Πινακοθήκη Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελίστριας Τήνου

Συλλογή Αθανασίου
Παπαδόπουλου

Η γένεση της νεότερης ελληνικής ζωγραφικής

Η αρχή της νεώτερης ελληνικής ζωγραφικής τοποθετείται είτε στα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε περιλαμβά­νει μέρος της υστεροβυζαντινής ζωγραφικής, είτε στον 18ο, οπότε αναφέρεται στην ιταλίζουσα ζωγραφική των Επτανήσων, είτε τέλος, κατά την επικρατέστερη άποψη, στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Η συλλογή του ΠΙΙΕΤ (Συλλογή Αθανασίου Παπαδόπουλου) περιέχει δείγματα του έργου σπουδαίων εκπροσώπων της ελληνικής ζωγραφικής ξεκινώντας από τη γένεσή της με την Επτανησιακή Σχολή και συνεχίζοντας με την περίοδο 1830- 1930.

Η Επτανησιακή Σχολή

Η πολύχρονη κατοχή των Ιονίων νήσων από τους Ενετούς ενίσχυσε τα δυτικά τεχνοτροπικά στοιχεία στην τέχνη τα οποία και επικράτησαν. Στα Επτάνησα μπορεί να δει κανείς πως συντελείται η βαθμιαία μετάβαση από το ανατολικό βυζαντινό ιδίωμα στο δυτικό κοσμικό ύφος, που επιβάλλεται ακόμη και στη θρησκευτική ζωγραφική. Οι αλλαγές συνδέονται όχι μόνο με τη διεύρυνση των εικονογραφικών θεμάτων και τη σταδιακή απομάκρυνση από το άκαμπτο βυζαντινό ύφος αλλά και με πρακτικά θέματα όπως με την τεχνική της ελαιογραφίας σε καμβά, που αντικαθιστά τη βυζαντινή τεχνική της αυγοτέμπερας σε σανίδι. Παράλληλα, τα μεγάλα ή και μικρά έργα σε μουσαμά αντικαθιστούν σταδιακά τις φορητές εικόνες σε ξύλο κυρίως στους ναούς των πόλεων.

Εικονογραφικά βλέπει κανείς ότι η ζωγραφική αρχίζει να ανοίγεται σε νέες κατευθύνσεις, όπως ηθογραφικές σκηνές, τοπία και νεκρές φύσεις και προσωπογραφίες, ξεφεύγοντας από την αποκλειστική ενασχόληση με τα θρησκευτικά θέματα. Η τάξη των ευγενών και η ανάπτυξη της αστικής τάξης, εξηγεί και την άνθηση του κοσμικού είδους της προσωπογραφίας στα Επτάνησα, από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Η αστική προσωπογραφία έχει εμβληματικό χαρακτήρα και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν τονίζουν το επάγγελμα, και τη θέση του ατόμου μέσα στην κοινωνία. Συχνά, όμως, αποτελούν και διεισδυτικά ψυχογραφήματα.

Αυτή την περίοδο ο Παναγιώτης Δοξαράς, αποτέλεσε τη γέφυρα ανάμεσα στη μεταβυζαντινή και τη δυτική παράδοση, μαζί με τον Νικόλαο Κουτούζη και τον μαθητή του Νικόλαο Καντούνη.

Με τον καιρό, τα πορτρέτα χάνουν τον εμβληματικό τους χαρακτήρα και την άκαμπτη πόζα διαδέχεται μια πιο άνετη στάση των μοντέλων, που δημιουργεί ένα διάλογο με το θεατή (Ιατρός, Άβλιχος).

Ο 18ος αιώνας είναι αυτός κατά τον οποίο θα επιβληθεί ουσιαστικά η προ­σωπογραφία συνυπάρχοντας με τα θρησκευτικά θέματα. Στα πλαίσια αυτής της πρωτόγνωρης ανάπτυξης της προσωπογραφίας, διαμορφώνονται σταδιακά ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως η προσκόλληση στη ρεαλιστική απόδοση των εικονιζόμενων προσώπων, η ψυχολογική διείσδυση σε αυτά, ο ρόλος του φωτός, η ελαχιστοποίηση των παραπληρωματικών θεμάτων. Επιγραμματικά η επτανησιακή Σχολή αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στη βυζαντινή παράδοση και τη νεοελληνική τέχνη.

Νεότερη ελληνική ζωγραφική 1830-1930

Η άνοδος στο θρόνο του ελληνικού κράτους του Όθωνα (1833), γιου του Λουδοβίκου Λ’ της Βαυαρίας, θερμού φιλέλληνα, θα στρέψει τους Έλληνες καλλιτέχνες προς το Μόναχο, ενώ η ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών (1837), στο οποίο θα διδάξουν Έλληνες και ξένοι καθηγητές, θα ενισχύσει την προτίμηση αυτή. Το ιδίωμα, το οποίο οι Έλληνες μετέφεραν στη σχολή της Αθήνας από την Ακαδημία του Μονάχου, επικράτησε να ονομάζεται «ακαδημαϊκός ρεαλισμός»: στέρεη τεχνική, άσκηση στο σχέδιο, χρώμα και αφήγηση.

Η θεματογραφία που καλλιεργείται στην Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δεν διαφέρει από εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Προέχει η ηθογραφία με την απεικόνιση του βίου των αστικών κέντρων και, προπάντων, της υπαίθρου. Περιγράφονται η αγροτική και ποιμενική ζωή, οι καθημερινές εργασίες, οι εορτές και το πένθος. Ακολουθεί η προσωπογραφία, η οποία μετατοπίζει το ενδιαφέρον της από τον αγωνιστή στον έμπορο και τον πλού­σιο αστό. Δεν είναι καθόλου σπάνια η καλή ψυχογραφική αποτύπωση του εικονιζομένου. Η τοπιογραφία και η νεκρή φύση, διατακτικά στην αρχή, με άνεση αργότερα, κερδίζουν την προτίμηση των εργαστηρίων.

Οι Έλληνες που συνιστούν το καίριο σημείο αναφοράς ως ζωγράφοι του Μονάχου είναι οι: Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837- 1907), Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1907).

Η ζωγραφική των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, έχει ως θέμα γεγονότα του πρόσφατου ηρωικού παρελθόντος: πολεμικές σκηνές από τον αγώνα εναντίον των Τούρκων και προσωπο­γραφίες αγωνιστών. Τις επιχειρήσεις των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων περιέγραψε προπάντων η θαλασσο­γραφία της επόμενης περιόδου. Ο Κων­σταντίνος Βολανάκης (1837-1907) και ο Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), με πίνακες ναυμαχιών και πυρπολήσεων, έδωσαν το μέτρο του Αγώνα. Εισηγητής της τοπιογραφίας στην Ελλάδα, ο Βολανάκης αναδεικνύεται ο κορυφαί­ος Έλληνας θαλασσογράφος του 19ου αιώνα. Έμπειρος προσωπογράφος του καραβιού, απέδωσε με ευαισθησία και τις διακυμάνσεις της θαλασσινής ατμόσφαιρας. Στο έργο του αναγνωρίζεται, αφομοιωμένη θαυμάσια, η ευρωπαϊκή θαλασσογραφία, με δεσπόζουσες την ολλανδική σχολή του 17ου αιώνα και τη γαλλική του 17ου και του 18ου.

Ήδη ο Ιωάννης Αλταμούρας (1852- 1878), εξαίρετος θαλασσογράφος, μαθητής του Νικηφόρου Λύτρα κατ’ αρχάς και κατόπιν υπότροφος του Γεωργίου Α’ στη Σχολή Καλών Τεχνών της Κοπεγχάγης, στο εργαστήριο του C.F. Soerensen (1818-1879), μελετά το ύπαιθρο, την ατμόσφαιρα του πελάγους και το φως κατά το πνεύμα των προϊμπρεσιονιστών.

Προσωπογράφος και αφηγητής παιδικών σκηνών, ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932) μετέφερε τη διδαχή του Μονάχου με πιστότητα και επιμονή στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου δίδαξε επί μακρό διάστημα. Στα έργα του επικρατεί η αφέλεια και η δροσιά της παιδικής ηλικίας και αποδεικνύεται οξύς παρατηρητής του προσώπου και της συμπεριφοράς του παιδιού.

Η διδαχή του Μονάχου συγκρατεί­ται στη Σχολή της Αθήνας και από τον Σπύρο Βικάτο (1878-1960), έστω και αν αυτό που υπερέχει στο έργο του είναι η ιδιοτυπία του προσωπικού του ιδιώματος: μεγάλες ακανόνιστες πινελιές με φωτεινά ποικίλματα σχη­ματίζουν μια παλλόμενη επιφάνεια, από την οποία προκύπτει αδρή και εύγλωττη η μορφή. Η ζωγραφική του παραπέμπει ευθέως στον Frans Hals. Οι δύο προσωπογραφίες και ο πίνακας της νεκρής φύσης που φιλοξενεί η έκθεση, δίνουν το μέτρο της τέχνης και της τεχνικής του ζωγράφου.

Κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, το Παρίσι αρχίζει να υποκαθιστά το Μόναχο στις προτιμήσεις των καλλιτεχνών. Αρχή των μεταβολών αποτέλεσε η είσοδος του ιμπρεσιονισμού. Η αλλαγή που θα επέλθει στη διδασκαλία της Σχολής Καλών Τεχνών οφείλεται κυρίως στον Κωνσταντίνο Παρθένη (1878-1967), ο οποίος, γνώστης της ελληνικής παράδοσης από την αρχαιότη­τα έως τις μεταβυζαντινές και λαϊκές εκφάνσεις της, μέτοχος της βιεννέζικης Sezession, αλλά και των γαλλικών κινημάτων της καμπής του αιώνα, αφομοίωσε την πρωτοπορία διατηρώντας εκπληκτική ισορροπία μεταξύ των εξωγενών επιδράσεων και της προσωπικής έφεσης. Η υποκειμενική υποβλητική γραφή του αποκαλύπτει, προπάντων, την πνευματικότητα και την ποίηση του έργου και δευτερευόντως μόνο τη νεωτερικότητα του ιδιώματος. Σπουδαίος ανακαινιστής της ελληνικής ζωγραφικής κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, επέφερε μια ριζική αναθεώρηση των θεμάτων του εικαστικού χώρου, της μορφολογίας και του χειρισμού του χρώματος.

Το στιβαρό και λιτό ύφος του Κωνσταντίνου Μαλέα (1879-1928), η τάση του να συμπτύσσει λεπτομέρειες σε μεγάλες επιφάνειες, περικλειόμενες από βαρύ περίγραμμα, τα επίπεδα χρώματα και η ποιητικότητα των συνθέσεων του τον κατέστησαν, μαζί με τον Παρθένη, ηγετική μορφή της ζωγραφικής του 20ού αιώνα.

Η συλλογή που στεγάζεται στο ΠΙΙΕΤ αποτελεί δωρεά του Αθανασίου Παπαδόπουλου κατά το έτος 1961 & 1968, η οποία περιορίζει το Ίδρυμα ως προς τη διαχείριση της καθώς περιέχει όρους που δεν επιτρέπουν την αναδιοργάνω­ση της έκθεσης.

Αυτοί οι όροι δεσμεύουν το Ίδρυμα ως προς την τοποθέτηση των εκθεμάτων, η οποία έχει γίνει από τον ίδιο τον δωρητή αλλά και ως προς την απομάκρυνση ορισμένων έργων, των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται.

Η συλλογή ξεκίνησε από τους γονείς του Αθ. Παπαδόπουλου, Ανέστη και Πολυξένη Παπαδόπουλου και αργότερα συνεχίστηκε από τον γιό τους.

Δυστυχώς, στη δωρεά δεν γίνεται καμία διευκρίνιση για το ποια έργα αγοράστηκαν από τον Αθ. Παπαδόπουλο ή από τους γονείς του, πότε και από ποιόν έγινε η αγορά.

Πάντως, από το σύνολο της συλλογής βλέπουμε μία αγάπη προς τις προσωπογραφίες, οι οποίες αποτελούν τα μισά έργα, τα θρησκευτικά θέματα, τις τοπιογραφίες και τις θαλασσογραφίες. Οι αγορές, δηλαδή, στόχευαν σε συ­γκεκριμένη εποχή και συγκεκριμένα θέματα, δημιουργώντας έτσι ένα σύνολο που περιλαμβάνει όλα τα βήματα της γέννησης της νεοελληνικής τέχνης από την Επτανησιακή Σχολή ως τον μεταιμπρεσσιονισμό, καθώς και τις επιρροές από την Αναγέννηση, τη Ρομαντική και Φλαμανδική Σχολή.

Ξεκινώντας λοιπόν από την επτανησια­κή Αναγέννηση ο θεατής μπορεί να δει τη «Γέννηση Ιωάννου Προδρόμου», την «Αποτομή κεφαλής Ιωάννη» και το «Ουκ έστιν ώδε». Της ίδιας εποχής είναι και τα έργα του Δοξαρά «Πολεμική σκηνή» & «Παναγία».

Το παραπάνω κείμενο και οι φωτογραφίες παρακάτω προέρχονται από το φυλλάδιο που διανέμεται στην πινακοθήκη, η οποί στεγάζετε στο προαύλιο του ιερού ναού της Ευαγγελιστρίας στην Τήνο.  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!