Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του οικισμού των Επάνω Αρχανών

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΤΖΟΜΠΑΝΑΚΗ

Αρχιτέκτων – Αρχαιολόγος

Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του οικισμού των Επάνω Αρχανών
όπως αυτή διαμορφώδηκε από το δεύτερο μισό
του 19ου έως τα τέλη του 20ου αι.

Ανακοίνωση στο Συνέδριο

Αρχάνες – 20ος αιώνας

στις Αρχάνες, 12.5.2001

Οι Αρχάνες είναι ένας οικισμός του οποίου η ιστορική διαδρομή συνδέθηκε άρρηκτα με το φυσικό περιβάλλον του. Ο λόφος όπου κτίστηκε η πόλη, τα γύρω υψώματα απ’ όπου πήγαζαν τα νερά του Καίρατου ποταμού, ο μεγάλος και εύφορος κάμπος της και κυρίως ο Γιούχτας, το ιερό βουνό που δεσπόζει προς δυσμάς, υπήρξαν οι παράγοντες που διαμόρφωσαν την φυσιογνωμία της, καθόρισαν πολλές φορές τα ιστορικά γεγονότα και επέδρασαν καταλυτικά στην πρόοδο και την ευημερία της.

Την περίοδο της Βενετοκρατίας η μορφή και η έκταση του οικισμού ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που γνωρίζουμε σήμερα. Από τη θέση Καβαλαρόπετρα ή Χωματόλακκος της περιοχής άρχιζε να σχηματίζεται ένα ρυάκι το οποίο, ρέοντας σε μια αβαθή κοίτη από ανατολάς προς δυσμάς στο ύψωμα Γαλανό Παπούρι, κατέληγε στον ποταμό. Το ρυάκι αυτό φαίνεται ότι αποτελούσε το φυσικό όριο ανάμεσα σε δύο μικρούς οικισμούς που αναφέρονται σε έγγραφα της περιόδου της βενετοκρατίας ότι υπήρχαν στην περιοχή, και ήταν γνωστοί με τα ονόματα Πετρέα Αρχάνες και Αμπραμοχώριτωχι Αρχανών. Οι οικισμοί αυτοί με την πάροδο του χρόνου έπαψαν να αποτελούν δύο διαφορετικά χωριά. Κατά τον 19° αι., αποτελούσαν πλέον ένα ενιαίο πολεοδομικά, οικιστικό σύνολο που το διέσχιζε ένα ρυάκι. Ήδη, το 1842 αναφέρονται από τον Μ. Χουρμούζη Βυζάντιο ως «επάν’ Αρχάναις»1.

Πληροφορίες και περιγραφές -αποσπασματικές για τον οικισμό, αρκετά περισσότερες για τον Γιούχτα- υπάρχουν σε κείμενα διαφόρων περιηγητών ήδη από τα χρόνια της πρώιμης Αναγέννησης. Η άποψη ότι η ανθρωπόμορφη όψη του Γιούχτα -εικόνα ιδιαίτερα υποβλητική για όσους έφταναν στον Χάνδακα με πλοίο από τον βορρά- δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει ότι στο βουνό αυτό βρίσκεται ο τάφος του Δία, γίνεται πεποίθηση στους περιηγητές της Κρήτης στα χρόνια της Βενετοκρατίας. Ο Cristoforo Buondelmonti είναι εκείνος ο οποίος, έχοντας τη βεβαιότητα ότι έφτασε στον τάφο του πατέρα των Θεών, σχεδιάζει το πρώτο γνωστό έως σήμερα σχέδιο του Γιούχτα, που φυλάσσεται στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας. Ο ίδιος στο έργο του «Περιγραφή της νήσου Κρήτης στα 1415», γράφει: «Από ένα άλλο σημείο, στα ανατολικά, εκτείνεται μια πεδιάδα σκεπασμένη με αμπέλια που ονομάζεται Αρχάνες. Εδώ είναι κτισμένα πολλά και μεγάλα χωριά>. Κατά τη Βενετοκρατία ο Γιούχτας σχεδιάστηκε από τους μηχανικούς της Γαληνοτάτης αρκετές φορές. Οι Αρχάνες όμως ως οικισμός δεν κινούν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των περιηγητών κατά την περίοδο της λεγάμενης Βενετοκρητικής Αναγέννησης.

0 19ος αι. υπήρξε η εποχή κατά την οποία αρκετοί Ευρωπαίοι, πολλές φορές με την τριπλή ιδιότητα του περιηγητή, του συγγραφέα και του σκιτσογράφου, περιηγούνται την Ελλάδα και την ακόμα υπόδουλη στους Τούρκους Κρήτη. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι όσοι επισκέφθηκαν τις Αρχάνες, περιγράφουν με πολύ καλά λόγια τον οικισμό και τη γύρω περιοχή. Ως ένα «πυκνοκατοικημένο μέρος με δύο χιλιάδες ψυχές περίπου» αναφέρει τις Αρχάνες ο Sieber στα 18173.0 Robert Pashley, που επισκέφθηκε τις Αρχάνες τον Μάρτιο του 1834 γράφει: «Είδαμε μπροστά μας τις Αρχάνες που βρίσκονται σε ύψωμα και περιβάλλονται από λίγες ελιές και κυπαρίσσια. Οι Απάνω Αρχάνες έχουν 150 σπίτια ενώ οι Κάτω μόνο 30. Το χωριό κατοικείται μόνο από χριστιανούς και έχει εννέα εκκλησίες^. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Spratt μιλά για την περιοχή των Αρχανών που είναι ξακουστή για την ποιότητα του κρασιού της, τους εκτεταμένους αμπελώνες της και για τους κατοίκους της οι οποίοι είναι «σχεδόν όλοι Χριστιανοί^.

Τον Απρίλιο του 1864 ο Άγγλος περιηγητής Edward Lear έρχεται στην Κρήτη και επισκέπτεται τις τρεις μεγάλες πόλεις του νησιού, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, καθώς και διάφορα άλλα χωριά και τοποθεσίες. Ο ίδιος φιλοτέχνησε από τις 11 Απριλίου έως τις 31 Μάίου 200 περίπου σχέδια. Θέματά του υπήρξαν τόσο το αστικό ή ημιαστικό δομημένο περιβάλλον της εποχής όσο και τα γοητευτικά τοπία της κρητικής γης, τα βουνά, οι κάμποι, οι λίμνες και οι παραλίες της6.

Την Παρασκευή 13 Μάίου ξεκινά από το Ηράκλειο για τις Αρχάνες. Κατά την πορεία του περνάει από τη Σύλλαμο, μικρό οικισμό που βρίσκεται στις βόρειες υπώρειες του Γιούχτα. Στις 16:15 το απόγευμα αντικρίζει τον κάμπο και τον οικισμό των Αρχανών. Ο ίδιος γράφει «Μέσα σε μια εκτεταμένη και απομονωμένη κοιλάδα βλέπω ένα πραγματικά ελληνικό χωριό: παντού ελιές και, ακόμα και φορώντας τα γυαλιά μου, δεν μπόρεσα να διακρίνω κανένα χάλασμα στις Επάνω Αρχάνες>. Στις 5.00 μ.μ. έχει πια φτάσει στο σπίτι του Κων/νου Καπλαντή που βρίσκεται, όπως ο ίδιος γράφει, στην «κορυφή του χωριού» όπου και θα φιλοξενηθεί για να περάσει τη νύχτα. Στη συνέχεια κάνει μια βόλτα στον οικισμό και δίδει την εξής περιγραφή: «Αυτό το χωριό είναι πολύ διαφορετικό από όσα έχω συναντήσει περνώντας από το Ρέθυμνο: τα σπίτια και οι άνθρωποι είναι όλα σε καλή σειρά και συγκριτικά έχουν ανέσεις. Υπάρχει ένας στενός δρόμος με μια καμάρα και πέργκολα και καθισμένες γυναίκες. Γιύρω υπάρχουν μουριές. Πήγαμε στην κορυφή και ζωγράφισα τη θέα έως περίπου στις 6.30»7.

Ο Lear λοιπόν, καθισμένος πέρα από τα ανατολικά όρια του χωριού και κοιτάζοντας προς δυσμάς σχεδιάζει τον οικισμό, την κοιλάδα και την ανατολική κλιτή του Γιούχτα8. Με εντυπωσιακή λεπτομέρεια αποτυπώνει στο χαρτί το αρχανιώτικο τοπίο. Με πολλές σημειώσεις επάνω στο σχέδιο προσδιορίζει το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης, την ύπαρξη του ρυακιού που διασχίζει τον λόφο και τον οικισμό από ανατολάς προς δυσμάς καταλήγοντας στον ποταμό, τη θέση των βράχων, καθώς και όσα από τα κτίσματα του χωριού διακρίνει από την θέση όπου κάθεται. Βλέπει κυρίως την ανατολική παρειά του οικισμού, στο βορειοανατολικό τμήμα του οποίου δεσπόζει ο δίκλιτος ναός του Αγίου Νικολάου. Τα οικοδομήματα σχεδιάζονται ως απλά, μονώροφα, κιβωτιόσχημα κτίσματα, που στεγάζονται με επίπεδα δώματα. Τρία μόνον κτήρια, εκτός της εκκλησίας, φαίνεται να στεγάζονται με κεκλιμένες κεραμοσκεπείς στέγες και να έχουν ύψος μεγαλύτερο από τα άλλα ισόγεια κτίσματα9.

Δυτικά του χωριού υπάρχει ευρεία αδόμητη έκταση. Και μετά, στους πρόποδες του Γιούχτα, απεικονίζεται το επονομαζόμενο «Κονάκι του Μουσταφά Πασά» ή I «Κονάκι του Σαμή Μπέη» ή «Διοικητήριο». Το γεγονός αυτό είναι εντυπωσιακό και ιδιαίτερα σημαντικό, αφού αυτή είναι και η μοναδική απεικόνιση του κτίσματος που είναι γνωστή έως σήμερα, ενός κτίσματος που συνδέθηκε με την ιστορία του οικισμού αλλά που έπαψε να υπάρχει ήδη από τα τέλη του 19ου αι. Η ιστορία της εξέλιξης του οικοδομικού συγκροτήματος καθώς και του χώρου που το περιέβαλλε είναι άκρως ενδιαφέρουσα.

Στους προς ανατολάς πρόποδες του Γιούχτα φαίνεται ότι υπήρχε η κατοικία πλούσιου βενετοκρητικού άρχοντα, την οποία περιέβαλλε μεγάλη κατάφυτη έκταση. Ο χώρος αυτός ήταν τμήμα της ευρύτερης περιοχής που παραχωρήθηκε στα χρόνια του Κρητικού Πολέμου στον πορθητή του Ρεθύμνου (Καπουτάν) Γαζή Χουσεΐν Πασά. Σε τουρκικά έγγραφα ο χώρος αναφέρεται ως «ο Κήπος του Χουσεΐν Πασά». Αργότερα, μετά την πτώση του Χάνδακα στους Τούρκους (1669) περιέρχεται με αυτοκρατορική διαταγή στον Andrea Barozzi. Σύντομα, όπως αναφέρεται σε έγγραφο που φέρει ημερομηνία 10/09/1677, το φέουδο του Barozzi στις Επάνω Αρχάνες της Κρήτης ανταλλάσσεται με κάποιο άλλο στην Χίο10.

Στα χρόνια που ακολουθούν ο χώρος αρχίζει να αλλάζει διαδοχικά ιδιοκτήτες. Η ύδρευση του κήπου γινόταν από τα άφθονα νερά των πηγών του Γιούχτα, τον οποίο οι Τούρκοι ονόμαζαν Καρά Ντάγ (Μαύρο Βουνό). Σε έγγραφα κυρίως της πρώτης περιόδου της Τουρκοκρατίας καταχωρίζονται αλλεπάλληλες διαταγές για τη ρύθμιση της ροής των υδάτων των πηγών, και την δίκαιη κατανομή τους σε διάφορους αποδέκτες.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί που περιηγήθηκε από το 1668 έως το 1671 μεγάλο μέρος της Ελλάδος καθώς και την Κρήτη, δίδει την εξής περιγραφή του χώρου, του κήπου και των κτισμάτων που υπάρχουν σε αυτόν: «Σε μια κοιλάδα αυτών των βουνών ο πολυχρονεμένος Ακρίτ έχτισε τις Αρχάνες, μέσα στους κήπους του Ιρέμ, που όμοιοι δεν υπάρχουν ούτε θα υπάρξουν ποτέ… Υπάρχουν χιλιάδες μεγάλα δένδρα, τέσσερις χιλιάδες κυπαρίσσια φυτεμένα και τακτοποιημένα σαν τα τετράγωνα του σκακιού.,. Στα χτίσματα των Αρχανών φαίνεται η δεξιοτεχνία των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων που έδωσαν όλη τους την τέχνη. Υπάρχουν αμέτρητα δωμάτια, περίπτερα, στέρνες, συντριβάνια, πίδακες, βρύσες, τρεχούμενα νερά και καταρράχτες» 11. Αν και η άκρως ποιητική αυτή περιγραφή του Τσελεμπί για τον κήπο και τα κτίσματά του δεν μπορεί παρά να είναι τουλάχιστον υπερβολική, απηχεί όμως την γενική εικόνα του ακινήτου.

Έκτοτε ακολουθούν διαδοχικές αγοραπωλησίες. Το 1723 το κτήμα αγοράζεται από τον Διοικητή της Κρήτης, Μουχαφίζη του Χάνδακος Ελχάτζ Ιμπραχίμ Πασά. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι περιγραφές που υπάρχουν σε δύο σχετικά τουρκικά έγγραφα. Στα δύο αυτά έγγραφα με χρονολογία 28/9/1723 και 1/11/1723 αντίστοιχα, έχει με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση περιγράφει’ το κτήμα και τα εντός αυτού ευρισκόμενα ακίνητα: «Ο Διοικητής της Κρήτης Μουχαφίζης του Χάνδακος Ελχάτζ Ιμπραχίμ Πασάς αγοράζει αντί600 γροσίων από τον Κουλακσίζ Ιμπραχίμ, υιόν Σουλεϊμάν του τάγματος των εντοπίων γενιτσάρων, το κάτωθι ακίνητον, κείμενον εν τη περιφερεία του χωρίου Επάνω Αρχάνες και συγκείμενον εκ δύο ισογείων και δύο ανωγείων δωματίων μίας μεγάλης αιθούσης (ντιβανχανέ), μίας αποθήκης, ενός σταύλου, ενός ηρειπωμένου βαλανίου, ενός οικοπέδου ηρειπωμένου οικήματος, μίας ηρειπωμένης εκκλησίας, μίας μεγάλης αυλής, περιεχούσης αμυγδαλεόδενδρα, ένα κήπον εκτάσεως πλέον των εξ ντονουμίων, περιέχοντα οπωροφόρα και μη δένδρα, μίαν μεγάληνχαβούζαν, δύο πατητήρια, με ποσότητα ύδατος αποκλειστικής κατοχής και τελείας ιδιοκτησίας»12.

Ο κήπος, τα κτίσματά του, καθώς και η διευθέτηση και κατανομή των υδάτων που τον διασχίζουν συνεχίζουν να αναφέρονται σε τουρκικά έγγραφα και κατά τον 19° αι. Τότε, γύρω στα 1840, το ακίνητο περιέρχεται στην ιδιοκτησία του Μουσταφά Πασά, ανακαινίζεται και ονομάζεται «Διοικητήριο», αφού χρησιμοποιείται ως καλοκαιρινή κατοικία του Διοικητή της Κρήτης. Αργότερα περιέρχεται στην κατοχή του Σαμή Μπέη, ανθρώπου «μανιακού και διαβόητου», ο οποίος αυτοκτόνησε το 188513.

Εν τω μεταξύ, μύθοι και θρύλοι που διαδίδονται μεταξύ των κατοίκων των Αρχανών, άγριοι και τρομακτικοί, έχουν περιβάλει το κονάκι. Απομονωμένο όπως είναι από τον οικισμό, θεωρείται από τους Αρχανιώτες ότι είναι κέντρο εξυφάνσεως αγριοτήτων των μουσουλμάνων εναντίον των χριστιανών. Καθώς εκεί διοργανώνονται συνεχώς εορτές και γλέντια από τους Τούρκους ιδιοκτήτες, θεωρείται ότι οι εορτές αυτές έχουν οργιαστικό χαρακτήρα, κάτι που κυριολεκτικά εξοργίζει τους χριστιανούς κατοίκους της περιοχής. Αυτές οι απόψεις καθόρισαν τελικώς και την τύχη του. Εξ’ άλλου το εξαιρετικά τεταμένο κλίμα της εποχής -μετά διαδοχικά επαναστατικά κινήματα των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, τις αγριότητες που σημειώνονται καθημερινά και την ένταση που υπάρχει διάχυτη παντού- συνέβαλε ώστε στα τέλη του 19ου αι., οι Αρχανιώτες να κατεδαφίσουν αυτό το μνημείο πιστεύοντας, λανθασμένα βεβαίως, ότι με τον τρόπον αυτόν «θα πάρουν δικαίωση» από τους Τούρκους.

Κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αι., στην «Επίτομο Γεωγραφία της Νήσου Κρήτης» που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, ο συγγραφέας της, καθηγητής Εμμανουήλ Γενεράλης περιγράφει ως εξής τις Αρχάνες: «Επάνω Αρχάνες πρωτεύουσα του δήμου υπεράνω πεδίου σταφιδαμπέλων παρά το όρος Γινύχτα επί τερπνής θέσεως λαμπρά κωμόπολις με ευρείας και κανονικός οδούς, ωραίας οικοδομάς, τζαμία, σχολεία, εξαιρέτους κήπους και πλήθος κληματίδων. Έξοχος δ’είναι η αυτόθι έπαυλις του Μουσταφά πασσά με αναβρυτήρια, δεξαμενάς, σκιάδας και περικαλή οίκον. Εδρεύει δ’ενταύθα ειρηνοδικείον. Κατοικείται δε υπό 2.000περίπου κατοίκων ασχολουμένων εις το εμπόριον και την οινοποιίαν^.

Λίγο πριν το τέλος του αιώνα αυτού, το 1897, ο Victor Berard στο βιβλίο του «Κρητικές Υποθέσεις» δίδει μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή του οικισμού, τον οποίο αντίκρισε για πρώτη φορά ερχόμενος από νότον: «οι Αρχάνες είναι ένα μεγάλο χωριό με χίλιες ψυχές που πλούτισε με το εμπόριο των κρασιών… Οι καλοστρωμένοι δρόμοι, οι περίβολοι, οι τοίχοι που συγκρατούν τα αμπέλια σαν επιχώματα, τα άσπρα σπίτια, τα ωραία ιδρύματα και οι προσόψεις των δημοσίων κτηρίων, του σχολείου, της εκκλησίας, του νοσοκομείου, αναγγέλλουν από μακριά την παρουσία του χριστιανού ευεργέτη.» Και παρακάτω, «Η Συνέλευση [εννοεί των επαναστάτημενών Κρητών] εδρεύει συνήθως κάτω από τις κληματαριές των μικρών καφενείων, που βρίσκονται κατά μήκος του μικρού πλακοστρωμένου δρόμου του χωριού. Σε όλο το μήκος των προσόψεων, στο χείλος του ρυακιού όπου τρέχει δροσερό νερό, τα τραπεζάκια και οι καρέκλες τοποθετούνται κλιμακωτά»15.

Την περίοδο αυτή οι Αρχάνες είχαν οκτώ συνοικίες που ονομάζονταν Μεσοχωριά, Σταυρωμένου, Κουτσουνάρι, Μετόχι, Μανήλι, Τρούλλος, Βορεινά και Πεζούλια. Οι πλέον πυκνοκατοικημένες ήταν τα Πεζούλια, ο Τρούλλος, τα Βορεινά και το Μανήλι16. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με ημικατεργασμένους λίθους. Τα οικήματα είχαν απλή κιβωτιόσχημη μορφή, με παραλληλεπίπεδους όγκους και επίπεδες στέγες, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κρητική οικοδομία από τα μινωικά χρόνια έως και τα τέλη του 19ου αι. Οι εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα θα ήταν ελάχιστες: οι εκκλησίες, τα τζαμιά, τα δημόσια κτήρια, ελληνικά ή τουρκικά, θα είχαν ξύλινες κεραμοσκεπείς στέγες17.

Αλλά κατά το πρώτο μισό του 20ού αι. στις Αρχάνες παρατηρείται σημαντική οικοδομική αλλαγή. Τότε διαμορφώνεται μια αρχιτεκτονική οικοδομική άποψη με σαφέστατες και εντονότατες μορφολογικές επιδράσεις από τον ύστερο νεοκλασικισμό και τον εκλεκτικισμό. Έτσι, εκτός από την έκταση του παλαιού οικισμού διαφοροποιήθηκε σημαντικά και η μορφολογία του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο οικισμός αποκτά νέα όψη. Ο οδικός άξονας ο οποίος αποτελεί την προς νότον συνέχεια της οδού που συνδέει τον οικισμό με το Ηράκλειο -τη Χώρα όπως ονόμαζαν οι κάτοικοι της ενδοχώρας την μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης- αποκτά όλως ιδιαίτερη σημασία και κοσμείται με νέα μεγάλα κτίσματα που κατασκευάζονται και στις δύο παρειές του. Η οικοδομική αυτή δραστηριότητα υπήρξε το αποτέλεσμα της ανάπτυξης στις Αρχάνες μιας ιδιόμορφης ημιαστικής τάξης, με επιδιώξεις όμως διαβίωσης καθαρά αστικές, που εντυπωσιάζει τον Ιωάννη Κονδυλάκη όταν επισκέπτεται τον οικισμό τον Μάρτιο του 1919. Όπως γράφει ο ίδιος, «στη φαντασία μου ήταν πάντα το Κάστρο [εννοεί το Ηράκλειο] ως το Παρίσι, οι δε Αρχάνες ως οι Βερσαλλίες»16

Η έκταση που καταλαμβάνει σήμερα ο οικισμός, είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που κατελάμβανε στα τέλη της Τουρκοκρατίας, πριν την Αυτονομία της Κρήτης. Μετά την Αυτονομία, ο οικισμός επεκτάθηκε με γοργούς ρυθμούς προς όλες τις κατευθύνσεις: προς βορράν, προς νότον, προς ανατολάς και, κυρίως μετά την εγκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, προς δυσμάς, δυτικά δηλαδή του ποταμού, στις ανατολικές υπώρειες του Γιούχτα.

Μετά την κήρυξη της Κρητικής Αυτονομίας, οι Άνω Αρχάνες εισέρχονται σε φάση συνεχούς ανάπτυξης. Το 1900-1901 γίνεται απογραφή, καταρτίζεται Δημοτολόγιο και, το 1902, εγκαινιάζεται νέο νεκροταφείο. Από 1/3/1900 ορίζεται, με σχετική δήλωση της Δ/σεως των Ταχυδρομείων, η έναρξη λειτουργίας ταχυδρομικού γραφείου στις Αρχάνες. Έτσι, στην επανέκδοση του έργου «Επίτομος Γεωγραφία της Κρήτης» του Εμμανουήλ Γενεράλητο 1910, αναφέρεται: «Απάνω Αρχάνες (2573 κατ.), έδρα του δήμου, ταχυδρομικού γραφείου και ειρηνοδικείου, κωμόπολις πλούσια, με καταστήματα, αγοράν, ωραίας οικοδομάς και πλήθος κήπων».

Την ίδια περίοδο αρχίζει η κατασκευή του νέου σχολείου στα προς βορράν όρια του οικισμού, στη θέση «Πατητήρια». Η ιστορία της δημιουργίας του νέου σχολείου είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αποδεικνύει τη σημασία που έδωσαν οι αρχές της νεοσύστατης Κρητικής Πολιτείας στον σχεδίασμά και την κατασκευή του. Από τα πρώτα μεγάλα κτηριακά έργα που σχεδιάστηκαν στον νομό, άρχισε να κατασκευάζεται το 1901. Την φροντίδα της ανέγερσης είχε αρχικά η εκκλησία της κωμόπολης. Το εγχείρημα όμως της κατασκευής του νέου σχολείου των Αρχανών ήταν πολύ δύσκολο αφού, ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις, είχε τεράστιο οικονομικό κόστος με αποτέλεσμα το κτήριο να παραμένει ημιτελές έως το 1919. Έτσι, όταν ο Ιωαν. Κονδυλάκης έρχεται στις Αρχάνες γράφει: «Στις Επάνω Αρχάνες μας κίνησε την περιέργεια ένα ογκώδες ημιτελές οικοδόμημα στην είσοδό τους. Όπως μας πληροφόρησαν, ο όγκος αυτός -που μπορεί να περιλάβει Πανεπιστήμιο- προορίζεται να γίνει δημοτική σχολή». Η γενναία οικονομική ενίσχυση των ομογενών από τις Η.Π.Α. επέτρεψε τελικώς την αποπεράτωση του έργου, μόλις το 1927.

Η μελέτη της κατασκευής του νέου σχολείου συνδέθηκε με το όνομα του μηχανικού Νικολάου Σαλίβερου ο οποίος, αμέσως μετά τη σύσταση της Κρητικής Πολιτείας, ορίζεται μέλος του Τεχνικού Συμβουλίου από τον Σύμβουλο των Εσωτερικών του νεοσύστατου κράτους. Στο Τεχνικό Συμβούλιο ορίζονται επίσης ως μέλη οι μηχανικοί Σαββάκης, Πρωτοπαπαδάκης και Παπατέρπος. Ο Σαλίβερος, που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα θέματα κάλυψης των κτηριακών αναγκών της εκπαίδευσης, ασχολείται και με την ανέγερση των σχολείων της πόλης των Χανίων19. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ο σχεδιασμός του σχολείου των Αρχανών, βασίστηκε στο πρόγραμμα σχεδιασμού των σχολικών κτηρίων της Ελλάδας20.

Στα 1898, ο ποιητής Γ.Δροσίνης αναφέρει ότι η «Ελλάς απ’ άκρου εις άκρον θα κοσμείται διά σχολείων τελειοτάτων, τόσον υπό την άποψιν της υγιεινής και της παιδαγωγικής, όσον και υπό την άποψιν της εξωτερικής αυτών Ελληνικής Αρχιτεκτονικής, απλής και απέριττου, αλλά χαριεστάτης και λίαν προσφυούς διά σχολεία…». Τον ίδιο χρόνο αρχίζει να εφαρμόζεται το πρώτο κρατικό πρόγραμμα σχολικών κτιρίων της χώρας, γνωστό ως πρόγραμμα Καλλία, από το όνομα του νομομηχανικού Αττικής Δ. Καλλία, ο οποίος συντάσσει τα σχέδια τεσσάρων τύπων κτηρίων. Πρόκειται για κτήρια με μία, δύο, τέσσερις και έξι τάσεις αντίστοιχα, των οποίων οι αρχές οργάνωσης του σχεδιασμού τους βασίστηκαν σε νεοκλασικά αρχιτεκτονικά πρότυπα. Έως το 1911 που καταργούνται οι τύποι σχολικών κτηρίων του Καλλία, κτίζονται περίπου 400 σχολικά κτήρια σε πόλεις και οικισμούς σε όλη την Ελλάδα, αποτελώντας ακόμη και σήμερα χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς στη ζωή και την μορφή τους (Λαύριο, Κέα, Ιτέακ.α.).

Αναφερόμενος στην ομοιομορφία που παρουσιάζουν οι τύποι σχολείων του Καλλία, ο Εμμ. Κριεζής σε άρθρο του με τίτλο «Δημώδης Αρχιτεκτονική» θα

αμφισβητήσει τα μνημειακά αυτά οικοδομήματα ως ακατάλληλα και ξένα προς το ήδη δομημένο περιβάλλον και το ίδιο το παιδί. Ο Κριεζής όμως δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του το γεγονός, ότι το ζητούμενο της περιόδου ήταν ακριβώς αυτή η αλλαγή της εικόνας της πόλης μέσα από την επιβολή νέων κτηριακών τύπων άλλης κλίμακας και διαφορετικής μορφολογίας. Στην Κρήτη ιδιαίτερα -όπου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι., εξαιτίας των ιδιαίτερων πολιτικών συνθηκών, ο νεοκλασικισμός κατέληξε να γίνει συννόνημο της ελληνικότητας- η κατασκευή νέων σχολείων με εντελώς νέα, μεγαλοπρεπή, νεοκλασικίζουσα μορφή δεν θα πρέπει να εκπλήσσει21. Και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι η ομοιότητα του Σχολείου των Αρχανών με τον τύπο σχολείου του Καλλία με έξι τάξεις είναι εντυπωσιακή.

Το Σχολείο των Αρχανών, εξαίρετο δείγμα της εφαρμογής του όψιμου κλασικισμού στην Κρήτη, είναι κτίσμα λιθόκτιστο, διώροφο με υπόγειο, και στεγάζεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, με ξύλινη κεραμοσκεπή στέγη. Η βάση, ο κορμός και η στέψη ορίζονται με σαφήνεια. Οι κατόψεις του υπογείου και του ισογείου αναπτύσσονται σε σχήμα Π, ενώ ο δεύτερος όροφος καταλαμβάνει μόνο το μεσαίο τμήμα, τονίζοντας έτσι τον κατακόρυφο άξονα και προσδίδοντας μνημειακό χαρακτήρα στην αρχιτεκτονική σύνθεση. Το κτίσμα είναι περίβλεπτο.

Η ανατολική κύρια όψη έχει μορφολογηθεί με ιδιαίτερη προσοχή. Η αρχιτεκτονική σύνθεση οργανώνεται με βάση αυστηρούς άξονες συμμετρίας. Κύριο στοιχείο της διάρθρωσης του κτηρίου αποτελεί η κλιμάκωση των όγκων και I των ανοιγμάτων προς τον δεσπόζοντα κατακόρυφο άξονα συμμετρίας, ο οποίος ορίζει με σαφήνεια το μέσον της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Το κεντρικό τμήμα της προσόψεως, όπου διαμορφώνεται η κύρια είσοδος του χτίσματος, προβάλει προς τα έξω, ορίζεται με ψευδοπαραστάδες, τονίζεται με την τοποθέτηση του εξώστη ο οποίος έχει ενδιαφέρουσα σιδεριά και, τέλος, στέφεται με αετωματική απόληξη. Απλούστερη είναι η μορφολόγηση της δυτικής όψης η οποία ανοίγεται στην μεγάλη αυλή του σχολείου. Τα ανοίγματα του κτηρίου είναι υψίκορμα με χαρακτηριστικά υπέρθυρα σε μορφή χαμηλωμένου τόξου. Ψευδοπαραστάδες επαναλαμβάνονται ρυθμικά τόσο στην κύρια όσο και τις πλάγιες όψεις. Τα γείσα, τα επίκρανα καθώς και τα περιθυρώματα των μικρών ανοιγμάτων του υπογείου έχουν κατασκευαστεί από λαξευμένο πωρόλιθο. Το εσωτερικό του σχολείου είναι απλό, με άνετους, φωτεινούς χώρους διδασκαλίας και ενδιαφέρουσα ξύλινη σκάλα ανόδου στον όροφο. Το σχολείο δεν έχει ζωγραφικό διάκοσμο.

Στις Επάνω Αρχάνες, η οικοδομική δραστηριότητα ήδη από πρώτες ημέρες της Αυτονομίας αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα έντονη. Τότε, διαφοροποιείται σημαντικά και η παλαιό μορφή του οικισμού. Στον υπάρχοντα πολεοδομικό ιστό ανάμεσα στα παλαιό, με παραδοσιακή μορφή, κτήρια κατασκευάζονται νέα, στα οποία οι νεοκλασικές και οι εκλεκτικιστικές επιδράσεις είναι καθοριστικές για τη μορφολογία τους. Συγχρόνως, τα παλαιά όρια του οικισμού διευρύνονται. Ήταν φυσικό η πρώτη επέκταση να σημειωθεί προς βορράν, δηλαδή κατά μήκος του οδικού άξονα που ένωνε τον οικισμό με τη «Χώρα».

Την περίοδο 1900-1902 κατασκευάζεται από τον Ιωάννη Χή Γεωργίου Λυδάκη το σπίτι του στην βόρεια είσοδο του οικισμού, απέναντι ακριβώς από το Σχολείο των Αρχανών, που έμεινε γνωστό ως «οικία Γιαννίκου και Αννίκας Λυδάκη», αφού κτίστηκε για να στεγάσει τον ίδιο και την γυναίκα του Αννίκα. Το σπίτι χρησιμοποιείται ως κατοικία του ζεύγους Λυδάκη έως το 1906. Τότε ήλθε τμήμα Εγγλέζων στρατιωτικών στις Αρχάνες και το μετέτρεψαν για ένα χρόνο περίπου σε στρατώνα – Διοικητήριο. Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1941 το σπίτι χρησιμοποιείται για κατοικία της οικογένειας του Γιαννίκου. Τον Μάρτιο του 1937, στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού έγινε τραπέζι από την Κοινότητα Αρχανών στον βασιλέα Γεώργιο Β’ και τον τότε πρωθυπουργό Μεταξά που τον συνόδευε, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί την περίοδο εκείνη την Κρήτη. Στο τραπέζι παρεκάθησαν οι αρχές του τόπου και οι αστοί του χωριού. Το 1941 οι Γερμανοί κατακτητές επιτάσσουν το κτήριο και το χρησιμοποιούν, μέχρι το 1945 που έφυγαν, ως φρουραρχείο και στρατώνα. Έκτοτε το σπίτι με όλους τους βοηθητικούς του χώρους χρησιμοποιήθηκε για κατοικία αλλά και για κάλυψη επαγγελματικών αναγκών.

Το κτίσμα είναι κτήριο διώροφο, λιθόκτιστο και στεγάζεται με κεραμοσκεπή στέγη. Ο φέρων οργανισμός είναι η ίδια η λιθόδμητη τοιχοποιία. Τα ανώφλια των θυρών και παραθύρων είναι είτε επίπεδα από μονοκόμματο λαξευτό λίθο, είτε αψιδωτά σε σχήμα χαμηλωμένου τόξου και αποτελούνται από δύο λαξευτούς λίθους με «κλειδί» εμφανές και καλαίσθητο στο μέσον. Όλοι οι εσωτερικοί διαχωριστικοί τοίχοι στον όροφο είναι ελαφριά κατασκευή παχ. 10 εκ. από μπαγδατί. Στο ισόγειο δεν υπάρχουν διαχωριστικοί τοίχοι.

Αυτός ο τύπος διωρόφου κτηρίου, με τους χώρους εργασίας στο ισόγειο και την κατοικία του ιδιοκτήτη στον όροφο, την ξυλόστεγη στέγη και, συνήθως αλλά όχι πάντα, αυλή στην πρόσοψη, σιγά σιγά εδραιώνεται στον οικισμό. Όλα τα νέα κτήρια που είναι ιδιοκτησίες πλουσίων Αρχανιωτών κατασκευάζονται σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα. Είναι σαφές ότι υπάρχει η τάση να μιμηθούν τα μεγάλα κτήρια που κατα­σκευάζονται την περίοδο αυτή στο Ηράκλειο και ανήκουν μορφολογικά στον τύπο του «Μεγάρου». Χαρακτηρίζονται από μορφολογικές επιδράσεις του όψιμου νεο­κλασικισμού και του εκλεκτικισμού και απηχούν την ανάγκη μιας αστικής κοινωνίας να καταξιωθεί κοινωνικά και να στεγαστεί σε νέου τύπου κατοικία.

Ίσως είναι δύσκολο να εκτιμηθεί στις ημέρες μας το μέγεθος της κατάπληξης που θα πρέπει να αισθάνονταν οι απλοί τεχνίτες του χωριού εμπρός στα μεγαλόπρεπα κτήρια που είχαν αρχίσει να στολίζουν, από τα πρώτα χρόνια του 20“ αι., το Ηράκλειο. Οι εμπειροτέχνες μάστοροι παρακολουθούσαν τις πολυτελείς οικοδομές της «Χώρας» κατά την ανέγερσή τους και αντέγραφαν όσα στοιχεία έκριναν ως ενδιαφέροντα, ακριβώς όπως συνέβη άπειρες φορές στην ελληνική αρχιτεκτονική. Πιστεύω όμως ότι και επιστήμονες μηχανικοί που είχαν αρχίσει να εργάζονται στο Ηράκλειο, θα πρέπει ήδη από την πρώτη εικοσαετία του 20ού αι. να έδωσαν συμβουλές ή και σχέδια για την κατασκευή κάποιων από τα σημαντικότερα κτήρια που κατασκευάστηκαν στον έντονα αναπτυσσόμενο οικισμό των Επάνω Αρχανών.

Στις Αρχάνες τα κτίσματα χαρακτηρίζονται από ισορροπημένο πλάσιμο των επιμέρους όγκων και λιτότητα στη χρήση των μορφολογικών στοιχείων. Άλλα κτήρια του μεγέθους του Σχολείου δεν συναντιόνται, κάτι που βεβαίως ήταν ευεργετικό για την κλίμακα του οικισμού.

Τα σπίτια είναι ισόγεια ή έχουν ένα μόνο όροφο. Είναι λιθόκτιστα με επιμελημένη δόμηση και αδρούς, καθαρούς όγκους. Στεγάζονται συνήθως με ξύλινη, τετράριχτη, κεραμοσκεπή στέγη. Αυστηροί άξονες συμμετρίας διέπουν τη σύνθεση των προσόψεων. Επειδή ο νεοκλασικισμός ήταν πια συνώνυμος με την ελληνικότητα και την κοινωνική καταξίωση, στην κατασκευή των σπιτιών αρκούσε, πολλές φορές, μια πρόσοψη διαρθρωμένη σύμφωνα με τις κλασικιστικές επιταγές για να ικανοποιηθεί ο στόχος της κοινωνικής προβολής, δίχως να θίγεται ουσιαστικά η παραδοσιακή λειτουργία του σπιτιού, βασικά στοιχεία της οποίας ήταν η απομόνωση της οικογένειας από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών και η ζωή στις προστατευόμενες αυλές. Η ανάγκη των κατοίκων να έχουν τα σπίτια τους αυλές, οδήγησε στην εδραίωση ενός τύπου κατοικίας του οποίου η κάτοψη διατάσσεται σε σχήμα Γ. η αυλή οργανώνεται ανάμεσα στις δύο πτέρυγες. Οι αρχανιώτικες αυλές, είναι χώροι που αποπνέουν οικειότητα και γαλήνη. Οπωσδήποτε αποτελούν ένα από τα ωραιότερα στοιχεία του οικισμού: άνετες, περιτοιχισμένες συνήθως με υψηλό τοίχο γεμάτες λουλούδια και δένδρα.

Οι όψεις των κτηρίων είναι επιχρισμένες και οι γωνίες τους τονίζονται με εμφανείς λαξευτούς γωνιόλιθους. Οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, δουλεμένες συνήθως σε ντόπιο πωρόλιθο, αποδίδουν πιστά τα πρότυπα τους που μπορεί να είναι κλασικιστικά, αναγεννησιακά ή εκλεκτιστικά. Γίνεται περιορισμένη χρήση εξωστών που έχουν πάντοτε περιορισμένο μέγεθος και ενδιαφέρουσες προστατευτικές σιδεριές. Οι εξωτερικές επιφάνειες βάφονται σε τόνους ώχρας ή σε ζεστό κεραμίδι. Ο συνδυασμός των μορφολογικών στοιχείων και του χρώματος, παραπέμπει συχνά σε επιρροές της ιταλικής αναγέννησης.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αι. ο οικισμός συνεχώς επεκτείνεται προς βορράν και ανατολάς, «σκαρφαλώνοντας» στις κορυφές των λόφων αλλά και προς νότον ενώ, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας κτίζεται και η πέραν του ποταμού, προς Δυσμάς του οικισμού, περιοχή. Στις Αρχάνες αναπτύσσεται έντονη πολιτιστική δράση, γίνονται συγκεντρώσεις και χοροί, το «Μυριόφυτο» ανθίζει, κυριολεκτικά. Η αλματώδης ανάπτυξη του Συνεταιρισμού Αρχανών δίνει νέα ώθηση στην οικονομική ζωή του τόπου.

Αλλά, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’70 ανησυχητικά σημάδια μιας κακώς ευνοούμενης προόδου κάνουν την εμφάνισή τους στις Αρχάνες: αλουμινοκατασκευές αντικαθιστούν τα παραδοσιακά κουφώματα και άσχημα κτήρια από οπλισμένο σκυρόδεμα, με στενά και μακριά μπαλκόνια εμφανίζονται, στριμωγμένα ανάμεσα σε παλαιά κτήρια. Το πιο σοβαρό όμως είναι ότι σε κάποιους Αρχανιώτες αρχίζει να αναπτύσσεται μια επικίνδυνη νοοτροπία: το «παλαιό» δεν είναι καλό, ενώ το «καινούργιο» σημαίνει πάντοτε πρόοδο και ευημερία.

Ευτυχώς στα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα πράγματα, με αρκετό κόπο, αλλάζουν και η κακή εικόνα αναστρέφεται. Μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία ο οικισμός αλλάζει όψη. Τα χρήματα που αρχίζουν να εισρέουν για την ανάπλαση του οικισμού, οι εύστοχοι χειρισμοί από πλευράς δημοτικής αρχής και η προσπάθεια πολλών ανθρώπων που συνεργάστηκαν άοκνα προς αυτή την κατεύθυνση οδήγησαν σε ένα αποτέλεσμα – πρότυπο. Τώρα όμως που τα πράγματα βρίσκονται σε τόσο καλό σημείο και οι Αρχάνες έγιναν όντως οι «Βερσαλλίες του Ηρακλείου» όπως έγραφε το 1919 ο Κονδυλάκης, ένα πράγμα θα πρέπει να έχουν όλοι κατά νου: χρειάζεται προσοχή να μην χαθεί αυτή η εξαίσια ανθρώπινη κλίμακα που χαρακτη-ρίζει τις Αρχάνες, δηλαδή, να μην χαθεί το μέτρο.

Το παραπάνω κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Μορφωτικός Σύλλογος Αρχανών. Οι Αρχάνες στον 20ο αιώνα. Όψεις και Απόψεις. Επετειακή έκδοση για τα 50 χρόνια από την ίδρυση του.

Αρχάνες Σεπτέμβριος 2008. Επιμέλεια έκδοση Βαγγέλης Ψαραδάκης.

Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Νίκο Γ. Χριστινίκη ο οποίος είχε την ευγενή καλοσύνη να μου χαρίσει μεταξύ πολλών βιβλίων και αυτό εδώ. 

 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *