Η ιστορία της Ιεράς Μονής Κουδουμά!

Πρόκειται για ένα μοναστήρι το οποίο είναι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου, είναι ανδρική Μονή σε έναν τόπο που βρέχεται από το νότιο Κρητικό πέλαγος, στην μέση του νότιου μέρους των Αστερουσίων Ορέων και του Νομού Ηρακλείου. Για να φθάσεις ως εκεί χρειάζεσαι περίπου 40 λεπτά σε χωματόδρομο με συνεχής στροφές και γκρεμούς. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα από το βιβλίο που πωλείται την Μονή με τίτλο: Ιερά κοινοβιακή  Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Κουδουμά.      

Είναι βέβαιο ότι ό αρχικός σπηλαιώδης Ναός τής μονής λειτούργησε ώς χώρος προσευχής καί καταφυγής από τά πρώτα χριστιανικά χρόνια. Ή κατά καιρούς άφάνειά του άπό τό ιστο­ρικό γίγνεσθαι είναι έξαρτημένη άπό τη γενικότερη ιστορία τής Κρήτης καί πρέπει νά άναζητηθεΐ στίς διάφορες κατακτητι­κές επιδρομές καί στίς ληστρικές διαθέσεις τών έκάστοτε ξε­νόδουλων λαών. Καί νά μήν μάς διαφεύγει ότι ή Κρήτη, μετά τή μινωική περίοδο, παρέμεινε υποδουλωμένη στούς Ρωμαί­ους, ’Άραβες, ’Ενετούς, Τούρκους καί Γερμανούς συνολικά πάνω άπό 11 περίπου αιώνες.

Τίς άκτές τής Κρήτης, καί ειδικά τίς νότιες, λυμαίνο­νταν κουρσάροι, πειρατές, έμποροι καί τυχοδιώκτες. Αύτός ήταν καί ό λόγος πού δέν άναπτύχθηκαν οργανωμένα μεγάλα παράλια μοναστήρια καί κυρίως γυναικείες μονές. Άν εξαι­ρέσει κανείς τή μονή τής Παναγίας τής Κυραλιμανιώτισσας στά βιανίτικα παράλια, πού κατά τήν παράδοση ιδρύθηκε, πριν τήν άραβοκρατία, άπό τρεις Κύπριες καλόγριες, άλλά γρήγορα έγκαταλείφθηκε καί παραδόθηκε σέ άνδρες μονα­χούς, δέν συναντάμε καμία γυναικεία μονή στά νότια πα­ράλια. Τά γυναικεία μοναστήρια άναπτύχθηκαν, γιά λόγους άσφάλειας, γύρω άπό τό άστικό περιβάλλον, ένώ τά μεγά­λα άνδρικά, γιά τούς ’ίδιους λόγους, μακριά άπό τά παράλια.

Παρόλα αύτά τά πολλά σπήλαια των άγιοβάδιστων Άστερουσιων εξακολουθούσαν αδιάκοπα νά άποτελούν χώρο καταφυγής και προσευχής μεμονωμένων άσκητών.

Οΐ ’Άραβες λεηλατούσαν οτιδήποτε μπορούσε νά πωληθεΐ, αιχμαλώτιζαν τούς άνθρώπους γιά νά πουληθούν στά σκλαβοπάζαρα τού Χάνδακα καί τής ’Ανατολής καί οί Ενετοί έμπο­ροι καί ναυτικοί έκλεβαν άκόμη καί τά σκηνώματα αγίων μοναχών προκειμένου νά πλουτίσουν τά άγιοφυλάκια τής Βενετίας. Ή κλοπή τού σκηνώματος τού όσιου Κοσμά τού Ερημί­τη είναι χαρακτηριστική. Παράλιες πόλεις καί χωριά λεηλα­τήθηκαν καί ό έξανδραποδισμός τών κατοίκων τους οδηγήθη­κε στήν αιχμαλωσία.

Ή πειρατεία, ως άποκλειστική ενασχόληση, συσσώρευε άμύθητο πλούτο καί καταξίωση. Τά νησιά Γαύδος καί Χρυσή (Γαϊδουρονήσι) ήταν τά ορμητήριά τους. Οι αιχμάλωτοι ταξινομούνταν καί πωλούνταν άνάλογα μέ τήν ηλικία, τό φύλο καί τήν εμφάνισή τους. Πόλεις καί χωριά ερημώθηκαν, οί δέ Άλγερινοί άρχιπειρατές Ούλούτς Άλή καί Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα έμειναν στούς λαϊκούς μας μύθους, στή δημώδη ποίηση καί στά γλωσσικά μας κατάλοιπα καί ή Μπαρμπαριά ώς τόπος κό­λασης, κατάρας καί μαρτυρίου. Στις περιόδους αύτές οι μο­ναχοί άναγκάζονταν νά έγκαταλείψουν τίς εστίες τους καί νά άποτραβηχτούν στά ένδότερα.

Οί περιγραφές των ξένων περιηγητών είναι συγκλονιστι­κές (Ρ. Belon κ. ά.). Οί 16ος καί 17ος αί. είναι οί αιώνες τής κορύφωσης τής πειρατείας καί συμπίπτουν μέ την έλλειψη κατοίκησης τής μονής Κουδουμά.

Οΐ αφετηρίες τής χρόνιας πορείας τής Μονής Κουδουμά χάνονται στά βάθη τών αιώνων. Δεν μπορούμε νά υπολογίσου­με την ‘ίδρυσή της. Δεν υπάρχουν άρχειακές μαρτυρίες καί ιστορικά ντοκουμέντα. Παρόλα αύτά στηριζόμενοι στήν παρά­δοση καί στά άρχαιολογικά ντοκουμέντα είμαστε σέ θέση νά υποστηρίξουμε τήν ύπαρξη μοναστικής δραστηριότητας στά σπήλαια τής περιοχής ήδη άπό τήν παλαιοχριστιανική περίοδο.

Μέ πνευματικό κέντρο τό Άγιοφάραγγο ό μοναχικός βίος απλώθη­κε ανατολικά καί δυτικά των νοτίων άκτών των Άστερουσίων, όπου στά σπήλαια έζησαν άσκητές. Έτσι στην πρώτη χιλιετία καί ιδιαίτερα στόν 7ο αιώνα τοποθετείται ή δράση του αγί­ου Κοσμά του ’Ερημίτη, πού άσκήτεψε σέ κάποιο άπό τά κοντινά σπήλαια.

Κατά τήν περίοδο τής ’Ενετοκρατίας οί Βενετοί μετέφεραν τό σκήνωμα του αγίου καί τό τοποθέτησαν στό Ναό τού Μοναστηριού τού San Giorgio Maggiore τής Βενετίας (σημερι­νό ίδρυμα Cini) όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Εξάλλου τό μεγάλο σπήλαιο, δυτικά τού Κουδουμά, πού ονομάζεται, σύμφωνα μέ τήν παράδοση Άββακόσπηλιο, άπηχει στήν παλαιά χριστιανική περίοδο, όπου άπό τόν 4ο αιώ­να καί ύστερα τούς μεγάλους άσκητές τής έρήμου τής Νιτρίας καί τού Σινά στήν Αίγυπτο τούς ονόμαζαν άββάδες (Άββακόσπηλιο = σπήλαιο τών άββάδων). Άπό τήν Αίγυπτο είσήλθε καί στήν Κρήτη ό όρος πολύ νωρίς άπ’ ότι μάς διη­γούνται τά συναξάρια. Άπό αύτή τήν πραγματικότητα κινούμε­νος ό σημερινός ήγούμενος τού Κουδουμά π. Μακάριος άφιέρωσε τό Άββακόσπηλιο στή μνήμη τού Άγιου Κοσμά τού Ερη­μίτη, κατασκευάζοντας Ιερό Βήμα καί Αγία Τράπεζα. Εκεί κάθε χρόνο (2 Σεπτεμβρίου) τιμάται μέ εσπερινό καί Θεία Λειτουργία ό μεγάλος αύτός άσκητής.

Δέν αποκλείεται λοιπόν στό σπήλαιο τής Μονής Κουδουμά, όπου σήμερα στεγάζει τό Ιερό τού Ναού τής Πανα­γίας νά άσκήτεψαν ασκητές ή νά ύπήρχε οργανωμένο κοινό­βιο αν συνυπολογίσουμε καί τά σπήλαια στό φρύδι τού υψώ­ματος πάνω άπό τή χαράδρα-ποτάμι στά δυτικά.

Στή δεύτερη χιλιετία οί αρχειακές μαρτυρίες άποτελούν άδιάσειστα τεκμήρια ύπαρξης μοναστηριού στόν ’ίδιο χώρο. ‘Ο γνωστός κωδικογράφος καί διάσημος σχολιαστής έργων τού Αριστοτέλη ’Ιωσήφ Φιλάγρης πού έζησε στήν περιοχή τό δεύτερο μισό τού 14ου αιώνα άναφέρεται σέ ύπαρξη «μονυδρίου Κουδουμά καλουμένω», όπου άποκαλύπτει πώς κάποιος μονα­χός του Κουδουμά έμαθε «τά θεία γράμματα» καί τά «πλείω τούτων» στό Μοναστήρι. (Ιωσήφ Φιλάγρης κώδικας Angel, άριθ. 30 τής Ρώμης, χειρόγραφό του 1393/94).

Ερμηνεύοντας τή χειρόγραφη παράδοση, ιδιαίτερα τά έργα τού ’Ιωσήφ Φιλάγρη, σύγχρονοι ερευνητές άπό τό L. Petit μέχρι τόν Γ. Παπάζογλου ύποστηρίζουν πώς ύπήρχε σχολείο ελληνικών γραμμά­των στόν Κόφινα, κάπου κο­ντά ή μέσα στή Μονή Κουδουμά, όπου «πρεσβύτεροι καί διδάσκαλοι» δίδασκαν ρητορική τέχνη, λογική καί φιλοσοφία (άποδεικτική τέ­χνη), ήθική καί δογματική, μαθηματικά καί θεολογία.

Δεν αποκλείεται άλλωστε κατ’ αρχήν καί ό ίδιος ό ’Ιω­σήφ Φιλάγρης νά έμόνασε καί στή Μονή Κουδουμά μέχρι νά ιδρύσει δικό του μοναστήρι, τών Τριών ‘Ιεραρχών, στό Λουσούδι, στόν δυτικό ίσκιο του Κόφινα.

Έκεϊ στόν Κουδουμά δίδαξε καί άλλος δάσκαλος μονα­χός ό Δομέτιος Καππαδόκης ό όποιος μάλιστα πέρα άπό τά θεία γράμματα, δίδασκε καί τά «πλείω τούτων», δηλαδή τήν εγκύκλιο θύραθεν παιδεία.

‘Ένα άλλο, εικαστικό αύτή τή φορά, στοιχείο έπιβεβαιώνει τή ζωντανή παρουσία τής ‘Ιεράς Μονής Κουδουμά στή βενετσιάνικη περίοδο. Πρόκειται γιά τμήμα τοιχογραφίας μέ τήν ’Ανάληψη, πού άπό τούς ειδικούς βυζαντινολόγους χρονο­λογείται στό 14ο αιώνα. ‘Όπως τό σωζόμενο τμήμα βρίσκεται στή νότια πλευρά τής καμάρας τού ιερού, δίνει τήν εντύπωση πώς, όταν σωζόταν όλη ή παράσταση, κάλυπτε όλη τήν καμά­ρα πάνω άκριβώς άπό τήν Αγία Τράπεζα. Ή ποιότητα τής ζω­γραφικής δηλώνει δόκιμο καλλιτέχνη, ό όποιος κυκλοφορούσε τότε στά σπήλαια τής Έρημούπολης.

Τεχνοτροπικά υπάρχει μεγάλη συγγένεια μέ τίς σωζόμενες τοιχογραφίες στό σπήλαιο τού Αγίου Αντωνίου, αλλά καί στό σπηλαιώδες συγκρότημα τού Άγιου Ίωάννου τού Προδρόμου στόν παραθαλάσσιο χώρο τών Καπετανιανών.

’Έτσι τά μαθήματα, πού διδάσκονταν στή Μονή Κουδουμά άπό τούς διάσημους δασκάλους Ιωσήφ Φιλάγρη καί Δομέτιο Καππαδόκη, τό τμήμα ζωγραφικής πού σώζεται άπό σπου­δαίο καλλιτέχνη καί ή συνεχής επικοινωνία μεταξύ των μονών καί των άσκητών κατά τούς αιώνες 14ο έως καί 16ο, φανερώ­νουν δημιουργική δραστηριότητα, συνέχεια τής παράδο­σης, διαρκή κινητικότητα καί έπικοινωνία, καθώς

οΐ μοναχοί καλλιεργούν τήν παιδεία, έκφράζονται μέ τήν τέχνη καί βιώνουν έπί γής τήν ούράνια πολιτεία.

Οι Όσιοι Πατέρες Παρθένιος καί Εομένιος.
Οί νέοι κτήτορες τού Κουδουμα

Δυό αδέλφια από τό χωριό Πιτσίδια, ό Νικόλαος πού γεννήθηκε τό 1829 καί ό ’Εμμανουήλ, πού γεννήθηκε τό 1846, έμελλε νά ανανεώσουν τήν μοναστική πολιτεία τής Νότιας Κεντρικής Κρήτης, νά καταξιώσουν μέ τόν ‘Άγιο βίο τους τά ασκητικά κέντρα τής περιοχής καί νά άναδείξουν τή μονή Κουδουμά άφού έγιναν οί νέοι κτήτορες. Σωστά γράφτηκε πώς οΐ Όσιοι Πατέρες μέ τήν άγιόμορφη πορεία τους μεταμόρφω­σαν τόν Κουδουμά σέ πνευματικό θεραπευτήριο.

Τό σωτήριο έτος 1858 άποτελεΐ τήν άφετηρία τής αφιέρωσης τών δυό αύταδέλφων. Τό ιστορικό μοναστήρι τής ‘Οδηγή­τριας ύπήρξε τό πρώτο πνευματικό καταφύγιο. Όλη ή περιοχή άνέπνεε τό άρωμα τής αγιοσύνης. Κοντά στούς Καλούς Λιμέ­νες, δίπλα στό Άγιοφάραγγο, άνάμεσα σέ έρημωμένα παλαιά άσκητήρια καί σπήλαια, όπου έγκαταβίωναν πολλούς αιώνες πριν άνθρωποι τής άσκησης καί τής προσευχής.

Ό Νικόλαος ήταν 29 ετών, ό ’Εμμανουήλ, παιδί άμούστακο, μόλις δώδεκα χρόνων. Έμειναν στήν ‘Οδηγήτρια επτά χρόνια, μέχρι τό 1865, ως δόκιμοι. Τό 1862 ό Νικόλαος πήρε ρασοευχή μέ τό όνομα Νέστωρ (27 Αύγούστου 1862). Τό 1865 τόν άκολούθησε ό άδελφός του ’Εμμανουήλ. ’Έγινε ρασοφόρος καί πήρε τό όνομα Μεθόδιος. Ήταν μόλις 19 έτών.

Ό Νέστωρ άσκούσε τελεία ΰπακοή μέσα στό μοναστήρι, λειτουργώντας ώς παράδειγμα γιά τόν μικρό άδελφό του Μεθόδιο. Ήταν τότε ήγούμενος ό δυναμικός καί φλογερός πατριώτης Γεράσιμος Μανιδάκης, γνωστός γιά τήν έθνική του δρά­ση. ‘Ο ήγούμενος έριξε όλο τό βάρος καί τή φροντίδα στή συντήρηση καί άνάδειξη τού Σπηλαίου στό Μάρτσαλο όπου καί ό Ναός τού Εύαγγελισμου. Έπιλέγησαν οι δυό άδελφοί Νέ­στωρ καί Μεθόδιος νά έγκατασταθούν στό Μάρτσαλο καί νά έχουν την φροντίδα αύτοΰ του Άγιου σπηλαιώδους τόπου, ό όποΐος έπειδή βρισκόταν στην είσοδο τοΰ Άγιοφάραγγου, τόν έπισκέπτονταν πλήθη προσκυνητών καί ήταν απαραίτητη ή καθημερινή παρουσία μοναχών. Σ’ ένα κελλί πάνω στό βρά­χο οί δυό άδελφοί έκτελοΰσαν μέρα-νύχτα τά μοναστικά τους καθήκοντα καί έξυπηρετούσαν τούς άδελφούς προσκυνητές.

Τά δυό άδέλφια στό Μάρτσαλο έφάρμοσαν αύστηρό πρόγραμμα άσκήσεως όμως έζησαν γιά λίγο καιρό μέσα στήν ησυ­χία, διότι σύντομα μαθεύτηκε ή άρετή τους καί πλήθη άνθρώπων, συνέρρεαν γιά νά πάρουν τήν εύχή τους.

Λίγο άργότερα κηρύχθηκε ή έπανάσταση τού 1866 καί οΐ Τούρκοι προέβησαν σέ λεηλασίες, φτάνοντας μέχρι καί τό Μάρτσαλο, όπου κατέστρεψαν άκόμη καί τίς εικόνες τής έκκλησίας.

Μετά τήν καταστροφή, τά δυό αδέλφια άποκατέστησαν τίς ζη­μιές καί ζήτησαν από τόν ηγούμενο Γεράσιμο νά τούς κείρει Μεγαλόσχημους μοναχούς.

‘Ο ηγούμενος πήγε στό Μάρτσαλο καί τούς έκειρε Μεγαλόσχημους. Τότε ό Νέστωρ ονομάστηκε Παρθένιος καί ό Μεθό­διος Εύμένιος. Οΐ δυό άδελφοί αύξησαν τούς ασκητικούς άγώνες τους, εύαρεστώντας τό Θεό. Ό Όσιος Παρθένιος φορούσε αλυσίδες κατάσαρκα καί τρίχινο ράσο άκόμη καί τούς θερινούς μήνες. Τό 1868 μέ πρωτοβουλία τού ηρωικού ήγουμένου Γερασίμου, ό Επίσκοπος Πέτρας Μελέτιος χειροτόνησε διάκονο τόν Εύμένιο στήν Ιερά Μονή ‘Οδηγήτριας καί τό 1870 ό ’Επίσκοπος Αρκαδίας Γρηγόριος τόν χειροτονεί πρεσβύτερο. ’Έτσι ή Παναγία στό Μάρτσαλο απόκτησε έφημέριο.

Παρόλα αύτά ό πολύς κόσμος, πού έπισκεπτόταν τό προσκύνημα δέν άφηνε περιθώρια στούς δυό αδελφούς νά αφιερώσουν περισσότερο χρόνο γιά τήν δική τους πνευματική πορεία. Γι’ αύτό αναζητώντας τήν περισυλλογή τής ερήμου έφυ­γαν από τό Μάρτσαλο. Γράφει γι’ αύτούς ό π. Χρυσόστομος Παπαδάκης: «…παίρνοντας τά απαραίτητα ρούχα, βιβλία καί τροφή, τράβηξαν νότια. Στά εύλογημένα παράλια πού γνώρι­σαν τόν ’Απόστολο Παύλο. Πέρασαν τούς Καλούς Λιμένες καί συνέχισαν άνατολικά». ’Έφυγαν τό 1874.

Τέσσερα χρόνια περιπλανήθηκαν σέ χαράδρες, πα­ραλίες καί βουνοπλαγιές, προσευχόμενοι καί νηστεύοντες. Κατοίκησαν σέ παλαιά ασκητήρια, από τά όποια είναι διάσπαρ­τα τά Άστερούσια Όρη. ’Άν μπορούσαν όλα αύτά τά σπήλαια νά μιλήσουν, θά μάς φανέρωναν τις ολονύχτιες προσευχές καί τά δάκρυα τών Άγιων αύτών άσκητών, έρημιτών Πατέρων.

Ή αναζήτησή τους δέν είχε τελειωμό. Στά διάφορα σπήλαια πού έμειναν τρέφο­νταν με άγρια χόρτα καί νερό. Συχνά κάποιοι βοσκοί των ερήμων αύτών περιοχών τούς πρόσφεραν παξιμάδι, γάλα ή τυρί, πού έτρωγαν τίς Κυ­ριακές. Χωρικοί τούς έξοικο- νομοΰσαν λίγο αλεύρι γιά νά παρασκευάζουν τό πρόσφο­ρο καί να κοινωνοΰν σέ κά­ποιο άπό τά μικρά καί ταπει­νά έξωκκλήσια πού λειτουργούσε ως ιερομόναχος ό Εύμένιος. ‘Ύστερα άπό τήν σκληρή καθημερινή δοκιμασία τών τεσσά­ρων ετών (1874-1878) κατέληξαν στό παραθαλάσσιο μοναστή­ρι τού αγίου Ίωάννου τού Προδρόμου μέ τόν σπηλαιώδη Ναό, στολισμένο μέ περίφημες τοιχογραφίες τού 1360 καί μέ πολ­λά σπήλαια-κελλιά, πού έδειχναν πώς στήν περίοδο τής βενετοκρατίας, τό μοναστήρι είχε πολλούς μοναχούς καί μεγάλη ιστορία. Υπήρχε τότε στόν ‘Άγιο ’Ιωάννη (στήν παραλία τών Καπετανιανών) ό μοναχός Γεράσιμος Χατζή-Λυχνάς, πού τούς δέχτηκε μέ άγάπη καί τούς φιλοξένησε γιά μικρό χρονι­κό διάστημα. ‘Ο Γεράσιμος διατηρούσε σχολείο καί δίδασκε τά ιερά γράμματα σέ πολλά παιδιά τής περιοχής.

Οί δυό άδελφοί δέν ησύχασαν εκεί, γι’ αύτό κατευθύνθηκαν άνατολικότερα καί έγκαταβίωσαν γιά λίγο στό σπήλαιο τού αγίου ’Αντωνίου, μέ τίς τοιχογραφίες τού 14ου αιώνα καί τίς πέντε χτιστές δεξαμενές νερού. Λόγω όμως τής συχνής επίσκεψης τών βοσκών μέ τά κοπάδια τους γιά νά τά ποτίσουν οι ‘Όσιοι ησυχαστές αναγκάστηκαν νά συνεχίσουν την άναζητητική πορεία τους άνατολικά. ’Έτσι, κατέληξαν στό Άββακόσπηλιο κοντά στόν Κουδουμά. Τό Άββακόσπηλιο, εύρύχωρο καί ψηλό σπήλαιο μέ σταλακτίτες καί σταλαγμίτες, ήταν γνω­στό άπό τά άρχαία χρόνια όταν έκεΐ άσκήτευαν οί άββάδες, άσκητές τής έρήμου. Αλλά τόν περισσότερο καιρό οι Όσιοι Πατέρες κατέβαιναν χαμηλότερα άπό τό Άββακόσπηλιο, λίγο πάνω άπό τήν θάλασσα, όπου σέ γκρεμό υπήρχε μικρό δυ­σπρόσιτο σπήλαιο. Έκεΐ βρήκαν άπόλυτη έρημία καί ησυχία.

Δίπλα τους, πολύ κοντά ήταν ή άρχαία Μονή του Κουδουμά. Έκεΐ ύπήρχε σπήλαιο-Ναός καθώς καί δεκάδες σπήλαια-κελλιά πάνω άπό τόν ποταμό ήδη άπό τά παλαιοχριστιανικά χρόνια. ’Άραγε ποιος ξέρει ποιές άσκητικές ψυχές δέν θά είχαν φιλοξενήσει και πόσα δάκρυα δέν θά είχαν άφουγκραστεΐ, πόσους στεναγμούς καί εσώψυχες προσευχές όλων εκεί­νων πού άγάπησαν στή ζωή τους, τήν έρημία καί έπέλεξαν έπί γής τό ζωοφόρο δρόμο τού παραδείσου.

Τό σωτήριο καί “σημαδιακό” έτος 1878 οί δυό ‘Όσιοι Πατέρες πατούν τά αγιασμένα χώματα τού άρχαίου μοναστηριού.

Ό τόπος τού Κουδουμά ήταν άγριος, άκατοίκητος καί τό κτίσιμο ένός μοναστηριού φάνταζε άδύνατο, μέσα όμως στά χαλάσματα τού έρημωμένου Ναού ό Όσιος Παρθένιος ως άλλος Μωυσής είδε καί συνομίλησε τρεις φορές μέ τήν Ύπεραγία Θεοτόκο ή οποία τόν πρόσταζε λέγοντας: «…μείνε έδώ νά ιδρύσεις Μονύδριον νά έκτελεΐτε τά τής μοναδικής πολι­τείας καθήκοντα καί τήν τάξιν τής άκολουθίας σώαν καί μή φοβού διότι Έγώ θά είμαι οικονόμος». ’Έτσι μέ τήν προτροπή τής Παναγίας εισέρχονται εις ένα μεγάλο αγώνα γιά τήν ‘ίδρυ­ση τής Μονής Κουδουμά.

’Άρχισαν νά κτίζουν τό Μοναστήρι στό όποιο δεν ύπήρχε παρά λίγο παλαιό τείχος στην Εκκλησία όπως ό Όσιος Εύμένιος άναφέρει στόν Επίσκοπο ’Αρκαδίας Βασίλειο τήν 08/10/1915 λέγοντας «…ιδρύσαμε έκ βάθρων τήν Μονήν, μη έχων τότε είμή ολίγων τείχος παλαιόν έν τή έκκλησία…».’Έτσι έφτιαξαν ένα μικρό τμήμα τού σημερινού Ναού τής Παναγίας έξυπηρετούμενοι σ’ αύτόν στίς ’Ακολου­θίες καί στίς καθημερινές θείες Λειτουργίες τους καί διαμένοντες οί ίδιοι εις ένα σπήλαιο παραπλεύρως τού

Ναού. Τά δυό αδέρφια δέν είχαν καθόλου χρήματα, άλλά τελικά οΐ άνθρωποι στην περιοχή ύποστήριξαν μέ κάθε τρό­πο τούς μοναχούς, πού είχαν γίνει γνωστοί γιά τήν άγιότητά τους καί τά θαύματα πού πραγματοποιούσαν. Κατά θαυμαστό τρόπο βρήκαν νερό καί άνοιξαν πηγάδι γιά νά έξυπηρετούνται οί Πατέρες καί οί έργάτες τής Μονής.

Γιά τούς αύταδέλφους, μοναχό Παρθένιο καί ιερομόναχο Εύμένιο άρχίζει μία νέα έποχή, έποχή επανίδρυσης τού μοναστηριού τού Κουδουμά, οργάνωσης τού έρημητηρίου από απλό ασκητήριο σέ δυνατό κοινόβιο, άνοικοδόμηση τού νέου Ναού τής Παναγίας γιά νά άποτελέσει τό καθολικό τής Μονής.

Καί μέ την συμβολή δλων αύτών τό μοναστήρι εξελίχτηκε σέ λειτουργικό, πνευματικό καί προσκυνηματικό κέντρο γιά τόν φιλακόλουθο λαό, κυρίως τής Κεντρικής Κρήτης.

‘Ο σεβάσμιος Όσιος Παρθένιος γρήγορα προσέλκυσε πολύ κόσμο, πού κατέβαιναν ώς προσκυνητές γιά νά τόν γνωρί­σουν άπό κοντά, νά ακούσουν τίς διδαχές του καί νά διαπιστώ­σουν τό διορατικό καί προορατικό χάρισμά του. Παράλληλα, ό Όσιος Εύμένιος ώς λειτουργός καί έξομολόγος δημιουργούσε κατανυχτική άτμόσφαιρα ώστε τό μοναστήρι μετατράπηκε “σέ κέντρο μετάνοιας καί πίστεως, άπό τό όποιο ωφελήθηκαν αμέτρητες ψυχές”. Ή φήμη των οσίων Πατέρων απλώθηκε καί πέρα άπό τήν Κρήτη, ιδιαίτερα τού οσίου Παρθενίου μέ τά πολ­λά θαύματα πού ένεκεν τής προσευχής του πραγματοποιούσε ή Παναγία, τά οποία τόνωναν καί ένίσχυαν τό ήθικό φρόνημα καί τήν πίστη τών χριστιανών.

Πέρα άπό όλα αύτά οΐ Όσιοι Πατέρες διέθεταν όλη τους τήν δραστηριότητα στό χτίσιμο τού νέου Ναού. Τήν όλη εύθύνη τής ομαλής καί εύρυθμης λειτουργίας τού «έρημητηρίου» τής Παναγίας είχε ώς ηγούμενος ό Όσιος Παρθένιος. Νέοι φιλομόναχοι ήρθαν καί πλαισίωσαν τήν προσπάθεια άνασύστασης τής άσκητικής πολιτείας στό Λιβυκό Πέλαγος. ’Έφτασαν είκοσι μοναχοί σέ άριθμό, άλλά καί πολλοί δόκιμοι, μάστοροι, εργάτες καί έθελοντές ήρθαν ώς άρωγοί γιά νά βοηθήσουν, ό καθένας μέ τίς δυνάμεις του, τήν άνασύσταση τής Μονής. ’Έτσι μέ τόσες νέες δυνάμεις τό μοναστήρι άπλωνε ξανά τίς φτερούγες του μεγαλώνοντας καί αύξάνοντας τήν έπιρροή του στή νότια κεντρική Κρήτη.

Μέ την προσέλευση τών μο­ναχών μεγάλωσαν τό Ναό τής Παναγίας, ό όποιος χτίστηκε μέ θαυμαστό τρόπο. Τό κτίσι­μο Ναού στόν έρημο τόπο τού Κουδουμά ήταν πολύ δύσκολο έγχείρημα, γιατί τά πετρώμα­τα ήταν ακατάλληλα αλλά καί ή έπεξεργασία τους, τό πελέκημά τους άπό τούς μάστορες, καί μέ τά έργαλεϊα τής έποχής, καθι­στούσαν άκόμη πιό άδύνατη τήν ύλοποίηση τού έργου τους. Γιά τό λόγο αύτό οί κτίστες άποφάσισαν νά άποχωρήσουν άπό τη μονή χωρίς νά τελειώσουν τό έργο. Οι Όσιοι Πατέρες όμως τούς παρακάλεσαν νά μεί­νουν γιά μία νύχτα άκόμη. ’Εκείνη τή νύχτα οί Πατέρες άφιερώθηκαν μέ θερμή προσευχή στην Παναγία καί ’Εκείνη έκα­νε τό θαύμα! Τό πρωί είχαν βγει άπό τή θάλασσα λαξευμένες πέτρες, έτοιμες γιά τό κτίσιμο τού Ναού, ό όποιος ολοκλη­ρώθηκε τό 1895. Ό Ναός λέγεται καί Θεόκτιστος έξ αιτίας αύτού τού θαύματος.

Οί Όσιοι Πατέρες έπιδόθηκαν σέ μεγάλα άσκητικά καλαΐσματα, δυό μόνο ώρες κοιμόντουσαν καί αύτό πάνω σ’ ένα χορταρένιο ψαθί μ’ ένα πέτρινο προσκέφαλο. Τά σώματά τους ήταν σκελετωμένα άπό τήν νηστεία, τήν άγρυπνία, τήν άσκη­ση καί τήν πολύμοχθη έργασία γιά τήν κατασκευή τής Μονής. Δέν έτρωγαν ποτέ κρέας καί είχαν μόνο ένα τρίχινο ράσο, τό όποΐο έπλεναν μιά φορά τό χρόνο στήν θάλασσα καί μόνο οί ’ίδιοι.

‘Ο Όσιος Παρθένιος ήταν πολύ αύστηρός μέ τόν κανο­νισμό τής μοναχικής ζωής καί γι’ αύτό έκανε άβατο τό χώρο πού διέμεναν οί μοναχοί. ’Ακόμη καί οί δόκιμοι έμεναν έκτος μονής καί μάλιστα στά γύρω σπήλαια. Ό Όσιος παιδαγω­γούσε πολύ αύστηρά άλλα πάντα μέ γνώμονα τήν αγάπη καί τήν πνευματική τελείωση τών άνθρώπων πού τού έμπιστεύτηκε ό Θεός. Τό χάρισμα καί οί διδαχές τού όσιου Παρθενίου άσκούσαν μεγάλη πνευματική έπιρροή καί σύντομα ό Κουδουμάς άνεδείχθη σέ μεγάλο πνευματικό κέντρο.

Ό πνευματικός τής Μονής ήταν ό Εύμένιος πού χειροθετήθηκε άπό τόν Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο. Ό Όσιος έχοντας πλήρη συναίσθηση τής πνευματικής πατρότητας καί τηρώντας τούς ιερούς κανόνες άνέπαυσε χιλιάδες ψυχές μέ τίς σοφές καί πλήρεις Αγίου Πνεύματος συμβουλές του, οδη­γώντας τες στη σωτηρία έχοντας φόβο Θεού καί καθαρότητα. Οί Όσιοι τόσο χαριτώθηκαν από τό Θεό πού τά πάντα γύρω τους διαλαλούσαν την άγιότητά τους. Ήταν πράγματι άπό εκεί­νους τούς άνθρώπους πού καί μόνο ή θέα τους άρκοΰσε γιά νά μιλήσει καί νά πλημυρίσει χαρά καί άγαλλίαση τήν καρ­διά κάθε προσκυνητή.

’Επί ηγουμενίας τού οσίου Παρθενίου συναριθμήθηκαν καί ώς μετόχια τού Κουδουμά τό μοναστήρι τού αγίου Ίωάννου τού Προδρόμου (στήν παραλία των Καπετανιανών), οί Τρεις Έκκλησιές, ό βυζαντινός Ναός τής Παναγίας, τό “Κύ­ριε έλέησον” δηλαδή των Καπετανιανών, ό ‘Άγιος Νικήτας καί ύστερα άπό δωρεά τού καπετάν Άίνικολιώτη καί ό οικισμός τού αγίου Νικολάου στήν βόρεια πλευρά τών Άστερουσίων.

Τό 1905, σέ ηλικία εβδομήντα έξι έτών, ό Όσιος Παρθένιος κοιμήθηκε. Έτσι όλη τήν εύθύνη τού κοινοβίου άνέλαβε ό Όσιος Εύμένιος μέχρι τό 1920, πού κοιμήθηκε σέ ηλι­κία εβδομήντα τεσσάρων έτών.

Στή γνωστή έπιστολή, πού έγραψε ό ‘Όσιος Εύμένιος στόν επίσκοπο Αρκαδίας Βασίλειο (μέ χρονολογία 08-10-1915) περιγράφει συνοπτικά τούς στόχους καί τήν δραστηριότητά του στή Μονή Κουδουμά.

«Άπό του έτους 1878 ήτοι ολόκληρα 37 έτη, θεοφιλέστατε, διαμένω έν τω έρημητηρίω τής Ύπεραγίας Θεοτόκου Κουδουμά, ένθα κατέφυγον μετά τού Μακαρίτου άδελφού μου Παρθενίου Μοναχού χάριν μόνον τής ψυχικής μας σω­τηρίας. Τήν ψυχικήν μας σωτηρίαν, θεοφιλέστατε, και μονον ταύτην έζητήσαμεν άπ’ άρχής καί έξακολουθούμεν και τώρα διά των μεσιτειών καί παρακλήσεων τής Ύπεραγίας ήμών Θεοτόκου. Άλλ’ επει­δή διά τήν ίδικήν μας σωτη­ρίαν, συντελεί κατά τούς λό­γους του Κυρίου ήμών ’Ιη­σού Χριστού καί ή σωτηρία τών άλλων, έδέχθημεν μέ τόν μακαρίτην τόν άδελφόν μου άλλους έλθόντας κατά διαφόρους έποχάς ώς δοκί­μους καί κατόπιν ώς άδελφούς Μοναχούς καί ούτω άπηρτίσθη αδελφότης έξ είκοσι πε­ρίπου άδελφών σήμερον…»

Τό πέρασμα τών οσίων Πατέρων άπό τό μοναστήρι τής Παναγίας τού Κουδουμά γιά μισό περίπου αιώνα (1878-1920) θεμελίωσε μία νέα έποχή στή νότια κεντρική Κρήτη, ιδιαίτε­ρα στήν αγιασμένη περιοχή τών Άστερουσίων καί τής πεδιά­δας τής Μεσσαράς. ‘Ο Κουδουμάς έγινε μέγα προσκύνημα, ό πνευματικός βίος όλων τών κατοίκων άλλαξε πρός τό καλύ­τερο, βελτιώθηκε καί άπέκτησε νέο ένδιαφέρον, όλες οί οικο­γένειες κατέβαιναν συνέχεια στό Λιβυκό γιά χάρη τής Πανα­γίας, γιά νά δεχτούν τά άγιαστικά μέσα.

Ή χαρισματική προσωπικότητα τού οσίου Παρθενίου νουθετούσε, καταπράυνε τά πάθη, παρηγορούσε, στήριζε, προλάβαινε μέ τό προορατικό χάρισμα, έλυνε προβλήματα, είχε με­τατρέψει τό Μοναστήρι σέ «ιατρείο ψυχών». ‘Ο φιλακόλουθος λαός άπό τήν πλευρά του, προσέφερε τό κατά δύναμη, ένισχύοντας μέ αύτόν τόν τρόπο τό φιλανθρωπικό έργο τής Μονής.

Αλλά καί ό Όσιος Εύμένιος, όταν έμεινε μόνος του (1905-1920) συνέχισε τό άγιαστικό, πνευματικό καί φιλανθρω­πικό έργο του αδελφού του, πού είχε κερδίσει τίς καρδιές όλων, ιδιαίτερα μέ τά θαύματα πού γί­νονταν στό όνομά του.

’Από τότε μέχρι καί σήμε­ρα τό μοναστήρι τής Παναγίας στόν Κουδουμά άλλαξε καί προο­δέυσε ώς πρός τήν οικοδομική του δραστηριότητα και τήν εξωτερική εμφάνιση ώς οργανωμένου μο­ναστηριού. Διατήρησε επίσης τήν πολύπλευρη προσφορά του πρός τούς πιστούς, άπό τό άγιαστικό μέρος μέχρι τήν φιλοξε­νία καί φιλανθρωπία. Παρόλο ότι σέ κάποιες φάσεις, ιδιαίτε­ρα πριν καί μετά τόν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πέρασε πε­ριόδους κρίσης μέ συσσωρευμένα πολλά προβλήματα (άπό τό παλαιοημερολογιακό ζήτημα μέχρι τά διοικητικά καί ιδιοκτησιακά θέματα, έως καί τήν ύποχρεωτική έκκένωση άπό τούς Γερμανούς καί τίς καταστροφές πού έπακολούθησαν), έν τούτοις σιγά-σιγά επανήλθε σύν Θεώ καί μέ τήν Χάρη τής Παναγίας άνέκτησε τήν παλαιά του αίγλη, ιδιαίτερα στίς μέρες μας μετά τό 2000 μ.Χ. Σήμερα άποτελεΐ ένα άπό τά σημαντικότερα μοναστικά κέντρα τής καθ’ ημάς ’Ανατολής.

Παρακάτω μπορείτε να ακούσετε ένα ηχητικό 15 λεπτών από τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κουδουμά Μακάριο Σπυριδάκη 3-11-2019. Στην εικόνα φαίνονται οι Όσιοι Παρθένιος και Ευμένιος σύγχρονοι κτήτορες της Μονής

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!