Τα Αστερούσια ως γεωγραφικός χώρος και η ονομασία τους

Τα Αστερούσια ως γεωγραφικός χώρος
και η ονομασία τους

Με το όνομα Αστερούσια οριοθετούμε την οροσειρά της νότιας κεντρικής Κρήτης, από τα Βιαννίτικα στα ανατολικά μέχρι τους Καλούς Λιμένες και το ακρωτήριο Λίθινο στα δυτικά. Προς τα νότια είναι οι βραχώδεις ακτές του νότιου Κρητικού πελάγους και προς τα βόρεια οι παρυ­φές της πεδιάδας της Μεσαράς. Τα Αστερούσια είναι ένας βραχώδης και άγονος τόπος με μικρές καλλιεργήσιμες εκτάσεις και με σχεδόν αποκλειστική εκμετάλλευση την κτηνοτροφία. Η περιοχή διαθέτει πλούσια πανίδα με σπάνια ενδημικά είδη πτηνών και χλωρίδα με αυ­τοφυή είδη φυτών20, ήπιο κλίμα, είναι δυσπρόσιτη, ανεκμετάλλευτη του­ριστικά και, παρά το ιστορικό της ενδιαφέρον, σε όλες τις περιόδους, παρέμενε στις παρυφές της ιστορικής έρευνας. «Η ονειρική οροσειρά που υψώνεται απόκρημνη από την ακτή και αποτελεί το όριο της πεδιά­δας της Μεσαράς στα νότια, μας στερεί τη θέα προς το νότιο Κρητικό πέλαγος, τα συμπαθητικά χωριά, όμως, που ξεφυτρώνουν όμορφα σαν οάσεις της ερήμου στην κατάξερη γη, είναι χάρμα οφθαλμών», γράφει στις ταξιδιω­τικές της εντυπώσεις η Αγγλογερμανίδα περιηγήτρια του 19ου αι. βα­ρόνη Marie Esperance von Schwartz21.

To ερημικό και ασκητικό αστερουσιανό περιβάλλον με τα επιβλη­τικά φαράγγια και την πολυποίκιλη πανίδα και χλωρίδα, σε μια ανε­πανάληπτη φυσική αρμονία με το ηλιόλουστο και βαθυγάλαζο Κρητικό πέλαγος, συνταίριαζε με αυτό που η χριστιανική ασκητική μοναξιά επιζητούσε. Η αρχέγονη μινωική λατρευτική επιλογή των Αστερουσίων δεν ήταν δυνατόν να αποκοπεί από το γονιδίωμα του ίδιου λαού, όταν το παλιό ιερατείο παρέδιδε τα σκήπτρα στον αληθινό Θεό.

Ως προς το όνομα Αστερούσια, υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία, το όνομα έχει μινωική προέλευση, είτε από τον Αστέριο, το βασιλιά των άστρων22, το γιο του Τεκτάμου, πατέρα του Μίνωα, είτε από τον έτερο Αστέριο, μυθικό βα­σιλιά της Κρήτης, που νυμφεύθηκε την Ευρώπη, την ερωμένη του Δία και υιοθέτησε τους γιους της Μίνωα, Σαρπηδόνα και Ραδάμανθυ. Ο Αστέριος, επομένως, θεοποιήθηκε και λατρεύτηκε στην πόλη που χτί­στηκε και πήρε το όνομά του.

Αλλού αναφέρεται ότι στον Κόφινα υπήρξε πόλη με το όνομα Αστερουσία, αλλά άγνωστο πού ακριβώς23. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή ως προς την ονομασία Αστερούσια, που προέρχεται από κάποιο χειρόγραφο, αδιευκρίνιστης πιστότητας και ακρίβειας, το οποίο ερμηνεύει τα πράγματα περισσότερο με τοπικιστικό ή μυθολογικό τρόπο, παρά με ιστορική προσέγγιση. Κατά το συντάκτη του χειρογράφου, οι εκατό πολιτείες που υπήρχαν στην περιοχή του Κόφινα υποτάχτηκαν στην Αστέρω, την πιο ισχυρή και στη συνέχεια συνέπτυξαν μια «συμπολι­τεία» με την ονομασία Αστερούσια και από αυτήν όλος ο ορεινός όγκος περί τον Κόφινα ονομάστηκε Αστερούσια24.

Ο φιλόσοφος Ευήμερος25 (4ος– 3ος αι. π.Χ.) στο έργο του Ιερά Ιστόρία, που δεν σώζεται στα ελληνικά, παρά μόνο στη μετά από έναν αιώνα μετάφραση του Λατίνου ποιητή Ennius26 με τον τίτλο Sacra Historia, γράφει: «Στην Πριανσό ο Πάνας εκείνον (Δία) οδηγεί σε όρος ονομαζόμενο Caeli Stella ”, δηλαδή Ουρανού Αστήρ, όπου έχτισε βωμό προς τιμήν του Ουρανού και πρώτος σ’αυτό το βουνό ο Δίας εθυσίασε». Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (1° αι. μ.Χ.), στο έργο του Historia Naturalis αναφέρει: ‘‘ad Caucasum Cardusi, orridum ab Alexandro conditum ” (στον Καύκασο το Καρτούζι, κώμη υπό Αλεξάνδρου ιδρυθείσα)21. Ο Στέ­φανός Βυζάντιος (τέλη 5ου αι.) υποστηρίζει ότι το αρχικό όνομα ήταν Αστερουσία «…έστι Αστερουσία Κρήτης, φασίν όρος και πόλις δε περί τον Ινδικόν Καύκασον» και αλλού «Αστερουσία όρος Κρήτης προς νό­τιον μέρος, αποβλέπον εις θάλασσαν, αφ ’ ου και πόλις επί τον Καύκα­σον Ινδική Αστερουσία κέκληται Κρητών αποικία εκείσε σταλείσης»2*.

Σε χειρόγραφο κείμενο του βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (866-912) και σε προφητεία του μοναχού Δανιήλ, που δια­σώζεται σε βιβλιοθήκη στη Βενετία, γίνεται αναφορά στον Κόφινα. «Ουαί…ουαί…Κόφινα… Θεέ μου, Θεέ μου, ότι εγκατέλειπες Κρήτην… και δέρνει και τύπτει ο Κόφην ος ην επί το νότιον μέρος και τύψει τα όρη α λέγουσιν Ακόφειαν…». Η ονομασία των Αστερουσίων Ακόφια, που αναφέρεται σε κάποια κείμενα των Βενετών, μάλλον προήλθε από τα βυζαντινά προφητικά κείμενα.

Ο Ολλανδός περιηγητής του 17ου αι. 01. Dapper (1639-1689) γρά­φει: «Στη νότια ακτή της νήσου, δίπλα στη θάλασσα, βρίσκονται τα όρη, που οι αρχαίοι αποκαλούσαν Αστερουσία, από τα οποία και πήρε το όνομά της η Αστερουσία, πόλη των Ινδιών και αποικία Κρητών παρά το όρος Καύκασος» και στον επισυναπτόμενο χάρτη (σελ. 16α) σημειώνει Asterusia mons29, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει: «Προς το μεσημβρι­νόν μέρος της νήσου παρά τον αιγιαλόν ευρίσκεται εν όρος το οποίον ονομάζεται Αστερουσία από τους παλαιούς, εξ ου ωνομάσθη η κατά τας Ινδίας πόλις, κειμένη πλησίον του Καυκάσιου όρους και η κατοικισθείσα από μίαν αποικίαν Κρητών»2®.

Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι η Αστερουσία του Ινδικού Καυκάσου ήταν πόλη που χτίστηκε από τους παλαίμαχους Κρήτες πολεμι­στές του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος, θέλοντας να ανταμείψει τους Κρήτες, τοξότες και ημεροδρόμους του στρατεύματος του, για την αν­δρεία τους, αλλά και για να παραδειγματίσει το στράτευμά του, τούς επέτρεψε να χτίσουν πόλη και να της δώσουν το όνομα της μητροπολιτικής τους καταγωγής. Ενδεχομένως δε, να προέρχονταν από την πε­ριοχή των Αστερουσίων, διότι το αρχαίο Ρύτζον31 (σημερινό Ροτάσι), συμμετείχε στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου με 40 πλοία υπό το ναύαρχο Νέαρχο, με καταγωγή πιθανόν από το Ρύτιον. Η Κρήτη, στην περιλάλητη και δοξασμένη, κατά τον Καβάφη, εκστρα­τεία του Μεγαλέξαντρου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο32. Χίλιοι τοξότες, άξιοι πολεμιστές, γοργοπόδαροι ημεροδρόμοι, όπως ο Φιλωνίδης33, ημεροδρόμος και βηματιστής του Μ. Αλεξάνδρου34, γενναίοι στρατη­γοί, όπως ο Ευρυβώτας και ο Ομβριων35, με τον ξακουστό βασιλιά Ιδο­μενέα, εντάχτηκαν στη μακεδονική στρατιά36.

Ο Χοκ φρονεί ότι «και πόλις υπήρχεν εν Κρήτη ονομαζόμενη Αστερουσία», ενώ οι Γερμανοί λεξικογράφοι Dape και Benseler αναφέρουν τα Αστερούσια ως βουνό των αστεριών (Sternberg). Σε χάρτη του Coronelli (1689), που μας διασώζει η συλλογή του Στέργιου Σπανάκη, από την περίοδο της Ενετοκρατίας, αναφέρονται με το ίδιο όνομα, Monte Asterussia ”, και η πόλη και το βουνό. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος στο βιβλίο του «Επτά ματιές από τη Φαιστό» αναφέρει ότι τα Αστερούσια Όρη είναι ονομασία από την αρχαία πόλη Αστερούσια^. Κάποιοι αστρολάτρες ερευνητές, επηρεασμένοι από το πυριτικό υλικό που υπάρχει στα Αστερούσια και λαμποκοπά σαν άστρο, φρονούν ότι η ονομασία Αστερούσια προέρχεται από αυτό39.

Αναφορά για τα Αστερούσια γίνεται στο σπουδαίας σημασίας έργο του Paul Faure, ο οποίος παραπέμπει στο «Divinae Institutiones» (Θείες Εισηγήσεις), γραμμένο στα λατινικά το 305-331 μ.Χ. από το Lucius Lactantius, που με τη σειρά του έχει ως πηγή τη Sacra Historia του Ennius. Ο Paul Faure ισχυρίζεται ότι το όρος Αστερούσια, που στους βόρειους πρόποδές του βρίσκονταν οι πόλεις Πριανσός και Ρύτιον, ήταν το Σκύλλιοντου γεωγράφου Στέφανου Βυζάντιου: «Σκύλλιον, όρος Κρήτης, οι παροικούντες Σκύλλιοι, Σκύλλιος γαρ ο Ζευς αυτού τιμάται, ένθα φασίν αποθέσθαι τους Κουρήτας μετά των Σπαρτιατών τον Αία»40. Το, μεταξύ Πρινιά και Παρανύμφων στα Αστερούσια, τοπωνύμιο Σκύλες41 ίσως να παραπέμπει στο Σκύλλιο Δία. Στα Αστερούσια, λοιπόν, και πουθενά αλλού στην Κρήτη, λατρευόταν ο Σκύλλιος Δίας, όπως προκύπτει από δύο επιγραφικές μαρτυρίες. Η πρώτη αναφέρεται σε όρκο συνθήκης του 2ου αι. π.Χ. στην αρχαία Πριανσό (σημερινά Καστελλιανά) και η δεύτερη σε επιγραφή στο Ρύτιον του 120 μ.Χ.: «Άμβρος ο κατασταθείς ιερεύς Διάς Σκυλίου της Ρυτιασίων κώμης και Πύργου»42.

Φαίνεται ότι η διαχρονική θρησκευτικότητα των Αστερουσίων δεν διακόπηκε, αλλά συνεχίστηκε στο διάβα των αιώνων και καταγρά­φτηκε σε προφητείες και εσχατολογικά κείμενα. Αυτό μας κάνει να πι­στεύουμε ότι, κατά την Ενετική περίοδο, ότι ήταν γνωστό στον Ιωσήφ Φιλάγρη κι, ενδεχομένως, να αποτέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο για να εγκαταβιώσει «παρά το κωφήνιον όρος».

Ως προς την ονομασία Κοφινάς, πιθανολογούμε ότι οφείλεται στο σχήμα της κορυφής του, που από μακριά μοιάζει με αναποδογυρισμένο κοφίνι (Κοφινάς, μεγεθυντικό της λέξης κοφίνι, κατά το Χάρακας από το χαράκι, άντρακλας από το αντράκι κ.ά.). Η εκδοχή αυτή ίσως είναι η ασφαλέστερη, αν λάβουμε υπόψη μας ότι και ο Μυστράς παραπέμπει σχηματικά σε μυζήθρα (Μυζηθράς, Μυστράς), αλλά και η κορυφή του Γιούχτα φαίνεται από τη θάλασσα σαν ανδρικό κεφάλι, του Jupiter (Δίας) των Ρωμαίων, και από παραφθορά σε Γιούχτα.

Η φθορά των μνημείων από το χρόνο, από φυσικές καταστροφές ή εχθρικές επιδρομές, μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να τα εξαφανίζει. Η ιστορικότητα, όμως, του τοπίου έχει ήδη αφήσει τα αποτυπώματά της στη λαϊκή μνήμη που φυλάσσεται, διαιωνίζεται και κληρονομείται ως άυλο πολιτιστικό κειμήλιο. Άλλοτε πάλι, ο λαός, μέσω της μετάπλασης του ιστορικού γεγονότος σε μύθο, επιδιώκει να το διατηρήσει ζωντανό.

Έτσι, οι μακρές περίοδοι ζωής και πολιτισμού, που παρεμβάλλο­νται μεταξύ των ιστορικών περιόδων, δημιουργούν στη συνείδηση του λαού το αίσθημα της κληρονομικής κειμηλιακής ιδιοκτησίας, την οποία διαφυλάσσουν και διαιωνίζουν με την ιερότητα και το σεβασμό που απαιτεί το κάθε κειμήλιο43. Διότι ξέρει ο άνθρωπος ότι οι ρίζες της καταγωγής του, ακόμη κι όταν είναι αθέατες, ξεκινούν από τα βάθη του παρελθόντος και μπορεί να χάνονται, συσκοτισμένες από την ομί­χλη των αιώνων, έχει όμως μια απροσδιόριστη αίσθηση της ύπαρξής του, δια μέσου των εκατομμυρίδων της ιστορίας του44.

Το παραπάνω κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: Ο ΙΩΦΗΦ ΦΙΛΑΓΡΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΤΕΡΟΎΣΙΑ. Συμβολή στην τοπική ιστορία. Ζαχαρίας Δημ. Καλοχριστιανάκης. Παραγωγή εκδόσεις Κυπρής. Ιερά Μονή Κουδουμά 2018.

  Οφείλουμε να πούμε ότι αντικαταστήσαμε όπου υπήρχε το όνομα Λιβυκό πέλαγος, με τις λέξης νότιο Κρητικό πέλαγος. Οι λόγοι πιστεύουμε ότι είναι προφανείς. 

Συγχαρητήρια σε όσους συνέβαλαν για την έκδοση αυτού του σπουδαίου βιβλίου.       

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!