Ο Αγγλικός λαός μέσα από ένα βιβλίο του 1940

A’. Ο ΒΡΕΤΑΝΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ

Συνηθίσαμε νά μιλάμε γι’ ’Αγγλία και γι’ ’Άγγλους. ”Αν θέλουμε όμως ν’ άκριβολογήσουμε, θά εϊτανε σωστό­τερο νά λέγαμε «Μεγάλη Βρεταννία» και «Βρεταννοΰς» \ γιατί ό Βρεταννικός Λαός απαρτίζεται από τέσσερα δια­φορετικά έθνη πού μολονότι εχουνε κοινό σύνδεσμο την αγγλική γλώσσα καί τον αγγλικό πολιτισμό, παρουσιάζουν τό καθένα χωριστά χαρακτηριστικά καί ιδιαίτερο τρόπο τού σκέπτεσθαι.

Τά τέσσερα αυτά έθνη εΐνε: 1) οι ’Άγγλοι—δηλαδή οι κάτοικοι τής καθαυτό ’Αγγλίας, 2) οί Σκωτσέζοι—οί κά­τοικοι τής Σκωτίας (Scotland), δηλ. τού βόρειου τμή­ματος τής Μεγάλης Βρεταννίας, 3) οί Οΰαλλέζοι, οί κά­τοικοι τής Ούαλλίας (Wales), δηλ. τού δυτικού τμήματος τής Μεγάλης Βρεταννίας, καί 4) οί ’Ιρλανδοί, οί κάτοικοι τής νήσου ’Ιρλανδίας (Ireland).

Ό Τζών Μπούλλ (John Bull), ο Σάντυ (Sandy), ο Τάφφυ (Taffy) καί ο Πάτ (Pat), αν δεν εΐνε αδέρ­φια, εΐνε πάντως ξαδέρφια πού μοιάζουν ή διαφέρουν με­
ταξύ τους όσο, θά έλεγα, μοιάζουν ή διαφέρουν ανάμεσα τους τα μέλη τέσσερων συγγενικών οικογενειών *.

Οί Σκωτσέζοι, οί Ούαλλέζοι και οί ’Ιρλανδοί εϊτανε κάποτε ανεξάρτητοι λαοί, μά υποταχτήκανε με τον καιρό στην αγγλική κυριαρχία. Πρώτη πρώτη υποδουλώθηκε ή ’Ιρλανδία στο 12ο αιώνα, υστέρα ή Ούαλλία στο 13ο. Έναντίο τών Σκωτσέζων ή ’Αγγλία έκανε πολλούς πολέ­μους κατά τούς μεσαιωνικούς χρόνους, πολέμους πού βά­σταξαν περίπου τριακόσια χρόνια—από τό 1300 ϊσα μέ τό 1600—χωρίς όμως νά κατορθώσει ποτέ να τούς υποτάξει τελειωτικά. Την εποχή εκείνη ή Σκωτία είχε πολύ στενούς συμμαχικούς δεσμούς μέ τή Γαλλία, αντίθετη τότε τής ’Αγγλίας. Ή συμμαχία αυτή εξακολούθησε ϊσα μέ τα τέλη τού 16ου αιώνα, οπότε, μέ τήν επικράτηση τού Προτεσταντισμού στή Σκωτία, αποξενώθηκαν οί Σκωτσέζοι από τή Γαλλία, προστάτρια τότε τού Καθολικισμού.

Ή πρώτη ένωση τών δύο χωρών, ’Αγγλίας και Σκω­τίας, έγινε τό 1603, μ’ έναν τρόπο όλότελα ειρηνικό, μετά τό θάνατο τής Βασίλισσας ’Ελισάβετ, μέ τήν άνοδο στον ’Αγγλικό θρόνο τού Βασιλέα τής Σκωτίας ’Ιάκωβου τού ΣΤ’, ξάδερφου τής ’Ελισάβετ, πού ονομάστηκε ’Ιάκωβος ο Α’ τής ’Αγγλίας, και μέ βάση τήν απόλυτη ισοτιμία τών δυο εθνών. Ή ένωση όμως αυτή εϊτανε αποκλειστικά προσωπική και κάθε μιά χώρα κράτησε τούς χωριστούς
της -θεσμούς—Βουλή, Εκκλησία και διοίκηση. Ή τελειω­τική ένωση των δυο χωρών εγινε πολύ αργότερα—τό 1707—στον καιρό τής Βασίλισσας’Άννας.

Μά και μετά την ένωση τού 1707 δεν έγινε απόλυτη διοικητική αφομοίωση, και ακόμα και σήμερα ισχύει στή Σκωτία σε πολλά ζητήματα, ιδίως τού οικογενειακού δι­καίου (γάμος, διαζύγιο, κληρονομιά), χωριστή νομοθεσία καθώς και χωριστό εκκλησιαστικό καθεστώς.

’Ήδη από τήν εποχή τού ’Ιάκωβου αρχίζει ή ειρηνική κατάκτηση τής 3Αγγλίας από τούς Σκωτσέζους—τούς Canny Scot1, όπως ειρωνικά τούς ονομάζουν οί ’Εγγλέζοι. Οί Σκωτσέζοι από τότε παίξανε σημαντικώτατο ρόλο στή διοί­κηση και στήν οικονομική ζωή τής ’Αγγλίας και τής Βρεταννικής Αυτοκρατορίας3.

Οί ’Άγγλοι αγαπούν πολύ νά αστειεύονται γιά τούς βορεινούς τους γείτονες και νά τούς ειρωνεύονται γιά τό οικονομολογικό τους δαιμόνιο πού βάζει κάτω καί αυτούς τούς γιούς τού ’Ισραήλ.

Διηγούνται λ.χ. πώς κάποτε ένας Εβραίος από τό Λονδίνο θέλησε ν’ ανοίξει κατάστημα στή Γλασκώβη. Πολύ γλήγορα όμως κατάλαβε πώς δεν μπορούσε νά τά φέρει πέρα μέ τούς ντόπιους Σκωτσέζους κ’ έτσι αποφά­σισε νά κλείσει τό κατάστημα και νά γυρίσει πίσω στήν Αγγλία. Τήν ώρα πού έβγαζε τό εισιτήριό του, νά καί άλλος Εβραίος, γνωστός του, μόλις είχε ξεμπαρκάρει από
τό Λονδίνο. ’Ανάμεσα τους ξετυλίγεται ο ακόλουθος διά­λογος :

α’ Εβραίος. Τδ καλό πού σέ θέλω, σήκω και γύρισε πίσω. Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο Εβραίος δεν πιάνει χαρ­τωσιά. Σίγουρα θά φαλίρεις.

β’ Εβραίος. Καί ποιος σου είπε πώς ήρθα εδώ για ν’ ανοίξω κατάστημα;

α’ Εβραίος. Άμ’ τότε τί ήρθες να κάνεις;

β’ Εβραίος. Ήρθα απλώς για να τελειοποιηθώ (to complete my education).

Ή διαφορά πού υπάρχει μεταξύ ’Άγγλων καί Σκωτσέζων μπορεί νά παραβληθεί, mutatis mutandis, μέ τη διαφορά πού υπάρχει μεταξύ Ελλήνων τής Παλαιάς Ελλάδας καί Ελλήνων τής Μακεδονίας. Διαφέρουν καί στο χαρακτήρα καί στην ομιλία. Οι Σκωτσέζοι, αν εξαι­ρέσει κανείς μερικά ορεινά τμήματα όπου μιλιέται ακόμα ή παλαιά κελτική γλώσσα (ή λεγόμενη Gaelic), μιλάνε σήμερα όλοι τους αγγλικά, αν καί έχουνε ίδιάζουσα προφορά καί μεταχειρίζονται πολλούς ιδιωματισμούς.

Η απόσταση πού χωρίζει ’Άγγλους καί Ούαλλέζους εινε κάπως μεγαλήτερη. Οί τελευταίοι εξακολουθούν καί μιλούν σχεδόν όλοι ούαλλέζικα, ιδίωμα καί αυτό κελτικό πού συγγενεύει μ’ εκείνο πού μιλάνε οί κάτοικοι τής γαλ­λικής επαρχίας Βρετάννιας (Bretagne).

Σκωτσέζοι καί Ούαλλέζοι παραδέχονται την κοινή ονο­μασία «Βρεταννός» (British), μά καί οί δυο τούτοι λαοί διατηρούν πάντα πολύ ζωηρό τό αϊστημα τής χωρι­στής τους τοπικής εθνικότητας. Σκωτσέζος ή Ούαλλός ποτέ δε θά σάς πει πώς εΐνε ’Άγγλος.

Σχετικό εΐνε καί τ’ ακόλουθο ανέκδοτο. Σέ κάπια εκλο­γική συγκέντρωση στην Αγγλία, ο υποψήφιος, τελειώ­νοντας τό λόγο του, φωνάζει μέ στόμφο: ’Άγγλος γεννή­θηκα, ’Άγγλος έζησα καί ’Άγγλος θενά ποθάνω!».

Φωνή από τό ακροατήριο (μέ πλατεία σκωτσέζικη προφορά): «Μωρέ άνθρωπε, δέν έχεις καμιά φιλοδοξία;»1.

Έκει πού τό χάσμα στάθηκε πολλούς αιώνες αγεφύ­ρωτο, εΐνε μεταξύ “Αγγλων καί ’Ιρλανδών ή καλήτερα, για να είμαστε περισσότερο ακριβόλογοι, ’Ιρλανδών Καθολικών, πού αποτελούν την πλειοψηφία τού ’Ιρλανδι­κού Λαού.

Ή ’Ιρλανδία, όπως είπαμε, πρώτα υποδουλώθηκε στούς ’Άγγλους στο 12ο αιώνα καί τούτο χάρη στις δι­χόνοιες τών ίδιων τών ’Ιρλανδών. Ό αγγλικός ζυγός στά­θηκε πολύ σκληρός καί οι ’Ιρλανδοί βρισκόντανε αδιά­κοπα έπαναστατημένοι.

Άπό τότε ’Άγγλους καί ’Ιρλανδούς τούς χώρισε ά­σπονδο φυλετικό μίσος. ‘Ύστερα, στο 16ο αιώνα, προστέ­θηκε καί ο θρησκευτικός φανατισμός. ’Ενώ ή ’Αγγλία άποκήρυξε τον Πάπα καί άσπάστηκε τον Προτεσταντισμό, οι ’Ιρλανδοί μείνανε φανατικά προσκολλημένοι στην Κα­θολική ’Εκκλησία.

Οι ’Ιρλανδοί βρίσκανε πάντοτε στήριγμα στούς εχθρούς τής ’Αγγλίας, ιδίως στήν ‘Ισπανία καί τή Γαλλία, χώρες πού στο 16ο καί 17ο αιώνα στάθηκαν προστάτισσες τού Καθολικισμού σ’ όλη τήν Ευρώπη.

Μονάχα ένα τμήμα τής ’Ιρλανδίας — τό βορειοανατο­λικό πού λέγεται ’Άλστερ (Ulster) — έκαμε πάντοτε εξαίρεση. ’Εκεί είχαν εγκατασταθεί άπό τον καιρό τής Ελισάβετ καί τού Κρώμβελλ μετανάστες άπό τήν Άγγλία και τή Σκωτία, όλοι τους φανατικοί Προτεστάντες, πού γι’ αυτό τό λόγο μείνανε πάντα πιστοί στήν ’Αγγλία. Τό τμήμα τούτο εΐνε τό πλουσιότερο σ’ όλη την Ιρλαν­δία, χάρη στή βιομηχανία του. Τό άλλο μέρος τής χώρας εΐνε καθαρά γεωργικό και μάλλον φτωχό. ’Έτσι, όταν τό 1920, ύστερα από την επανάσταση πού ξέσπασε αμέσως μετά τό Μεγάλο Πόλεμο, ή Καθολική ’Ιρλανδία κατόρ­θωσε ν’ άποχτήσει την αυτονομία της μέ τον τίτλο «Ανε­ξάρτητη ’Ιρλανδική Πολιτεία» (Irish Free State)1, τό ’Άλστερ δέ δέχτηκε νά ενωθεί μέ τήν άλλη ’Ιρλανδία και άπόχτησε δικό του αυτόνομο καθεστώς, υπό τό όνομα Βό­ρειος ’Ιρλανδία (Northern Ireland).

Ή ’Ιρλανδία (Eire), μολονότι σήμερα έχει απόλυτη αυτονομία σ’ ό,τι αφορά τήν εσωτερική της διοίκηση, από καιρό τώρα θέλει νά κόψει και τον τελευταίο τυπικό δε­σμό πού τή συνεδένει μέ τή Μεγάλη Βρεταννία καί νά γί­νει Κράτος όλότελα ανεξάρτητο. Έξαρτάται όμως οικονο­μικά από τήν ’Αγγλία πού τής αγοράζει τά κυριώτερά της προϊόντα καί όπου πολλές χιλιάδες ’Ιρλανδοί βρί­σκουν εργασία. “Ετσι λόγοι οικονομικοί μπόδισαν ισα μέ τώρα τούς ’Ιρλανδούς Έθνικιστές νά παρατεντώσουν τό σκοινί.

Τελευταία (1938) ύπογράφηκε συμφωνία μεταξύ Με­γάλης Βρεταννίας καί ’Ιρλανδίας καί ή πρώτη έκανε πολύ μεγάλες παραχωρήσεις πολιτικές καί οικονομικές. Χάρη στή συμφωνία αυτή οί σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών εΐνε σήμερα σχεδόν ομαλές. Οι ’Ιρλανδοί Έθνικιστές εξακο­λουθούν όμως νά έχουν ως πρόγραμμα τή μελλοντική ένω­ση των δυο τμημάτων τής ’Ιρλανδίας, πράμα πού τό απο­κρούουν πάντοτε οί Προτεστάντες τού ’Άλστερ.

Οί περισσότεροι ’Ιρλανδοί, σαν τούς Σκωτσέζους, έχουνε σήμερα μητρική τους γλώσσα τ’ αγγλικά (ή παλαιά ιρλαν­δική γλώσσα Erse, ιδίωμα και αυτό κελτικό, μιλιέται μόνο σέ μερικά απόκεντρα μέρη τής Δυτικής και Νότιας ’Ιρλαν­δίας). Ή νέα ’Ιρλανδική Πολιτεία προσπαθεί νά δώσει πάλι ζωή στήν παλιά γλώσσα καί τήν καθιέρωσε στά σκο­λειά καί στις δημόσιες υπηρεσίες ως επίσημη γλώσσα τού Κράτους.

’Επειδή ’Ιρλανδοί καί’Άγγλοι μιλάνε τήν ίδια γλώσσα, ή διαφορά μεταξύ τους δε γίνεται αμέσως αντιληπτή στον ξένο, όσο κι αν διαφέρουν οί δυο λαοί μεταξύ τους στο χαρακτήρα. Οί ’Ιρλανδοί όμως μιλάνε τά αγγλικά με ιδιό­τυπη προφορά καί πολλούς ιδιωματισμούς.

’Άγγλοι καί ’Ιρλανδοί, μ’ όλη τήν πολιτική τους αντί­θεση, παρουσιάζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Καί οί δυο λ.χ. έχουνε μανία γιά τά σπόρ καί τή ζωή τού υπαί­θρου — τό κυνήγι, τήν ιππασία, τήν πυγμαχία καί τις ιπ­ποδρομίες — αγαπούν επίσης πολύ τά ποτά, καί μάλιστα τήν μπίρα καί τό πατροπαράδοτο ούΐσκυ, πού ή κατα­σκευή του αποτελεί εθνική βιομηχανία τής ’Ιρλανδίας, όπως καί τής Σκωτίας.

Οί ’Ιρλανδοί έχουνε μεγάλη κλίση στο στρατιωτικό επάγγελμα. ’Άλλοτε, προτού γίνει ό χωρισμός τής ’Ιρλαν­δίας από τή Μεγάλη Βρεταννία, πολλοί ’Ιρλανδοί, ακόμα και Καθολικοί, υπηρετούσαν εθελοντές στον ’Αγγλικό στρατό καί μάλιστα θεωρούντανε από τούς καλήτερους στρατιώτες, όπως σέ παλιώτερη εποχή οί ’Ιρλανδοί μισθο­φόροι εϊτανε τό άνθος τού Γαλλικού στρατού κατά τούς μεγάλους πολέμους μεταξύ Γαλλίας καί ’Αγγλίας, στο

17ο και 18ο αιώνα. “Οσοι έτυχε να έχουν διαβάσει τα στρατιωτικά χρονογραφήματα τού Κίπλιγγ, -θά {θυμούνται τό δεκανέα Μαλβέϊνυ (Corporal Mulvaney)! πού εΐνε ο τύπος τού χαριτολόγου ’Ιρλανδού στρατιώτη τής παλιάς εποχής.    , Π

Αυτά γιά τή φυλετική σύνθεση τού Βρεταννικού Λαού.

Τώρα ας εξετάσουμε λιγάκι την κοινωνική του διά­πλαση.

”Αν και τό πνεύμα τού Βρεταννικού Πολιτεύματος εΐνε δημοκρατικό, ή διάκριση ανάμεσα στις διάφορες κοινωνι­κές τάξεις εΐνε ακόμα πολύ χτυπητή.

Πριν απ’ όλα, ή ’Αγγλία έχει πάντοτε μιάν αριστο­κρατία, δηλ. μιά τάξη εύγενών πού, μ’ όλη την έκλαΐκεψη των πολιτικών θεσμών, εξακολουθεί και σήμερα νά παί­ζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή τής Χώρας.

Τήν αριστοκρατία αυτή τήν αποτελούνε πρώτα πρώτα οΐ μεγάλοι γαιοκτήμονες, απόγονοι τών φεουδαρχών τής μεσαιωνικής εποχής ή και άλλων οικογενειών πού ο αρχη­γός τους άπόχτησε τον τίτλο τού Λόρδου γιά υπηρεσίες πού πρόσφερε στο Στέμμα ή στο Κράτος.

Καθώς ξαίρουμε, σ’όλες τις χώρες τής Ευρώπης ή ιδιό­τητα τού τιτλούχου εϊταν άλλοτε άλληλένδετη με τήν ιδιο­κτησία τής γής. Στήν ’Αγγλία, χώρα πού δέ δοκίμασε τούς επαναστατικούς κλονισμούς πού συντρίψανε τό κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς σε τόσες άλλες ευρωπαϊκές χώρες από τή Γαλλική ’Επανάσταση και δώθε, ή αριστοκρατία εξακολουθεί και κατέχει πολύ μεγάλο τμήμα τής γής και στήν ύπαιθρο καί μέσα στις πόλεις. Μεγιστάνες σάν τό Δούκα τού Ντεβονσάϊρ, τό Δούκα τού Ούέστμινστερ, τό Μαρκήσιο τού Μπιούτ (Bute) καί άλλους πολλούς, έχουν στήν κυριότητά τους απέραντα αγροτικά κτήματα και όλόκλήρες συνοικίες στο Λονδίνο και σε άλλες πόλεις. Τό ϊδιο στη Σκωτία και Ούαλλία1.

Ή δύναμη τής αγγλικής αριστοκρατίας χρωστιέται στο πώς δεν έμεινε ποτέ της στάσιμη και κλειστή σαν τις άριστοκρατίες στις άλλες χώρες τής ηπειρωτικής Ευρώπης, μά πάντα έπαιρνε νέο αίμα και νέα στελέχη από την αστική τάξη. Κάθε φορά πού τύχαινε να ξεχωρίσει ένας σ’ οπόιοδήποτε κλάδο τής εθνικής ζωής—πολιτικός εϊτανε, στρα­τιωτικός, τραπεζίτης, μεγαλέμπορος ακόμα, βιομήχανος, ε­πιστήμονας, καλλιτέχνης—τού δινότανε ό τίτλος τού Λόρ­δου, κ’ έτσι αυτός και τά παιδιά του έπαιρναν θέση μέσα στους κόλπους τής αριστοκρατίας. Ή καταγωγή, ή θρη­σκεία ή τό επάγγελμα δεν αποτελούσανε εμπόδιο. Ό πε­ρίφημος Λόρδος Μπήκονσφηλδ (Beaconsfield) εϊτανε ιταλοεβραϊκής καταγωγής, ο Λόρδος Ρόθτσάϊλδ (Rothschild) επίσης Εβραίος, ο Λόρδος Γκώσεν (Goschen), ο γνωστός οικονομολόγος τού 19ου αιώνα, γερμανικής καταγωγής, ο μεγάλος χημικός Λόρδος Λίστερ μικροαστός, ο Λόρδος Σνόουντεν (Snowden) σιδηροδρομικός υπάλληλος, δ Λόρ­δος Τέννυσον (Tennyson) ποιητής, ο Λόρδος Λέϊτον (Leighton) καλλιτέχνης.

’Έτσι ή αγγλική αριστοκρατία κατόρθωσε και απορρο­φούσε πάντοτε τό άνθος τού έθνους, τά εκλεκτότερα στοι­χεία από άποψη μόρφωσης και δράσης. Δεν εϊνε μόνο μιά απο αϊμα αριστοκρατία μά καί μιά αληθινή αριστοκρατία τής κοινωνικής δράσης, τού πνεύματός και τού πλούτου.

Γι’ αυτό, μολονότι τά πολιτικά προνόμια τής τάξης των ευγενών έχουνε σήμερα περιοριστεί πάρα πολύ (ή
Βουλή των Λόρδων έχασε πια την κυρίαρχη ‘θέση πού είχε πριν πενήντα χρόνια στην πολιτική ζωή τού τόπου), ή ε­πιρροή τής αριστοκρατίας δεν έπαψε να εΐνε καί σήμερα ακόμα σημαντική σ’ όλες τις εκδηλώσεις τού δημόσιου καί ιδιωτικού βίου, αφού συγκεντρώνει μέσα της σπουδαίο τμήμα τής ενέργειας καί τού πλούτου τού έθνους.

Ή αγγλική αριστοκρατία έχει καί κάτι άλλο καλό—τό πώς εξακολουθεί καί βαστάει τό σύδεσμό της με τή γή. “Ολοι μά όλοι οι ’Άγγλοι έχουν έμφυτη τήν αγάπη στο ύπαιθρο καί τήν εξοχική ζωή. Τό πρώτο πράμα πού θά κάνει κάθε ’Άγγλος, μόλις αποκτήσει περιουσία καί κά­ποια κοινωνική υπόσταση, εΐνε ν’ αγοράσει ένα αγρόκτημα, μικρό ή μεγάλο. ’Από τό κτήμα αυτό θά λάβει τον οικο­γενειακό του τίτλο, στήν περίπτωση πού θά γίνει Λόρδος.

Μετά τήν αριστοκρατία έρχεται ή μεσαία ή αστική τάξη, τάξη πολυάριθμη, πού έπαιξε πάντοτε πολύ σπου­δαίο ρόλο στήν ιστορία τής ’Αγγλίας.

Οι μεγάλοι αστοί, με τ’ όνομα Upper Middle Class —δηλ. ή τάξη των τραπεζιτών, βιομήχανων, εμπόρων, κτλ. έχουν τάσεις μάλλον συντηρητικές καί, όπως είπαμε, μετα­πηδούν αδιάκοπα μέσα στήν αριστοκρατία.

Οί μικροί αστοί έχουν δική τους νοοτροπία. Άπό τήν τάξη τούτη προπάντων αντλούσε άλλοτε τή δύναμή του τό μεγάλο καί ιστορικό Φιλελεύθερο Κόμμα (Liberal Party), πού έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στήν πολιτική ιστορία τής ’Αγγλίας κατά τό δεύτερο ήμισυ τού 19ου αιώνα μέ αρ­χηγό τό Γκλάόστίον. Ό ’Άγγλος μικροαστός, μολονότι έχει συνήθως μόρφωση μάλλον περιορισμένη καί αντιλή­ψεις κάπως στενές, εΐνε στοιχείο εξαιρετικά τίμιο, ηθικό καί εργατικό, καί αποτελεί, μπορεί κανείς νά πει, τήν καρ­διά τού Βρεταννικού ’Έθνους. Αύτόνε βέβαια εΐχε υπόψη του ο Μέγας Ναπολέων, όταν ονόμασε τούς ’Άγγλους πε­ριφρονητικά «έθνος μπακάληδων» (A Nation of shop­keepers). To έθνος όμως αυτό των μπακάληδων έδειξε πάντα υπέροχο πατριωτισμό και πειθαρχία σέ στιγμές εθνικού κινδύνου.

Τη λαϊκή τάξη αποτελούν οι εργάτες των πόλεων και οι αγρότες. Με την τεράστια ανάπτυξη τής αγγλικής βιο­μηχανίας στο 19ο αιώνα, ο εργατικός πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά και σιγά σιγά, με τη διοργάνωσή του σέ πανί­σχυρα εργατικά σωματεία (τά λεγόμενα Trades Unions), άπόχτησε μεγάλη πολιτική δύναμη. Άπό τον καιρό πού ιδρύθηκε, πριν άπό εικοσιπέντε χρόνια περίπου, τό Ερ­γατικό Κόμμα (Labour Party), μεγάλο μέρος άπό τούς εργάτες έπαψε πιά ν’ άνήκει στά δυο παλιά άστικά κόμ­ματα, τό Συντηρητικό και τό Φιλελεύθερο, πού άλλοτε κυ­βερνούσαν μέ τή σειρά τους τήν ’Αγγλία, και προσχωρή­σανε στο νέο κόμμα. Τό Εργατικό Κόμμα έχει άρχές σο­σιαλιστικές μά όχι επαναστατικές και άποβλέπει στήν καλητέρεψη τής οικονομικής θέσης των λαϊκών τάξεων μέ μέσα νόμιμα.

Ή θέση των εργατών, εΐνε άλήθεια, έχει καλητερέψει πολύ τά τελευταία χρόνια άπό άποψη ήμερομίσθιων και όρων εργασίας. Παραμένει όμως πάντοτε άλυτο ένα ζήτημα πολύ σοβαρό—τό πρόβλημα τής στέγης. Πολλές χιλιάδες εργατικές οικογένειες ζούν άκόμα μέσα σέ βρόμικες και ανθυγιεινές συνοικίες πού ονομάζονται slums. Τούτο, κατά γενική ομολογία, άποτελεϊ στίγμα γιά τό βρεταννικό πο­λιτισμό. Νά γκρεμιστούν οι συνοικίες αυτές καί νά χτι­στούν νέα υγιεινά λαϊκά σπίτια, τούτο εΐνε μέσα στο πρό­γραμμα όλων τών κυβερνήσεων, χρειάζονται όμως τεράστια Χρηματικά ποσά γιά νά λυθεί τό ζήτημα τελειωτικά.

Επίσης ή άνεργία πού μαστίζει, τώρα καί είκοσι πέντε χρονιά, ένα μέρος τού εργατικού πληθυσμού τής ’Αγγλίας,
είχε βλαβερή επίδραση, από άποψη ηθική και σωματική, στις εργατικές τάξεις. Πάνω από ένα εκατομμύριο εργάτες και εργάτριες μένουν πάντα χωρίς εργασία και συντηρούν­ται μονάχα με τό μικρό επίδομα πού τούς δίνει ή Κυβέρ­νηση. Ή ανεργία χτύπησε ιδιαίτερα ορισμένες περιφέρειες τής Ούαλλίας και τής Βόρειας Αγγλίας, τις λεγάμενες Depressed ή Special Areas. Οι περιφέρειες αυτές κατα­δικάστηκαν σέ οικονομικό μαρασμό μέ τό κλείσιμο των αν­θρακωρυχείων και τό σταμάτημα άλλων βιομηχανιών πού άλλοτε απασχολούσαν τον πληθυσμό—δεύτερο σοβαρό κοι­νωνικό πρόβλημα πού και τούτο παραμένει ϊσα μέ σήμερα άλυτο.

Ή αγγλική εργατική τάξη, όσο κι αν διαφέρει σέ πολλά από τήν ανώτερη καί μεσαία (ιδίως στήν ομιλία, γιατί ο λαός μιλεΐ μέ μια ιδιάζουσα προφορά πού κάνει τή διά­κριση πολύ χτυπητή), έχει όμως τούτο τό κοινό μέ τις άλ­λες κοινωνικές τάξεις, πώς ο εργάτης παθαίνεται τό ίδιο μέ τον αριστοκράτη καί τον αστό γιά τά σπόρ. Ή κυριώτερή του διασκέδαση εΐνε νά παρακολουθεί ποδοσφαιρι­κούς αγώνες ή αγώνες τού «κρίκετ» (άλλο εθνικό παιχνίδι τών ’Άγγλων πού παίζεται τούς καλοκαιρινούς μήνες), κα­θώς καί τις διάφορες ιπποδρομίες ή σκυλοδρομίες (οι τελευταίες γίνονται μέ ειδικά γυμνασμένα λαγωνικά). ‘Όλοι οι ’Άγγλοι, από τον αριστοκράτη ϊσα μέ τον τελευταίο ερ­γάτη, έχουν τή μανία νά στοιχηματίζουν1. Εΐνε τό εθνικό τους βίτσιο, όπως ή χαρτοπαιξία εΐνε τό δικό μας. ’Αλλά ποιος λαός δέν έχει τά έλαττώματά του ;

“Αλλοτε τό μεθήου εϊτανε κοινή συνήθεια στήν ’Αγ­γλία, μάλιστα στις λαϊκές τάξεις. Με τον καιρό όμως λιγό­στεψε τό κακό, χάρη στα νομοθετικά μέτρα πού έλαβε τό Κράτος για νά περιορίσει τα καπηλιά και τις ώρες πού πουλιούνται τα ποτά καί στήν ευεργετική επίδραση τού κινηματογράφου που, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο μέσο, τράβηξε τήν εργατική νεολαία από τήν ταβέρνα, τό απαίσιο bublic- house τής ’Αγγλίας τού περασμένου αιώνα.

”Ας ρίξουμε τώρα μιά ματιά και στήν ύπαιθρη χώρα.

Στήν ’Αγγλία1 δεν υπάρχουν καθαυτό χωρικοί, δηλ. αγρότες μικροϊδιοκτήτες, ή τάξη εκείνη πού αποτελεί ένα τόσο σπουδαίο κοινωνικό στοιχείο στις περισσότερες χώ­ρες τής ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως λόγου χάρη στή Γαλ­λία, στήν ’Ιταλία καί σ’ όλες τις Βαλκανικές χώρες. Οι λόγοι εΐνε ιστορικοί. Στήν ’Αγγλία, όπως είπαμε, τή γή τήν κατέχουν κατά μέγα μέρος οι εύγενεϊς πού τή νοικιά­ζουν στούς λεγάμενους farmers. Οί τελευταίοι αντιστοι­χούν μέ τούς εύπορους χωρικούς τών άλλων χωρών, μέ τή διαφορά πώς ο farmer, αντί νά εινε ιδιοκτήτης τής γής πού καλλιεργεί, τή νοικιάζει από τον τσιφλικούχο (Lord of the Manor). *

Τον παλιό καιρό, πριν διακόσια χρόνια, εύρισκε κανείς και στήν ’Αγγλία χωρικούς—εϊταν οί λεγόμενοι yeoman 3. Η τάξη αυτή άρχισε νά χάνεται από τις αρχές τού 18ου
αίώνα κ3 υστέρα. Την εποχή εκείνη ή αριστοκρατία, πολι­τικά παντοδύναμη, κατόρθωσε μέ νομοθετικά μέσα (En­closure Acts) νά βάλει χέρι σ3 όλους τούς κοινόχρηστους τόπους, ιδιαίτερα στά λιβάδια. Ή ασυνείδητη αυτή πολι­τική, πού σήμερα καταδικάζεται από όλους τούς ’Άγγλους δημοσιολόγους, γιατί τό αποτέλεσμα εϊτανε νά στερήσει τήν ’Αγγλία από ένα εξαιρετικά πολύτιμο στοιχείο, προκάλεσε τον οικονομικό ξεπεσμό τής αγροτικής τάξης. ’Έτσι, όταν άρχισε, προς τό τέλος τού 18ου αιώνα, ή εντατική έκμετάλλεψη των ανθρακωρυχείων και αργότερα ή μεγάλη ανάπτυξη τής βιομηχανίας, πολλοί από τούς αγρότες αφή­σανε τήν ύπαιθρο καί τράβηξαν στις βιομηχανικές περιφέ­ρειες καί στά αστικά κέντρα \

Άπό τότε γίνανε μερικές προσπάθειες, μάλιστα στο τέλος τού περασμένου αιώνα καί στήν αρχή τού αίώνα τούτου, τήν εποχή πού τό Φιλελεύθερο Κόμμα βρισκότανε στήν εξουσία, γιά νά ξαναδημιουργηθεΐ μιά νέα τάξη μικροϊδιοκτητών (small holders). Ή προσπάθεια όμως αυτή αντίκρισε πολλές δυσκολίες καί δέ φαίνεται προορισμένη νά πιτύχει, καί αυτό γιατί οι σημερινές οικονομικές συν­θήκες—προπάντων ο συναγωνισμός των φτηνών γείοργικών προϊόντων τής Αμερικής καί τής ηπειρωτικής Ευρώπης— δέν εΐνε ευνοϊκές γιά τήν αγγλική γεωργία μέ τ3 αψηλό της κόστος. Κι αυτή ακόμα ή τάξη των farmers εξακολουθεί νά υπάρχει μόνο χάρη στά προστατευτικά μέτρα πού έλαβε τώρα τελευταία ή Κυβέρνηση, καθώς καί στήν επιείκεια τών μεγάλων γαιοκτηαόνων. Οι τελευταίοι κατά κανόνα αποφεύγουν νά πιέσουν τούς ενοικιαστές, όταν τύχει ή σο­δειά νά εΐνε κακή, πολλές φορές μάλιστα τούς χαρίζουν τα μισθώματα.

Πρέπει νά σημειώσουμε πώς ή φιλελεύθερη πολιτική τού φτηνού ψωμιού, πού ακολούθησαν οι αγγλικές κυβερ­νήσεις από την αρχή τού περασμένου αιώνα για τό καλό των εργατικών και αστικών τάξεων, στάθηκε βλαβερή για τούς γεωργούς, μικρούς και μεγάλους. Ή ’Αγγλία, όπου ή γη εϊνε τεμαχισμένη σέ μικρά περιφραγμένα χωράφια, εΐνε αδύνατο νά παράγει σιτάρι στο ίδιο χαμηλό κόστος πού παράγεται στή Βόρεια ’Αμερική, τήν ’Αργεντινή καί τήν Αυστραλία, όπου οι απέραντες πεδιάδες επιτρέπουν τήν εφαρμογή τής μηχανικής καλλιέργειας σέ μεγάλη κλίμακα. ’Έτσι ή αγγλική γεωργία άρχισε νά παρακμάζει καί θά χανότανε ολότελα, αν δέν αποφάσιζε ή Κυβέρνηση—καί τούτο τά τελευταία μόλις χρόνια—νά παραμερίσει τά δόγ­ματα τού ελεύθερου εμπορίου πού σ’ όλο τό 19ο αιώνα άποτέλεσαν γιά τούς βρεταννούς πολιτικούς ενα είδος θρη­σκείας, καί νά προστατέψει τήν ντόπια παραγωγή γιά νά σώσει τή γεωργική τάξη από τήν όλότελη καταστροφή της. Πάντως τό παράδειγμα τούτο δείχνει πόσο δύσκολο εΐνε νά συμβιβάσει κανείς τά συμφέροντα τού αγροτικού καί αστικού πληθυσμού σέ χώρες όπου ή γεωργία κατάντησε παθητική.

Σήμερα, κατά κάποια στατιστική πού άνάφερε ο Λόϋδ Γζώρτζ σέ μιάν ομιλία του στήν ’Αγγλική Βουλή (στις 12 Μαρτίου 1937), ο αγροτικός πληθυσμός τής ’Αγγλίας μό­λις φτάνει τά 4,6% 1 πάνω στο σύνολο τού πληθυσμού, ενώ στήν ‘Ολλανδία φτάνει τά 25 % καί στή Γερμανία 30%.

Πώς ή αγγλική ύπαιθρο δεν έχει ακόμα όλότελα ερη­μωθεί, αυτό χρωστιέται στους ’Άγγλους τής ανώτερης και μεσαίας τάξης πού αγαπούν την εξοχική ζωή, τό Country life, όπως ονομάζεται. Αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει στήν Ελλάδα, όπου ή απάνω τάξη προτιμά τή ζωή μέσα στις πόλεις κ3 έτσι αγνοεί σχεδόν όλότελα τήν αγροτική ζωή (καθώς ξαίρουμε, οι περισσότεροι εύποροι Έλληνες παρα­θερίζουν ή στα προάστεια των Αθηνών ή σέ καμιά λου­τρόπολη), ή αγγλική αριστοκρατία και γενικά ή ανώτερη μεσαία τάξη διατηρούν εξοχικά σπίτια και αγροκτήματα. Αυτά, μ’ όλο πού δεν εΐνε προσοδοφόρα, εξακολουθούν και τά κρατούν γιά διασκέδασή τους. Έκεϊ καταγίνονται με μανία στά πατροπαράδοτα αγγλικά σπόρ,—στο κυνήγι, στό ψάρεμα, στήν ιππασία, καθώς και στήν ανθοκομία, πού στήν Αγγλία έχει φτάσει σέ περιωπή αληθινής τέχνης. Έτσι έξηγιέται ή Ιδιαίτερη κλίση πού έχουν τόσοι ’Άγ­γλοι στή ζωοφιλία, τήν ορνιθολογία, τήν εντομολογία και τή βοτανική.

Παραμένοντας μεγάλο μέρος τού χρόνου στις εξοχές, μαθαίνουν ν’ αγαπούν τή Φύση. Αναφέρω τά ονόματα τού Lord Grey of Fallodon, τού Lord Baldwin και τού κ. Neville Chamberlain, ως παραδείγματα σπουδαίων ’Άγγλων πολιτικών πού, μ3 όλες τις σοβαρές ασχολίες τους, αγάπησαν μέ πάθος τή Φύση.

Εξόν άπ3 αυτό, ή παραμονή τόσο μεγάλου αριθμού πλούσιων οικογενειών στις εξοχές εΐνε ωφέλιμη και από άποψη κοινωνική, γιατί μποδίζει τήν άπονέκρωση τής ύπαιθρος και τής επαρχίας, δίνοντας δουλιά σέ πολλές χι­λιάδες ανθρώπους πού αλλιώτικα θά τραβούσανε προς τις πόλεις.

Πάντως ή αγροτική ζωή στήν Αγγλία, πού επηρέασε τόσο βαθιά τό χαρακτήρα και τά ήθη και έθιμα τής άνώτερης αγγλικής κοινωνίας, έχασε σήμερα τις οικονομικές της βάσεις και παρουσιάζεται μάλλον σά διακοσμητική. Δεν υπάρχει έκεϊ ή μεγάλη μάζα των χωρικών πού ζεϊ από τή γη, όπως συμβαίνει στις πιώτερες χώρες τής ηπει­ρωτικής Ευρώπης. Τούτο αποτελεί σοβαρή έλλειψη, όπως μέ λύπη τό διαπιστώνουν πολίτικοι και δημοσιολόγοι, καί πού, μέ τις σημερινές οικονομικές συνθήκες τού κό­σμου, δέ φαίνεται, δυστυχώς, νά έχει γιατριά.

Πρέπει να πούμε λίγα λόγια καί για τήν πνευματική ανάπτυξη τού ’Αγγλικού Λαού. Συχνά ακούει κανείς νά λέγεται πώς οι ’Άγγλοι υστερούν στή μόρφωση, αντίθετα προς άλλους λαούς, λ.χ. τούς Γάλλους καί τούς Γερμα­νούς. “Οσοι τό υποστηρίζουν αυτό, μού φαίνεται πώς α­γνοούν τα αγγλικά πράματα, σχηματίζοντας τή γνώμη τους από ιδιαίτερα περιστατικά ή επιπόλαιες εντυπώσεις, ή καί γιατί έχουν μιά όλως διόλου διαφορετική αντίληψη σχε­τικά μέ τήν έννοια τής μόρφωσης.

Λέγοντας «μορφωμένος» στήν Ελλάδα, εννοούμε συνή­θως τούς λεγάμενους επιστήμονες, δηλ. όσους έχουνε μόρ­φωση νομική, γιατρική, τεχνική—ιδίως νομική. Στήν ’Αγ­γλία όμως, αντίθετα μ’ εκείνο πού συμβαίνει στις περισσότερες χώρες τής ηπειρωτικής Ευρώπης, νομικές σπουδές κατά κανόνα ακολουθούν μονάχα όσοι σκοπεύουν ν’ άσκήσουν τό δικηγορικό επάγγελμα. Ή μεγάλη πλειονότητα τών Αγγλων τής ανώτερης καί μεσαίας τάξης—όσοι δηλ. πρό­κειται νά γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτευόμενοι, τρα­πεζίτες, έμποροι κ.τ.λ.—παίρνουνε μιά γενική εγκυκλο­παιδική μόρφωση μέ βάση καθαρά φιλολογική. Στο σκο­λειό καί στο Πανεπιστήμιο σπουδάζουν τις αρχαίες γλώσ­σες, τήν ιστορία καί τή φιλοσοφία. ’Έτσι άποχτούν μιά πλατια φιλολογική μόρφωση πού λείπει συνήθως στή δίκη μας μορφωμένη τάξη πού τό ένδιαφέρο της εινε συγ­κεντρωμένο στην επιστημονική καί» πολύ συχνά, στην κα­θαρά ωφελιμιστική μεριά τής μόρφωσης.

Οι ’Άγγλοι γενικά διαβάζουν πολύ — πουθενά δε θά δείτε τόσο κόσμο νά διαβάζει βιβλία μέσα στά τραίνα, στά βαπόρια κ.τ.λ.—αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει σε μάς, πού ο περισσότερος κόσμος διαβάζει μονάχα εφημερίδες— χαρακτηριστικό κι αυτό τής κρίσης πού περνά τό ελληνικό βιβλίο.

’Έτσι, άμα γνωρίσει κάνεις καλά τούς ’Άγγλους (εν­νοώ, φυσικά, τή μορφωμένη τάξη), τού κάνει εντύπωση ο πλούτος των γνώσεών τους. Οι συνομιλίες στις συνανα­στροφές γυρνάνε σ’ένα πλήθος ζητήματα — στις τέχνες, στά ταξίδια, στά λουλούδια, στά ζώα, στά σπόρ — πού σε μάς εΐνε σχεδόν άγνωστα.

Ό ’Άγγλος επίσης έχει φυσική κλίση προς τις πρακτι­κές γνώσεις, πράμα πού, μαζί μέ τήν αγάπη προς τήν υπαίθρια ζωή και τά σπόρ, πολύ βοήθησε στο νά πιτύχουν γενικά οι ’Άγγλοι στις αποικίες στήν οργάνωση άγριων ή μισοπολιτισμένων χωρών, όπου ό άνθρωπος δέν ωφελεί νά έχει μονάχα θεωρητικές γνώσεις μά χρειάζεται νά έχει και ποικιλία πρακτικών γνώσεων. Γερμανός καθηγητής, συγκρίνοντας κάποτε τήν αγγλική και τή γερμανική νεο­λαία, είπε γιά τον ’Άγγλο πώς er kennt nicht so viel aber er kann mehr (δηλ. δέν έχει τόσο βαθιές γνώσεις μά έχει περισσότερη Ικανότητα).

Χάρη στήν έμφυτη αυτή ικανότητα, δηλ. στο συγκερα­σμό από τόσες πνευματικές, ψυχικές καί σωματικές ιδιό­τητες πού διακρίνει τον ’Άγγλο καί πού συνδυάζει τήν ευθύτητα τού χαρακτήρα, τό θάρρος, τή δραστηριότητα και τήν πειθαρχία, οί ’Άγγλοι κατόρθωσαν ισα μέ τώρα νά επιβληθούν καί νά πάρουν τή θέση πού κατέχουν σήμερα στον κόσμο. Χάρη στά ίδια αυτά προσόντα οί μεγάλες
υπερπόντιες κτήσεις, όπως ο Καναδάς, ή Αυστραλία, ή Νέα Ζηλανδία, ή Νότια ’Αφρική και οί ’Ινδίες, γίνανε ευνομούμενες και εΰημερούσες κοινωνίες.

Τό παράδειγμα τού Βρεταννικοΰ Λαού δείχνει πώς ή αξία, ή Ικανότητα, ή μόρφωση, δεν πρέπει νά κρίνουνται μέ θεωρητικά μόνο κριτήρια μά, πριν άπ’ όλα, από τά πρακτικά τους αποτελέσματα. ’Εξετάζοντας τά πράματα άπ’ αυτή τή μεριά, πρέπει νά ομολογήσουμε πώς τό βρεταννικό σύστημα αγωγής—σύστημα πέρα γιά πέρα ιδιόρ­ρυθμο, πού αποδίδει ϊση σημασία στήν ανάπτυξη τού πνεύ­ματος, τού σώματος και τού χαρακτήρα και πού ‘θυμίζει τήν παλιά σπαρτιατική αγωγή, όπως μάς τήν περιγράφει ο Πλούταρχος στο Βίο τού Λυκούργου — καθόλου δεν υστερεί σέ σύγκριση προς τά άλλα εκπαιδευτικά συστή­ματα, απεναντίας μάλιστα εδωσε και δίνει ακόμη εξαιρε­τικά πλούσιους καρπούς.

Το παραπάνω κείμενο αντλήθηκε από το βιβλίο: A. A. ΠΑΛΛΗ ΑΓΓΛΙΑ και ΑΓΓΛΟΙ. ΑΘΉΝΑ 1940. Αφιερώνεται στην Αγγλοελληνική φιλία. Πρόκειται για λόγους που εκφώνησε κατά καιρούς το Α. Α. Πάλλης στο Αγγλοελληνικό σύνδεσμο. 

 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!