, ή άδιαφορία του διά τό χρήμα, ή θυσία κάθε προσωπικού συμφέροντος χάριν τού κοινού συμφέροντος. Ζών μέσα εις ένα κόσμον μπαρουτοκαπνισμένων ήρώων, άλλά κόσμον βασανισμένων καί δυστυχούντων άνθρώπων, άντελήφθη ότι μόνον μέ τήν πλήρη κατανόησιν τού κόσμου αύτοΰ καί μέ τήν πλήρη συμμετοχήν εις τήν ζωήν του θά ήτο δυνατόν νά έπιβληθή καί νά έργασθή διά τό κοινόν καλόν. Έφορούσε μέχρι τέλους τά ένδύματα πού είχε φέρει άπό τό έξωτερικόν καί έτρέφετο μέ μοναδικήν λιτότητα. Ειχεν έτσι κατορθώσει νά μή έχη άτομικάς άνάγκας. Όλον τον μισθόν του καί τά ιδιωτικά του χρήματα διέθετε διά νά περιθάλπη χήρας καί ορφανά τού πολέμου, διά νά ένισχύη κοινω­νικά καί φιλανθρωπικά ιδρύματα, διά νά έλεή δυστυχούντας. ‘Όταν μετέβαινεν εις τήν έκκλησίαν ή κατά τάς περιοδείας του, άφηνεν έλευθέρους νά τον περιστοιχί­ζουν οί έπαίται καί άδειαζε τά θυλάκιά του μέχρι τού τελευταίου οβολού.

Ένω εκλιπαρούσε προσφοράς διά τά κοινωνικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα, αύτός ήρνείτο διά τον έαυτόν του κάθε δώρον καί άπέκρουε μέ αύστηρότητα κάθε τι πού θά ήτο δυνατόν νά προκαλέση ύποψίας περί προσωπικού του συμφέροντος. ‘Όταν έκαμνε περιοδείας, εννοούσε νά πληρώση, οχι δέ έκ τού δημοσίου ταμείου, άλλ’ έκ τού ίδιου του βαλαντίου, όχι μόνον καί τό τελευταίον έξοδον τής μεταφοράς (συνή­θως επί ήμιόνων), άλλά καί τήν διαμονήν καί διατροφήν του είτε εις μοναστήρια καί έπισκοπάς, είτε εις κατοικίας ιδιωτών. Καί τό τελευταίον αύτό έπροκαλούσε συχνά δυσφορίαν, διότι προσέκρουεν εις τό ελληνικόν αίσθημα τής φιλοξενίας. ’Αλλά δέν ήθελε νά έπιβαρύνη κανένα, ούτε νά ύποχρεωθή άπό κανένα, ώστε νά ήμπορή νά κάμη τό καθήκον του χωρίς καμμίαν έπίδρασιν ή προκατάληψιν,

“Εν άπό τά μεγάλα έργα του κυβερνήτου ήτο ή καταστολή τής πειρατείας, ή οποία έλυμαίνετο τάς έλληνικάς θαλάσσας, ένέκρωνε το έμπόριον και ήτίμαζε το έλληνικόν όνομα εις το έξωτερικόν. Οί πειραταί, ώς επί τό πλειστον θαλασσομάχοι τού Άγώνος, οί όποιοι εΐχον καταντήσει έκεΐ άπό την δυστυχίαν καί την άναρχίαν, εΐχον έγκαθιδρύσει τά ορμητήριά των εις την παρά τήν. Κρήτην Γραμβοΰσαν, τάς βορείους Σποράδας καί την Χαλκιδικήν.

Εις μάτην οί συμμαχικοί στόλοι εΐχον έως τότε άγωνισθή νά έξαλείψουν το άγος αύτό. Ό Καποδίστριας ώργάνωσε μίαν ναυτικήν έπιχείρησιν, έπί κεφαλής της οποίας έθεσε τον ηρωικόν ναύαρχον Μιαούλην. Έντδς ολίγων μηνών αί συστηματικαί επιθέσεις του ‘Υδραίου θαλασσομάχου κατέστρεψαν τήν πειρατικήν φωλεάν τής Γραμβούσας. Το προσωπικόν γόητρον τού Μιαούλη, ή έγγύήσις ότι έντός των κόλπων τού νέου έλληνικοΰ κράτους ύπό τον Καποδίστριαν θά ήτο δυνατόν νά έξασφαλίσουν ώς ήσυχοι ναυτικοί τήν ζωήν των, συνεπλήρωσαν το έργον. Οί πειραταί των Σποράδων καί τής Χαλκιδικής παρέδωσαν οίκειοθελώς τά ογδόντα πλοιάρια τού πειρατικού στόλου των. ’Έτσι άποκατεστάθη ή τάξις καί ή άσφάλεια εις όλον το Αίγαΐον, όπου κατά τά τελευταία χρόνια δεν ήτο δυνατόν νά έμφανισθή πλοΐον χωρίς πολεμικήν συνοδείαν. ‘Η έξαφάνισις τής πειρατείας ήκούσθη εις το έξωτε­ρικόν—όπου έως τότε έκυκλοφορούσαν λίβελλοι κατά τής Ελλάδος διά τον λόγον αύτόν—μέ πολλήν άνακούφισιν. Το εύρωπαικόν έμπόριον, πού έπλήγετο τόσον βαρέως, έπανήρχισεν εις το Αίγαΐον, ή τιμή τού ελληνικού ονόματος άποκατεστάθη καί το κύρος τού κυβερνήτου εις το έξωτερικόν ηύξήθη τεραστίως.

Το οικονομικόν πρόβλημα, τδ όποιον τον άπασχολούσεν ήδη πριν φθάση εις τήν Ελλάδα, έγινεν άντικείμενον ιδιαιτέρας φροντίδος. ‘Η Εθνική Τράπεζα, τήν όποιαν Ι’δρυσε μέ τήν ίδικήν του χρηματικήν βοήθειαν καί τήν βοήθειαν πολλών ξέ­νων καί ομογενών (ό βασιλεύς τής Βαυαρίας κατέβαλεν ώς μέτοχος 50 χιλιάδας φράγκα), προώδευσε ταχέως καί έφθασε νά έχη ιδρυτικόν κεφάλαιον 100 χιλιάδας ισπανικών ταλλήρων (περίπου 500 χιλιάδας φράγκων τής έποχής έκείνης). Διά τάς άνάγκας τού έλληνικού κράτους ο βασιλεύς τής Γαλλίας Κάρολος τού έστειλε 500 χιλιάδας φράγκων, ύποσχεθείς νά συνέχιση μηνιαίας άποστολάς. Επίσης ό τσάρος · έστειλεν ήμισυ έκατομμύριον ρουβλίων καί ή αύτοκράτειρα ’Αλεξάνδρα 200 χιλιάδας φράγκων.

Επίσης μέ τά πρώτα γεωργικά καί παραγωγικά μέτρα, τά όποια έλαβε, μέ τήν έπιβολήν τάξεως καί ησυχίας, μέ τήν άνάπτυξιν τού έμπορίου καί ιδίως τής ναυ­τιλίας καί μέ τήν όργάνωσιν ύπηρεσίας είσπράξεως δημοσίων προσόδων, είσήλθον διά πρώτην φοράν έκ τού έσωτερικού χρήματα εις τά δημόσια ταμεία. Κατ’ αύ­τόν τόν τρόπον, καί μολονότι δέν έπέτυχον αί προσπάθειαί του διά τήν σύναψιν έξωτερικοΰ δανείου, άπό τού πρώτου ήδη έτους τής αρχής του εΐχεν έπιτύχει κά­ποιαν σχετικήν αύτάρκειαν διά τάς άνάγκας τού κράτους. Αύτό τού έπέτρεψεν όχι μόνον νά συντηρήση έκπαιδευτικά, φιλανθρωπικά, γεωργικά καί άλλα κοινωφελή ιδρύματα, άλλά και νά όργανώση τήν έκστρατείαν διά τήν άπελευθέρωσιν τής ήπειρωτικής Ελλάδος, περί τής όποιας θά ομιλήσωμεν κατωτέρω.

Σημαντική έπίσης ύπήρξε καί ή έκπαιδευτική προσπάθεια τού κυβερνήτου. ‘Όταν έφθασεν εις τήν Ελλάδα, εΐχον παύσει άπό πολλού, λόγω τών πολεμικών πε­ριπετειών καί τής άναρχίας, νά λειτουργούν τά σχολεία πού ίδρύθησαν κατά τά πρώτα έτη τής Έπαναστάσεως. Διδάσκαλοι δέν έλειπον, διότι εΐχον συρρεύσει άπό το έξωτερικόν ή άπό τά κατά τήν τουρκοκρατίαν λειτουργοΰντα σχολεία τών κοινοτήτων πολλοί έκπαιδευτικοί καί άλλοι λόγιοι. Ό Καποδίστριας τούς συνεκέντρωσεν όλους καί τούς έχρησιμοποίησε κατ’ άξίαν. Εις τήν Αίγιναν ϊδρυσεν όρφανοτροφεΐον-σχολεΐον, το όποιον άνέθεσεν εις τον συμπολίτην του καί έπιφανή λόγιον Μουστοξύδην, όστις έχρησίμευσε συγχρόνως καί ώς γενικός έπιθεωρητής καί σύμβουλος έπί τής Παιδείας. Εις τήν Αίγιναν συνέστησε το πρώτον άνώτερον έκπαιδευτήριον ή γυμνάσιον, εις το όποιον έδίδασκον οί έπιφανέστεροι Έλληνες λόγιοι και παλαιοί διδάσκαλοι του Γένους. Μεταξύ αύτών περιλαμβάνονται καί οι περιφανείς φιλόλογοι, πρώτοι καθηγηταί του Πανεπιστημίου ’Αθη­νών, Νεόφυτος Δούκας καί Γεώργιος Γεννάδιος. “Ιδρυσεν έπίσης «διδασκαλεΐον» προς κατάρτισιν δημοδιδασκάλων, εις δέ τον Πόρον ιερατικήν σχολήν διά τήν μόρφωσιν ιερέων. ’Εξ άλλου έθεσε τάς βάσεις άνωτέρας γεωργικής σχολής καί άλ­λων σχολείων στοιχειωδών γεωργικών γνώσεων εις διάφορα σημεία τής Ελλά­δος. Εις τό Ναύπλιον, έκτος του γυμνασίου, ίδρυσε καί άνωτάτην στρατιωτικήν σχολήν προς δημιουργίαν ικανών άξιωματικών, τήν μέχρι σήμερον λειτουργούσαν Σχολήν τών Εύελπίδων.

Τήν κυρίως όμως έκπαιδευτικήν του προσπάθειαν έρριψεν εις τήν άνάπτυξιν τής στοιχειώδους έκπαιδεύσεως. Εντός βραχυτάτου χρονικού διαστήματος ίδρυσε 55 «άλληλοδιδακτικά» λεγόμενα τότε σχολεία εις διάφορα σημεία τής ΙΙελοποννήσου, 44 εις τάς νήσους καί 4 εις τά έλάχιστα άκόμη έλεύθερα καί άσφαλή μέρη τής Στερεάς Ελλάδος. Άπό μίαν έκθεσιν τής εποχής έκείνης πληροφορούμεθα, ότι επί έλευθέρου πληθυσμού μη ύπερβαίνοντος τάς 500 χιλιάδας, 14 χι­λιάδες έλληνόπαιδες έφοιτοΰσαν εις τά σχολεία.

Άργότερον οι άντίπαλοί του, μεταξύ τών άλλων, τον κατηγόρησαν καί διότι δεν προέβη εις τήν ίδρυσιν άνωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Εκείνο ιδίως πού δεν τού συνεχώρησαν ποτέ ήτο ότι εις τήν περιλάλητον αύτήν χώραν τού πνευματικού φωτός δεν ίδρύθη συγχρόνως με τήν άπελευθέρωσιν ΙΙανεπιστήμιον! Πολλοί μάλιστα δέν έδίσταζον διά τον λόγον αύτον νά άποκαλοΰν τον μοναδικής μορφώσεως καί διανοίας άνδρα εκείνον… φωτοσβέστην. Εις τάς κατηγορίας αύτάς παρεσύροντο βεβαίως καί αγνοί ίδεολόγοι όνειρευόμενοι μέ τάς χίμαιρας τής επο­χής, συγχρόνως μέ την πολιτικήν άναγέννησιν τού έθνους καί ένα νέον πνευματικόν χρυσούν αιώνα. ’Αλλά μεταξύ τών κατηγορούντων λογιών ή σαν καί πολλοί φιλοδοξοΰντες καί βιαζόμενοι νά καταλάβουν ταχύτερον θέσεις καί νά άποκτήσουν τίτλους «καθηγητών πανεπιστημίου», πράγμα όχι άσύνηθες μέχρι σήμερον εις τήν Ελλάδα.

Πάντως ή εκπαιδευτική αύτή πολιτική τού Καποδιστρίου μάς φαίνεται ή μόνη ένδεδειγμένη διά τάς περιστάσεις. Διότι πριν γίνη λόγος περί άνωτάτης έκπαιδεύσεως, έπρεπε νά λειτουργήση συστηματικά ή κατωτάτη έκπαίδευσις καί νά λάβουν στοιχειώδη μόρφωσιν οι έλληνόπαιδες, οί όποιοι, λόγω τών τραγικών περιπετειών τού Άγώνος, ήγνόουν στοιχειωδώς γραφήν καί άνάγνωσιν.

Προέβη έπίσης ό κυβερνήτης καί εις διοικητικήν όργάνωσιν τού κράτους. Διε­τήρήσε τό σύστημα τών μεγάλων διοικήσεων, τάς οποίας ή Συνέλευσις τής Τροιζήνος, έπηρεασμένη από τήν Βυζαντινήν παράδοσιν, είχεν ονομάσει «Θεματαρχεΐα». Διήρησε τήν Πελοπόννησον εις έπτά διοικητικάς περιφέρειας καί τάς νή­σους εις έξ. Εις έκάστην έξ αύτών ώρισεν έπίτροπον, ό όποιος διώριζεν εις τήν περιφέρειάν του τάς τοπικάς διοικητικάς άρχάς καί έπώπτευε τό έργον τών δήμο · γεροντιών. “Ιδρυσεν έπίσης στατιστικάς ύπηρεσίας καί προέβη εις γενικήν άπογραρήν τού πληθυσμού.

Αί τελευταίαι απελευθερωτικαί έκστρατεΐαι

Μέγα έπίσης έργον τού κυβερνήτου ύπήρξεν ή όργάνωσις στρατού καί ή δι’ αύτοΰ άπελευθέρωσις τών περισσοτέρων πέραν τού ’Ισθμού τμημάτων τού έλληνικού κράτους. ‘Η έκστρατεία τού Μαιζώνος είχεν ως άποτέλεσμα τήν πλήρη έκκένωσιν τής Πελοποννήσου άπό τά τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα. ‘Η Αγγλία όμως άντέδρασεν εις πάσαν απόπειραν δράσεως τών γαλλικών στρατευμάτων πέ­ραν τού ’Ισθμού. Ούτως αί τουρκικαί φρουραί κατείχον σχεδόν όλας τάς πόλεις καί τά οχυρά τής Στερεάς Ελλάδος. Αύτό ούσιαστικώς περιώριζε τήν ΰπαρξιν τού ελληνικού κράτους εις τήν Πελοπόννησον καί εις άρκετάς νήσους.

Ό Καποδίστριας άντελήφθη τον κίνδυνον πού διέτρεχεν έκ τής καταστάσεως αύτής ή Ελλάς, δεδομένου ότι παρά την συνθήκην του Λονδίνου τά σύνορα ήσαν άκόμη άντικείμενον διαπραγματεύσεως και ή Τουρκία δεν εΐχεν άκόμη δεχθή τί­ποτε. Έξ άλλου παρουσιάζετο μοναδική εύκαιρία δι’ ελληνικήν στρατιωτικήν δράσιν. Διότι ή καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου εις τό Ναυαρΐνον δεν έπέτρεπε πλέον μεταφοράς τουρκικών στρατευμάτων. Έκτος τούτου, ό έν τώ με­ταξύ έκραγείς ρωσοτουρκικος πόλεμος όχι μόνον άπέκλειεν άποστολάς τουρκι­κών δυνάμεων προς τήν Ελλάδα, άλλά, τουναντίον, επέβαλε μετακινήσεις φρου­ρών της Στερεάς Ελλάδος καί τής Θεσσαλίας προς τήν Θράκην.

Ήδη από τών τελευταίων ήμερών του 1827, ό ’Άγγλος Ριχάρδος Τζώρτς, διορισθείς άρχιστράτηγος τών έλληνικών δυνάμεων, είχε μεταφέρει το στρατηγεΐόν του. εις τήν δυτικήν Ελλάδα. Αι στρατιωτικαί έπιχειρήσεις προς άπελευθέρωσιν τών Παραλίων τής δυτικής Ελλάδος ήρχισαν συστηματικώς άφ’ ότου έφθασεν ό κυβερνήτης. Παρά τάς άπειλητικάς ειδοποιήσεις τών συμμάχων Δυνάμεων, όπως μή έπιχειρηθή καμμία έχθροπραξία έκεΐθεν του ’Ισθμού, ό Καποδίστριας ήθελεν άντί πάσης θυσίας νά δημιουργήση τετελεσμένα γεγονότα. H ’Αγγλία ιδίως έξωργίζετο διά τάς έπιχειρήσεις αύτάς άφ’ ότου έξερράγη ό ρωσοτουρκικος πόλεμος. Διότι ύπωπτεύετο ότι ό Καποδίστριας έξωθεϊτο ύπό τών Ρώσων εις έπιχειρήσεις προς άντιπερισπασμόν τών Τούρκων.

Ό Τζώρτς, βοηθούμενος και άπό τον θερμόν φιλέλληνα και γενναϊον Άγγλον Γ. Άστιγξ, όστις διηύθυνε μίαν μικράν πολεμικήν ελληνικήν μοίραν άπό έννέα πλοία, βαθμηδόν έξεκαθάρισεν όλην τήν πλευράν τής δυτικής Ελλάδος. Ό Άστιγξ, τραυ­ματιστείς κατά τήν πολιορκίαν τού Αίτωλικοΰ, άπέθανεν ολίγον άργότερα εις τήν Ζάκυνθον. ’Αλλά βαθμηδόν έκυριεύθη ολόκληρος ή άκτή μέχρι τού Άμβρακικού, κατελήφθη ή Βόνιτσα, το Άντίρριον, ή Ναύπακτος καί τό Αίτωλικόν. Άπηλευθερώθη καί τό Μεσολόγγι, πράγμα τό όποιον έπανηγυρίσθη μέ έορτάς καί δοξο­λογίας, κατ’ έντολήν του κυβερνήτου, εις όλην τήν Ελλάδα.

Οΰτω μέχρι τέλους τού 1828, καί ένώ κατά τήν ίδιαν περίπου έποχήν συνεζήτουν εις τό Λονδϊνον (Νοέμβριος 1828) νά περιορίσουν τά όρια τού έλληνικοΰ κράτους εις τήν Πελοπόννησον καί εις τάς Κυκλάδας κατόπιν άναθεωρήσεως τής συνθήκης τού ’Ιουνίου 1827, ή Ελλάς μέ τάς ίδιας της δυνάμεις εΐχεν άνακτήσει μέγα μέρος τών ποτισμένων άπό τό αίμα τών τέκνων της έδαφών έκείνων.

Έμενεν όμως άκόμη ύπό τήν κυριαρχίαν τών Τούρκων ή άνατολική Ελλάς, καί ό κυβερνήτης άντί πάσης θυσίας ήθελε νά δημιουργήση καί άπό τής πλευράς αύτής τετελεσμένα γεγονότα. Μέ άρκετήν μυστικότητα, άλλά μέ άπεγνωσμένας προσπάθειας ώργανώθη μία στρατιά, ή όποια έτέθη ύπό τήν άρχιστρατηγίαν τού Δημητρίου Ύψηλάντου. Κατά τούς τελευταίους μήνας τού 1828 ή στρατιά αύτή προήλασε ραγδαίως προς τό έσωτερικόν τής άνατολικής Ελλάδος. Εντός ολίγου χρόνου κατελήφθη τό Ζεμενόν, ή ιστορική μονή τού άγιου Λουκά, ή Λεβάδεια καί ολόκληρος ή περιοχή τής ’Αταλάντης.

Ώς έπί τό πλεΐστον αί τουρκικαί φρουραί εΐχον άπομονωθή ή έ’σπευδον νά άποχωρήσουν έγκαίρως ή έζητούσαν συνθηκολόγησιν. Μόνον εις τά Τοπόλια ή τουρκική φρουρά άντέταξε μικράν άντίστασιν καί είχε μερικούς νεκρούς. Επίσης εις τήν όχυράν θέσιν τής Κακής Σκάλας (9 Νοεμβρίου 1828) συνήφθη μάχη, κατά τήν όποιαν Τούρκοι καί Έλληνες εΐχον δεκάδας νεκρών καί τραυματιών. Έ Άμπλιανη καί ή ’Άμφισσα παρεδόθησαν διά συνθήκης. Κατ’ αύτόν τον τρόπον ούσιαστικώς εΐχον περιέλθει εις χεΐρας τών Ελλήνων όλα τά έδάφη μεταξύ Αθη­νών καί Λαμίας.

Ό ‘Υψηλάντης εΐχεν άρχίσει ήδη νά διαλύη τήν στρατιάν του, όταν έπληροφορήθη ότι ό Άρσλάνβεης, σύμφωνα μέ διαταγήν πού εΐχε λάβει άπό τήν Κων­σταντινούπολή, περισυνέλεξεν όλα τά ύπολείμματα τών τουρκικών φρουρών καί μέ αύτά έσκόπευε νά φθάση εις τήν Θράκην προς βοήθειαν τού μαχομένου κατά τών Ρώσων τουρκικού στρατού. Τότε έσπευσεν ό ‘Υψηλάντης νά άνασυγκροτήση ταχέως μίαν στρατιάν άπο 1500 άγωνιστάς και κατέλαβε τά μεταξύ Θηβών καί Λεβαδείας οχυρά τής Πέτρας, διά νά έμποδίση την διάβασιν.

Ό Άρσλάνβεης, άφοΰ με σφοδράν έπίθεσιν έδοκίμασεν εις μάτην νά διασπάση τον κλοιόν καί ύπέστη πολλάς άπωλείας, ήναγκάσθη νά συνθηκολογήση προς τον Ύψηλάντην. Ή δίοδος του έπετράπη, άφοΰ παρέδωσεν όλους τούς αιχμαλώτους καί άλλους κρατουμένους ώς όμηρους ‘Έλληνας. ‘Υπεχρεώθη έπίσης νά παραδώση εις τούς “Ελληνας όλα τά άλλα εδάφη, πλήν των ’Αθηνών καί της Λαμίας. Αύτή ύπήρξε καί ή τελευταία μάχη τής Έπαναστάσεως του 1821, ούσιαστικώς δέ άπο τής ημέρας αύτής (12 Σεπτεμβρίου 1829) λήγει ό έλληνικος άγων τής άπελευθερώσεως.

Διά των τελευταίων αύτών έπιχειρήσεων ό Καποδίστριας έπέτυχε νά σταματήση κάθε άπόπειραν περιορισμού του έλληνικοΰ κράτους εις την Πελοπόννησον καί τάς νήσους. Τώρα πλέον είχε την δύναμιν νά άντιταχθή με σθένος κατά του διά νέου πρωτοκόλλου καθορισμού στενωτέρας συνοριακής γραμμής, σύμφωνα μέ την όποιαν θά έγκαταλείπετο καί πάλιν εις τούς Τούρκους όλο κλήρος ή έκεϊθεν του ’Αχε­λώου περιοχή. Οί “Ελληνες, έχοντες επεκτείνει ήδη την κυριαρχίαν των μέχρι τής γραμμής άπο του κόλπου του Βόλου μέχρι του κόλπου τής “Αρτης, έδικαιοΰντο νά άπαιτήσουν την έπάνοδον εις τάς άποφάσεις τής συνδιασκέψεως του Λονδίνου (10/22ης Μαρτίου 1829), ή οποία είχε καθορίσει την συνοριακήν αύτήν γραμμήν.

Έν πάση περιπτώσει τώρα καθίστατο πολύ δύσκολον διά τούς συμμάχους νά άφαιρέσουν άπο τούς Έλληνας έδάφη, τά όποια άπηλευθέρωσαν τελικώς διά των ίδιων μέσων καί θυσιών καί τά όποια εΐχον ήδη ύπο την έξουσίαν των. Ή πολιτική διορατικότης καί ή οξυδερκής σπουδή του Καποδιστρίου έθριάμβευσαν, καί τούτο άναμφισβητήτως ύπήρξε μία άπο τάς πλέον σημαντικάς ύπηρεσίας έξ όσων προσέφερεν εις τό έθνος.

Ή Εθνική συνέλευσις του “Αργους

Έν τώ μεταξύ είχε παρέλθει χρονικόν διάστημα πέραν του έτους άπο τής άφίξεως του κυβερνήτου εις την Ελλάδα. Ή σύγκλησις Εθνικής συνελεύσεως προς έπικύρωσιν τών κυβερνητικών του πράξεων καί προς ψήφισιν νέου συντάγματος, όπως ειχεν ύποσχεθή εις την προκήρυξίν του καί τον όρκον του, δεν εΐχεν είσέτι πραγματοποιηθή. Η άντιπολίτευσις ειχεν ήδη άρχίσει νά έκδηλώνεται εις τάς τά­ξεις τών πολιτικών καί στρατιωτικών προσωπικοτήτων του Άγώνος, καθώς καί τών συρρευσάντων άπο το εξωτερικόν Ελλήνων λογίων. Φυσικαί ροπαί προς τάς φιλελευθέρας ιδέας του αίώνος, μέ τάς οποίας εΐχον τραφή πολλοί, ιδίως πνευμα­τικοί άνδρες, έταυτίζοντο καί έσυγχίζοντο μέ την ιδέαν τής έλληνικής έλευθερίας.

Φιλοδοξίαι άνικανοποίητοι, κομματικοί παραμερισμοί άνθρώπων, οί όποιοι μετά τά συντελεσθέντα μεγαλουργήματα καί τάς νωπάς άκόμη δάφνας των έπίστευον, ότι αύτοί έπρεπε νά έχουν την πρωτεύουσαν γνώμην εις τάς τύχας του τόπου, τοπικαί διοικητικαί συνήθειαι μη συμβιβαζόμεναι πλέον προς την έννοιαν του κρά­τους, συμφέροντα πληττόμενα, έγωισμοί θίγόμενοι, όλα συνεργούσαν εις την δη­μιουργίαν δυσαρεσκειών κατά τού κυβερνήτου. Καθημερινώς έγίνετο περισσότερον αισθητή ή βαθμιαία άνάπτυξις άντιπολιτευτικοΰ ρεύματος κατά τού έργου του, ή δέ καθυστέρησις συγκλήσεως ’Εθνικής συνελεύσεως, διά τής όποιας ήλπιζον άνάκτησιν πολιτικών ελευθεριών καί έπάνοδον εις ηγετικούς ρόλους, ηύξανε την άντιπολιτευτικήν διάθεσιν.

Ό Καποδίστριας έστηρίζετο εις την μικροαστικήν τάξιν καί τάς λαϊκάς μάζας, αι όποΐαι εξακολουθούσαν νά τον περιβάλλουν μέ άγάπην καί άφοσίωσιν. ΤΗτο άκόμη πολύ -νωπή ή είκών τής άναρχίας, τού έμφυλίου σπαραγμού, τού ολέθρου καί τής δυστυχίας κατά τάς παραμονάς τής άφίξεως τού κυβερνήτου. Η τάξις, ή άσφάλεια καί ή διά πρώτην φοράν άπό της κηρύξεως του Άγώνος έπάνοδος εις τά ειρηνικά έργα, έκινοΰσαν την εύγνωμοσύνην των λαϊκών μαζών. ‘Η έπιτυχία τών στρατιωτικών έπιχειρήσεων και ή βαθμηδόν συντελουμένη άπελευθέρωσις σχεδόν όλων τών διεκδικουμένων έδαφών, έξησφάλιζε την έμπιστοσύνην διά τό εθνικόν μέλλον. Έπί πλέον ή προθυμία του κυβερνήτου νά περιοδεύη εις τάς επαρχίας χω­ρίς νά ύπολογίζη, παρά την ηλικίαν του, κόπους καί πόνους, νά έρχεται εις άμεσον επαφήν μέ τάς λαϊκάς τάξεις, νά πληροφορήται και νά ένδιαφέρεται προσωπικώς διά τά τοπικά ζητήματα, νά παρέχη εις όλους παρηγοριάν καί συμβουλάς, συντε­λούσε πολύ εις την δημοτικότητά του.

Ητο προφανές, ότι την Εθνικήν συνέλευσιν, τήν όποιαν εΐχεν ύποσχεθή ό Καποδίστριας όταν κατήργησε πραξικοπηματικώς τό σύνταγμα τής Τροιζήνος καί συνεκέντρωσεν εις τά χέρια του όλας τάς έξουσίας, δεν τήν ήθελε διά νά άναστηλώση πολιτικάς έλευθερίας καί νά έπαναφέρη εις τον τόπον τήν προτέραν κατάστασιν. Τήν ήθελε μόνον άφ’ ένός διά νά περιβάλη μέ τό χρίσμα τής λαϊκής έγκρίσεως όλας τάς έως τότε πράξεις του, άφ’ ετέρου διά νά περιβληθή μέ τό άπαραίτητον κύρος τής λαϊκής έμπιστοσύνης προς συνέχισιν τής προσωπικής του άρχής. Δι’ αύτό δέν άπεφάσισε νά κάμη έκλογάς παρά μόνον όταν είχε συντελέσει τόσα, ώστε νά δικαιούται τής λαϊκής έμπιστοσύνης εις προτίμησιν ύποψηφίων άφωσιωμένων εις αύτόν καί τήν πολιτικήν του. Καθ’ όλας τάς ενδείξεις, ή καθυστέρησις τών έκλογών άπέβλεπε καί εις τήν άνά τήν χώραν τοποθέτησιν διοικητικών οργά­νων τής άπολύτου έμπιστοσύνης του. Κατ’ αύτόν τον τρόπον θά ήδύνατο νά έπηρεάση ή άκόμη καί διά παντοειδών έπεμβάσεων νά έκβιάση τήν γνώμην τών έκλογέων. Έπί τού σημείου τουλάχιστον αύτού φαίνεται ότι αί μετέπειτα έπικρίσεις τών άντιπολιτευομένων δέν ήσαν όλως διόλου άβάσιμοι.

Αί έκλογαί διά τήν νέαν ’Εθνικήν συνέλευσιν διεξήχθησαν τήν άνοιξιν τού 1829. Κατά τάς παραμονάς αύτών ό κυβερνήτης έπεχείρησε μίαν γενικήν άνά τά έλληνικά έδάφη περιοδείαν, ή όποια ηύξησε τήν δημοτικότητά του. Καί ναι μέν οί δυσηρεστημένοι δέν παρέλειψαν νά χαρακτηρίσουν τήν περιοδείαν αύτήν ώς άνάρμοστον προεκλογικήν προπαγάνδαν. Άλλ’ ό λαός, ο όποιος ήσθάνετο τόσον πλησίον του τον γηραιόν, άλλά άκάματον κυβερνήτην έρχόμενον διά νά πληροφορήται τάς άνάγκας του, νά τον παρηγορή διά τά δεινά του, τά όποια προσπαθούσε νά θεραπεύση έπί τόπου, νά τον συμβουλεύη, νά έποπτεύη αύτοπροσώπως εις τήν άνοικοδόμησιν τών κατεστραμμένων πόλεων καί χωρίων καί εις τήν κατασκευήν παραγωγικών έρ­γων, τον περιέβαλε μέ άκόμη μεγαλυτέραν άγάπην καί άφοσίωσιν.

Αί πρώται άντιπολιτευτικαί άντιδράσεις έξεδηλώθησαν άκριβώς εις τά μέτρα καί τον τρόπον διενεργείας τών έκλογών. Τό πρώτον καί μόνον κυβερνητικόν όργανον, τό «Πανελλήνιον», είχε κατά πλειοψηφίαν παύσει νά είναι πειθήνιον όργανον εις τάς θελήσεις του. Ήρνεΐτο νά έκδώση τήν άπόφασιν τού κυβερνήτου, κατά τήν όποιαν πρόεδροι τών κατά περιοχάς έφορευτικών τών έκλογών έπιτροπών θά ήσχυ έπίτροποι τής κυβερνήσεως καί όχι πρόσωπα έκλεγόμενα ύπό τών έκλογέων. ’Επί­σης έπιθυμία τού κυβερνήτου ήτο νά μετάσχουν εις τάς έκλογάς πάντες οί εύρισκόμενοι εις τήν Ελλάδα ’Έλληνες τό γένος, όπως άλλωστε ήτο και δίκαιον, άφού όλοι εΐχον ύποστή τάς ίδιας θυσίας διά τήν έλευθερίαν καί ύπηρετούσαν τήν εύρειαν έννοιαν τής ελληνικής πατρίδος.

’Αλλά τό «Πανελλήνιον», έμπνεόμενον άπό στενόν τοπικιστικόν πνεύμα καί φοβούμενον ότι θά έπιπλεύσουν εις τάς ήγετικάς θέσεις τής πολιτικής καί τής διοικήσεως Φαναριώται καί άλλοι έκ τού έξωτερικου ’Έλληνες λόγω τής άνωτέρας μορφώσεώς των, έπέμενε νά περιορισθή ή ψήφος εις τούς αύτόχθονας (γηγενείς) καί κτηματίας. Ό Καποδίστριας, διά νά δαμάση τήν άντιπολιτευτικήν διάθεσιν τού «Πανελληνίου», προσέθεσεν αύθαιρέτως έννέα μέλη. Κατ’ αύτόν τον τρόπον έξησφάλισε τήν πλειοψηφίαν καί έπέβαλε τάς θελήσεις του, πλήν τού διορισμού κυ­βερνητικού έπιτρόπου ώς προέδρου τών έφορευτικών έπιτροπών, διά τον όποιον ύπεχώρησεν. Έν τούτοις ή χαρακτηρισθεϊσα ώς πραξικόπημα αύθαιρεσία αύτή άπεξένωσεν άνδρας έπιφανεϊς του Άγώνος, οί όποιοι,, όσον καί αν έξεδήλωναν ιδίας γνώμας, ειχον έως τότε υπηρετήσει τιμίως καί χρησίμως την πολιτικήν του. Όλοι αύτοί έρρίφθησαν εις την άντιπολίτευσιν καί άργότερον προσεχώρησαν εις την ένεργόν άντίδρασιν.

Εις την προεκλογικήν κίνησιν ο ίδιος ό Καποδίστριας δέν άνεμείχθη. Άλλα τά κατά τόπους διοικητικά όργανα, χωρίς πάντως νά προβούν εις πράξεις βίας, κατέβαλον κάθε προσπάθειαν διά νά έπηρεάσουν τον λαόν εις έκλογήν προσώπων άφωσιωμένων εις τδν κυβερνήτην. Άργότερον οί αντιπολιτευόμενοι ίσχυρίζοντο ότι οί διοικητικοί ύπάλληλοι περιεφέροντο άπδ κώμης εις κώμην καί άπό χούρίου εις χωρίον, πανταχοΰ δε διέδιδον πάσης φύσεως σπερμολογίας εις βάρος των. Κατά τούς ισχυρισμούς αύτούς των αντιπολιτευόμενων οι κυβερνητικοί τούς κατηγορού­σαν ότι δέν ήθελαν την άπελευθέρωσιν τού έθνους, διά νά το καταδυναστεύουν καί νά το έκμεταλλεύωνται οί ίδιοι καί έβεβαίωναν τδν λαόν, ότι αν δέν έξελέγοντο οί άνθρωποι τού Καποδιστρίου, αί σύμμαχοι Δυνάμεις θά έγκατέλειπον το έθνος νά έπανέλθη εις την τουρκικήν δουλείαν. Επίσης οί άντιπολιτευόμενοι ίσχυρίζοντο, οτι οί διοικητικοί ύπάλληλοι ύπεχρέωνον τούς ύποψηφίους πού ύπεστήριζον νά βε­βαιώσουν γραπτώς ότι, έκλεγόμενοι πληρεξούσιοι, θά άκολουθήσουν εις όλας τάς έντολάς τού κυβερνήτου.

‘Η ψηφοφορία έγένετο άπ’ εύθείας καί οχι δι’ έπιτροπών, ώς έγίνετο έως τότε, διότι ό Καποδίστριας επιθυμούσε νά έλθη εις άμεσον έπαφήν μέ τον λαόν παραμερίζων τούε τοπικούς κομματάρχας. Έξελέγησαν 236 πληρεξούσιοι έν συνόλω, συμπεριλαμβανομένων καί έκείνων τούς οποίους έστειλαν πολεμισταί ή πρόσφυγες έξ ύποταγεισών περιφερειών, όπως τής Μακεδονίας, τής Κρήτης, τής Εύβοιας, τής Χίου κλπ.

‘Όπως άνεμένετο, εις όλην τήν Ελλάδα έξελέγησαν πληρεξούσιοι άφωσιωμένοι εις τον κυβερνήτην καί τήν πολιτικήν του. Μόνον οί αντιπρόσωποι τής ‘Ύδρας, ύπακούοντες εις τούς άρχοντας τής νήσου, οί όποιοι άνήκον εις τούς δυσηρεστημένους, δέν ένέπνεον άπόλυτον έμπιστοσύνην. Έν τούτοις, καί αύτοί δέν έξέδήλωσαν εις τήν συνέλευσιν αντιπολιτευτικήν διάθεσιν, διότι ο κυβερνήτης είχε φροντίσει νά δώση ύποσχέσεις, ότι ταχέως θά έκανονίζοντο αί αποζημιώσεις καί τά άλλα ζη­τήματα τής νήσου. Κατ’ αύτόν τον τρόπον, όταν τήν 23ην ’Ιουλίου συνήλθεν εις το Άργος ή νέα Εθνική συνέλευσις, τετάρτη κατά σειράν άπδ τής ένάρξεως τής Έπαναστάσεως, διά νά άρχίση τάς έργασίας της, ο κυβερνήτης ήμπορούσε νά είναι βέβαιος, ότι θά έξετελούντο όλαι αί έπιθυμίαι του.

Το πρόγραμμα των έργασιών όπως καί τά σοβαρώτερα θέματα προς λήψιν άποφάσεων έν ειδει ψηφισμάτων πού ύπέβαλλον έμπιστα όργανά του, είχε καταρτίσει καί έπεξεργασθή αύτός ο ίδιος. Δι’ αύτό καί έντός ταχυτάτου χρόνου ή Εθνική συνέλευσις τού Άργους έλαβε σοβαράς άποφάσεις καί έφερεν εις πέρας, χωρίς άντιλογίας καί άντιδράσεις, μίαν πολύ άξιόλογον έργασίαν. Ό κυβερνήτης έκήρυξεν αύτοπροσώπως τήν έναρξιν έργασιών, έκφωνήσας βραχύν λόγον καί κατόπιν ύποβαλών μακράν έκθεσιν δι’ όσα είχε πράξει έως τότε καθώς καί διά τήν όλην πορείαν τών έσωτερικών καί έξωτερικών προβλημάτων τού έθνους. Έν συνεχεία ή ’Εθνοσυνέ­λευσής συνεζήτησε τάς έκθέσεις τών άνωτάτων οργάνων καί κατόπιν διά σειράς ψηφισμάτων έλαβε διαφόρους άποφάσεις.

Κατηργεϊτο το έως τότε αύθαιρέτως συσταθέν κυβερνητικόν σώμα, το καλούμενον «Πανελλήνιον». Αντί αύτού ίδρύετο ή Γερουσία, άπαρτιζομένη άπό είκοσι επτά καί αύτή μέλη, ή όποια ύπετίθετο ότι θά είχε τον χαρακτήρα τού παλαιού καταργηθέντος μέ τήν άφιξίν του «Βουλευτικού». Άλλ’ εις τήν πραγματικότητα το νέον αύτο σώμα θά ήτο πειθήνιον οργανον τού κυβερνήτου. Διότι έκ τών μελών του, τά μέν 21 θά έξελέγοντο ύπό τού κυβερνήτου άπό κατάλογον, τόν όποιον θά συνέτασσεν ή Έθνοσυνέλευσις δι’ ύποδείξεως τριών προσώπων ύπό έκάστου πληρεξουσίου, τά δέ λοιπά εξ θά διώριζεν έντελώς άνεξελέγκτως αύτός ό ίδιος. ‘Ώστε κατ’ ούσίαν δεν έπρόκειτο περί νομοθετικού τίνος σώματος, άλλά περί τού «Πανελ­ληνίου» ύπό άλλην μορφήν και ονομα, άφού μάλιστα τού μετεβιβάζοντο αί ϊδιαι περιωρισμέναι έξουσίαι. ’Επίσης έπανιδρύθη το παλαιόν «Νομοτελεστικόν» συμ­βούλων, άλλά και αύτό μέ περιωρισμένας έξουσίας, έξαρτωμενας από την θέλησιν τού κυβερνήτου. Αί άλλαι κυβερνητικαί καί διοικητικαί ύπηρεσίαι παρέμενον ώς εΐχον. ’Ανετίθετο όμως εις την κυβέρνησιν νά συντάξη πρός μελλοντικήν εγκρισιν καταστατικόν πολιτικόν νόμον κατά τό πνεύμα των προηγηθεισών έθνοσυνελεύσεων.

Δι’ άλλου ψηφίσματος ή Έθνοσυνέλευσις ένέκρινε τήν πολιτικήν τού κυβερνήτου ώς πρός τήν έκτέλεσιν τής συνθήκης των προστατίδων δυνάμεων (’Ιουλίου 1827) καί τον έξουσιοδότησε νά συνέχιση ύπό τό αύτό πνεύμα τάς διαπραγματεύσεις, έπιφυλάσσουσα εις έαυτή> τό δικαίωμα έπικυρώσεως των άποφάσεων.

Δι’ άλλων ψηφισμάτων προεβλέπετο ή όργάνωσις τού στρατού καί τού ναυτι­κού, ή άποζημίωσις των θυμάτων τού απελευθερωτικού πολέμου, ιδίως των μα­χητών τού Καραϊσκάκη, των ύπερασπιστών τού Μεσολογγίου καί των νήσων, ή σύναψις έξωτερικού δανείου, ή ύποθήκευσις 200 χιλιάδων στρεμμάτων έθνικής γης (πλήν σταφιδαμπελώνων καί έλαιώνων) διά τήν άσφάλειαν τής Έθνικής τραπέζης, ή σύστασις βιβλίου τού δημοσίου χρέους, ή έξόφλησις των χρεών τών κοινο­τήτων καί ή κοπή νομίσματος (τού Φοίνικος) μέ τήν εικόνα τού κυβερνήτου. Επί­σης διά ψηφίσματος άπεφασίζετο νά άνεγερθή ναός τού Σωτήρος ώς εύχαριστήριος πρός τον σώσαντα το ελληνικόν έθνος Σωτήρα Χριστόν, νά έκφρασθή ή εύγνωμοσύνη τού έθνους πρός τάς τρεις εύεργέτιδας δυνάμεις καί πρός τόν βασιλέα τής Βαυαρίας Λουδοβίκον.

’Άλλο ψήφισμα καθώριζε τήν άνέγερσιν εις τό Ναυαρϊνον μνημείου πρός τιμήν τών τριών προστατίδων δυνάμεων. ‘Ιδρύετο έπίσης παράσημον τών ‘Ιπποτών του Σωτήρος καί άπεφασίζετο ή άνέγερσις μνημείου πρός τιμήν τών φιλελλήνων, κα­θώς καί ετέρου εις τό Πεταλίδι εις μνήμην τών πεσόντων Γάλλων. Δι’ άλλου ψηφί­σματος άπεφασίζετο ή έτησία χορηγία 180 χιλιάδων φοινίκων εις τόν κυβερνήτην, ό όποιος όμως δεν τήν έδέχθη. Δι’ ειδικού ψηφίσματος έλαμβάνοντο τά πρώτα μέ­τρα διά τήν άπαγόρευσιν έξαγωγής άρχαιοτήτων.

Δι’ άλλου καθωρίζοντο μέσα διά τήν βελτίωσιν τής θέσεως τού ορθοδόξου κλή­ρου. τήν ίδρυσιν σχολείων, φιλανθρωπικών καταστημάτων καί τήν ένίσχυσιν τού ορφανοτροφείου τής Αίγίνης. Άλλο έρρύθμιζε τόν τρόπον έκδικάσεως τών επί Έπαναστάσεως ποινικών διαφορών. Τέλος διά τού 13ου καί τελευταίου ψηφίσματος έκηρύσσετο λήξις τών έργασιών τής Έθνοσυνελεύσεως, ή όποια δέν διελύετο άλλά θά ήτο δυνατόν νά συνέλθη έκ νέου κατά τάς έθνικάς περιστάσεις καί όταν ή κυβέρνησις θά εΐχεν έτοιμον τό νομοθετικόν εργον, πού εΐχεν άνατεθή εις αύτήν νά παρασκευάση.

Ούσιαστικώς, μέ τήν Έθνοσυνέλευσιν αύτήν δέν έπήλθε καμμία ούσιώδης μετα­βολή, όπως ήλπιζαν οι δυσηρεστημένοι, οί μεμψίμοιροι καί οί άνυπομονούντες νά λάβουν κυβερνητικήν εξουσίαν. Ό κυβερνήτης, περιβεβλημένος τώρα μέ τό κύρος μιας παλλαϊκής εντολής, έφαίνετο ισχυρός καί εις θέσιν νά κυβερνήση τόν τόπον κατά τάς θελήσεις του, χωρίς κανένα άντιπερισπασμόν, περισσότερον άπό κάθε άλλην φοράν. Γερουσιαστάς καί εις τάς άλλας θέσεις τής άνωτάτης διοικήσεως διώρισε πρόσωπα τής άπολύτου έμπιστοσύνης του, άποκλείσας έπιφανεστάτας προ­σωπικότητας τού Άγώνος, όπως ό Μαυροκορδάτος (κληθείς, άλλά μή δεχθείς άργότερον), διότι έδείκνυον άντιπολιτευτικάς τάσεις. Άπό τήν ‘Υδραϊκήν άντιπολίτευσιν διώρισεν εις τήν Γερουσίαν τόν Γ. Κουντουριώτην καί τόν Άνδρ. Μιαούλην. Καί οί δύο όμως ήρνήθησαν όπως καί ό εις άντικατάστασίν των τοποθετηθείς Τομπάζης.

Ό Καποδίστριας άδιαφορών διά τήν σιωπηράν κατ’ άρχάς αύτήν άντίδρασιν, έρρίφθη μέ τήν-συνήθη αύταπάρνησιν καί άκούραστον ένεργητικότητά του εις τήν άναβίωσιν τού κατεστραμμένου τόπου, εις τήν διά-διαφόρων νομοθετημάτων έκτέλεσιν των αποφάσεων τής Συνελεύσεως, εις τάς ένεργείας διά τό είσέτι εις έκκρεμότητα εθνικόν ζητημα. Συνέχισε τάς περιοδείας διά τήν άμεσον μέ τον λαόν επαφήν, έξακολουθοΰσε νά έποπτεύη εις την ίδρυσιν κοινωνικών ιδρυμάτων καί έκτέλεσιν παραγωγικών έργων, έπεμελεΐτο την άνοικοδόμησιν κατεστραμμένων πόλεων, όπως τής Τριπόλεως. Άλλ’ ήδη ή άντιπολίτευσις έξεδηλώνετο πανταχοΰ, ειχεν αρχίσει να οργανώνεται και δέν ήτο πλέον μακράν ή ώρα τής ένεργοΰ άντιδράσεως.

To μοιραΐον τέλος του κυβερνήτου

Έν τυχαΐον έπεισόδιον ώδήγησεν εις έντασιν τής έχθρότητος των Μαυρομιχαλών καί επέσπευσε το μοιραΐον τέλος. Ό Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ έπεσκέφθη τά λακωνικά παράλια καί έγνώρισε την γηραιάν μητέρα του Πετρόμπεη. Ή πολυσέβαστος όσον καί ηρωική έκείνη παλαιά άρχόντισσα τής Μάνης, ή όποια είχε χάσει οκτώ υιούς καί έγγόνια εις τον αγώνα τής ελληνικής έλευθερίας, μέ δάκρυα εις τά μάτια ικέτευσε τον Ρώσον ναύαρχον νά μεσιτεύση διά την άποφυλάκισιν τού Πε­τρόμπεη.

’Η συνομιλία μέ την δυστυχή εκείνην γηραιάν ήρωίδα, ή όποια εΐχεν ιδει νά θυσιάζεται σχεδόν ολόκληρον τό γένος της εις τον ’Αγώνα τής έλευθερίας, τά δέ ύπόλοιπα ολίγα τέκνα καί έγγόνια της έσύροντο εις τάς φυλακάς, έπροξένησε μεγάλην έντύπωσιν εις τον Ρώσον ναύαρχον. ‘Όταν ό Ρίκορντ έπέστρεψεν εις το Ναύπλιον, εις μάτην ήγωνίσθη νά έπιτύχη άπό τον Καποδίστριαν την άποφυλάκισιν τού Πετρόμπεη. Τελικώς έπέτυχε μόνον νά προσαχθή ο Πετρόμπεης ένώπιον τού κυβερνήτου, έλπίζων ότι ούτω θά τον έξηυμένιζε.

Κατά μοιραίαν σύμπτωσιν, όταν ώδηγήθη ο Πετρόμπεης εις το κυβερνεΐον, συνοδευόμενος καί από αύτόν τον Ρίκορντ, ο Καποδίστριας έδιάβαζε μίαν μόλις φθάσασαν έφημερίδα τού Λονδίνου, εις τήν όποιαν έγίνετο σφοδροτάτη έπίθεσις έναντίον του, έχρησιμοποιεΐτο δέ διά τήν έπίκρισιν καί ή ύπόθεσις τών Μαυρομιχαλών. Κυριαρχηθείς ύπό θυμού, ο κυβερνήτης ήρνήθη νά δεχθή τον Πετρόμπεην καί διέ­ταξε νά όδηγηθή άμέσως καί πάλιν εις τάς φυλακάς. Ή θέα τού άλλοτε κραταιοΰ καί ένδοξου ήγεμόνος τής Μάνης, οδηγουμένου καί πάλιν ύπό συνοδείαν ένοπλων εις τάς φυλακάς διά μέσου τών οδών τού Ναυπλίου, έπροξένησε γενικώς πολύ οδυνηράν έντύπωσιν.

’Αλλά περισσότερον όλων έπληγησαν οί δύο Μαυρομιχάλαι, ο άδελφός του Κωνσταντίνος καί ο υιός του Γεώργιος, οί όποιοι έ’τρεφον μέχρι λατρείας αισθήματα άφοσιώσεως προς τον γηραιόν αρχηγόν τής οικογένειας των. ‘Ωρκίσθησαν νά έκδικηθούν τήν τιμήν τής οικογένειας των καί κατέληξαν εις τήν άπόφασιν τού στυ­γερού έγκλήματος. Δέν φαίνεται νά ήλθον εις ιδιαιτέρας συνεννοήσεις μέ τούς ‘Υδραίους, παρά τάς έκεΐθεν έκτοξευομένας παρορμήσεις προς βίαιον τέλος τού «τυράννου». Επίσης, αν καί εύρίσκοντο εις σχέσεις μετά τής γαλλικής πρεσβείας, δέν φαίνεται πιθανόν ότι ειχον καταστήσει κοινωνόν τού σχεδίου των κανένα ξέ­νον. Τό πιθανώτερον είναι, ότι ή ύπόθεσις είχε κρατήσει χαρακτήρα καθαράς έκδικήσεως τής οικογένειας τών Μαυρομιχαλών, σύμφωνα μέ τά πατροπαράδοτα έθιμα τής έκδικήσεως (βεντέτας), τά ίσχύοντα εις τήν Μάνην.

Προσποιούμενοι καλήν διαγωγήν καί τυγχάνοντες τής εύνοιας τού Γάλλου άντιπρέσβεως οί δύο Μαυρομιχάλαι ειχον έπιτύχει τήν χαλάρωσιν τών έναντίον των μέτρων. Αν καί τούς είχε άπαγορευθή ή οπλοφορία καί έκυκλοφορούσαν πάντοτε ύπό έπιτήρησιν, ειχον έπιτύχει νά προμηθευθούν κρυφίως όπλα. Ό κυβερνήτης έσυνήθιζε νά μεταβαίνη πολύ πρωί εις τήν έκκλησίαν, διά νά άκούσει τήν λειτουργίαν καί κατόπιν νά συνέχιση τήν έργασίαν του.

Τήν Κυρικήν 27ην Σεπτεμβρίου (9ην ’Οκτωβρίου) 1931 καί ώραν 6ην πρωι­νήν, οi δύο Μαυρομιχάλαι εύρίσκοντο παρά τήν πύλην τού ναού τού ‘Αγίου Σπυ­ρίδωνος. Ό κυβερνήτης κατέφθασε συνοδευόμενος, όπως συνήθως, μόνον άπό ένα μονόχειρα σωματοφύλακά του, ανάπηρον τού πολέμου τής ’Ανεξαρτησίας. Οί δο­λοφόνοι έπλησίασαν προσποιούμενοι χαιρετισμόν καί έκένωσαν τάς πιστόλας των κατά τού κυβερνήτου. Ό ένας έξ αυτών, ο Γεώργιος, έπειδή εΐχεν αστοχήσει ή βολή του, ένέπηξέ καί το έγχειρίδιόν του. Ένώ ο κυβερνήτης έπιπτεν άπνους, οί δύο δο­λοφόνοι, έπωφελούμενοι τής καταπλήξεως καί τής συγχύσεως τών ολίγων παρευρισκομένων, έτράπησαν εις φυγήν. Ό Κωνσταντίνος πυροβοληθείς κατέπεσε, τό δέ έξηγριωμένον πλήθος τον άπετελείωσεν οίκτρώς.

Ό Γεώργιος, πηδών άπό αύλής εις αύλήν, κατόρθωσε νά φθάση εις το κτίριον τής γαλλικής πρεσβείας, όπου του έδόθη άσυλον. Την έπομένην όμως ό Γάλλος πρεσβευτής έδέχθη νά παραδώση τον δολοφόνον, άφοΰ έλαβε την διαβεβαίωσιν ότι θά δικασθή κανονικός. Έν έκτακτον στρατιωτικόν δικαστήριον, (έδικαιολογήθη εκ του λόγου ότι ήτο στρατιωτικός), συνεδριάσαν εις τό ύπαιθρον, κατεδίκασε τον Γεώργιον Μαυρομιχάλην εις θάνατον. Ό δολοφόνος του Καποδιστρίου έξετελέσθη διά τυφεκισμού εις την πλατείαν τής πόλεως’τήν πρωίαν τής 22ας ’Οκτωβρίου. Ό δυστυχής Πετρόμπεης, μέ δάκρυα εις τά μάτια, άπό των έπάλξεων των φυ­λακών τής Άκροναυπλίας είδε καί άπεχαιρέτησε διά των χειρών, προσαγόμενον προς τον θάνατον, τό τελευταΐον έξιλαστήριον θύμα τής οικογένειας του.

Ή εϊδησις τού στυγερού έγκλήματος έκαμε κατάπληξιν εις τήν Εύρώπην, άλλά καί συνετάραξε τον ελληνικόν λαόν. Οί έπαναστάται τής ‘Ύδρας δεν έδίστασαν μέ προφανή άπρέπειαν καί πάθος ψυχής νά πανηγυρίσουν τήν έξόντωσιν τού «τυ­ράννου» καί νά έξυμνήσουν «τούς δύο νέους τυραννοκτόνους ‘Αρμόδιον καί Άριστογείτονα». Άλλ’ αί μάζαι τού ελληνικού λαού έθρήνησαν είλικρινώς τον θάνα­τον τού κυβερνήτου. Ειχον πλήρη συνείδησιν τού τί είχε πράξει ό ’Ιωάννης Καποδίστριας διά τήν άναγέννησιν τού έθνους καί διά τήν συγκρότησιν ενός πραγμα­τικού έλληνικού κράτους έκ των έρειπίων καί τής τέφρας. Τον θάνατόν του έθεώρησαν ως έξιλαστήριον θυσίαν μέσα εις τόν. βωμόν τής άχαλινώτου άρχομανίας καί των πολιτικών παθών, τά όποια έμάστιζαν τόν άναγεννώμενον Ελληνισμόν. Τό όνομα τού «Μπαρμπαγιάννη», όπως τον άποκαλοΰσαν μέ στοργήν οί άνθρωποι τού λαού, προφέρεται άπό τής επομένης τής δολοφονίας του μέ σεβασμόν καί εύλάβειαν άπό τά στόματα όλων τών Ελλήνων.

Οί άπομνημονευματογράφοι καί ιστορικοί τής έποχής έκείνης διηρέθησαν εις κρί­σεις καί συμπεράσματα διά τήν πολιτείαν καί το έργον του άναλόγως τών πολιτι­κών των πεποιθήσεων καί τών προσωπικών συμπαθειών τής έποχής. Πολλοί άλλωσ­τε έξ αύτών δέν άπέβλεπαν τόσον νά κρίνουν τόν Καποδίστριαν, όσον νά αιτιολογή­σουν τήν έναντι του διαγωγήν των. Άλλ’ ή άμερόληπτος ιστορία, διά τής μετέπειτα έρεύνης τών πηγών καί τής ψύχραιμου έκτιμήσεως τών γεγονότων, έδωσεν εις τόν Καποδίστριαν τήν άρμόζουσαν θέσιν. Έκυβέρνησε τόν τόπον όπως μό­νον θά ήτο τότε δυνατόν νά κυβερνηθή, χωρίς νά πέση εις τόν αλληλοσπαραγμόν καί τήν άναρχίαν. Διέθεσεν όλας του τάς ικανότητας καί όλας του τάς δυνάμεις εις τήν ύπηρεσίαν τής πατρίδος του καί έπραξε πολλά διά νά τήν ώφελήση. Ύπήρξεν ό πρώτος μεγαλουργός κυβερνήτης τού άναγεννηθέντος Ελληνισμού. Ή χρηστότης τού ήθους του, ή έντιμότης τού χαρακτήρός του, ό άγνός πατριωτισμός του παρέμειναν παροιμιώδεις. “Οσα τόν έκατηγορούσαν ήσαν ψεύδη καί συκοφαντίαι πηγάζουσαι άπό τήν έμπάθειαν, τήν ματαιοδοξίαν, τόν κομματικόν άνταγωνισμόν. Ύπέπεσε βεβαίως καί αύτός εις σφάλματα, όπως κάθε άνθρωπος καί κάθε πολι­τικός, όσονδήποτε μεγαλουργός καί αν είναι. Άλλ’ ούδέποτε είχε τήν πρόθεσιν νά βλάψη, καί τό παν έπραξε διά τήν ύπηρεσίαν τής πατρίδος του, διά τήν οποίαν καί έθυσιάσθη.

Δέκα τρία μόλις έτη μετά τήν δολοφονίαν του, τό 1844, ή πρώτη ’Εθνική συνέλευσις τού έλευθέρου Ελληνισμού, εις τήν οποίαν μετεΐχον οι έπιζώντες πα­λαιοί άντίπαλοι, άκόμη καί Μαυρομιχάλαι, άπεφάσιζε διά ψηφίσματας νά άνεγερθή εις τό Ναύπλιον δαπάναις τού κράτους ό άνδριάς τού Ίωάννου Καποδισρίου «ως χρέος ιερόν πρός τήν διαιώνισιν τού μεγάλου σεβασμού καί τής έξαιρέτου εύγνωμοσύνης/ τήν οποίαν οί λαοί τής Ελλάδος σώζουσιν εις μνήμην τού άιδίμου άνδρός, εύεργέτου τής πατρίδος ».

Το κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Επίτομος Ιστορία Ελληνικού Έθνους, του Κωνστανίνου Παπαρηγόπουλου.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!