Ολόκληρη η ιστορία της Ακρόπολης στην καθαρεύουσα!

Σας παρακινώ να διαβάσετε όλη την ιστορία της ακρόπολης, παραβλέποντας ότι το κείμενο είναι γραμμένο εις την καθαρεύουσαν, κάτι που ταιριάζει όμως με την ανάγνωση αυτής της ιστορίας πλήρους γνώσεων και νοητών εικόνων. Ακόμη σας καλώ να παραβλέψετε τα λάθη, τα οποία προέκυψαν εξ αιτίας της μετατροπής του κειμένου από ένα πολύ παλιό κιτρινισμένο και φθαρμένο βιβλίο σε επεξεργάσιμο κείμενο.

      Πρόκειται για το βιβλίο με λογότυπο: Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων του έτους 1911  

 

Η ΑΚΡ0Π0Λ1Σ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

  1. Άρχαιοτάτη έποχή.

Εις το μέσον του λεκανοπεδίου των Αθηνών ανυψώνεται μία ορεινή ράχις, ή οποία ονομάζεται Τουρκοβουνι και σήμερον μεν τελειώνει εις τον Λυκαβηττόν, εις χρόνους παμπάλαιους όμως φαίνεται ότι έξηκολούθει ακόμη προς μεσημβρίαν καί δυσμάς καί ένώνετο μέ τον λόφον τής Άκροπόλεως και μέ τούς λό­φους τού ’Αστεροσκοπείου, τής Πνυκός καί του Μου­σείου, ήτοι λόφου του Φιλοπάππου’ αλλά τά ύδατα έσκαψαν καί παρέσυραν οσα μέρη δεν ήσαν πολύ στε­ρεά, έμειναν δέ μόνον οι σκληροί βράχοι. Κατ’ αύτόν τον τρόπον ό λόφος τής Άκροπόλεως άπεχωρίσθη από τον Λυκαβηττόν καί από τούς άλλους καί άπεμονώθη.

Ό λόφος ούτος ήτον ό καταλληλότατος πάντων διά νά κατοικηθή άπο ανθρώπους· πρώτον διότι είναι αρ­κετά υψηλός, δεύτερον διότι εις τά περισσότερα μέρη είναι απότομος καί οχυρός, τρίτον διότι ή κορυφή του’ έχει αρκετήν επιφάνειαν, καί τέλος διότι εις τάς πλευράς του άναβρύει ύδωρ, άν καί ολίγον. Ό Λυ­καβηττός είναι ύψηλότερος, διότι έχει ύψος από την επιφάνειαν της θαλάσσης 278 μέτρων, ενώ ή Άκρόπολις έχει μόνο/ 156 μέτρων ύψος* κατά τά λοιπά όμως ο Λυκαβηττός είναι εντελώς ακατάλληλος διά κατοίκησιν. Οί άλλοι δέ λόφοι, οί οποίοι κείνται πλησιέστερον της Ακροπόλεως, καί χαμηλότεροι άπο αυ­τήν είναι καί πολύ ολιγώτερον οχυροί.

Τοιουτοτρόπως εξ αύτής τής φύσεως ό λόφος τής Άκροπόλεως ήτο προωρισμένος νά γείνη κατοικία καί κέντρον των ανθρώπων, οί όποιοι πρώτοι έγκατεστάθησαν εις τά μέρη ταϋτα. ‘Ότι δέ αληθώς κατοικήθη εις πολύ αρχαίους χρόνους, είναι βέβαιον, διότι εύρέθησαν εις αύτήν πελέκεις καί’ άλλα εργαλεία κατεσκευασμένα άλλα μεν άπο ορείχαλκον, άλλα δέ καί άπο λίθους. Τά εργαλεία αύτά άποδεικνύουν, ότι ή Άκρόπολις ήτο κατοικημένη εις εποχήν, · κατά τήν όποιαν ό σίδηρος ήτο εντελώς άγνωστος ή τούλάχιστον πολύ σπάνιος καί δυσεύρετος.. Διότι έδώ εις τήν Ελλάδα, όπως καί εις πολλά άλλα μέρη τού κόσμου, οί άνθρωποι πρώτα έμαθαν νά έκμεταλλεύωνται καί νά κατεργάζωνται τον χαλκόν, πολύ δέ αργότερα τον σίδηρον πριν δέ διδαχθούν καί τήν μεταλλείαν τού σιδήρου, κατεσκεύαζαν τά περισσότερα έργαλεΐα, κα­θώς καί τά όπλα των, άπο λίθους. Τον χαλκόν συνή­θως δέν μετεχειρίζοντο καθαρόν, διότι είναι πολύ μαλακός, άλλά τον άνεμίγνυαν μέ ολίγον κασσίτερον καί τοιουτοτρόπως έγίνετο σκληρός καί κατάλληλος διά τάς χρείας των* τό μίγμα τούτο ονομάζεται συνή­θως ορείχαλκος (προύντζος).

«Οσον γνωρίζομεν σήμερον, ό σίδηρος ήρχισε να γίνεται γνωστός εις την Ελλάδα κατά τό έτος 1500 περίπου προ Χρίστου* τότε λοιπόν, ή και πρότερον ακόμη, ή Άκρόπολις ήτο κατοικημένη.

Εις την εποχήν-εκείνην, καί πολλούς αιώνας κατό­πιν, ή Άκρόπολις ήτο ή κυρία πόλις των Αθηνών και εις αύτήν κατοικεί ο βασιλεύς* έξω δε από τήν Άκρόπολιν υπήρχαν κατοικίαι διεσκορπισμέναι ή χωρία μι­κρά κείμενα άλλα πλησιέστερα και άλλα μακρύτερα από αύτήν. Τα χωρία εκείνα δεν ήσαν ώχυρωμένα, άλλ’ έν καιρώ ανάγκης κατέφευγον οι άνθρωποι εις τήν Άκρόπολιν, ή οποία ήτο περιτειχισμένη με ισχυ­ρόν τείχος.

Οι ’Αθηναίοι ώνόμαζον τό άρχαιότατον τείχος τής Άκροπόλεως πελασγικόν, διότι δήθεν τό είχαν κτί­σει οι Πελασγοί, λαός παμπάλαιος και πολύ επιδέ­ξιος κατά τούς μύθους εις τήν τειχοδομίαν* λείψανα δέ του τείχους τούτου έσώθησαν εις πολλά μέρη, ήτοι οπίσω από τήν μεσημβρινήν πτέρυγα των Προπυλαίων, μεταξύ του Παρθενώνος καί τού σημερινού τείχους τής μεσημβρινής πλευράς τής Άκροπόλεως, πλησίον τού οικοδομήματος τού Μουσείου κλπ. Αλλά τά μεν άλλα έσκεπάσθησαν πάλιν, τά τμήματα όμως οπίσω από τά Προπύλαια καί από τό Μουσεΐον φαίνονται καί σήμερον, είναι δέ κατεσκευασμένα από μεγάλους λίθους σχεδόν εντελώς άπελεκήτους καί έχουν πάχος έξ μέτρων. Εις τό σχέδιον της Άκροπολεως, τό προσηρτημένον εις τό τέλος του βιβλίου τούτου, είναι δηλωμένον με στιγμάς μεταξύ των αριθμών 16 καί 17 έν μέρος της γραμμής, την όποιαν ήκολούθει τό πελασγικόν τείχος όλόγυρα της κορυφής της Άκροπόλεως.

Ή είσοδος εις αύτήν ήτο καί τότε, όπως καί κα­τόπιν, εις την δυτικήν πλευράν διότι ή πλευρά αύτη είναι ή ολιγώτερον άπότομος καί καθιστά την άνάβασιν εύκολωτέραν. ’Ακριβώς όμως διά τον λόγον τούτον καί ό κίνδυνος διά την ασφάλειαν τής Άκροπολεως εις τό μέρος τούτο ήτο μεγαλείτερος. Διά νά καταστήσουν δε όσον τό δυνατόν ίσχυράν καί την δυ­τικήν πλευράν, κατεσκεύασαν χαμηλότερα τής κορυ­φής άλλα τείχη, τά όποια περιέκλεισαν πολύ μέρος τής δυτικής καί τής μεσημβρινής πλευράς του λόφου* διότι κατά πάσαν πιθανότητα τά τελευταία προς τά έξω τείχη διήρχοντο μεταξύ τής Άκροπολεως καί του Άρείου Πάγου, καί διά τής θέσεως, όπου κατόπιν έκτίσθη τό ’Ωδείον του Ήρώδου. Κατ’ αύτόν τον τρόπον επέτυχαν δύο τινά* πρώτον ηύξησαν τήν περιοχήν τής Άκροπολεως, ή όποια τώρα ήμπορούσεν έν καιρώ πολέμου νά περιλάβη πολύ περισσοτέρους ανθρώπους* δεύτερον δέ κατέστησαν σχεδόν αδύνατον τήν άλωσίν της έξ εφόδου* διότι διά νά γείνη ό εχθρός κύριος τής Άκροπολεως από τήν δυτικήν πλευράν, έπρεπε νά κυριεύση όχι έν, αλλά περισσό­τερα τείχη. ’Εννοείται ότι καί αί πύλαι ήσαν περισότεραι καί έκειντο ή μία οπίσω της άλλης, διά τούτο δε οί αρχαίοι ώνόμαζαν όλον τό οχύρωμα έννεάπυλον πελασγικόν δεν είνε όμως ανάγκη νά παραδεχθώμεν, ότι ύπήρχαν ακριβώς έννέα πύλαι.

’Από τό τμήμα του πελασγικού τείχους, τό όποιον φαίνεται οπίσω από την μεσημβρινήν πτέρυγα των Προπυλαίων, κρίνοντες συμπεραίνομεν» ότι ή Άκρόπολιςήτο φρούριον ίσχυρότατον διά την εποχήν εκείνην, ότε τά πολιορκητικά μηχανήματα ήσαν άγνωστα καί οι άνθρωποι έμάχοντο μόνον με τόξα, με σφενδόνας, μέ ξίφη καί λόγχας. Εντός δε των τειχών τής Άκροπόλεως περιελαμβάνετο τότε καί ή πηγή Κλε­ψύδρα, ή όποια ήτο πολύτιμος μάλιστα έν καιρφ πο­λιορκίας. Ή Κλεψύδρα κειται εις τήν βορειοδυτικήν γωνίαν τής Άκροπόλεως (άρ. ’ 4 έν τώ σχεδίφ), τό δε ύδωρ αύτής άναβρύει από τον βράχον καί συλλέγεται σήμερον εις τό βάθος φρέατος* καί δεν είναι μέν άφθονον τό ύδωρ τούτο, αλλά δεν στειρεύει ποτέ* Εις τούς χριστιανικούς χρόνους οίκοδομήθη πέριξ τής Κλεψύδρας εκκλησία αφιερωμένη εις τούς άγιους Αποστόλους.

Ό βασιλεύς είπομεν ότι κατοικούσεν εντός τής Άκροπόλεως. Τό άνάκτορον αύτού κατείχε τήν θέσιν, εις τήν όποιαν αργότερα έκτίσθη τό Έρέχθειον ή έκτασις όμως εκείνου ήτο πολύ μεγαλειτέρα. Ή αύλή τού ανακτόρου φαίνεται ότι έκειτο εις τά δυτικά τού Ερεχθείου, όπου ύπήρχεν εις βωμός τού Έρκείου Διός, πρός άνατολάς δε τού Έρεχθείου άδιάφορα θεμέλια οικημάτων, τα όποια άπετέλουν μέρος του ανακτόρου. Τα θεμέλια ταυτα είναι κατεσκευασμένα όπως καί τά τείχη, τά όποια περιέβαλλαν την Άκρόπολιν, από λίθους άκατεργάστους καί άπλοϋν πηλόν διότι εις την άρχαιοτάτην εκείνην εποχήν οϋτω συνείθιζαν νά κτίζουν. Την άσβεστον, ή οποία δεν ήτο καί τότε άγνωστος, μετεχειρίζοντο μόνον δι’ άλοιφήν των τοίχων, όχι όμως καί καί ώς μέσον συνδετι­κόν των λίθων.

Πλησίον του ανακτόρου σώζονται τά λείψανα λίθι­νης κλίμακος ^άρ. 14 εν τω σχεδίω), ή όποια έφερε κάτω εις μικράν πύλην του τείχους καί έχρησίμευε προς εύκολωτέραν συγκοινωνίαν του ανακτόρου με τά έξω μέρη.

’Άλλα θεμέλια τής αύτής εποχής καί κατά τον ίδιον τρόπον κατεσκευασμένα έσώθησαν μεταξύ του Έρεχθείου καί των ΙΙροπυλαίων, πλησίον τής βορει­νής πλευράς τής Άκροπόλεως’ είναι δέ καί αύτά βε­βαίως λείψανα κατοικιών ή κτιρίων χρησίμων εις άλλας χρείας των ανθρώπων.

Εις τούς χρόνους εκείνους οι Έλληνες δέν συνείθι­ζαν νά κατασκευάζουν ναούς διά τούς θεούς των, άλλ’ έλάτρευαν αύτούς εις τάς οικίας καί εις τό ύπαιθρον, οπού έκτιζαν βωμούς, επ’ αύτών δέ προσέφεραν θυσίας* τούλάχιστον ακόμη δέν άνεκαλύφθη εις την Ελλάδα ναός τής εποχής εκείνης. Δέν δυνάμεθα λοιπόν νά παραδεχθώμεν, ότι ύπήρχαν τότε ναοί εις την Άκρό­πολιν, άλλά μόνον βωμοί άνεφέραμεν δέ ήδη τον βωμόν τού Έρκείου Διός, οστις έκειτο εις τήν αυλήν τού ανακτόρου.

Πλησίον του βωμού τούτου ύπήρχεν είς τούς κα­τόπιν χρόνους ελαία πολύ παλαιά, ολίγον δε άνατολικώτέρον, είς την θέσιν του Έρεχθείου, έδείκνυαν οί ’Αθηναίοι είς τόν βράχον τον τύπον της τριαίνης του ΙΙοσειδώνος καί έν φρέαρ, του όποιου τό ύδωρ ήτο αλ­μυρόν. Τό φρέαρ τούτο, τόν τύπον της τριαίνης καί την ελαίαν έθεώρουν οί κάτοικοι των ’Αθηνών ώς ση­μεία άγιώτατα καί τα συνέδεαν μέ την λατρείαν της ’Αθήνας, ήτις ήτο ή προστάτις τής πόλεώς των από άρχαιοτάτων χρόνων. ’Αλλά είς την εποχήν, είς τήν οποίαν τώρα εύρισκόμεθα, ούτε περί τής λατρείας τής ’Αθήνας γνωρίζομέν τι ούτε περί των σημείων εκεί­νων διά τούτο θά όμιλήσωμεν περί αύτών κατωτέρω.

                       (480 προ Χριστού).

Οί βασιλείς, οί όποιοι έκάθηντο είς τήν Άκρόπολιν, ήδύναντο από τό άνάκτορόν των νά περιλάβουν διά τού οφθαλμού όλον τό κράτος των διότι είς τήν άρχαιοτάτην εποχήν ή ’Αττική δεν άπετέλει εν βασίλειον, άλλ’ ήτο διηρημένη, ώς λέγει ή παράδοσις, είς δώ­δεκα πολιτείας, έκάστη έκ των όποιων ήτο ανεξάρ­τητος από τάς άλλας. Ό βασιλεύς των ’Αθηνών δεν έξουσίαζεν είμή τήν πεδιάδα τών ’Αθηνών, ή δέ Κηφισιά, ή Δεκέλεια, ή Έλευσίς, ό Μαραθών, ό Θορικός και άλλαι πόλεις ήσαν αυτόνομοι. Κατόπιν όμως οί βασιλείς των ’Αθηνών ύπέταξαν αύτάς και ήνωσαν την χώραν εις εν κράτος, οϋτω δε αί Άθήναι έγειναν πρωτεύουσα όλης της ’Αττικής. Πότε συνέβη τούτο δεν γνωρίζομεν οί ’Αθηναίοι έλεγαν, ότι την ένωσιν συνετέλεσεν ό θησεύς, άλλα βεβαίως διά νά γείνη το έργον τούτο έχρειάσθη χρόνος πολύ περισ­σότερος από την ζωήν ενός ανθρώπου. Δεν έγεινε δε ή ένωσις όλως είρηνικώς, διότι άναφέρονται και πόλεμοι των βασιλέων των ’Αθηνών προς άλλας πόλεις, π. χ. προς την ’Ελευσίνα.

Κατά την ένωσιν κατηργήθησαν, εννοείται, αί ανεξάρτητοι άρχαί τών λοιπών πόλεων καί συνεκεντρώθη ολη ή εξουσία εις τάς ’Αθήνας. Ό λαός έμεινεν εις τον τόπον του καλλιεργών την γην, έκ τών εύγενών όμως πολλοί μετώκησαν εις τάς ’Αθήνας διά νά είνε πλησίον του βασιλέως, καί ούτως ή πόλις αύτη ηύξησεν, ένω αί άλλαι μετέπεσαν εις την τάξιν τών χωρίων.

’Αλλά οί εύγενεϊς, οί όποιοι συνήχθησαν εις την πρωτεύουσαν, ταχέως ήρχισαν ν’ άντιπολιτεύωνται την κληρονομικήν βασιλείαν καί κατώρθωσαν νά περιο­ρίσουν τήν εξουσίαν αύτής. Ό άγων πρέπει νά διήρκεσε πολλάς γενεάς, έως ου επί’ τέλους κατηργήθη εντελώς ή βασιλεία καί διεμοιράσθη ή άνωτάτη εξουσία του κράτους εις έννέα άρχοντας, οί όποιοι έξελέγοντο δι’ εν έτος. Τούτο λέγουν ότι έγεινε το έτος 683 προ Χριστού.

Κατά το 600 προ Χρίστου εις εύγενής ’Αθηναίος, ό Κύλων, έδοκίμασε νά γείνη τύραννος της πατρίδος του και κατέλαβε την Άκρόπολιν, οπού ώχυρώθη ομού μέ τούς οπαδούς του· άλλ’ έπολιορκήθη ύπό των ’Αθη­ναίων και μη δυνηθείς να άντισταθή ήναγκάσθη νά φύγη, οί δε οπαδοί του παρεδόθησαν και έφονεύθησαν.

«Ο,τι όμως δεν έπέτυχεν ο Κύλων, επέτυχε βραδύτερον ο Πεισίστρατος, όστις τω 560 προ Χρίστου έγεινε τύραννος των ’Αθηνών αν καί έξεδιώχθη δέ ύπό των αντιπάλων του δύο φοράς, όμως επί τέλους κατώρθωσε νά στερεωθή εις την έξουσίαν, καί αφού έτυράννησεν ο ίδιος δεκαεπτά έτη, παρέδωκε μετά τον θάνατόν του την τυραννίδα εις τούς υιούς του ‘Ιππίαν καί ‘Ίππαρχον ούτοι διετέλεσαν άλλα δε­καεπτά έτη τύραννοι των ’Αθηνών, τδ δέ 509 προ Χρ. οριστικώς έξεδιώχθησαν διά της βοήθειας της Σπάρτης.

Οί άρχαιοι Έλληνες ώνόμαζαν τυράννους όλους τούς βασιλείς, ιδιαιτέρως δέ τούς βασιλείς εκείνους, οί όποιοι είχαν καταλάβει την άνωτάτην αρχήν, χωρίς νά έχουν παλαιά κληρονομικά δικαιώματα έπ’ αύτής. Δέν πρέπει δέ νά νομίζωμεν ότι όλοι, όσοι κατ’ αύτόν τον τρόπον έγειναν κύριοι μιας πόλεως, υπήρξαν κακοί καί Απάνθρωποι, αληθείς τύραννοι μέ την ση­μερινήν σημασίαν τής λέξεως. Άπ’ εναντίας πολλοί έξ αύτών ήσαν όχι μόνον πολιτικοί καί στρατηγοί άλλά καί άνθρωποι ευγενεΐς, εκηρότητα δέ έδείκνυαν μόνον καθ’ όσον άπήτει τούτο ή άσφάλειά
των. Ούτοι άνεδείχθησαν ενίοτε υπό πολλάς επόψεις ωφελιμότατοι εις την πατρίδα των.

Και αί Άθηναι χρεώστου ν πολλά εις τούς ΙΙεισιστρατίδας, δηλαδή τον Πεισίστρατον καί τούς υιούς του, διότι οι τύραννοι ούτοι καί την πολιτικήν δύναμιν τής πόλεως εις τό έξωτερικόν ηύξησαν καί με οι­κοδομήματα καί με άλλα έργα τήν έκαλλώπισαν καί τήν γεωργίαν προήγαγαν καί τά γράμματα έπροστάτευσαν. Καθόλου δε επ’ αύτών αί Άθηναι προώδευσαν καί άνεπτύχθησαν πολύ. Άλλα καί όταν έξωρίσθησαν, ή πρόοδος έξηκολούθησε κανονικός μέχρι τού 480 προ Χρ., όταν οι Πέρσαι έκυρίευσαν καί κατέστρεψαν τήν πόλιν.

Τό έτος τούτο έθέσαμεν ως όριον τής δευτέρας περιόδου τής ιστορίας τής Άκροπόλεως· άς ίδωμεν δε ποία ήτο ή μορφή αυτής κατά τό τέλος τής περιόδους διότι δυστυχώς δεν δυνάμεθα νά παρακολουθήσωμεν τήν ιστορίαν της κατά βήμα, ένεκεν έλλείψεως ειδήσεων.

Έν όσω οι βασιλείς είχαν πάσαν τήν εξουσίαν εις τάς χείράς των, ή Άκρόπολις, εις τήν όποιαν κατοικουν, ήτο φυσικά τό πολιτικόν κέντρον όχι μόνον τής πόλεως των Αθηνών, αλλά καί όλης τής Αττικής. Καθ’ όσον όμως ηύξανε μέν πέριξ τής Άκροπόλεως ή κάτω πόλις, ή δε δύναμις τών εύγενών έγίνετο μεγαλειτέρα καί ή βασιλική έξουσία περιωρίζετο καί διεμοιράζετο εις περισσότερα πρόσωπα, ή Άκρόπολις έχανε τήν πολιτικήν της σημασίαν, μέχρις ού έγκα-τελείφθη υπό των αρχόντων διότι περί των εννέα αρχόντων των διαδεχθέντων τούς βασιλείς γνωρίζομεν, ότι πολύ προ του 600 προ Χριστού δεν κατώκουν πλέον ούδέ είργάζοντο εις την ’Ακρόπολιν, άλλα εις την κάτω πόλιν. Έκτομε δε μόνον παροδικώς επί τού Πεισιστράτου και των υιών του έγεινε πάλιν ή Άκρόπολις κέντρον πολιτικόν της χώρας· διότι οί τύραννοι ούτοι έγκατεστάθησαν εις αύτήν και έθεσαν ίσχυράν φρουράν, από την ’Ακρόπολιν δέ έκυβέρνων τά; ’Αθήνας και την ’Αττικήν. Τούτο τό έπραξαν διότι εδώ ήσαν ασφαλέστεροι ή κάτω μεταξύ τών πο­λιτικών αντιπάλων των’ ‘ίσως όμως καί διότι ήθελαν να παρουσιάζωνται ως διάδοχοι καί κληρονόμοι τών παλαιών βασιλέων.

Τά πελασγικά οχυρώματα τής Άκροπόλεως διετηρούντο επί τών Πεισιστρατιδών είς καλήν κατάστασιν.

Καί όταν ήλθαν οί Σπαρτιάται διά νά ελευθερώσουν τάς ’Αθήνας, ό Ιππίας έκλείσθη είς την ’Ακρόπολιν καί βεβαίως θά ήδύνατο νά άνθέξη πολύν καιρόν, εάν δεν συνελαμβάνοντο ύπό τών ’Αθηναίων τά τέκνα του, τά όποια ήθέλησε νά στείλη έξω τής χώρας’ χάριν αύτών ήναγκάσθη να συνθηκολογήσει καί νά εγκατά­λειψη τάς ’Αθήνας.

Προς το τέλος λοιπόν τής δευτέρας περιόδου ή Ακροπολις ήτο άκόμι φρούριον οχυρόν. Τήν πολιτικήν όέ σημασίαν, τήν οποίαν άπώλεσε διά τής καταργήσεως τής βασιλείας, είχεν αρχίσει προ πολλού νά διαδεχεται άλλη, ή θρησκευτική’ καί αύτή ύπερίσχυσε με τον καιρόν τόσον πολύ, ώστε ένω, ώς ε’ίδομεν, εις τήν άρχαιοτέραν εποχήν ούδείς ναός ύπήρχεν εις τήν Άκρόπολιν, ολίγον προ των περσικών πολέμων εύρίσκομεν εις αύτήν τρεις ή και περισσοτέρους* έκτος τούτων δε πλήθος πολύ άγαλμάτων και άλλων άφιερωμάτων, τά όποια ήσαν στημένα ή εντός των ναών ή εις τό ύπαιθρον. Ούτως αντί κατοικίας βασιλέων έγεινεν ή Άκρόπολις κατοικία θεών και αντί άποκλειστικού φρουρίου έγεινεν ώχυρωμένον τέμενος άφιερωμένονείς τήν Άθηνάν.

Εις τήν μεταβολήν αύτήν χρεώστε! ή Άκρόπολις τήν ένδοξον θέσιν, τήν όποιαν κατέχει καί θά κατέχη πάντοτε εις τήν ιστορίαν τής άνθρωπότητος· διότι ώς ίερόν τέμενος έστολίσθη, εις τήν έπομένην περίοδον, διά τών μνημείων εκείνων, τά όποια τόσον θαυμασμόν προξενούν σήμερον. Ήλθε δε ή μεταβολή φυσικότατα· διότι ή Άκρόπολις ήτο ό πρώτος πυρήν τής πόλεως καί εις αύτήν έκειτο τό άνάκτορον τών παλαιών βασι­λέων, οί δε βασιλείς ήσαν οί αντιπρόσωποι τής κοινότητος όχι μόνον απέναντι τών άλλων πόλεων, αλλά καί απέναντι τών θεών ήσαν δηλαδή οί ιερείς αύτής.

Πλησίον τής κατοικίας τών βασιλέων ύπήρχαν οί αρχαιότατοι βωμοί, όπου ούτοι έθυσίαζαν έν όνόματι τής κοινότητος. Με τον καιρόν δέ ό λαός αφορμήν λαμβάνων ή από περιέργους συνήθειας τής λατρείας ή από φυσικάς ιδιότητας τού τόπου (όπως ήτο τό φρέαρ με τό αλμυρόν ύδωρ, τό όποιον άνεφέραμεν ανωτέρω) ή από άλλας αιτίας, έπλασε διαφόρους μύθους, οί όποιοι ‘έδεσαν περισσότερον την Άκρόπολιν μέ την θρηκείαν του. σΟταν λοιπόν ήρχισε νά διαδίδεται ή σύν­θεμα νά κτίζουν ναούς εις τούς θεούς, φυσικόν ήτο νά κτίσουν εκεί πρώτον, όπου ύπήρχαν οι παλαιοτατοι αί δι’ αυτό ίερώτατοι θεωρούμενοι βωμοί, και όπου τόπος ήτο ήγιασμένος ύπό τόσων μυθικών παραδόεων. Έκ τών θεών δέ, όσοι έλατρεύοντο αύτοϋ, την πρώτην θέσιν κατεΐχεν ή Άθηνά, ή δέσποινα και προστάτις τής πόλεως (πολιάς, πολιούχος), από τό όνομα τής οποίας ίσως ώνομάσθη και ή πόλις Άθήναι.

Έκ τών ναών, οι όποιοι ύπήρχαν εις την Άκρόολιν προ τού 480 π. X., ενός μόνον τα θεμέλια ανεκαλύφθησαν μεταξύ του Παρθενώνος και τού Έρεχθείου είδε τό σχέδιον τής Άκροπόλεως). Πότε έκτίθη ό ναός ούτος, δεν είναι γνωστόν* βέβαιον είναι όνον, ότι είναι πολύ αρχαίος και ότι ήτο αφιερωμένος εις τήν ’Αθήναν. Τα θεμέλιά του είνε από κοινούς πελεκητούς λίθους, ήτο δέ διηρημένος δι’ ενός μεσοτοίχου εις δύο μέρη* τό προς άνατολάς άπετελειτο από τον πρόναον, ήτοι μίαν στοάν μέ δύο κίονας έμπρός, καί έν τετράγωνον δωμάτιον, εις τό όποιον είσίρχοντο διά τής στοάς’ τό δωμάτιον τούτο ήτο ό σηκός, δηλαδή ό κυρίως ναός τής Άθηνάς, καί εντός αυτού ύπήρχε τό άγαλμα αύτής. Τό άλλο μέρος συνκειτο από τρία δωμάτια, εις τά όποια είσήρχοντο άλιν διά μιας στοάς. Άρχικώς ό ναός δέν είχε πέριξ κίονας, κατόπιν όμως προσετέθησαν’ τότε δέ έκοιμήθησαν καί τά άετώματά του μέ μαρμάρινα άγάλματα. Οι κίονες ήσαν πώρινοι καί μέρη αύτών εύρί σκονται κτισμένα εις τό τείχος της βόρειας πλευρά της Άκροπόλεως.

Τό άγαλμα της Άθηνάς, τό οποίον ύπήρχεν εις τό’ ναόν τούτον, ήτο ξόανον, δηλαδή ξύλινον ειδωλον κα τεσκευασμένον από κορμόν έλαίας* ήτο δέ, όπως κα ό ναός, πολύ άρχαΐον και βεβαίως πολύ κακότεχνον ακριβώς όμως διά τούτο οί ’Αθηναίοι τό έσέβοντο πε­ρισσότερον, καί έλεγαν οτι είχε πέσει από τον ου­ρανόν κατ’ έτος δέ προσέφεραν εις αύτό κατά τήν εορτήν των Παναθηναίων μέγαν πέπλον, ύφασμα δη­λαδή, διά τού όποιου τό ένέδυαν διότι εις τούς άρχαιοτέρους χρόνους, όταν τά άγάλματα των θεών ήσαν άτεχνα καί αδέξια έργα, οί Έλληνες συνείθιζαν νά τά ενδύουν καί νά τά στολίζουν ως ανθρώπους.

Πλησίον τής Άθηνάς έλατρεύοντο καί δύο ήρωες, ό Έρεχθεύς καί ό Έριχθόνιος. Περί τού Έρεχθέως έπίστευαν οί ’Αθηναίοι, ότι έγεννήθη από τήν γην καί άνετράφη υπό τής Άθηνάς εις τον ναόν της, κατόπιν δέ οτι έγεινε βασιλεύς τών ’Αθηνών. ’Από αύτόν οί Αθηναίοι ώνομάζοντο καί Έρεχθείδαι, δηλαδή από­γονοι τού Έρεχθέως.

                     Ό Έριχθόνιος συγχέεται με τον Έρεχθέα, διότι και περί αύτού έλεγαν, ότι ήτο υιός της γης και βα­σιλεύς τής χώρας. Τό ονομα του φανερώνει ότι ήτο προστάτης τής γεωργίας πέμπων τα άγαθά από τό βά­θος τής γής (τής χθονός)* έφαντάζοντο δε αύτόν ώς όφιν κατοικουντα ύπό την γήν. Διότι οι αρχαίοι Έλ­ληνες έθεώρουν τό ζωον τούτο, τό συνήθως ύποκάτω τής γής διαιτώμενον, ώς σύμβολον των ύποχθονίων θεών καί των ήρώων, έπίστευαν δέ ότι ούτοι πολλάκις παρουσιάζονται ύπό τήν μορφήν του όφεως. Σήμε­ρον ακόμη σώζονται λείψανα τής πίστεως ταύτης εις τήν Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι δεν καταδιώκουν τούς μεγάλους άβλαβεΐς όφεις, οι όποιοι εύρίσκονται ένίοτε εις τα ύπόγεια των οικιών? διότι φοβούνται μήπως είναι στοιχειά, δηλαδή δαίμονες αγαθοί φέροντες ευτυχίαν.

Ό Έριχθόνιος λοιπόν ήτο τοιούτο στοιχειό καί κατοικούσεν εις τήν Άκρόπολιν, τής όποιας ήτο φύλαξ. Παρέθεταν δέ οι ’Αθηναίοι εις αύτόν προς τροφήν μίαν μελιτόπηταν έκαστον μήνα.

Ό Έριχθόνιος επιστεύετο ότι έζη εντός τού ναού τής ’Αθήνας, από τήν όποιαν ήτο αχώριστος* περί τού Ερεχθέως όμως δεν γνωρίζομεν ακριβώς πού έλατρεύετο. ’Ίσως έχρησίμευε προς τούτο έν εκ τών τριών δωματίων τού δυτικού μέρους τού ναού τής ’Αθή­νας- άλλα δυνατόν είναι επίσης να είχεν ό Έρεχθεύς ίδιον μικρόν ναόν κείμενον εις τήν θέσιν, όπου κα­τόπιν έκτίσθη τό σημερινόν σωζόμενον ’Ερέχθειον.

Τούτο τό μέρος όλον άνήκεν εις την περιοχήν του ναού τής ’Αθήνας, υπήρχαν ο’ ενταύθα καί τά σημεία εκείνα, τά όποια άνεφέραμεν ανωτέρω, ήτοι ή έλαια, τό φρέαρ με τό θαλάσσιον ύδωρ καί ό τύπος τής τριαίνης τού Ποσειδώνος. Ταϋτα είχαν μεγίστην σπουδαιότητα διά τούς ’Αθηναίους, διότι έπίστευαν καί διηγούντο, ότι ό Ποσειδών καί ή Άθηνά είχαν φιλονικήσει ποτέ περί τής κατοχής των ’Αθη­νών καί οτι ή μεν Άθηνά έκαμε νά φυτρώση εις την Άκρόπολιν ή έως τότε άγνωστος έλαια, ο δε Ποσειδών κτυπήσας τον βράχον διά τής τριαίνης του έκαμε ν’ άναβλύση πηγή θαλασσίου ύδατος* αλλά τό δώρον τής ’Αθήνας έκρίθη μεγαλείτερον καί ώφελιμώτερον, ούτω δε αυτή άνεγνωρίσθη κυρία τής χώρας. Τά ση­μεία λοιπόν εκείνα έμαρτύρουν όχι μόνον ότι ή κατοχή των ’Αθηνών ήτο περιζήτητος καί μεταξύ τών θεών ακόμη, αλλά καί ότι ή πόλις άνήκεν εις τήν Άθηνάν, ή οποία ήγωνίσθη δι’ αύτήν καί βεβαίως θά ήγωνίζετο πάντοτε νά τήν προστατεύση.

Κριτής τής φιλονεικίας τών δύο θεών ύπήρξε, κατά τον μύθον, ό Κέκροψ, άλλος πανάρχαιος βασιλεύς τής ’Αττικής. Ό τάφος του έκειτο παρά τον ναόν τής θεάς, πλησίον δε υπήρχε καί ιερόν τής θυγατρός του Πανδρόσου, ή όποια έθεωρείτο ως ή πρώτη ιέρεια τής Άθηνάς, ένω άλλη θυγάτηρ αύτού, ή Άγλαυρος, είχεν ιδιαίτερον ιερόν ολίγον κατωτέρω εις τήν βορείαν κλιτύν τού λόφου.

Τοιουτοτρόπως έντός τού ναού τής Άθηνάς καί εις την περιοχήν αύτοΰ συνεκεντρώνοντο αί άγιώτεραι λατρείαν καί τά αρχαιότερα καί σεβασμιώτερα μνημεία της θρησκείας’ καί της μυθικής ιστορίας της χώρας. ‘Όπως δε ή Άκρόπολις ήτο τρόπον τινά ή καρδία της πολεως των ’Αθηνών, ούτως ο ναός της ’Αθήνας ήτο ή καρδία τής Άκροπόλεως.

Έκτος αυτού ύπήρχαν ίσως, ως εϊπομεν ήδη, δύο ή τρεις έτι ναοί, περί των οποίων όμως ούδέν γνωρίζομεν πλησίον δε των Προπυλαίων έκειτο έν ιερόν άφιερωμένον εις τήν Άρτεμιν, τήν λεγομένην Βραυρωνίαν, διότι ή λατρεία της μετηνέχθη εις τήν Άκρόπολιν από τήν Βραυρώνα (Βραώνα), ήτις κειται εις τά Με­σόγεια τής ’Αττικής.

Εις τό ιερόν τής ’Αθήνας και εις άλλα μέρη τής Άκροπόλεως είχαν συσσωρευθή προ των περσικών πολέμων πολλά αγάλματα καί άλλα αφιερώματα. Έξ αύτών τά μέν ήσαν στημένα εις τό ύπαιθρον, τά δέ μικρότερα καί πολυτελέστερα εντός τών ναών. Γνώσιν περί αύτών έχομεν εκ τών λειψάνων, όσα άνεκαλύφθησαν κατά τά τελευταία έτη. Διότι όταν μετά τούς περσικούς πολέμους, εις τούς οποίους κατεστράφη ή Άκρόπολις, ήρχισαν οί Αθηναίοι ν’ άνοικοδομούν τούς ναούς των, μετεχειρίσθησαν τά ερείπια προς ίσοπέδωσιν τού ανωμάλου εδάφους* μεταξύ τών ερειπίων τούτων όμως ήσαν καί έπιγραφαί καί βάσεις αναθη­μάτων καί μαρμάρινα αγάλματα μάλλον ή ήττον κο­λοβά, τά οποία ούτω διετηρήθησαν μέχρις ήμών καί ευρισκονται σήμερον εις τό Μουσεΐον τής Άκροπόλεως.

Άλλα άναμφίβολον είναι, ότι μέρος μόνον των τότε εις την Άκρόπολιν ύπαρχόντων αναθημάτων έσώθη κατ’ αύτόν τον τρόπον* πολλά κατεστράφησαν έντελώς, ιδίως δέ όσα ήσαν έκ μετάλλου ή ήρπάγησαν υπό των Περσών ή έχρησιμοποιήθησαν κατόπιν υπό των ’Αθηναίων* μόνον κατά τύχην έσώθησαν και έξ αυτών τινα, ως επί τό πλεΐστον μικρά πράγματα.

Δεν πρέπει δέ νά έκπληττώμεθα διά τό πλήθος τούτο των αναθημάτων* διότι και ή πόλις άφιέρωνε πολλά καί οί ίδιώται. Πρό πάντων οί μετερχόμενοι έπάγγελμά τι είχαν την συνήθειαν νά χαρίζουν έν μέρος των κερδών των (την δεκάτην) καί με αύτο κατεσκεύαζαν ή έν άγαλμα ή έν άγγεΐον καλλιτεχνικώς είργασμένον ή άλλο σκεύος, συνήθως μετάλλινον, καί τό αφιέρωναν ως επί τό πολύ εις την Άθηνάν. Διότι αύτή, έκτος ότι ήτο ή δέσποινα τής Άκροπόλεως, έθεωρεΐτο καί ως προστάτις των τεχνών διά τούτο ώνομάζετο καί Έργάνη.

Τά άναθήματα έστήνοντο επί βάσεων, όπου συχνά έγραφαν τό όνομα τού δωρητού, τό όνομα τού θεού εις τον όποιον ήτο άφιερωμένον, καί την αιτίαν τής άφιερώσεως. Τοιαύται δε έπιγραφαί άνεκαλύφθησαν άρκεταί καί έξ αύτών βλέπομεν, ότι άφιέρωναν εις την Άκρόπολιν άναθήματα έκ τών κερδών τού έργου των πλύντριαι, βυρσοδέψαι, γναφεΐς, άγγειοπλάσται άλιεις καί άλλοι χειροτέχναι.

Τά αγάλματα ταύτα καί τά άλλα καλλιτεχνικά έργα έδιδαν έργασίαν εις πολλούς τεχνίτας, γνωρίζομεν δέ δτι προ των περσικών πολέμων είργάζοντο εις  ’Αθήνας πλήν των εντοπίων και πολλοί νησιώται γλύπται διότι εις τάς νήσους του Αιγαίου ή πλα­στική άνεπτύχθη πρωίμως* προ πάντων δε οι νησιώται ενωρίς είχαν μάθει νά κατεργάζωνται τα μάρμαρα, ενω οι ’Αθηναίοι εις τούς αρχαιότερους χρόνους μετεχειρίζοντο τον πώρολιθον, όστις είνε μέν μαλακός καί εύκολος προς κατεργασίαν, άλλ’ όχι πολύ κατάλληλος γιά πλαστικά έργα. Οί νησιώται συνετέλεσαν πολύ, ώστε νά γείνουν αί Άθήναι εν έκ τών σπουδαιοτέρων καλλιτεχνικών κέντρων τής εποχής εκείνης.

Εις τό Μουσεΐον τής Άκροπόλεως είναι εκτεθει­μένα όλα τα πώρινα καί μαρμάρινα ανάγλυφα καί αγάλματα, καθώς καί τινα άλλα αρχαία παλαιότερα τών περσικών πολέμων εξ αύτών λαμβάνει τις ακριβή ιδέαν, οποία ήτο ή τέχνη τότε.

Μεταξύ τών σπουδαιοτέρων εξ αύτών είναι πολλά ρναικεϊα αγάλματα, τα όποια μέ τήν μίαν χειρα Ανυψώνουν ολίγον το ένδυμα, ένω εις τήν άλλην ίκράτουν καρπόν ή άλλο τι πράγμα. Μίαν εξ αύτών απεικονίζομεν εις τήν σελίδα. Τήν ενδυμασίαν εης αποτελούν τρία, ως φαίνεται, φορέματα, έκ τού­των δε τό εν είναι τό ίμάτιον, είδος έπανωφορίου, τό όποιον φθάνει μέχρι τών γονάτων περίπου καί σχη­ματίζει έμπρός κανονικάς πτυχάς. Ύπό τό ίμάτιον ρορεΐ τον χιτώνα, όστις είνε ορατός από τήν ζώνην και κάτω, ήτο δε ούτος τόσον μακρύς, ώστε διά νά μή εμποδίζη κατά τό βάδισμα, έπρεπε νά τον άνυ-
νυψώνουν. Το ίμάτιον δεν σκεπάζει καί τό άριστερι μέρος του στήθους, επ’ αύτου δε φαίνεται τρίτον ένδυμα, τό οποίον διά των πυκνών καί λεπτών κυμί τοειδών γραμμών του χαρακτηρίζεται ως μάλλινο τούτο ήτο όλον κυανοϋν, ενώ ό χιτών καί τό ιμάτιο είναι λευκά ποικίλλονται όμως καί αύτά διά σταυρέ ειδών ‘κεντημάτων. Τά άκρα του ίματίου είναι στολισμένα διά ταινίας, έπί τής οποίας είναι κεντημένη μαίανδρος, με όμοίαν δε ταινίαν στολίζεται καί χιτών εις τό μέσον. Με μεγάλην ακρίβειαν παριστάνεται καί ή κόμη, εις τό κτένισμα τής όποιας έδιδα τότε μεγάλην προσοχήν όχι μόνον αί γυναίκες, άλλ καί οι άνδρες* διότι καί αύτοί είχαν μακράν κόμην την οποίαν έκτένιζον καί έπλεκαν τοιουτοτρόπως ώστε πολλάκις δεν είναι δυνατόν νά διακρίνη τις άπ αύτήν μόνην, εάν ή κεφαλή είναι ανδρική ή γυναικεία.

Ή άνύψωσις του ενδύματος, ή όποια είναι τόσο φυσική καί συνήθης εις τάς γυναίκας, σκοπόν έχει vα δώση εις τά αγάλματα χάριν καί κομψότητα* λείπε όμως από αύτά ή έλευθερία τών κινήσεων καθώς καί τί έκφρασις του προσώπου, διά ν’αναπληρώσουν δέαύτην οι καλλιτέχναι, παρίσταναν τά άγάλματά των μί έν τυπικόν έλαφρόν μειδίαμα εις τά χείλη, τό όποιοι συχνότατα φαίνεται άνόητον.

’Εννοείται οτι όλα αύτά τά μαρμάρινα γυναικεία αγάλματα δεν είναι ούτε τών αύτών χρόνων ούτε τής αύτής καλλιτεχνικής αξίας* διότι άλλα είναι καλλίτερα καί άλλα χειρότερα. Γενικώς όμως είναι φανερόν ότι ή τέχνη άκόμν; δέν είχεν άναπτυχθή τόσον πολύ, ώστε νά ήμπορή όχι μόνον νά παριστάνη τό σώμα του άνθρώπου μέ τήν δυνατήν τελειότητα, άλλα καί νά δίδη εις τό πρόσωπον τήν εις έκάστην περίστασιν άρμόζουσαν έκφρασιν. ‘Όταν δέ λέγωμεν, ότι τά αγάλματα αύτά έχουν μεγάλην αξίαν, δέν σημαίνει ότι είναι αριστουργήματα* ή αξία των συνίσταται εις τούτο προ πάντων, ότι μάς δεικνύουν πώς ή τέχνη μέ χιλίας δυσκολίας καί χιλίους αγώνας κατώρθωσεν ολίγον κατ’ ολίγον νά φθάση από τά ατελέστατα εις τά τελειότατα έργα, τά αληθινά άριστουργήματα τής επομένης περιόδου.

Τό έτος 490 π X. Δαρειος ό βασιλεύς τής Περ­σίας έστειλε στρατόν νά κυριεύση τάς ’Αθήνας καί νά έγκαταστήση εις αότάς πάλιν τον τύραννον Ιππίαν τόν υιόν τού Πεισιστράτου* ό στρατός ούτος άπεβιβάσθη εις τόν Μαραθώνα, άλλ’ έκεΐ ένικήθη υπό τών ’Αθηναίων καί έφυγε κατησχυμένος.

Δέκα έτη μετά ταύτα, τό 480 π. X., άποθανόντος τού Δαρείου, έξεστράτευσε κατά τής Ελλάδος μέ πο­λυάριθμον στρατόν ό υιός του Ξέρξης. Οι ’Αθηναίοι άκούσαντες τό πλήθος τών εχθρών δέν» έγνώριζαν τί νά πράξουν. Τό μαντέιον τών Δελφών, τό όποιον ήρώτησαν, τούς συνεβούλευσε νά ζητήσουν σωτηρίαν εις τό ξύλινον τείχος* αλλά ποιον ήτο τό τείχος τούτο; ‘Ο στρατηγός των Θεμιστοκλής έλεγεν ότι ήσαν τά πλοία, ‘άλλοι άπήντων, ότι τό μαντεΐον ένοούσε τήν Άκροπολιν. Κατά τάς ή μέρας δέ έκείνας ή ιέρεια τής Άθηνάς άνήγγειλεν, ότι ή μελιτόπητα τήν όποιαν, ώς είδομεν, παρέθεταν εις τον όφιν, τον φύλακα τής Άκροπόλεως, εύρέθη άθικτος, έκ τούτου δ’ έσυμπέρανεν ό Θεμιστοκλής, ότι ο όφις εγκατέλειψε τήν ’Ακρόπο­λην καί έπειδή ήτο άχώριστος από τήν ’Αθήναν, ευλόγως ύπέθεσεν ότι άνεχώρησε και ή θεά μεταβαίνουσα εις τά πλοία. Τοιουτοτρόπως έπείσθησαν οί ’Αθηναίοι ν’ άφήσουν τήν πόλιν των και έστειλαν τάς γυναίκας καί τά τέκνα των εις τήν Τροιζήνα καί εις άλλα μέρη, αύτοί δέ άνέβησαν εις τά πλοία, φέροντες καί τό. έκ του ουρανού πεσόν πανάρχαιον ξόανον τής ’Αθήνας, εις τήν βοήθειαν τού όποιου ήλπιζαν πολύ. Εις τήν Άκρόπολιν έμειναν μόνον οί ταμίαι τού ιερού, εις τούς οποίους ήτο άνατεθειμένη ή φύλαξις των πολυτίμων αναθημάτων, καί άλλοι ολίγοι άνθρωπος οιτινες ή δεν είχαν τά μέσα ν’άναχωρήσουν, ή δεν έπίστευαν ότι τό ξύλινον τείχος ήσαν τά πλοία.

Δεν γνωρίζομεν ακριβώς εις ποιαν κατάστασιν εύρίσκοντο τότε τά πελασγικά τείχη τής Άκροπόλεως, εντός των οποίων οί Σπαρτιάται καί οί ’Αθηναίοι εί­χαν πολιορκήσει προ τριάκοντα ετών τον Ιππίαν αλλά βεβαίως δεν ήσαν εντελώς κατεστραμμένα, οί δέ μείναντες εις τήν Άκρόπολιν ώχύρωσαν καλλίτερον τήν δυτικήν πλευράν, όπου ήτο ή είσοδος, φράξαντες αύτήν μέ ξύλα καί μέ θύρας, ήλπιζαν δέ ότι. συμφώνως προς τό μαντεϊον, τό ξύλινον τούτο τείχος δέν θά έκυριεύετο.

Οί ΙΙέρσαι είσελθόντες εις τάς ’Αθήνας τάς οποίας^ ηύραν ερήμους, κατέλαβαν τον ’Άρειον Πάγον καί άπ* αύτοϋ έπολιόρκουν τήν Άκρόπολιν* οί εντός αύτής υπεράσπιζαν τήν θέσιν των μέ μεγάλην επιμονήν καί γενναιότητα, αν καί τό περίφημον ξύλινον τείχος των δεν άπεδείχθη τόσον χρήσιμον όσον ήλπιζαν’ οσά­κις δε οί εχθροί έδοκίμαζαν νά καταλάβουν τήν είσο­δον εξ εφόδου, εκείνοι έκύλιαν άνωθεν μεγάλους στρογγύλους λίθους, οίτινες πολλούς έφόνευαν. Ό Ξέρξης είχεν αρχίσει ήδη νά στενοχωρήται έκ τής Αντιστά­σεως αύτής, τήν οποίαν δεν έπερίμενεν, άλλα δεν ήτο πεπρωμένον ν’ άποφύγη ή Άκρόπόλις τήν καταστρο­φήν. Ένω οί ’Αθηναίοι είχαν στρέψει όλην τήν προ­σοχήν των προς τήν δυτικήν πλευράν καί προς τούς εχθρούς, οί όποιοι ήσαν εις τον ’Άρειον Πάγον, άλλοι Πέρσαι άνέβησαν από τήν βορείαν πλευράν, ή όποια είναι απόκρημνος καί φυσικώς οχυρά καί ένεκα τούτου δεν έφυλάσσετο. Προς το μέσον τής πλευράς ταύτης έκειτο τό ιερόν τής θυγατρός τού Κέκροπος Άγλαύρου, από τό μέρος δε τούτο άνέβησαν οί εχθροί και έτρεξαν άμέσως προς τήν είσοδον, διά ν’ ανοίξουν τάς πύλας. Οί ’Αθηναίοι άμα είδαν ότι έκυριεύθη ή Άκρόπόλις, άλλοι μεν έρρίφθησαν άπό τά τείχη κάτω καί έφονεύθησαν, άλλοι δέ κατέφυγαν εις τον ναόν τής ’Αθήνας, όπου τούς έσφαξαν οί Πέρσαι. Κατόπιν ούτοι διήρπασαν ότι ύπήρχεν άξιον αρπαγής καί θέσαντες πυρ έκαυσαν τά οικοδομήματα τής Άκροπόλεως. Με­ταξύ άλλων έκάη τότε καί ή ελαία τής Άθηνάς, άνεβλάστησεν όμως αμέσως, ώς έλεγαν οι ’Αθηναίοι.

Όλίγας ήμέρας μετά ταϋτα ό στόλος των ’Αθη­ναίων και των άλλων Ελλήνων κατετρόπωσε τον Περσικόν εις το στενόν τής Σαλαμΐνος και ούτως όχι μόνον ή καταστροφή των ’Αθηνών καί ή έρήμωσις τής ’Αττικής έτιμωρήθησαν, άλλ’ άπέφυγε καί ή Ελλάς όλη τον κίνδυνον νά ύποδουλωθή εις τούς βαρβάρους.

Άλλ’ ο κίνδυνος ακόμη δεν είχε παρέλθει εντελώς. 0 Ξέρξης έφυγεν εις την ’Ασίαν, άφησεν όμως εις την Ελλάδα τον Μαρδόνιον με ισχυρόν στρατόν ούτος διεχείμασεν εις την Θεσσαλίαν καί την άνοιξιν είσέβαλεν έκ νέου εις την ’Αττικήν καί κατέστρεψεν ότι είχε μείνει από τήν πρώτην εισβολήν οι ’Αθη­ναίοι κατέφυγαν καί πάλιν εις τά πλοΐά των. Κατό­πιν ό Μαρδόνιος έπέστρεψεν εις τήν Βοιωτίαν, οπού ένικήθη παρά τάς Πλαταιάς ύπό τών Σπαρτιατών, τών ’Αθηναίων καί άλλων Ελλήνων. Μετά τήν ήτταν ταύτην έγκατέλειψαν οι Πέρσαι οριστικώς πλέον τήν Ελλάδα.

Η εν Πλαταιαΐς μάχη έγεινε κατά τά μέσα ή προς το τέλος του θέρους του έτους 479 π. X., όταν δε επεστρεψαν οί ’Αθηναίοι εις τήν πόλιν των, ηύραν παν­τού ερείπια. Κατά τάς δύο είσβολάς τών ΙΙερσών ότι ήτο δυνατόν ν’ αρπαγή·, ήρπάγη, ότι ήτο δυνατόν νά καή. εκαη, καί τά λοιπά συνετρίβησαν ή κατεδαφίσθησαν εξ όλων δέ των οικιών μόνον έκεϊναι, εις τάς οποίας εϊχον κατοικήσει οι μεγιστάνες των Περσών, έσωζοντο. Και ό χειμών έπλησίαζεν, ή δέ γενική δυ­στυχία ηύξανεν έκ τούτου, ότι και τα προϊόντα τής γής είχαν καταστραφή ύπό των εχθρών. Εύρέθησαν λοιπόν οι ’Αθηναίοι άνευ στέγης καί άνευ άρτου, κα­νείς δέ δεν υπήρχε, παρά του όποιου ήδύναντο νά ζητήσουν βοήθειαν.

Ή θέσις των ήτο άληθώς φοβερά. ’Αλλά τότε ακρι­βώς έδειξαν προτερήματα, τα όποια τούς κατέστησαν άξιους νά λάβουν τήν ήγεμονίαν τής Ελλάδος. Αντί ν’ άναπαυθουν μετά τάς λαμπράς νικάς καί έκαστος νά φροντίση περί τών ιδίων ύποθέσεων, αύτοί μόλις έγκατεστάσθησαν εις τήν πόλιν όπως ήμπόρεσαν, ήρχισαν νά τήν περιτειχίζουν, διά νά δύνανται ν’ άντισταθοϋν καί κατά ξηράν εναντίον εχθρού ισχυρότερου. Έκτος τών ’Αθηνών δέ ώχύρωσαν καί τον Πειραιά καί τον έκαμαν λιμένα τής πόλεως, ένώ έως τότε ό λιμήν των ήτο εις το παλαιόν Φάληρον.

Συγχρόνως έξηκολούθει ό πόλεμος εις τά παράλια τής Θράκης καί τής Μικράς ’Ασίας, όπου ό ήνωμένος στόλος τών Ελλήνων ύπό τήν άρχηγίαν τών Σπαρ­τιατών ήγωνίζετο νά έκδιώξη τούς Πέρσας από τάς έλληνικάς πόλεις, τάς οποίας ακόμη κατεϊχαν. Είς τον πόλεμον αύτόν οι Άθηναΐοι όχι μόνον έδωκαν τά περισσότερα πλοϊα, αλλά έδείκνυαν καί προθυμίαν μεγάλην ν’ απελευθερώσουν τούς ύποδούλους Έλληνας. Στρατηγοί αύτών ήσαν ό ’Αριστείδης καί ό Κίμων, οϊτινες καί ικανότητα μεγάλην είχαν και έγνώριζαν νά περιποιηθούν τούς συμμάχους, ενώ ο στρατηγός των Σπαρτιατών Παυσανίας ήτο απότομος καί τυραννικός καί μετεχειρίζετο τούς «Ελληνας των νήσων καί τής Μικράς ’Ασίας, τούς οποίους ύπήγε νά έλευθερώση, όπως τούς μετεχειρίζοντο καί οί Πέρσαι. Διά τούτο προσεκολλήθησαν αύτοί εις τούς ’Αθηναίους, οί δέ Σπαρτιάται δυσαρεστηθέντες έπαυσαν πλέον νά στέλλουν ναυάρχους καί πλοία κατά τών Περσών.

Τοιουτοτρόπως άνέλαβαν οί ’Αθηναίοι την αρχη­γίαν τών Ελλήνων όσοι κατοικούντες εις τάς νήσους καί εις τά παράλια τής Θράκης καί τής ’Ασίας έξηκολούθουν νά πολεμούν κατά τών Περσών.’Επειδή όμως, πολλοί εκ τών συμμάχων των αύτών μετ’ ολίγον έβαρύνθησαν τον πόλεμον, καί δεν ήθελαν νά ύπηρετοϋν προσωπικώς, οί’Αθηναίοι προθύμως έδέχθησαν νά λαμ­βάνουν χρήματα άντί άνδρών καί πλοίων διά τών χρη­μάτων αύτών συνετήρουν τά ίδικά των πλοία καί κατ­ασκεύαζαν νέα, ώστε έγίνοντο καθ’ ήμέραν στρατιωτικώς ισχυρότεροι, ένώ οί σύμμαχοί των έγίνοντο άπολεμώτεροι εις τό τέλος δέ κατήντησαν άντί συμμάχων να γείνουν υπήκοοι τών ’Αθηναίων καί έξηκολούθουν να πληρώνουν εις αύτούς φόρους καί όταν ακόμη έπαυσεν ο κατά τών Περσών πόλεμος, όσοι δέ ήθέλησαν νά άποσπασθοϋν από την συμμαχίαν καί ν’ άρνηθούν τούς Φάρους, έτιμωρήθησαν υπό τών’Αθηναίων σκληρότατα.

Απο τούς φόρους τούτους τών συμμάχων, ή μάλ­λον των υπηκόων, εισέπρατταν οί ’Αθηναίοι κατ’ έτος εις τάς άρχάς μέν 460 τάλαντα, άργότερον 600 καί κατά τον πελοποννησιακον πόλεμον 1000 περίπου το τάλαντον είχεν εξ χιλιάδας δραχμάς. άλλ’ ή σχετική αξία του νομίσματος ήτο τότε πολύ μεγαλειτέρα της σημερινής, διότι ή τιμή των πραγμάτων ήτο μικρό­τερα, και εν μόνον τάλαντον έθεωρείτο ως πολύ καλή περιουσία. Πλήν των φόρων δέ είχαν οί ’Αθηναίοι καί τά έσοδα εκ του τελωνείου του Πειραιώς καί άλλα πολλά, ώστε μετά τήν πληρωμήν των έξοδων τής διοικήσεως έμεναν εις το ταμειον των κατ’ έτος με­γάλα περισσεύματα. Άπ’ αυτά κατεσκεύασαν τούς ναούς καί τά άλλα οικοδομήματα, με τά όποια έστόλισαν τήν πόλιν των.

Αί νίκαι των ’Αθηναίων κατά των Περσών ήσαν, ώς έπίστευαν οί ί’διοι, νίκαι τής ’Αθήνας* διότι καί ο χρησμός του μαντείου των Δελφών έλεγεν οτι αυτή μέ τάς πολλάς παρακλήσεις καί μέ τήν εύγλωττίαν της έπεισε τον πατέρα της Δία νά έπιτρέψη νά μή κυριευθή το ξΰλινον τείχος, τά όποιον άπεδείχθη οτι ήσαν τά πλοία. Ήτο λοιπόν δίκαιον αύτή προ πάντων νά τιμηθή, καί πραγματικώς οί ’Αθηναίοι ούδεμίαν δαπάνην έλυπήθησαν χάριν τής μεγάλης προστάτιδός των. Ή Άκρόπολις, το ιερόν της τέμενος, ώχυρώθη έκ νέου καί έκαλλωπίσθη, τρεις δέ μαρμάρινοι ναοί έκτίσθησαν εντός αύτής κατά τήν βραχείαν περίοδον, εις τήν όποιαν εύρισκόμεθα, καί οί τρεις αφιερωμένοι εις τήν Άθηνάν.

Αί εργασίαι αύταί ήρχισαν αμέσως μετά τό τέλος
των περσικών πολέμων. Και πρώτον έπεσκεύασαν τον καέντα ναόν της ’Αθήνας, διότι ή λατρεία αότής δεν ήδύνατο να παύση καί διότι έπρεπε να ιδρύσουν πάλιν εις τον ναόν τον άρχαΐον ξόανον, τό όποιον ειχον σώσει από την καταστροφήν παραλαβόντες αύτό εις τα πλοία. Άλλ’ ή επισκευή ήτο προσωρινή, διότι από τότε διενοοϋντο να οικοδομήσουν διά τήν Άθηνάν ναόν μεγα­λοπρεπέστερο’ καί αντάξιον καί αότης καί τής πόλεως. ’Αληθώς δε φαίνεται, ότι ολίγον καιρόν μετά τήν μά­χην τών Πλαταιών έθεσαν τά θεμέλια του νέου τούτου ναού, όστις ήτο ό Παρθένων. Άλλ’ άφοϋ αί έργασίαι έπροχώρησαν μέχρι τίνος, έπειτα διεκόπησαν διά λόγους άγνωστους εις ήμάς καί δεν έπανελήφθησαν ή μετά πολλά έτη, ότε ήλθεν εις τά πράγματα ο Περικλής.

Όμοίως κατά τά πρώτα έτη μετά τήν άναχώρησιν τών Περσών άπεφάσισαν νά οχυρώσουν καί τήν κορυ­φήν τής Άκροπόλεως με νέα τείχη. Δεν είναι ακριβώς γνωστόν, πότε ήρχισεν ή οικοδομή των, τό τείχος όμως τής μεσημβρινής πλευράς κατεσκεύασεν ό Κίμων άπό τά λάφυρα, τά όποια έκυρίευσε νικήσας τούς Πέρσας εις τά παράλια τής Μικράς ’Ασίας τό έτος 465 π. X. Τό τείχος τούτο δεν έκτίσθη εις τήν θέσιν του παλαιοτέρου, άλλ’ ολίγον προς τά έξω καί ήτο βλον κατεσκευασμένον άπό μεγάλους πελεκητούς πώ­ρινους λίθους. Εις τό τείχος δε τής βόρειας πλευράς ενετείχισαν καί τούς κίονας καί άλλα τεμάχια τού έπισκευασθέντος παλαιού ναού τής Άθηνάς, τά όποια ήσαν άχρηστα.

Συγχρόνως μέ την οικοδομήν των νέων τειχών της Άκροπόλεως φαίνεται ότι έξωραΐσθη και ή είσοδοί της* διότι οπίσω άπό την μεσημβρινήν πτέρυγα των Προπυλαίων σωζεται μία γωνία άρχαιοτέρων προπυ­λαίων, τα όποια ήσαν πολύ μικρότερα των σημερι­νών και είχαν διεύθυνσιν βορειοδυτικήν. Εις τό σχέδιον τής Άκροπόλεως σημειώνονται τά αρχαιότερα εκείνα προπύλαια επάνω τών σημερινών, ή δε σωζομένη γωνία έδηλώθη διά τού άριθμού 7.

Τά έργα ταϋτα έγειναν επί τού Θεμιστοκλέους καί κατόπιν επί τού Κίμωνος, τών δύο πολιτικών άνδρών,: οί όποιοι είχαν τήν μεγαλειτέραν επιρροήν εις τάς ’Αθήνας μετά τούς Περσικούς πολέμους. Ακόμη δε έν όσω έζη ό Κίμων, είχεν αρχίσει ν’ άναδεικνύηται καί ο Περικλής, όταν δε άπέθανεν ό Κίμων, ό Περικλής άπέκτησεν εις τήν δημοκρατουμένην πόλιν δύναμιν σχεδόν βασιλικήν. Τήν δύναμιν του αύτήν καί τούς άφθονους χρηματικούς πόρους τής πατριδος του μετεχειρίσθη ό Περικλής διά νά ύπερβάλη όχι μόνον παν ότι οί προκάτοχοί του είχον σχεδιάσει καί έκτελέσει πρός καλλωπισμόν τών ’Αθηνών, άλλά καί παν ότι είχε γείνει έως τότε εις τήν Ελλάδα.

Τό 447 π. X. έπανέλαβεν ό Περικλής τήν οικοδο­μήν τού Παρθενώνος διά τών αρχιτεκτόνων ’Ικτίνου καί Καλλικράτους* τήν κατασκευήν δε τών αγαλμά­των, με τά όποια θά έστολίζετο ό ναός, άνέθηκεν εις τον μέγαν καλλιτέχνην Φειδίαν, όστις είχε καί τήν άνωτέραν έπίβλεψιν δλων τών έργων. Κατά τό άρχικόν σχέδιον ό ναός έπροκειτο νά γείνη ολίγον μακρότερος, άλλ’ ό Περικλής μετέβαλεν αύτό, και διά τούτο τά θεμέλια, τά όποια ήσαν ήδη πρότερον έτοιμα κατά τό πλεΐστον, εις την άνατολικήν πλευράν εκτείνονται πέραν του οικοδομήματος· τό αύτό συμβαίνει καί εις την μεσημβινήν, άλλ’ ολιγώτερον, όπως καί εις τό σχέδιον φαίνεται. Τά θεμέλια ταϋτα είναι κτισμένα από πώρινους τετραγώ­νους λίθους, όλα δέ τά άλλα μέρη, όσα δεν ήσαν ξύλινα, κατεσκευάσθησαν από μάρμαρον τής Πεν­τέλης.

Ό Παρθένων είναι ναός δωρικού ρυθμού καί έχει —ή είχε—πέριξ 46 κίο­νας, οίτινες αποτελούν τό πτερόν ή την περίστασιν αύτού* εις τάς δύο δε στενάς πλευράς έχει άνά μίαν άκόμη σειράν από εξ κίονας. Οί κίονες ούτοι δεν έχουν βάσεις, άλλα πατούν αμέσως επί τού σνυλοβάτου, δηλαδή επί τής στρώσεως τού ναού, διότι οϋτω συνηθίζεται εις τον δωρικόν ρυθμόν. Οί ιωνικοί καί οί κορινθιακοί κίονες έχουν έκαστος χωριστήν βάσιν.

Τό εσωτερικόν τού ναού ήτο διηρημένον δι’ ενός τοίχου εις δύο μέρη* εκ τούτων τό άνατολικόν ήτο μεγαλείτερον και άπετέλει τον σηκόν, ήτοι τον κυρίως ναόν ή είσοδος εις αύτόν ήτο εις την ανατολικήν πρόσοψιν, την δέ στέγην του έβάσταζαν δύο σειραι κιό­νων καί το έδαφος εις έν μέρος ήτο στρωμένον όχι μέ μαρμαρίνας πλάκας, άλλα μέ λίθους μελανούς εις τήν θέσιν αύτήν ίστατο τό άγαλμα τής Άθηνάς.

Τό δυτικόν μέρος του ναού άπετέλει δωμάτιον τετράγωνον, του όποιου τήν στέγην έστήρίζαν τέσσαρες κίονες, ώνομάζετο δέ αότό κατ’ εξοχήν Παρθένων και άπ’ αύτό έλαβε τό όνομά του όλος ο ναός ή είσοδος αύτοΰ ήτο εις τήν δυτικήν πρόσοψιν, δέν είχε δέ άμε­σον συγκοινωνίαν μέ τόν σηκόν.

Ό μεταξύ τής εισόδου του σηκού και τής σειράς των εξ κιόνων χώρος ώνομάζετο πρόναος, ό δέ αντί­στοιχος χώρος προ τής εισόδου τού ΙΙαρθενώνος οπι­σθόδομος, έφράσσοντο δέ και ό πρόναος καί ό οπι­σθόδομος μέ κιγκλίδωμα, τό όποιον ύπήρχε μεταξύ τών κιόνων, ως φαίνεται καί εκ τού σχεδίου. Ή στέγη τού ναού ήτο πιθανώτατα ξυλίνη, ή στέγη όμως τής περιστάσεως μαρμάρινη ήσαν δέ καί ή μία καί ή άλλη πλουσίως μέ χρώματα στολισμέναι. Όμοίως έφεραν κοσμήματα χρωματιστά τα κιονόκρανα καί άλλα πολλά μέρη τού ναού.

Τά δέ αετώματα, αί μετόπαι^τού διαζώματος καί ή ζωφόρος έκοσμούντο μέ πολλά αγάλματα ή ανάγλυφα καί είχαν προς τούτοις καί χρώματα. Εις τό ανατο­λικόν αέτωμα είκονίζετο ή γέννησις τής Άθηνάς, ή όποια κατά τόν μύθον έξήλθεν από τήν κεφαλήν τού Διός ώπλισμένη μέ λόγχην, μέ ασπίδα και μέ περικεφαλαίαν παριστάνετο λοιπόν ή Άθηνά πάνοπλος, ο Ζεύς, ο Ήφαιστος, όστις έσχισε την κεφαλήν τού Διός μέ τον πέλεκυν, καί άλλοι θεοί θαυμάζοντες διά τό παράδοξον πράγμα. Εις δέ τό δυτικόν αέτωμα παριστάνειο ή φιλονικεία τής Άθηνάς καί του Ποσειδώνος περί τής ’Αττικής πλήν δέ των δύο αύτών ήσαν καί εδώ παρόντες καί άλλοι θεοί καί ήρωες.

Εις τούς δωρικούς ναούς έπάνω των κιόνων κεΐται τό έπιστύλιον, τό όποιον άποτελεΐται από μεγάλας τετραπλεύρους δοκούς, έπάνω δέ του έπιστυλίου τό διάζωμα τούτο σύγκειται από τάς μετόπας καί τάς τρίγλυφους· αι τρίγλυφοι έχουν εις τό μέσον καθέτως σκαλισμένας δύο αύλακας καί εις τά άκρα τό ήμισυ αύλακος, χωρίζουν δέ άπ’ άλλήλων τάς μετόπας, αί όποΐαι είναι μεγάλαι πλάκες φέρουσαι συχνά άνάγλυφα. Εις τόν Παρθενώνα αί μετόπαι έκοσμοϋντο μέ παρα­στάσεις έκ τής μάχης τών θεών κατά τών γιγάντων, έκ τής μάχης τών Ααπιθών κατά τών Κενταύρων, καί μέ άλλας.

Ή δέ ζίοφόρος περιέβαλλεν ως πλατεία ταινία τά ανώτατα μέρη τών τεσσάρων τοίχων τού κυρίως ναού καί άπετέλει μίαν συνεχή παράστασιν, εις την οποίαν εικονίζετο ή πομπή των Παναθηναίων.

Τά Παναθήναια ήσαν ή μεγίστη εορτή τών ’Αθη­νών, διεκρίνοντο δέ εις μεγάλα καί μικρά καί τά μέν μικρά έωρτάζοντο κατ’ έτος, τά δέ μεγάλα κατά παν τέταρτον έτος και διήρκουν περισσοτέρας ήμέρας από τά μικρά.

Η Τάς πρώτας ήμέρας τής εορτής των μεγάλων Πα- ναθηναίων έγίνοντο διάφοροι μουσικοί, γυμνικοί και ιππικοί αγώνες. Εις τούς μουσικούς άπηγγέλλοντο ύπό ραψωδών τά ποιήματα του Όμηρου και ήγωνί- ζοντο μεταξύ των αύληταί, κιθαρισται καί άοιδοί ψάλλοντες με συνοδίαν αύλου ή κιθάρας. Οι γυμνικοί αγώνες περιελάμβαναν τά συνήθη αγωνίσματα, ήτοι τον δρόμον, την πάλην, τό παγκράτιον,. τό πένταθλον ήγωνίζοντο δε εις αύτούς χωριστά οί άνδρες, οί έφη­βοι καί οί παίδες. Οί ιππικοί συνίσταντο εις αγώνας ίππων μετ’ αναβάτου ή ίππων συρόντων άρματα (οχή­ματα ελαφρά), άλλ’ ύπήρχαν καί αύτών διάφορα είδη. Παρεκτός δε τούτων άναφέρονται ακόμη καί οί εξής αγώνες* ή πυρρίχη ήτοι δρχησις με δπλα, ή λαμπαδηδρομία ήτοι δρόμος άνδρών κρατούντων άναμμένας λαμπάδας καί ό άγων εύανδρίας, κατά τον όποιον έκάστη εκ τών δέκα φυλών, εις τάς όποιας ήσαν διη- ρημένοι οί ’Αθηναίοι, παρουσίαζε γέροντάς τινας, ένίκα δε ή έπιδείξασα τούς μάλλον θαλερούς καί ακμαίους. Τέλος, πιθανότατα έτελουντο καί λεμβοδρομίαι ή αγώνες μεγαλειτέρων πλοίων, ϊά βραβεία δέ, τά οποία έλάμβανον οί νικηταί, ήσαν στέφανοι, χρή­ματα καί έλαιον αποκτάς ίεράς ελαίας τής ’Αθήνας, αί όποΐαι ήσαν εις τήν ’Ακαδημίαν πλησίον τού Κολωνοϋ.

Οί ποικίλοι ούτοι αγώνες έγίνοντο εις διάφορα μέρη και διήρκουν, ώς είπομεν, άρκετάς ήμέρας, έτελείωναν δε  της παννυχίδος, κατά τήν όποιαν έτελειτο ή λαμπαδηδρομία. Τήν άλλην ήμέραν προσέφεραν οί ’Αθηναίοι εις τήν θεάν των έν μεγάλη πομπή τόν πέ­πλον, τόν όποιον άνεφέραμεν και άνωτέρω, και τόν οποίον ϋφαιναν εύγενείς παρθένοι των ’Αθηνών έργαστιναι όνομαζόμεναι. Ή προσφορά αύτου ήτο ό κύ­ριος σκοπός τής εορτής των Παναθηναίων και διά τούτο έκομίζετο εις τήν Άκρόπολιν μέ μεγάλην τελετήν. Τήν ήμέραν έκείνην οί ’Αθηναίοι ολοι και πλεΐστοι ξένοι συνηθροίζοντο εις τον έξω Κεραμεικον (πλησίον τής ‘Αγίας Τριάδος) και έκεΐ ετίθεντο εις τάξιν. Τήν πομπήν διηύθυναν ιδιαίτεροι άρχοντες, ίεροποιοί Ονομαζόμενοι, έλάμβαναν δέ μέρος εις αύτήν και οί λοιποί άρχοντες των ’Αθηνών καί ιερείς και ίέρειαι καί μάντεις διά τάς θυσίας καί κήρυκες φροντίζοντες περί τής τάξεως. Οί περισσότεροι έκ τών πολιτών ήκολούθουν ώς όπλΐται, φέροντες δηλαδή άσπίδα καί λόγχην, οί δέ πλουσιότεροι έφιπποι καί μεταξύ τούτων ήσαν οί λαμπρότεροι καί αριστοκρατι­κότεροι νέοι τών ’Αθηνών, έκ τών οποίων συνεκροτεΐτο τό ιππικόν τής πόλεως. ‘Ωδήγουν δέ τούς μέν πεζούς οί στρατηγοί καί οί ταξίαρχοι, τούς δέ ιππείς οί φύλαρχοι καί · οί ίππαρχοι. ’Άλλοι τέλος ήρχοντο οχούμενοι επί τών λεγομένων πομπικών ζευγών, άρματων δηλαδή έκ τών όποιων πολλά τούλάχιστον είχαν διαγωνισθή εις τούς ιππικούς αγώνας τών προη­γουμένων ήμερών.

Εις την πομπήν έλάμβαναν μέρος καί αί κανηφόροι, ευγενεΐς Άθηναΐαι παρθένοι, φέρουσαι κάνιστρα καί άλλα σκεύη χρήσιμα εις τάς θυσίας εκ των ξένων δε ήκολούθουν πλήν τών διαρκώς έν Άθήναις εγκα­τεστημένων καί των γυναικών καί θυγατέρων αύτών, οί Φεωροί, ήτοι οί αντιπρόσωποι ξένων πόλεων — ιδίως τών αποικιών καί τών συμμάχων—άποστελλόμενοι έπίτηδες διά την έορτήν τών Παναθηναίων. Τέλος, μέγα μέρος τής πομπής άπετέλουν τά ίερεία, ήτοι οί βόες καί τά πρόβατα τά προωρισμένα εις θυσίαν* οί ’Αθηναίοι προσέφεραν εκατόμβην (θυσίαν εκατόν βοών), αί δε άποικίαι καί αί πόλεις τών συμμάχων ήσαν ύποχρεωμέναι νά στέλλουν μιαν αγελάδα καί δύο πρό­βατα έκάστη.

Ή πομπή αύτη, αφού ετίθετο εις τάξιν εις τον έξω Κεραμεικόν, έξεκίνει καί διά του Διπύλου είσήρχετο εις τον δρόμον, όστις ήτο πλατεία οδός φέρουσα εις τήν άγοράν (μεταξύ Θησείου, στοάς Άττάλου καί Άρείου Πάγου),’ από τήν άγοράν δέ ανέβαιναν εις τήν Άκρόπολιν. Ό πέπλος τής ’Αθήνας έως εκεί έφέρετο κρεμάμενος ως ίστίον άπό τάς κεραίας πλοίου κινουμένου έπί τροχών, προ τής εισόδου δέ τής Άκροπόλεως κατεβιβάζετο καί έκομίζετο εις τον ναόν. Τά ζώα, (βόες καί πρόβατα), ανέβαιναν επίσης εις τήν Άκρόπολιν καί εκεί έθυσιάζοντο, ό δέ κήρυξ μεγα­λοφώνως ηϋχετο ύπέρ τής σωτηρίας καί ύγείας τών Αθηναίων καί τών συμμάχων των. Κατόπιν τά κρέατα διεμοιράζοντο εις τούς πολίτας καί ή εορτή έπεσφραγίζετο διάγενικής εύωχίας, κατά την όποιαν έπιναν από μεγάλα ποτήρια, τά όποια άπό την εορτήν ώνομάζοντο Παναθηναϊκά.

Οι ’Αθηναίοι έφιλοτιμήθησαν νά καταστήσουν τήν εορτήν των Παναθηναίων όσον τό δυνατόν λαμπροτέραν καί μεγαλοπρεπεστέραν* τό πρόγραμμα των άγώνων ήτο ποικιλώτατον, κατά δε τήν ήμέραν τής πομπής ή πόλις έπεδείκνυεν εις τούς ξένους τό πλή­θος των όπλιτών καί ιππέων της, τό πλήθος των άλλων πολιτών, τον πλούτον του δημοσίου και των ιδιωτών καί τόν μέγαν άριθμόν των ύπηκόων πόλεων. Τήν λαμπράν αύτήν πομπήν λοιπόν ήθέλησεν ό Φειδίας vα παραστήση έπι τής ζωφόρου τού Παρθενώνος και τήν παρέστησε με τέχνην και δεξιότητα άξίαν τής μεγάλοφυΐας του* διότι δεν προσεπάθησε νά άπεικονίση όλας έκείνας τάς χιλιάδας λαού παρελαύνοντος με τάξιν καί όμοιόμορφον σχήμα — ή είκών θά ήτο τότε μικροπρεπής καί μονότονος — άλλά παρέθεσεν εκ τής όλης πομπής διαφόρους χαρακτηριστικάς σκηνάς πλήρεις ζωής καί κάλλους. Εις τήν άνατολικήν πλευράν, όπου ήτο ή, είσοδος του ναού, παριστάνοντο ή Άθηνά, ό Ζεύς, ή( ‘Ήρα καί άλλοι θεοί, έλθόντες νά λάβουν μέρος εις τήν εορτήν καί τήν θυσίαν, έν τω μέσω δε αύτών είκονίζετο ή παράδοσις του πέπλου. Τάς άλλας πλευ­ράς έπλήρουν άνδρες νέοι καί πρεσβύτεροι με μακρά ίμάτια, στηριζόμενοι εις τάς βακτηρίας των καί συνδιαλεγόμενοι, άλλοι έφιπποι καλπάζοντες ή επί αρμάτων όχούμενοι, άλλοι όδηγουντες τά θύματα, άλλοε.:

φέροντες αγγεία πλήρη οίνου καί άλλοι αύλούντες* προς τούτοις παρθένοι φορούσαι πολυπτύχους χιτώνας καί βαστάζουσαι σκεύη ιερά ή ήσύχως ίστάμεναι. Ή μεγάλη αύτή ποικιλία, ή θελκτική σεμνότης των παρ­θένων, ή έλευθέρα και άβίαστος στάσις των συνδιαλεγομένων άνδρών, ή ζωηρότης των ίππων, ή δύναμις των δυστροπούντων βοών και τέλος ή χάρις όλων των μορφών καί τών κινήσεων αύτών μαρτυρούν, ότι ή ζωφόρος είναι αληθώς έργον μεγάλου καλλιτέχνου.

Ή ζωφόρος όμως αύτή, όπως καί τά αετώματα καί τα ανάγλυφα τών μετοπών, ήσαν απλά στολίσματα τού ναού, τό κύριον δε άγαλμα ήτο ίδρυμένον εντός αύτού καί παρίστανε την ’Αθήναν όρθίαν, φορούσαν χιτώνα μακρόν καί επί τής κεφαλής περικεφαλαίαν, επί δε τού στήθους τήν αιγίδα εις τήν δεξιάν έκοάτει άγαλμάτιον τής Νίκης, ή δε άριστερά έστηρίζετο έπί τής άσπίδος, ή όποια έκοσμείτο έσω καί έξω μέ άναγλύπτους παραστάσεις. Ή άσπίς έπάτει έπί τής γής, μεταξύ δε αύτής καί τής θεάς έφαίνετο ό ιερός όφις, περί τού οποίου ώμιλήσαμεν.

Τό ύψος τού αγάλματος τούτου δεν γνωρίζομεν, βέ­βαιον όμως είναι ότι ήτο κολοσσιαιον καί ύπερέβαινεν, τω φαίνεται, τά δέκα μέτρα* καί τα μεν γυμνά μέρη τού σώματος τής Άθηνάς ήτοι τό πρόσωπον, αί χείρες καί λοιπά, ήσαν ελεφάντινα, τά δε ένδύματα χρυσά. Εις τό ’Εθνικόν Μουσεΐον σώζεται εν μαρμάρινον άντίγραφον έχον ύψος μόνον ενός περίπου μέτρου. Εύρέθη πλησίον τού Βαρβακείου. Τούτο δίδει αρκετά πιστην ιδέαν περί της στάσεως καί της εξωτερικής μορ­φής του έργου τού Φειδίου, όχι όμως καί περί του θείοι μεγαλείου αύτού* διότι τούτο δυσκόλως ήδύνατο να άντιγράψη ό μεταγενέστερος τεχνίτης.

Τό άγαλμα της Άθηνάς ήτο ίδρυμένον, ως είπομεν, εις τό βάθος του σηκού. Επειδή δε ο Παρθενών, όπως όλοι οι ελληνικοί ναοί, δεν είχε παράθυρα, ύπέθεσαν ότι εις την στέγην ύπήρχεν άνοιγμα, διά του οποίου εϊσήρχετο τό φως καί τό όποιον έκλειαν όταν· ήθελαν. Άλλα τούτο δέν είναι άποδεδειγμένον, πολύ δε πιθανώτερον φαίνεται, ότι τό άγαλμα έφωτίζετο μόνον από τήν μεγάλην θύραν τού σηκού.

Ό δωρικός ρυθμός, κατά τον όποιον είναι οίκοδομημένος ό Παρθένων, είναι ρυθμός αύστηρός· προ πάν­των δε οι αρχαιότεροι ναοί, εις τούς όποιους το ύψος των κιόνων άναλόγως προς τό πάχος των ήτο μικρότερον, είχαν κάτι τό βαρύ καί άκομψον. Εις τον Παρθενώνα όμως ή αύστηρότης τού ρυθμού συνδυάζεται με τόσην χάριν καί αρμονίαν, ώστε ό ναός παρίσταται μεγολοπρεπής καί επιβλητικός, αλλά συγχρόνως καί ωραίος. Ή χάρις δε αύτη καί ή αρμονία παράγον­ται καί έκ τής επιτυχούς αναλογίας των μέτρων καί. έκ τής επιμελούς καί ακριβούς εργασίας των διαφόρων μερών μέχρι των ελάχιστων λεπτομερειών. ‘Όταν μάλίστα ό ναός ήτο ακέραιος καί έσωζε σώα όλα τά γλυπτά κοσμήματά του καί τά χρώματα, ή θέα αύτού πρέπει νά ήτο θαυμασία* άλλα καί εις τήν σημερινήν του ακόμη έρειπιωμένην κατάστασιν προκαλεί τον θαυμασμόν καί τό σέβας του θεατού, ουσκόλως δέ εύρίσκεται άνθρωπος, όστις δεν αισθάνεται ενδόμυχον εύχαρίστησιν και ήδονήν όταν ο οφθαλμός του πλανάται από τήν ασφαλή βάσιν και τάς τρεις πέριξ μεγάλας βαθμίδας προς τούς κίονας έκείνους, των όποιων τί ύψος και τό πάχος φαίνεται ότι τόσον καλώς ύπελογίσθησαν, καί από τούς κίονας πάλιν προς τό έπιστύλι.ον, τό διάζωμα και τα άλλα μέρη τού οικοδο­μήματος.

Έ οικοδομή τού Παρθενώνος ήρχισεν, ως είδομεν, πιθανώς τό 447 π. X., τό δέ 438 έγειναν τα εγκαί­νιά του κατά τήν εορτήν των Παναθηναίων άλλ εν­τελώς έτελείωσεν ο ναός ολίγα έτη αργότερα. Συγ­χρόνως περίπου οίκοδομήθη επί τού πύργου, ο οποίος ύψώνεται δεξιά τής εις τα Προπύλαια άναβάσεως, άλλος ναός, αφιερωμένος, όπως καί ο Παρθενών, εις τήν Άθηνάν ενταύθα όμως έλατρεύετο ή θεά ως Άθηνά Νίκη, δηλαδή ως νικηφόρος καί τήν νίκην δίδουσα. Οί Έλληνες, ως γνωστόν, είχαν ιδιαιτέραν θεάν όνομαζομένην Νίκην, άλλ’ .εκείνην τήν έφαντάζοντο ως νεαράν πτερωτήν παρθένον, ενώ τήν Άθηνάν Νίκην απεικόνιζαν χωρίς πτερά. Διά τούτο εις τούς ύστερωτέρους χρόνους ο ναός αύτής ώνομάζετο ναός τής Άπτέρου Νίκης.

Είναι δέ ό ναός ούτος μικρός καί σύγκειται από εν δωμάτιον (σηκόν), μίαν στοάν μέ τέσσαρας κίονας προ τής ανατολικής πλευράς καί άλλην όμοίαν προ τής δυ­τικής. Ό σηκός έχει μήκος 3,80 μέτρων καί πλάτος 4,20 μέτρων, οι δέ κίονες είναι ’Ιωνικού ρυθμού’ διε τούτο έχουν βάσεις ιδιαιτέρας, τα δέ κιονόκρανά των δεν είναι στρογγύλα, ώς τα των Δωρικών κιόνων, άλλα κοσμούνται με τέσσαρας κοχλιοειδείς έλικας. Ή οροφή, καί τινα άλλα μέρη έφεραν χρωματιστά κοσμήματα, τό δέ διάζωμα τό όποιον εις τούς ’Ιωνικούς ναούς δέν έχει τρίγλυφα, άλλ’ είναι συνεχές, έκόσμει άνάγλυπτος ζωφόρος, επί τής οποίας είκονίζοντο, ώς φαίνε­ται, θεοί καί μάχαι Ελ­λήνων κατά Ελλήνων καί βαρβάρων* ακριβώς δέν είναι γνωστή ή έν­νοια τών παραστάσεων.

’Εντός τού ναού ίστατο άγαλμα τής ’Αθήνας κρατούσης εις τήν δε­ξιάν καρπόν βοδιάς καί εις τήν άριστεράν περικεφαλαίαν, έξω δέ τού ναού προ τής ανατολικής πλευράς αύτού ύπήρχε βω­μός, επί τού οποίου έθυσίαζαν τήν ήμέραν τής πομ­πής τών Παναθηναίων μίαν εκλεκτήν αγελάδα.

Προς βορράν, προς δυσμάς, καί προς νότον ο ναός τής Νίκης εκτείνεται σχεδόν μέχρι τού άκρου τού πύρ­γου, ώστε άπέβαινεν έπικίνδυνον νά τον περιέλθη τις* ενεκα τούτου κατεσκεύασαν επί τού πύργου εις τάς τρείς αύτάς πλευράς τοιχίον εξ όρθιων πλακών ύψους ενός μέτρου περίπου καί επί του τοιχίου έστησαν μετάλλινον κιγκλίδωμα.Τοιουτοτρόπως ήδύνατο να διέλθη τις άνευ φόβου μεταξύ του ναού και του τοιχίου* αι :δέ προς τα έξω έπιφάνειαι των πλακών, τινές των όποιων φυλάσσονται εις τό μουσεΐον της Άκροπόλεως, έφεραν άνάγλυφα παριστώντα Νίκας πτερωτάς στηνούσας  τρόπαιον καί όδηγούσας βούς προς θυσίαν. ‘Τα άνάγλυφα ταϋτα είναι άριστουργήματα χάριτος καί κομψότητος.

Του ναού της ’Αθήνας Νίκης άρχιτέκτων ήτο ο συνεργάτης τού» ’Ικτίνου εις την οικοδομήν του Παρθενώνος Καλλικράτης. Ό δε πύργος όπου κείται άποτελεί τό άκρον του μεσημβρινού τείχους τής Άκροπόλεως, τό όποιον, ώς είδομεν, έκτισεν ο Κίμων. Ούτος κατεσκεύασεν ίσως καί τα αρχαιότερα προπύλαια* τά όποια άνεφέραμεν ανωτέρω (σελ. 34)* δι’ αύτών είσήρχοντο εις την Άκρόπολιν, αφού διέβαιναν τα εις την δυτικήν κλιτύν αύτής παλαιά οχυρώματα. Καί έν οσω τό σπουδαιοτερον κτίριον τής Άκροπόλεως ήτο ο αρχαίος ναός τής ’Αθήνας, δεν ήδύναντο να θεωρηθούν τα προπύλαια εκείνα ανάξια αύτής, αν καί ήσαν σχετικώς μικρά. Μετά τήν οικοδομήν τού Παρθενώνος όμως τό εσωτερικόν τής Άκροπόλεως έλαβε τοιαύτην όψιν, όποιαν ούδείς πρότερον θά ήδύνατο νά φαντασθή* τότε δε άπεφάσισεν ο Περικλής ν’ άντικαταστήση καί τά αρχαιότερα προπύλαια διά νέων άσυγκρίτως μεγαλειτέρων καί μεγαλοπρεπεστέρων. ή δε κατα­σκευή αύτών άνετέθη εις τον άρχιτέκτονα Μνησικλή.

Τό σχέδιον, το όποιον ούτος έξεπόνησεν, ήτο αλη­θώς θαυμάσιον, καί δεν έξετελέσθη μεν ακριβώς όπως το συνέλαβεν ό Μνησικλής, ούχ ήττον λέγεται ότι έδαπανήθησαν διά τά νέα προπύλαια ύπέρ τά δώδεκα εκατομμύρια δραχμών. Φαίνεται όμως, ότι εις τό πό­σον τούτο περιλαμβάνεται και άλλων οικοδομημάτων ή δαπάνη.

Ή οικοδομή ήρχισε τό 437 π. X. και διήρκεσε πέντε έτη. Σύγκεινται δέ τά Προπύλαια έκ τριών με­ρών, ήτοι έκ τής κυρίως εισόδου καί δύο πτερύγων εις τά πλάγια αύτής, καί καταλαμβάνουν όλόκληρον την δυτικήν πλευράν τής Άκροπόλεως, τής οποίας παριστάνουν τρόπον τινά τό λαμπρόν μέτωπον. Τήν εί­σοδον αποτελούν πέντε πύλαι καί δύο στοαί, μία προ τών πυλών καί μία οπίσω αύτών. Τήν στέγην τής πρό τών πυλών στοάς έβάσταζαν έξ δωρικοί καί εξ ιωνικοί κίονες· οί δωρικοί ίσταντο εις τήν πρόσοψιν εις μίαν γραμμήν καί έφεραν έπιστύλιον καί διάζωμα μέ τρίγλυφα καί μετόπας, έπ’ αύτών δέ αέτωμα. Οί ιωνικοί ήσαν εις δύο γραμμάς διευθυνομένας άπό τήν πρόσοψιν προς τάς πύλας καί διήρουν ούτω τήν στοάν σε τρία μέρη, έκ τών όποιων τό μεσαίον δεν είναι στρωμένον διά πλακών καί ή πύλη δέ, ή όποια αν­τιστοιχεί εις τό μέρος τούτο, δέν έχει κατώφλιον, διότι ήτο προωρισμένη διά τά ζώα, τά όποια είσήγοντο εις τήν Άκρόπολιν δι’ ύπηρεσίας ή προς θυσίαν, αί άλλαι τέσσαρες πύλαι, εις τάς όποιας άναβαίνουν διά πέντε βαθμιδών, ήσαν προωρισμέναι διά τούς ανθρώπους.

Ή οπίσω των πυλών προς τό εσωτερικόν της Άκροπό- λεως άνοιγομένη στοά ήτο μικρότερα, έβάσταζαν δέ την στέγην της έξ δωρικοί κίονες.

Έκ των δύο πτερύγων εις τά πλάγια της εισόδου» μεγαλειτέρα είναι ή βόρεια, ήτοι ή προς τά αριστερά του άναβαίνοντος άποτελεΐται δέ άπό μίαν στοάν την οποίαν βαστάζουν τρεις δωρικοί κίονες, και από εν δωμάτιον, τό όποιον έχει μίαν θύραν και δύο παρά­θυρα άνοιγόμενα προς την στοάν. Τό δωμάτιον τούτο λέγεται Πινακοθήκη, διότι ύπήρχαν εις αυτό ζωγραφίαι (πίνακες). Ή άλλη πτέρυξ άποτελεΐται σήμε­ρον άπό μίαν τετραγωνικήν στοάν μόνον, κατά τό αρ­χικόν όμως σχέδιον του Μνησικλέους όχι μόνον θά έκτίζετο και ενταύθα δωμάτιον αντιστοιχούν προς την Πινακοθήκην, αλλά και αί δύο πτέρυγες έπρεπε νά γείνουν μεγαλείτεραι, προστιθεμένων και άλλων δω­ματίων. Καί όπως έξετελέσθησαν όμως τά Προπύ­λαια, έθεωροϋντο πάντοτε ως έν των μεγαλόπρεπεστέρων μνημείων των ’Αθηνών καί οί αρχαίοι έθαύμαζαν αύτά όχι όλιγώτερον του Παρθενώνος.

Έν έτος μετά τήν άπεπεράτωσιν τού τροποποιηθέντος σχεδίου τών Προπυλαίων, ήτοι τό 431 π. X. έξερράγη ό Πελοποννησιακός πόλεμος ό προξενήσας τόσα κακά εις τήν Ελλάδα. Διαρκουντος αύτοϋ οί ’Αθηναίοι έθεσαν τά θεμέλια άλλου ναού επί τής Άκροπόλεως, του Έρεχθείου* ακριβώς όμως δεν γνωρίζομεν, ούτε πότε ήρχισεν ούτε πότε έτελείωσεν ή οίκοδομή του. Τό μόνον βέβαιον είναι, ότι τό 408 π. Χ. έν ναός ήτο ήμιτελής άκόμη.

Ε’ίπομεν ανωτέρω (σελ. 20) ότι εις τήν θέσιν του σημερινού Έρεχθείου έκειντο εκ παλαιοτάτων χρόνων τά ιερά σημεία, τά όποια έθεωρουντο ώς τεκμήρια τής έριδος του Ποσειδώνος και τής ’Αθήνας περί τής ’Ατ­τικής. Είπομεν άκόμη, ότι πλησίον αύτών, ή έντός ιδιαιτέρου μικρού ναού ή έντός του παρακειμένου πα­λαιού ναού τής ’Αθήνας, έλατρεύετο και ό Έρεχθεύς.

Ό ναός εκείνος τής ’Αθήνας έφερεν άκόμη τά ’ίχνη τής υπό των Περσών πυρπολήσεώς του, διότι οι ’Αθη­ναίοι προσωρινώς μόνον τον είχαν επισκευάσει* μετά τήν άποπεράτωσιν δέ των άλλων μεγαλοπρεπών κτι­ρίων, ήτοι του Παρθενώνος, του ναού τής Νίκης καί των Προπυλαίων, θά έφαίνετο ότι ασχημότερος* και όμως έντός αύτού έφυλάσσετο τό άγιώτατον πανάρχαιον ξόανον τής θεάς. Έπειτα καί ο Έρεχθεύς, οστις έθεωρεΐτο ώς γενάρχης των ’Αθηναίων, έπρεπε νά έχη εύπρεπή κατοικίαν άνταξίαν τής δυνάμεως, εις τήν όποιαν είχαν φθάσει οι άπόγονοί του. Ούτω λοιπόν άπεφασίσθη νά οίκοδομηθή ναός κοινός τής Άθηνάς και Έρεχθέως, έκτίσθη ο έκεΐ όπου ήσαν τά σημεία, κί άπό τον Έρεχθέα ώνομάζετο συνήθως Έρέχθειον.

Τό σχέδιον του ναού τούτου είναι περίεργον καί αΧόμη έξηκριβώθη έντελώς είς τί έχρησίμευεν έκαστον των μερών του. Κυρίως άποτελείται άπό ένα τεκπλευρον έπιμήκη σηκόν καί άπό δύο προστάσεις, παραρτήματα άνοικτά, τών οποίων τήν στέγην βαστάζουν κίονες ή κόραι έκ τούτων τό εν κεΐται προς τό δυτικόν άκρον της μεσημβρινής πλευράς, τό δε άλλο προς τό δυτικόν άκρον της βόρειας πλευράς. Μία στοά δε από εξ κίονας υπάρχει εις την πρόσοψιν της ανα­τολικής πλευράς. Ό σηκός ήτο διηρημένος εις τρία διαμερίσματα, έκ των όποιων τό προς άνατολάς ήτο άφιερωμένον εις την Άθηνάν και εις αύτό μετέφεραν τό άρχαΐον ξόανόν της, προ του οποίου έκαιε διαρκώς μία χρυσή λυχνία. Τά άλλα δύο διαμερίσματα ήσαν μικρότερα, ταυτα δέ άπετέλουν τό κυρίως Έρέχθειον εις τό εν εξ αύτών, το μεσαιον, εύρίσκετο τό φρέαρ μέ τό θαλάσσιον ύδωρ καί τό σημεΐον τής τριαίνης, εις δέ το άλλο, τό δνομαζόμενον προστομιαΐον, ύπήρχαν βωμοί τού Ποσειδώνος καί τού Έρεχθέως, τού Ηφαί­στου καί τού ήρωος Βούτου, από τον όποιον κατήγοντο οι ιερείς τού Έρεχθέως* διότι ή ίερωσύνη αύτού ήτο κληρονίνομικόν προνόμιον τής Αριστοκρατικής οικο­γένειας των Βουταδών ή Έτεοβουταδών.

Έ των δύο προστάσεων ή βορεία ήτο μεγαλειτέρα καί τήν στέγην αύτής έβάσταζαν εξ ιωνικοί κίονες έχοντες βάσεις καί επίκρανα μέ (ηραία γλυπτά κοσμή­ματα, συνεκοινώνει δε ή πρόστασις αύτή μέ τό προστομιαΐον διά θύρας καλλιτεχνικωτάτης. Εις τήν με­σημβρινήν δέ προστασιν τούς κίονας αντικαθιστούν εξ παρθένοι, κόραι όπως έλεγαν οί ’Αθηναίοι, ή Καρυά­τιδες όπως συνηθέστερον τάς όνομάζομεν. Ή πρόστασις αύτη κεΐται ύψηλότερον τού προστομιαίου καί συνεκοινώνει μέ αύτό διά κλίμακος, ύποθέτουν δέ ότι εδώ ήτο ό τάφος του Κέκροπος. Της θυγατρός αύτοϋ Πανδρόσου τό ιερόν έκειτο δυτικώς του Έρεχθείου, εις αυτό δέ ύπήρχεν ή ίερά έλαια της ’Αθήνας.

Τό Έρέχθειον είναι τό χαριέστατον και κομψότα­των των οικοδομημάτων της Άκροπόλεως’ ο άρχιτέκτων αύτοϋ έφιλοτιμήθη να τό στολίση έπαξίως των ιερών κειμηλίων, τα όποια περιέκλειε. Τα γλυπτά κοσμήματα των βάσεων και των επικράνων των κιό­νων, τής οροφής και τής βόρειας θύρας του προστο- μιαίου προξενούν έντύπωσιν θαυμασίαν και σήμερον* τότε όμως βεβαίως άλλη ήτο ή χάρις των, όταν έσωζοντο ακέραια και τα μέν ήσαν χρωματιστά, τα δέ έπίχρυσα, άλλα δέ, τα όποια λείπουν τώρα, εξ ορει­χάλκου.

Ή ποικιλία του χρωματισμού, τον όποιον έπεδίωξεν ό άρχιτέκτων, προεκάλεσε καί ένα άλλον νεωτε­ρισμόν. Τό διάζωμα του ναού ήτο κατεσκευασμένον από μέλαν μάρμαρον τής Έλευσΐνος, έπ’ αότοϋ δέ ήσαν προσηλωμένα μέ μετάλλινους συνδέσμους ανάγλυφα από λευκόν μάρμαρον. Τα ανάγλυφα ταϋτα άπετέλουν ζωφόρον συνεχή περιβάλλουσαν όλον τό κτίριον, πλήν τής προστάσεως των Καρυατιδών σήμερον όμως σωζονται εξ αύτών τόσον ολίγα, ώστε ή έννοια τής παραστάσεω; μένει άγνωστος.

Αλλά καί ή άντικατάστασις των κιόνων διά γυ­ναικείων μορφών εις τήν μεσημβρινήν πρόστασιν είναι νεωτερισμός, ό όποιος έξετελέσθη μέ μεγάλην έπιτυχίαν. Εις τάς Καρυάτιδας κατώρθωσεν ο τεχνίτης νά συνδυάση την εύρωστίαν και την αβρότητα ουτως ώστε μήτε βάναυσα νά φαίνωνται τά σώματα μήτε πολύ τρυφερά και δυσανάλογα προς τό βάρος, το οποίο βαστάζουν. Ή στάσις των είναι ήρεμος εν τω συνόλω όπως αρμόζει εις αρχιτεκτονικά μέλη, άλλα συγχρόνως πλήρης ζωής εις τάς λεπτομέρειας. Φορούν δε αξ Καρυάτιδες τον άπλοϋν δωρικόν χιτώνα, φόρεμα μα κρύτερον τού αναστήματος τής γυναικός, κλειστόν μέχρι τής οσφύος, ή καί ύψηλότερον, καί σχισμένον άνω εις δύο φύλλα, έμπρόσθιον καί οπίσθιον. ‘Όταν τό έφόρουν, τό ύψωναν τόσον, ώστε ό ποδόγυρος νά φθάνη μέχρι των ποδών καί κατόπιν τό έσφιγγαν περί την όσφύν με ζώνην άνω δέ τά δύο φύλλα, των οποίων τό μήκος ήτο διπλάσιαν περίπου τού όσον έχρειάζετό διά νά σκεπάση τό στήθος, έπορπώνοντο επί των ώμων μέ κομβία ή με καρφίδας τοιουτοτρόπως, ώστε όχι μό­νον νά σχηματίζεται κόλπος πίπτων επί τής ζώνης καί σκεπάζων αύτήν, αλλά καί νά περισσεύη ακόμη μέρος από τά δύο φύλλα* τούτο δέ τό περισσεύον μέ­ρος έγύριζαν προς τά κάτω καί ώνόμαζαν άπόπτυγμα. Τοιουτοτρόπως ό χιτών ήτο διπλούς επί τού στήθους, περί δέ την όσφύν ο κόλπος έσχημάτιζε πλούσιας πτυχάς, τάς οποίας έκάστη γυνή διερρύθμιζε κατά την δρεξιν καί τήν καλαισθησίαν της. Οι βραχίονες ή ήσαν εντελώς γυμνοί ή είχον βραχείας χειρίδας σχηματιζομένας διά κομβίων ή πορπών.

‘Όσον μεγάλη είναι ή άπλότης τού χιτώνος τού­του, τόση είναι καί ή χάρις καί ή ευγένεια αύτού, τό δε αληθώς έξοχον καλλιτεχνικόν πνεύμα του ελληνι­κού λαού καταφαίνεται εις αύτό όχι όλιγώτερον ή εις τά έργα της πλαστικής και της ζωγραφικής. Διά νά. Έννοήση δέ τις, πόσον προώδευσεν ή τέχνη από την επο­χήν τού Πεισιστράτου εις διάστημα εκατόν ετών πε­ρίπου, αρκεί νά συγκρίνη τό άγαλμα τής σελ. 25 προς την Καρυάτιδα, την οποίαν εδώ απεικονίζομε’/. Ή διαφορά μεταξύ αύτών είναι μεγίστη και ύπάρχει όχι μόνον εις τά πρόσωπα και εις την έκφρασιν αύτών καί εις την στάσιν τών σωμάτων, αλλά και εις την κόμην καί εις τά φορέματα καί εις όλας τάς λεπτομέ­ρειας. Τά σώματα τών Καρυατιδών είναι θαυμάσια, τά πρόσωπά των ωραία καί ή έκφρασις αύτών σοβαρά καί σύμφωνος προς τό καθήκον, τό όποιον έκπληρούν αί δε πτυχαί τών φορεμάτων είναι εντελώς φυσικαί, & σχηματισμός των δηλαδή έξαρτάται μόνον από τήν φύσιν τού ύφάσματος καί άπό τάς κινήσεις τών μορφών. ’Απ’ εναντίας αί πτυχαί τών αγαλμάτων τής προηγουμένης περιόδου φαίνονται τεχνηταί καί τυπικαί, εις τό πρόσωπον δε αντί έκφράσεως έχουν εκείνο τό αόριστον μειδίαμα.

‘Ως προς τά φορέματα όμως πρέπει νά παρατηρήσωμεν, ότι καί ό συρμός είχεν αλλάξει* διότι με τήν* πρόοδον τού πολιτισμού τά φορέματα καί τό κτένισμα τής κόμης είχαν γείνει πολύ άπλούστερα καί φυσικότερα, ώστε ή τέχνη είχε τώρα πολύ καταλλη­λότερα ύποδείγματα ή άλλοτε.

Τά περιγραφέντα οικοδομήματα δεν είναι τά μόνα έργα, με τά οποία έκοσμήθη ή Άκρόπολις κατά την σύντομον αότήν, άλλα λαμπροτάτην περίοδον της ιστορίας των ’Αθηνών. Διότι καί πλείστα αγάλματα καί άλλα αναθήματα άφιερώθησαν τότε εις τό τέμενος τούτο τής θρησκείας καί τής τέχνης, μεταξύ δε άλλων καί εν άγαλμα τής ’Αθήνας ποιηθέν ύπό του Φειδίου. Τούτο ήτο όρειχάλκινον καί ίστατο εις τό ύπαιθρον μεταξύ των Προπυλαίων καί του Έρεχθείου* παρίστανε δέ την θεάν ως πρόμαχον τής πόλεώς της, ήτοι ώπλισμένην με λόγχην, ασπίδα καί περικεφαλαίαν καί ητο τόσον μέγα, ώστε έλεγαν, ότι ή περικεφαλαία αύτής καί τό άκρον τής λόγχης έφαίνοντο από το Σούνιον.

Τά λοιπά αναθήματα παραλείπομεν ν’ άναφέρωμεν, λέγομεν δέ τούτο μόνον, ότι τόσον πολλά ήσαν τά εν­τός των ναών καί πέριξ αυτών εις τό ύπαιθρον συσσωρευθέντα έργα τέχνης, ώστε αρχαίος συγγραφεύς είπεν, ότι ολόκληρος ή Άκρόπολις άπετέλει τρόπον τινά εν άγαλμα.

Μέχρε της έπεκρατήσεως
του χριστιανισμοϋ.

Μετά την φοβέραν καταστροφήν, την όποιαν έπαθαν οι ’Αθηναίοι εις τον πελοποννησιακόν πόλεμον, δεν κατόρθωσαν πλέον να ανακτήσουν την προτέραν δύναμίν των, αν καί πολύ ήγωνίσθησαν προς τούτο. Αργότερα άντεστάθησαν μέ μεγάλην επιμονήν εις τά σχέδια τού Φιλίππου, βασιλέως τής Μακεδονίας, όστις ήθελε νά ένωση τήν Ελλάδα πάσαν εις εν βασίλειον και δι’ αυτής νά κυριεύση τήν ’Ασίαν. Ή άντίστασίς των όμως υπήρξε ματαία καί ο Μέγας ’Αλέξαν­δρος, ο υιός τού Φιλίππου, λαμπρώς έξετέλεσε τό σχέδιον τού πατρός του. Έκτοτε κατ’ ούσίαν οί Αθηναίοι έχασαν πλέον τήν ανεξαρτησίαν των, τήν οποίαν τόσον καιρόν δυστυχώς δεν είχαν μεταχειρισθή είμή εις το νά σπαράσσωνται άμοιβαίως μετά των άλλων Ελλήνων. Μετά τούς Μακεδόνας ήλθαν οί ‘Ρωμαίοι καί εις αότούς έμεινεν ύποτεταγμένη ή Ελλάς μέχρι τέλους του αρχαίου κόσμου.

Τό διάστημα τούτο, άπό τάς άρχάς του τετάρτου π. X. αίώνος μέχρι τής ύπερισχύσεως του χριστια­νισμού, δεν ύπήρξεν εντελώς άγονον διά τον καλλωπι­σμόν τών ’Αθηνών διότι καί οι ίδιοι ’Αθηναίοι και πολλοί ξένοι ήγεμόνες φίλοι αύτών έξωράϊσαν τήν πόλιν των. Εις τήν Άκρόπολιν όμως μετά τά Προπύ­λαια καί τούς τρεις ναούς τής ’Αθήνας (τον Παρθε­νώνα, τον ναόν τής Νίκης καί το Έρέχθειον) ολίγα νέα έργα έγειναν καί ταυτα όχι πολλού λόγου άξια. Διά τούτο ή ιστορία αύτής κατά τήν περίοδον ταύτην είναι πολύ σύντομος. ’Αγάλματα όμως καί άλλα άναθήματα έξηκολούθησαν ν’ άφιερώνωνται καί κατά τούς χρόνους τούτους, ώστε υπό τήν άποψιν ταύτην τουλά­χιστον ή Άκρόπολις διαρκώς έπλουτίζετο.

Έκ τών οικοδομημάτων δε τής περιόδου ταύτης άναφερομεν πρώτον τήν Χαλκοθήκην, τήν οποίαν έκτισεν ο ρήτωρ Λυκούργος περί τό 330 π. X. καί εις την όποιαν έφυλάσσοντο διάφορα χαλκώματα, ήτοί ασπίδες, αγγεία καί άλλα σκεύη. Έκειτο δέ ή Χαλκοθήκη πιθανώς μεταξύ του ιερού της Βραυρωνίας Άρτέμιδος και τού Παρθενώνος (άρ. 19 τού σχεδίου).

Κατόπιν, επί τού αότοκράτορος Αύγούστου, ολίγα έτη προ της γεννήσεως τού Χριστού, έκτίσθη πρός άνατολάς τού Παρθενώνος ναός περιφερής έχων πέριξ εννέα ιωνικούς κίονας και φέρων έπι τού επιστυλίου επιγραφήν, ήτις έλεγεν ότι ήτο αφιερωμένος εις τον Αύγουστον και εις την θεάν ‘Ρώμην. Ή οικοδομή τού ναού τούτου χαρακτηρίζει καλώς τήν εποχήν εκεί­νην, κατά τήν όποιαν οι ’Αθηναίοι άπολέσαντες εντε­λώς τήν ανεξαρτησίαν των ήναγκάζοντο νά κολακεύ­ουν καί νά θεοποιούν τήν τότε κυρίαρχον τού κόσμου ‘Ρώμην καί τούς βασιλείς αύτής. Κατά τούς ίδιους δέ χρόνους έτίμησαν καί τον φίλον τού Αύγούστου Άγρίππαν, τού όποιου τον ανδριάντα έστησαν επί βάθρου σωζομένου προ τής βόρειας πτέρυγος τών ΙΙροπυλαίων (άρ. 3 τού σχεδίου). Τό βάθρον τούτο έχει ύψος εννέα μέτρων, είκονίζετο δέ ο Άγρίππας όρθιος επί άρμα­τος συρομένου ύπό δύο ή τεσσάρων ίππων.

Εις τό μέρος τούτο τής Άκροπόλεως έγειναν κατά τήν ρωμαϊκήν εποχήν καί άλλαι μεταβολαί. Διότι τότε κατεσκευάσθη προ τών Προπυλαίων κλϊμαξ μαρ­μάρινη καταλαμβάνουσα όλον τό πλάτος τής άναβάσεως μεταξύ τού βάθρου τού Άγρίππα καί τού πύρ­γου, επί τού όποιου κεϊται ό ναός τής Νίκης’ πρότερον δεν ύπήρχεν εδώ κλϊμαξ, άλλα μόνον οδός μέ τινας καμπάς. Ή σημερινή δέ κλιμαξ πλησίον του πύργου τής Νίκης οίκοδομήθη μόλις προ πεντήκοντα ετών έκ των μαρμάρων τής παλαιοτέρας.

’Επίσης εις τούς ρωμαϊκούς χρόνους έκτίσθη, ως φαίνεται, από τό υλικόν ενός αρχαιότερου καταστραφέντος κτιρίου και ή κάτω πύλη, διά τής όποιας είσερχόμεθα σήμερον εις την Άκρόπολιν οί δύο όμως πύργοι δεξιά καί αριστερά τής πύλης είναι παλαιότεροι.

’Εδώ τελειώνει ή ιστορία τών ’Αθηνών κατά τούς αρχαίους χρόνους συγχρόνως δέ παύει καί ή δόξα καί ή λαμπρότης αότών. Εις τό εξής μόνον βλάβας καί παραμορφώσεις καί καταστροφάς τών μνημείων της καί την ύποδούλωσίν της εις ξένους κατακτητάς έχομεν ν’ άναφέρωμεν.

 Βυζαντινή εποχή.

Καθ’ εν χρόνον οί ’Αθηναίοι έκτιζαν προ του Παρθενώνος ναόν άφιερωμένον εις την ‘Ρώμην καί τόν αύτοκράτορα αύτής, εις τήν Παλαιστίνην έγεννάτο άλλος βασιλεύς, ό ’Ιησούς Χριστός, του όποιου ή διδασκαλία έμελλε νά καταρρίψη τήν άρχαίαν θρη­σκείαν με όλους τούς ναούς καί όλα τά αγάλματα τών ελληνικών θεών.

Οί ’Απόστολοι έφεραν τό Εύαγγέλιον ένωρίς εις τήν Ελλάδα. ’Αλλά κατά τούς τρεις πρώτους αιώνας μετά τήν γέννησιν του Χριστού ή νέα θρησκεία ήτο
ακόμη ανίσχυρος και οί οπαδοί αύτής κατεδιώκοντο, πολλοί δέ έμαρτύρησαν υπέρ της πίστεώς των. ‘Όταν όμως ο Μέγας Κωνσταντίνος έγεινε βασιλεύς του ρω­μαϊκού κράτους και έκαμε την Κωνσταντινούπολή πρωτεύουσάν του, τα πράγματα ήλλαξαν όψιν ή χριστιανική θρησκεία άνεγνωρίσθη ως θρησκεία τού κράτους, και όσα πρότερον ύπέφεραν οί χριστιανοί, τώρα τά ύπέφεραν οί εΐδωλολάτραι. Μετά τον θάνατον δέ τού Μ. Κωνσταντίνου έξεδόθησαν επανειλημμένα δια­τάγματα των βασιλέων τής Κωνσταντινουπόλεως άπαγορεύοντα τάς θυσίας και τάς ιεροτελεστίας των ειδωλολάτρων και έπιβάλλοντα εις τούς παραβάτας μεγάλας ποινάς, και αύτον έτι τον θάνατον. Τοιουτοτρόπως δέ καταδιωκομένη ή αρχαία θρησκεία έσβυσεν ολίγον κατ’ ολίγον, μέχρις ού επί τέλους ούδείς οπαδός αύτής έμεινεν.

Εις τούς χρόνους αύτούς τού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο θρησκευμάτων άπωλέσθησαν πολλά έργα τής αρχαίας τέχνης* διότι οί χριστιανοί, και προ πάντων οί μοναχοί, από ύπερβολικόν ζήλον κατά των ειδώλων κινούμενοι, συνέτριβαν τά άγάλματα των αρχαίων θεών καί πολλάκις κατέστρεφαν και αύτούς τούς ναούς των. ‘Ότι δέ και εις τάς ’Αθήνας συνέβησαν τοιαύται φθοραί και καταστροφαί των παλαιοτέρων μνημείων, δέν ύπάρχει αμφιβολία. Εύτυχώς όμως τά κυριώτερα οικοδομήματα τής Άκροπόλεως δέν έβλάβησαν, άλλα μετεβλήθησαν εις χριστιανικάς εκκλησίας και ούτως έπροφυλάχθησαν από τον φανατισμόν των
χριστιανών πρώτος δέ πάντων άφηρέθη από τούς είδωλολάτρας και άφιερώθη εις τήν Παναγίαν ό Παρθενών.

Ή μετατροπή αύτού εις χριστιανικήν εκκλησίαν έγεινεν ίσως επί του αύτοκράτορος ’Ιουστινιανού, όστις έκτισεν έν Κωνσταντινουπόλη τον ναόν τής «Αγίας Σοφίας. Λέγεται μάλιστα, ότι και ο Παρθένων κατ’ άρχάς άφιερώθη ύπό τών χριστιανών εις τήν «Αγίαν Σοφίαν, άλλα τούτο δεν είναι βέβαιον. Κατά τήν με­τατροπήν δέ αύτού ύπέστη τό κτίριον μεταρρυθμίσεις τινάς σύμφωνα προς τάς άνάγκας τής χριστιανικής λα­τρείας. Καί πρώτον εις τον πρόναον αύτού, οπόθεν ήτο ή είσοδος εις τον σηκόν, κατεσκευάσθη ή όψίς τού αγίου βήματος. ’Έπειτα ήνοιξαν θύρας εις τον τοίχον, όστις έχώριζε τον σηκόν άπό τό δωμάτιον τό όποιον κατ’ έξοχήν ώνομάζετο Παρθενών καί τό μεν δωμά­τιον τούτο έχρησίμευεν εις τό εξής ως νάρθηξ, είσήρχοντο δέ εις αύτο καί δι’ αύτού εις τήν κυρίως εκκλησίαν διά τής θύρας τού οπισθοδόμου. Προ τού αγίου βήματος έκτίσθη, εννοείται, τό είκονοστάσιον ή τέμπλον μέ τάς τρεις θύρας, βραδύτερον δέ άφηρέθησαν καί οί άρχαίοι κίονες, οί όποιοι έβάσταζαν τήν στέγην τού σηκού καί άντ’ αύτών έτέθησαν δύο σειραί άλλων κιόνων, έπί τών όποιων έκτίσθη, πέριξ τών τριών πλευρών τής εκκλησίας, δεύτερον πάτωμα προωρισμένον διά τάς γυναίκας άνέβαιναν δε εις αύτό διά δύο κλιμάκων, αί οποίαι εύρίσκοντο εις τον νάρ­θηκα. Τέλος έφράχθησαν διά τοίχων καί τά μεταξύ των κιόνων της περιστάσεως διαστήματα, έκτος ολί­γων τα όποια άφέθησαν άνοικτά ως είσοδοι.

Αύταί ήσαν αί κυριώτεραι μεταβολαί, τάς οποίας οι χριστιανοί έπέφεραν εις το αριστούργημα του Ικτί­νου* καί έβλαψαν μέν αόταί τον Παρθενώνα δχι ολίγον, ούχ ήττον όμως έξηκολούθησεν ούτος καί ύπο την νέαν μορφήν του να είνε ό ωραιότερος καί μεγα­λοπρεπέστερος ναός των ’Αθηνών. Αύτός ήτο ό μη- τροπολιτικός ναός τής πολεως, καί ή Παναγία, ή όποια έλατρεύετο εις αύτόν, ώνομάζετο Άθηνίίοτισσα, ως να ήτο αύτή ή κατ’ εξοχήν προστάτις τών ’Αθη­νών, δπως άλλοτε ήτο ή Άθηνά, την όποιαν ή Πανα­γία διεδέχθη.

Οι χριστιανοί μετέβαλαν εις εκκλησίαν καί τό Έρέ- χθειον, προς τούτο δέ μετεσχημάτισαν καί αύτό εις τινα μέρη, ήτοι άφήρεσαν την άρχαίαν στρώσιν, αντί τής όποιας κατεσκεύασαν νέαν, καί εις την θέσιν τής έξ ανατολών εισόδου έκτισαν αψίδα του άγιου βήμα­τος, πρός δέ τούτοις έπλάτυναν την εις τόν δυτικόν τοίχον του προστομιαίου μικράν θύραν.

Όμοίως μετετράπησαν εις χριστιανικάς έκκλησίας καί ό ναός τής Νίκης καί ή Κλεψύδρα, άλλη δέ μι­κρά εκκλησία έκτίσθη εις την ανατολικήν στοάν τών Προπυλαίων. Καί έν γένει φαίνεται, ότι ή νέα θρη­σκεία με πολύν ζήλον έπεδίωξε νά κυριεύση καί έκχιστιανίση τήν ένδοξον αύτήν έδραν τών αρχαίων θεών. ’Άλλα τινά όμως κτίρια, όπως τα Προπύλαια,  έχρησιμοποιήθησαν ’ίσως όχι ως έκκλησίαι, άλλ’ ως
κατοικίαι· διότι γνωρίζομεν ότι ό Μητροπολίτης των ’Αθηνών διέμενεν εις την Άκρόπολιν, ’ίσως δε κατοικοΰσεν εις αύτήν και φρούραρχός τις ή άλλος επίση­μος αρχών.

Έκ των αγαλμάτων όσα ήσαν μετάλλινα ή έξ άλ­λης πολυτίμου ύλης, όπως τό χρυσελεφάντινον άγαλμα της ’Αθήνας και πλεΐστα ορειχάλκινα, άναμφιβόλως έκόπησαν και έπωλήθησαν αλλά και έκ των λίθινων πολλά συνέτριψαν οι χριστιανοί. Τά άνήκοντα όμως εις τά κτίρια, ώς άναπόσπαστα αύτών κοσμήματα, δεν φαίνεται νά τά έβλαψαν, και τοιουτοτρόπως έσώθησαν τότε αί Καρυάτιδες του Έρεχθείου, τά άετώματα τού Παρθενώνος, αί μετόπαι και ή ζωφόρος αότού και άλλα. Βεβαίως ήτο παράξενον πράγμα νά βλέπη τις τον Παρθενώνα, εντός του όποιου έλατρεύετο ή Πα­ναγία, στολιζόμενον άκόμη με τάς εικόνας τών άρχαίων θεών, τούς όποιους τόσον άπεστρέφετο ή νέα θρησκεία. ’Ακριβώς όμως ό παράξενος ούτος συνδυα­σμός έφανέρωνε καλλίτερον από κάθε άλλο την συν­έχειαν και συγχρόνως την διαφοράν δύο μεγάλων φά­σεων τής ιστορίας τού ελληνικού έθνους.

Ή διαφορά δε δεν ήτο μόνον θρησκευτική όλη ή κοινωνία και όλαι αί περιστάσεις είχαν αλλάξει. Αί Άθήναι δεν ήσαν πλέον πόλις ανεξάρτητος και αύτόνομος, άλλα μικρά έπαρχιακή πόλις μεγάλου μο­ναρχικού κράτους, τού όποιου πρωτεύουσα ήτο ή Κωνσταντινούπολις. Και όταν μεν οί βασιλείς αύτής ήσαν άνδρες φρόνιμοι, γενναίοι καί δραστήριοι, αί έπαρ
χίαι είχαν τουλάχιστον άσφάλειαν και ειρήνην και άπελάμβαναν εύημερίαν τινά όταν όμως ήσαν, όπως συνέβαινε συχνά, μαλακοί, ή έστενοχωρούντο ύπό πολ­λών συγχρόνως έξωτερικών εχθρών, τότε αί έπαρχίαι ύπέφεραν τά πάνδεινα αταξία έπεκράτει παντού, διά­φοροι βάρβαροι γείτονες εισέβαλλαν εις την χώραν καί έλεηλάτουν αότήν, οι πειρατοι άπέβαιναν εις τάς πα­ραλίας καί ήρπαζαν ότι εδρισκαν, οι δε δυστυχείς κάτοικοι, οιτινες σύν τω χρόνο είχαν γείνει όλως από­λεμοι, δεν ήξευραν πώς νά σωθούν.

Οι λόγοι, διά τούς όποιους ό άλλοτε τόσον γενναίος λαός τής Ελλάδος είχε καταντήσει τώρα τόσον άναν­δρος και απόλεμος είναι πολλοί καί δεν είναι δυνα­τόν νά έξετασθοϋν έδώ, έτιμωρήθησαν δε οι «Ελλη­νες σκληρότατα καί έπαθαν κακά, όσα ούδέν άλλο έθνος εις τον κόσμον, διότι άφησαν νά σβύση τό πνεύμα τής φιλοπατρίας,’ τό όποιον ένέπνεε τούς προγόνους των.

Αί Άθήναι φυσικά δεν έξηρούντο άπό την κοινήν κατάπτωσιν τού ελληνικού έθνους, ύπέφεραν δε καί αύταί πολλά άπό διαφόρους εχθρούς. Καί ή Άκρόπολις σπανίως είδε καθ’ όλην αύτήν την περίοδον ήμέρας, αί όποΐαι θά ήδύναντο να συγκριθουν προς τάς παλαιάς έκείνας, τάς πλήρεις δόξης καί λαμπρότητος, όταν οι σύγχρονοι τού Περικλέους ’Αθηναίοι, έλεύθεροι καί ύπερήφανοι, άνέβαιναν εις τον ιερόν βράχον, διά νά προσφέρουν εις την Άθηνάν τον νέον πέπλον καί την μεγάλην εκατόμβην. Μία δε τών σπανίων τούτων ήμερών ήτο έκείνη τού έτους 1019 μετά Χριστόν, κατά
την όποιαν ό αύτοκράτωρ της. Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ό δεύτερος έπεσκέφθη αύτήν και άνέβη εις τον Παρθενώνα διά νά προσευχηθή. Ό άνδρείος ούτος βασιλεύς, όστις έπωνομάσθη Βουλγαροκτόνος, πολλά έτη έπολέμησε πεισματωδώς προς τούς Βουλγάρους καί έπί τέλους κατετρόπωσεν αότούς έντελώς καί κατέ­στρεψε τό βασίλειόν των. Τότε κατέβη από τήν Μα­κεδονίαν, όπου εύρίσκετο, μέχρι των ’Αθηνών καί Ακολουθούμενος υπό τών νικηφόρων στρατιωτών του άνέβη με μεγάλην πομπήν εις τήν Άκρόπολιν, είσήλθεν εις τον Παρθενώνα καί έπροσκύνησε καί ηύχαρίστησε τήν Θεοτόκον διά τάς κατά τών έχθρών νίκας του, έπρόσφερε δε εις τον ναόν αύτής και πολλά πο­λύτιμα δώρα, μεταξύ τών όποιων ήτο μία χρυσή λυ­χνία (κανδήλα). Έκ τού Πειραιώς δέ άπέπλευσε με τον στόλον του εις τήν Κωνσταντινούπολή.

Ή έπίσκεψις αύτή του Βασιλείου είχε μεγάλην σημασίαν, καί εάν ή Άκρόπολις είχε ψυχήν, ολόκλη­ρος θά συνεταράσσετο επί τών θεμελίων της έκ χα­ράς, όταν ό βασιλεύς έπάτησε τό ιερόν έδαφος της. Ό Έλλην αύτοκράτωρ τής Κωνσταντινουπόλεως, αφού κατέστρεψεν ένα τών έπικινδυνοτέρων έχθρών τού έλληνισμου, ήρχετο έδώ, εις τό φωτεινότερον κέντρον τού έλληνικού γένους, νά εύχαριστήση τήν Πα­ναγίαν καί ν’ άφιερώση μέρος τών πολυτίμων λαφύρων, τά όποια είχε λάβει παρά τών έχθρών. Όλίγα έτη πρότερον οι Βούλγαροι είχαν είσδύσει δύο φοράς μέχρι τής Πελοπόννησου σφάζοντες καί λεηλατούντες καί οί

Αθηναίοι είδαν πλησιέστατα της πόλεώς των τον κίν­δυνον της τελείας καταστροφής* τώρα οί Βούλγαροι ήσαν εκείνοι, οί όποιοι τελείως κατεστράφησαν, ή σύ­ζυγος δέ καί αί θυγατέρες του βασιλέως αυτών καί πολλοί άλλοι έπιφανείς άνδρες του γένους των άπήγοντο αιχμάλωτοι εις τήν Κωνσταντινούπολή.

Άλλ’ ως είπομεν, ήμέρας τοιαύτας δεν είδε πολλάς ή Άκρόπολις* μάλιστα ή κατάστασις έχειροτέρευε καθ’ ήμέραν, καί το 1204 τό βυζαντινόν κράτος κατελύθη, πάσαι δε αί έπαρχίαι αύτοϋ περιήλθαν εις τήν κατοχήν ξένων.

 Φραγκοκρατία.

Οί καταλύσαντες τότε τήν βυζαντινήν αυτόκρατορίαν δεν ήσαν ούτε Βούλγαροι, ούτε Τούρκοι, ούτε άλλοι έκ των έχθρών, προς τούς όποιους οί Έλληνες από πολλού ήγωνίζοντο διαρκώς* ήσαν Φράγκοι, δηλαδή ’Ιταλοί, Γάλλοι, Γερμανοί καί άλλοι έκ τής δυτικής Ευρώπης, οί οποίοι συνηθροίσθησαν διά να εκστρατεύ­σουν προς άπελευθέρωσιν τού ‘Αγίου Τάφου από τούς Μωαμεθανούς. ’Αντί τούτου όμως, εύρόντες τό βυζαν­τινόν κράτος εις μεγάλην παράλυσιν, έσκέφθησαν νά κυριεύσουν αύτό καί τό έπραξαν χωρίς πολύν κόπον, άνηγόρευσαν δε ένα έξ εαυτών αύτοκράτορα τής Κωνσταντινουπόλεως, καί διεμοιράσθησαν τάς επαρχίας μεταξύ των ως υποτελείς τού αύτοκράτορος.

Ή ’Αττική, τά Μέγαρα καί αί Θήβαι έδόθησαν εις τον ’Όθωνα Δελαρόσην (de la Roche), ένα ιππότην καταγόμενον άπό την Βουργουνδίαν της Γαλλίας. Ό ’Όθων ούτος καί οι διάδοχοί του διετέλεσαν άρχοντες των ’Αθηνών πλέον των έκατόν ετών, ήτοι άπό τού 1205 έως του 1311, πρωτεύουσα όμως τού κράτους των δεν ήσαν αί ’Αθήνας άλλα αί Θήβαι* διότι αί Θήβαι είχαν τότε πληθυσμόν περισσότερον καί έμπόριον καί βιομηχανίαν μεγαλειτέραν, προς δέ τούτοις οι Φράγκοι ήγεμόνες έθεώρησαν, φαίνεται, τήν θέσιν αύτών ύπό στρατιωτικήν έποψιν καταλληλοτέραν. Άλλ’ άν και δεν είχαν τήν έδραν των εις τάς ’Αθήνας, έλάμβαναν όμως τον έπίσημον τίτλον των έκ του ονόματος τής πόλεως ταύτης διότι μεν ό ’Όθων έλέγετο Μέγας Κύρης των ’Αθηνών, εις έκ τών διαδόχων του δέ έλαβε τόν τίτλον δουκός τών ’Αθηνών, τον όποιον διετήρησαν καί οι μετ’ αύτόν.

Το 1311 ό τότε Γάλλος δούξ ένικήθη εις μεγάλην τινά μάχην πλησίον του Κηφισού ποταμού τής Βοιω­τίας καί έφονεύθη, οί νικηταί του ήσαν άγρια συμ­μορία μισθοφόρων στρατιωτών, έκ τών όποιων οι πλειστοι κατήγοντο άπό τήν Καταλανίαν, έπαρχίαν τής ‘Ισπανίας, καί διά τούτο ώνομάζοντο πάντες Καταλανοί. Ούτοι είχαν πολεμήσει πρότερον εις πολλά μέρη τής άνατολής άντί μισθού, τότε δέ προσκληθέντες ύπό του δουκός τών ’Αθηνών ως σύμμαχοι καί φιλονεικήσαντες προς αύτόν τόν ένίκησαν μέ όλον τόν στρατόν του καί τόν έφόνευσαν. Ή χήρα αύτοϋ λέ­γεται ότι κατέφυγεν εις τήν Άκρόπολιν τών ’Αθη­νών, άλλά δέν ήδυνήθη νά ύπερασπισθή αύτήν πολύν
καιρόν, καί αί Άθήναι ύπετάχθησαν εις τούς Καταλανούς, όπως καί όλη ή Βοιωτία.

Τούς Καταλανούς τούτους έξεδίωξεν από τήν Άκρόπολιν τό 1387 ό ‘Ραινέριος ή Νέριος Άτζαϊόλης, όστις κατήγετο από τήν Φλωρεντίαν τής ’Ιταλίας καί ήτο προ πολλού αρχών τής Κόρινθου. Μετά 70 δε έτη, ήτοι τον ’Ιούνιον του 1458 έξήρχετο από τήν’Ακρόπολιν διά συνθήκης ο τελευταίος διάδοχος του Ραινερίου καί τελευταίος Φράγκος ήγεμών των ’Αθηνών καί είσήρχοντο εις ’αύτήν οί Τούρκοι, οιτινες πέντε έτη πρότερον είχαν κυριεύσει καί τήν Κωνσταντι­νούπολή.

Ούτω κατελύθη ή φραγκοκρατία, ήτις διήρκεσεν εις ’Αθήνας πλέον των 250 ετών ήσαν δε οί Φράγκοι οί πρώτοι ξένοι κατακτηταί, οί όποιοι έγκαθιδρύθησαν εις τήν Άκρόπολιν. Διότι είχον μεν υποτάξει πρό­τερον οί ‘Ρωμαίοι τήν Ελλάδα, άλλ’ ^ή κυριαρχία εκείνων διέφερε πολύ’ εις τα έσωτερικά πράγματα τών ’Αθηνών οί Ρωμαίοι δεν άνεμίχθησαν πολύ καί δεν έγκατέστησαν εις αύτάς φρουράν, καμμίαν μετα­βολήν δε δεν έφεραν εις τήν θρησκείαν καί τον κοινω­νικόν βίον τών κατοίκων. Κατόπιν, όταν ό Μέγας Κωνσταντίνος κατέστησε τήν Κωσταντινούπολιν πρωτεύουσαν τού κράτους του, ή αύτοκρατορία έγεινεν ολίγον κατ’ ολίγον ελληνική. Καί ήσπάσθησαν μεν οί ’Αθηναίοι, όπως καί οί λοιποί Έλληνες, τον χριστια­νισμόν, έκ τούτου δε ήλλαξε καί τής Άκροπόλεως ό χαρακτήρ* ό λαός όμως, όστις άλλοτε έλάτρευεν εις τον Παρθενώνα την παρθένον ’Αθήναν, τώρα δέ την παρθένον Μαρίαν, ήτο ό αύτός, ώμίλει την αύτήν έλληνικήν γλώσσαν καί είχεν άρχοντας ομοδόξους και ομοεθνείς. Τώρα τα πράγματα ήσαν διάφορα.

Οι Φράγκοι ήσαν γενναίοι πολεμισταί, άλλ’ αμα­θείς και βάρβαροι, περιεφρόνουν δέ τούς Έλληνας ώς άπολέμους και έμίσουν αύτούς ώς σχισματικούς* διότι τότε πάντες οι Φράγκοι ήσαν οπαδοί του Πάπα. Τήν χώραν, τήν όποιαν κατέκτησαν, διεμοίρασαν μεταξύ των, καί οι κάτοικοι τών χωρίων ήσαν ήναγκασμένοι νά καλλιεργούν εις τό εξής κτήματα άνήκοντα εις τούς ξένους αύθέντας* όμοίως άφήρεσαν από τούς κα­τοίκους τών πόλεων τα περισσότερα δικαιώματά των, ώστε ύπό πολλάς επόψεις ή κατάστασις τού ελληνι­κού λαού ήτο τότε χειροτέρα ή κατόπιν επί τουρκοκρατίας.

’Αλλά πλήν τής ελευθερίας έπροσπάθησαν οι Φράγκοι νά καταπνίξουν καί τήν θρησκείαν τών Ελλήνων. ‘Όταν παρεδόθη εις αύτούς ή Άκρόπολις τών ’Αθη­νών, δεν ήρκέσθησαν νά διαρπάσουν τα ίερά σκεύη τών εκκλησιών καί νά διασκορπίσουν τήν βιβλιοθήκην τού Μητροπολίτου, άλλ’ έξεδίωξαν τον ορθόδοξον κλήρον άπό τον Παρθενώνα καί παρέδωκαν αύτόν εις Αατίνους ίερεΐς, ήνάγκασαν δέ καί τον άρχιεπίσκοπον νά φύγη άπό τάς ’Αθήνας καί νά ζήση πολλά έτη εις τήν νήσον Κέαν, όπου καί άπέθανεν. Ό αρχιεπί­σκοπος ούτος ώνομάζετο Μιχαήλ Άκομινάτος καί ήτο άνήρ σεβάσμιος καί πολύ πεπαιδευμένος· εις τήν θέσιν δε αύτού έστειλεν ό Πάπας τον Γάλλον Βεράρδον. Ούτως ή Άκρόπολις άφηρέθη έπί των Φράγκων από τούς Έλληνας καί δεν έπρόκειτο νά γείνη πάλιν ελ­ληνική ή μετά 61.5 έτη περίπου. Τότε δέ πρώτην φοράν από τόσους αιώνας έπαυσαν και οι ’Αθηναίοι νά έρχωνται εις τον Παρθενώνα διά νά προσευχηθούν εις την προστάτιδα τής πολεώς των, είτε Άθηνά είτε Πανα­γία ώνομάζετο. Έπί τών Φράγκων ή Άκρόπολις ήτο φρούριον, εις τό οποίον διέμενε πάντοτε στρατιωτική  φρουρά, είναι δέ πιθανόν, ότι καί τά οχυρώματα αύτής ένισχύθησαν τότε καί ηύξήθησαν διά νέων έργων* αλλά δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίαι περί τούτου. Μόνον περί ενός πύργου, όστις μέχρι τού 1874 έσωζετο εις τήν μεσημβρινήν πτέρυγα τών Προπυλαίων, απέναντι τού ναού τής Νίκης, ύπάρχει σχεδόν βεβαιότης ότι έκτίσθη έπί φραγκοκρατίας. Ό πύργος ούτος ήτο τετράγωνος έχων ύψος 26 μέτρων, έχρησίμευε δέ ως σκοπιά έπιβλέπουσα τήν θάλασσαν καί όλην τήν πεδιάδα τών ’Αθηνών* έντός αύτού έφονεύθη τό 1825 ό Όδυσσεύς Άνδρούτσος.

Έπί τών Καταλανών ό Φράγκος φρούραρχος τής, Άκροπόλεως κατοικούσεν εις τά Προπύλαια, τά όποια είχαν μεταβληθή εις κατοικίαν μεγαλοπρεπή* κατόπιν δέ κατοικούσαν εις αυτά καί οι Άτζαιόλαι. Ή κεν­τρική στοά τών Προπυλαίων, τής οποίας τήν στέγην έβάσταζαν έξ δωρικοί καί εξ ιωνικοί’ κίονες, είχε με­τασχηματιστή εις λαμπράν αίθουσαν, τήν όποιαν έθαύμαζαν οι έπισκεπτόμενοι τούς δούκας ξένοι, ή δέ Πινακοθήκη μετεβλήθη εις δουκικόν παρεκκλήσιον. Πλήν των δουκών δέ και τής ακολουθίας αότών καί τής Αναγκαίας φρουράς, κατοικούσεν έντός του φρουρίου· καί ό Λατίνος Αρχιεπίσκοπος καί άλλοι ιερείς’ ώστε δεν υπάρχει Αμφιβολία, ότι ή Άκρόπολις ήτο τότε κα­τειλημμένη από οικίας, όπως έπί των Αρχαιότατων ελληνικών χρόνων. Ή μεγάλη διαφορά όμως ήτο ότι τώρα οί κύριοι αύτής ώμίλουν γλώσσας Αγνώστους πρότερον, τήν γαλλικήν ό Δελαρόσης καί οί διάδοχοί του, τήν Ισπανικήν οί Καταλανοί καί τήν ’Ιταλικήν οί Άτζαϊόλαΐ’ εις δέ τον μητροπολιτικόν ναόν, τον Παρθενώνα, ή θεία λειτουργία έτελεΐτο εις λατικήν γλώσσαν, καί ή ελληνική ήτο έξωρισμένη από τήν Άκρόπολιν. Κάτω δέ εις τήν πόλιν καί εις τους Αγρούς ό ελληνικός λαός έζη ζωήν δούλου ύπό πάντων περιφρονουμένου.

Τουρκοκρατία.

Τούς φράγκους διεδέχθησαν το 1458, ως είδομεν Ανωτέρω, οί Τούρκοι, κατά τήν διάρκειαν δέ τής κυ­ριαρχίας αύτών ή Άκρόπολις ύπέστη καταστροφάς μεγαλειτέρας όλων τών προηγουμένων. Τών κατα­στροφών τούτων άμεσοι αίτιοι δέν είναι μόνον οί Τούρ­κοι* δύναται μάλιστα νά είπη τις, ότι όσον βάρβαροι καί αμαθείς αν ήσαν οί Τούρκοι τότε, τό μεγαλέίον όμως τών μνημείων τής Άκροπόλεως έκίνει καί αύτούς εις θαυμασμόν καί τοΐς επέβαλλε — δυστυχώς όχι πάντοτε — σέβας καί εύλάβειαν προς αύτά. Ό Μωάμεθ, ο πορθητής της Κωνσταντινουπόλεως, έπεσκέφθη δύο φοράς τάς ’Αθήνας, τό 1458 και τό 1460, καί άνέβη εις την Άκρόπολιν λέγουν δε ότι τόσον ένθουσιάσθη εξ όσων είδεν, ώστε είπεν, ότι έχρεώστει μεγάλην χάριν εις τον στρατηγόν Όμάρ πασσάν, τον κυριεύσαντα αύτήν.

Οι Τούρκοι εις πολλά έφέρθησαν όπως και οι Φράγκοι. ‘Όπως έκεϊνοι είχαν διώξει τούς Έλληνας από την Άκρόπολιν, ούτω τώρα και οί Τούρκοι έδιωξαν από αύτήν όλους τούς Φράγκους, λαϊκούς καί κληρι­κούς, καί έθεσαν φρουράν ίδικήν των. Ό φρούραρχος ώνομάζετο Δισδάρης καί κατοικοϋσεν εις τά Προπύλαια έντος τού δουκικοϋ μεγάρου, τήν αύτήν δε τύχην ύπέστη καί τό Έρέχθειον, τό όποιον ήναγκάσθη νά δεχθή τουρκικόν χαρέμι. Όλιγώτερον έξευτελισμόν έπαθεν ό Παρθενών, διότι ούτος έγεινε τζαμίον, εις τον όποιον οί πιστοί έλάτρευαν τον ’Αλλάχ καί τον προφήτην αύτοϋ Μωάμεθ· ή νέα δε αότή αλλαγή τού προορισμού του έφερε νέας μεταβολάς εις τό σχήμά του, διότι τότε, έκτος άλλων, έκτίσθη εις τήν μεσημβρινοδυτικήν γωνίαν του ναού μιναρές, τού όποιου ή κλϊμαξ σώζε­ται σήμερον ακόμη, καί από το ύψος αύτού άντήχει μακράν ή φωνή τού τούρκου ίερέως καλούσα τούς Μωάμεθανούς εις προσευχήν. Ούτως ή τύχη τού λαμπροτέρου οικοδομήματος τής άρχαιότητος ήκολούθει πιστώς τάς τύχας τού έθνους· όταν τούτο ήσπάσθη τον χριστιανισμόν, έγεινε καί αύτό χριστιανικόν, όταν πάλιν τό έθνος έκυριεύθη ύπό των Φράγκων, ό Παρθενών παρεδοθη εις Λατίνους ιερείς* όταν τέλος ή Ελλάς ύπέκυψεν εις τον οθωμανικόν ζυγόν, οίκειοποιήθη τον ναόν, όστις είχε κτισθή διά την θεάν τής σοφίας καί τής παρθενικής αγνείας, ο Τούρκος κατακτητής.

«Οπως επί των Φράγκων, υπήρχαν και επί τουρκο­κρατίας εις την Άκρόπολιν πολλαί νεώτεραι οίκίαι. διότι έκτος τής φρουράς κατοικούσαν εις αύτήν καί άλ­λοι Τούρκοι, όταν δέ ήτο κίνδυνος κατέφευγαν εις την Άκρόπολιν όλοι. «Ωστε ή όψις αύτής ήτο τότε εν­τελώς διάφορος από τήν σημερινήν* ο μεν Παρθένων, τό Έρέχθειον καί τά Προπύλαια με τάς μεταγενεστέρας βαρβάρους προσθήκας καί έπισκευάς των έπροξένουν άλλόκοτον έντύπωσιν, όλον δέ τον μεταξύ αύτών τόπον κατελάμβαναν άθλιαι μικραί καλύβαι, αί οποίαι τούτο μόνον είχαν τό έξαιρετικόν, ότι ήσαν κατεσκευασμέναι από αρχαία μάρμαρα καί ότι χάριν αύτών πολ­λά πολύτιμα έργα τής ελληνικής τέχνης είχαν συν­τριβή εις τεμάχια ή είχαν μεταβληθή εις άσβεστον.

Ούχ ήττον κατά τούς δύο πρώτους αιώνας τής τουρ­κικής κυριαρχίας τά μνημεία τής Άκροπόλεως δεν έπαθαν πολύ μεγάλας βλάβας* κατόπιν όμως αί καταστροφαί ήλθαν ή μία μετά τήν άλλην, ώφείλοντο δέ αύταί εις τούς ανθρώπους καί εις τήν όπ’ αύτών έφευρεθεισαν πυρίτιδα, τήν όποιαν είχαν άρχίσει να μεταχειρίζωνται εις τούς πολέμους, άκόμη πριν κυριευθούν αί Άθήναι υπό τών Τούρκων.

Τάς καταστροφάς αύτάς θά διηγηθώμεν συντόμως. Μίαν ήμέραν τού 1656, ήτις ήτο παραμονή μεγά
λης εορτής των Τούρκων, ο τότε δισδάρης της Άκροπόλεως Ίουσούφ άγάς άπεφάσισε νά κανονιοβολήσει την ακόλουθον πρωίαν μιαν μικράν εκκλησίαν του Αγίου Δημητρίου, ή οποία κείται απέναντι τής Άκροπόλεως, μεταξύ τού λόφου του Φιλοπάππου καί τής Πνυκός διά τής κανονιοβολήσεως αύτής ήθελε να πανηγυρίση λαμπρότερος την εορτήν του, καί παρήγγειλε να έτοιμασθή ότι ήτο άναγκαίον προς έκτέλεσιν του σκοπού του. Τήν νύκτα όμως έπεσε κεραυνός εις τά Προπύλαια, όπου ήτο ή κατοικία του καί όπου είχε σωρεύσει μεγάλην ποσότητα πυρίτιδος, από τήν έκρηξιν δε, ή οποία ήκολούθησεν, όχι μόνον έφονεύθη ο φρούραρχος με όλην τήν οικογένειαν του, άλλα δυσ­τυχώς κατέπεσε καί ή μεσαία στοά των Προπυλαίων.

Τήν ιστορίαν ταύτην διηγούντο κατόπιν οί Αθη­ναίοι καί άπέδιδαν τό θαύμα φυσικά εις τον Άγιον Δημήτριον όπως δήποτε όμως ή καταστροφή των Προπυλαίων το έτος εκείνο άπό τήν άνάφλεξιν πυρίτιδος είναι βεβαία.

Μεγαλείτεραι ακόμη ζημίαι έγειναν εις τήν Άκρόπολιν τριάκοντα έτη μετά ταύτα. Το 1684 ή δήμοκρατία τής Βενετίας έκήρυξε τον πόλεμον κατά τής Τουρκίας και ό στρατηγός αύτής Μοροζίνης έκυρίευσε τήν Πελοπόννησον, υπήρχε δε φόβος ότι θά είσβάλη καί εις τήν ’Αττικήν. Οί Τούρκοι, οίτινες έφοβούντο πρό πάντων τό πυροβολικόν των Βενετών, έσκέφθησαν νά κατασκευάσουν νέον προμαχώνα πρό τών Προπυλαίων, καί προς τον σκοπόν τούτον κατεδάφισαν τον ναόν τής Νίκης, του οποίου τούς λίθους μετεχειρίσθησαν ώς ύλικόν. Ό προμάχων ούτος έξετείνετο από τό βάθρον τού Άγρίππα μέχρι του πύργου, έπί του οποίου έκειτο ό ναός της Νίκης, καί ήτο πολύ ύψηλός, διέσχιζε δε αυτόν μία θολωτή είσοδος, ήτις έκειτο πλησίον τού βάθρου τού Άγρίππα δι’ αότής είσήρχοντο εις τό εσωτερικόν τής Άκροπόλεως.

Το 1687 ο Μοροζίνης πραγματικώς έξεστράτευσε κατά των ’Αθηνών, οί δε Τούρκοι έκλείσθησαν εις την Άκρόπολιν* οί πρόκριτοι αυτών κατέφυγαν μέ όλα τά πολύτιμα πράγματά των εις τον Παρθενώνα, εις τον όποιον είχαν άποθέσει και όλην την πυρίτιδά των, διότι ένόμιζαν ότι οί χριστιανοί δεν θά έπυροβόλουν κατ’ αύτού. ’Αλλά κατά κακήν τύχην ήπατήθησαν. Οί Βενετοί, εις τον στρατόν τών όποιων ύπηρέτουν και πολλοί Γερμανοί, πληροφορηθέντες περί τούτου, έστρε­ψαν τά κονόνιά των κατά τού Παρθενώνος και μία σφαίρα πεσουσα διά τής στέγης τού ναού εις τήν πυρίτιδα άνέφλεξεν αύτήν. Ή έκρηξις ύπήρξε φοβερά’ τό μεγαλείτερον μέρος τού Παρθενώνος μετεβλήθη εις ερείπια, άνθρωποι πολλοί έφονεύθησαν καί αίπέριξ μικραί οίκίαι ήρχισαν νά καίωνται. Οί τέσσαρες κίονες τού δωματίου, τό όποιον κατ’ εξοχήν ώνομάζετο Παρθενών, ή στέγη του καί ό τοίχος μεταξύ αύτού καί τού ση­κού, επίσης ό ανατολικός τοίχος τού σηκού όμού μέ τούς κίονας τού προνάου καί τό πλεΐστον μέρος τών μα­κρών πλευρών τού οικοδομήματος κατέπεσαν τότε.

Τοιουτοτρόπως ο ναός, διά τήν οικοδομήν τού όποιου
συνειργάσθησαν αί μεγαλοφυΐαι του Περικλέους, του ’Ικτίνου και του Φειδίου, έπεσε θύμα ίδιοτελούς πο­λέμου. Και ή θυσία αύτή ούδένα ώφέλησεν, ώς νά την είχε καταδικάσει ό Θεός* διότι ήναγκάσθησαν μέν οι Τούρκοι οκτώ ήμέρας μετά τήν καταστροφήν νά πα­ραδώσουν τήν Άκρόπολιν και ν’ άναχωρήσουν διά τά παράλια τής Μικράς ’Ασίας· άλλά καί οι Βενετοι δεν ήμπόρεσαν νά κρατήσουν πολύν χρόνον τάς Αθήνας τον δέ Μάρτιον του ακολούθου έτους ήναγκάσθησαν νά έγκαταλείψουν αύτάς. Οι ’Αθηναίοι, οι όποιοι τούς είχαν ύποδεχθή ώς έλευθερωτάς από τον τουρκικόν ζυγόν, έφοβουντο τώρα τήν έκδίκησιν των Τούρκων, και αφού μέ τάς παρακλήσεις των δεν κατώρθωσαν νά πείσουν τον Μοροζίνην ν’ άφήση τουλάχιστον φρουράν εις τήν Άκρόπολιν, άπεφάσισαν νά έκπατρισθοϋν σύν γυναικί και τέκνοις. Κατέφυγαν δέ εις τήν Σαλαμίνα, τήν Αίγιναν, τήν Κόρινθον και άλλα μέρη, τά όποία ήσαν εις τήν έξουσίαν των Βενετών, και μόλις μετά τρία έτη, αφού διά τής μεσιτείας τού Οίκομενικού· Πατριάρχου έδόθη εις αύτούς άμνηστεία υπό τού Σουλ­τάνου, έπέστρεψαν εις τήν πατρίδα των, τήν οποίαν ηύραν διηρπαγμένην καί κατεστραμμένην.

Τά αετώματα τού Παρθενώνος δεν έβλάβησαν πολύ κατά τήν μεγάλην έκρηξιν έκ των δύο δέ αετωμά­των καλλίτερα έσωζετο τότε τό δυτικόν, εις τό όποιον είκονίζετο, ώς είπομεν ανωτέρω (σ. 37), ή φιλονεικία τής Άθηνάς και τού Ποσειδώνος. Οι δύο θεοί ίσταντο εις τό μέσον, όπίσω δέ τής Άθηνάς ύπήρχαν δύο θαυ­μάσιοι ίπποι, οι οποίοι έσυραν τό άρμα αυτής. Τούς ίππους τούτους ήθέλησεν ο Μοροζινης ν’ άφαιρέσηΤ πριν εγκατάλειψη τάς ’Αθήνας, καί νά τούς μεταφέρη εις την πατρίδα του ώς λάφυρα* ένεκα άδεξιότη- τος όμως των εργατών κατέπεσαν τα αγάλματα άπό το ύψος έκείνο καί κατασυνετρίβησαν. Παρέλαβεν όμως ο Μοροζινης από τάς ’Αθήνας άλλα αρχαία, τό δεπαράδειγμα αύτου έμιμήθησαν οί αξιωματικοί του, οί όποιοι διεσκορπισαν τότε μέχρις αύτής τής Δανίας αρχαία προερχόμενα από την Άκρόπολιν των ’Αθη­νών. Τοιουτοτρόπως συνεπληρώθη τό έργον, τό όποιον άφησαν αί σφαίραι ήμιτελές.

Μετά τό άπαίσιον έτος 1687 μίαν ακόμη μεγάλην επιδρομήν κατά τών μνημείων τής Άκροπόλεως έχομεν ν’ άναφέρωμεν, την του λόρδου Έλγίνου. Ούτος ήτο πρέσβυς τής ’Αγγλίας εις την Κωνσταντινούπο­λή, κατόρθωσε δέ νά του δοθή σουλτανικόν φιρμάνιον έπιτρέπον εις αύτόν νά λάβη άπό τάς ’Αθήνας καί άλλα μέρη τής Ελλάδος όσας αρχαιότητας ήθελεν. Έλθε λοιπόν εις τάς ’Αθήνας τό 1801 καί άφήρεσε σχεδόν όλα τά έως τότε σωζόμενα άγάλματα τών αε­τωμάτων τού Παρθενώνος, τάς καλλιτέρας μετόπας καί τάς περισσοτέρας πλάκας τής περιφήμου ζωφόρου. ’Αλλά δεν περιωρίσθη μόνον εις τον Παρθενώνα, διότι άφήρεσε καί μίαν εκ τών Καρυατιδών τού Έρεχθείου καί τέσσαρας πλάκας τής ζωφόρου τού ναού τής Νί­κης, αίτινες δεν είχαν έντειχισθή εις τον τουρκικόν προμαχώνα. Αί πλάκες αύταί καί ή Καρυάτις άντικατεστάθησαν τώρα εις τάς παλαιάς θέσεις των διά πήλινων έκμαγμάτων.

Τά αρχαία, όσα ο ’Έλγιν ήρπασεν έξ Ελλάδος καί μετέφερεν εις την πατρίδα ταυ, έπώλησεν εις την ’Αγ­γλικήν Κυβέρνησιν αντί 35 χιλιάδων λιρών. Την πράξιν του δε έστιγμάτισαν τότε πολλοί καί σφοδρότερον πάντων ό μέγας ποιητής λόρδος Βύρων, ό συμπολίτης του Έλγιν. Περιηγητής δέ τις, ’Άγγλος καί αότός, έπισκεφθείς τάς ’Αθήνας ολίγα έτη μετά ταυτα, γρά­φει οτι τά μεγαλοπρεπή μνημεία τής Άκροπόλεως έπαθαν εις μόνον τό έτος 1801 μεγαλειτέρας βλάβας ή όσας είχαν πάθει όλην τήν προηγουμένην εκατονταετηρίδα.

’Αλλά το πλήρωμα του χρόνου είχεν έλθει επί τέ­λους. Τό 1821 οι ’Αθηναίοι έξηγέρθησαν μετά των λοιπών Ελλήνων καί απέκλεισαν τούς Τούρκους εις τήν Άκρόπολιν. Δεν ήτο όμως εύκολον νά τήν κυ­ριεύσουν, διότι, εις τήν μεσημβρινοδυτικήν κλιτύν τής Άκροπόλεως είχαν κτισθή κατά διαφόρους έποχάς αλ­λεπάλληλα προτειχίσματα, ώστε διά νά φθάση τις εις τήν κορυφήν τής Άκροπόλεως, έχρειάζετο νά διέλθη, όπως εις τούς παλαιούς πελασγικούς χρόνους, πολλάς πύλας. Ούχ ήττον οι Αθηναίοι κατώρθωσαν νά κυ­ριεύσουν έξ εφόδου όλα αύτά τά προτειχίσματα, οι δέ Τούρκοι περιορισθέντες εις τήν κορυφήν έστενοχωρήθησαν πολύ από τήν έλειψιν ϋδατος καί τον Ιούνιον τού 1822 ήναγκάσθησαν νά παραδοθούν. Αρχηγός τών Αθηναίων κατά τήν πολιορκίαν ταύτην ήτο ό Παναγης Κτένας, όστις έφονεύθη την ήμέραν της παραδόσεως του φρουρίου έκ της έκρήξεως ενός κανονιού.

’Ολίγον χρόνον μετά ταύτα παρέλαβε την Άκρόπολιν ο Όδυσσεύς Άνδρούτσος καί έγκατέστησεν εις αύτήν ώς φρύραρχον τον Ίωάννην Γκούραν. ’Επειδή δε τότε κατά τύχην άνεκαλύφθη ή αρχαία πηγή Κλε­ψύδρα, ήτις εις τούς προηγουμένους χρόνους ειχεν έπιχωσθή, ο Όδυσσεύς περιέλαβεν αύτήν εντός των οχυ­ρωμάτων τής Άκροπόλεως διά τής οικοδομής προμαχώνος ισχυρού, επί τού όποιου έχάραξε καί επιγραφήν σωζομένην επί μαρμάρινης πλακός πλησίον τής Κλε­ψύδρας.

Τρία έτη βραδύτερον ό αύτός Όδυσσεύς, κηρυχθείς ύπό τής Διοικήσεως τού έθνους αντάρτης καί νικηθείς, παρεδόθη εις τό πρώην ύφιστάμενόν του Γκούραν, όστις τον έκλεισεν εις τον μέγαν πύργον των Προπυ­λαίων, εκεί δε άπέθανε μετ’ ολίγον στραγγαλισθείς, ώς λέγουν.

Τό 1826 ο Τούρκος στρατηγός Κιουταχής, αφού έκυρίευσε μετά ήρωϊκήν Αντίστασιν τό Μεσολόγγιον, ήλθεν εις τάς ’Αθήνας, διά ν’ άναγκάση καί αύτάς νά παραδοθούν. Οί ’Αθηναίοι έστειλαν τάς γυναίκας καί τά τέκνα των εις τήν Σαλαμίνα καί τήν Αίγιναν, αύτοί δε μέ πολλούς άλλους Έλληνας έμειναν διά νά ύπερασπισθούν τήν πόλιν. ’Αρχηγός των ήτο ό Γκούρας· επειδή όμως οί εχθροί ήσαν πολυπληθείς, έγκατέλειψαν τήν πόλιν και περιωρίσθησαν εις τήν Άκρόπολιν. Τότε έδοξάσθη καί ο Γάλλος συνταγματάρχης ο Φαβιέρος, κατόρθωσαι εν καιρω νυκτος, διά μέσου υών τουρκικών γραμμών, νά είσαγάγη πολεμεφόδια εις το στερούμενον αύτών φρούριον. Την άνάμνησιν του κατορθώματος τούτου διαιωνίζει επιγραφή επί πλακος μαρμάρου, τεθείσα επί τού τείχους τής Άκροπόλεως, άνωθεν του θεάτρου του Ήρώδου.

Ή πολιορκία εκείνη διήρκεσεν ένδεκα περίπου μήνας καί κατ’ αύτήν έφονεύθη ό φρούραχος Γκούρας καί έτάφη προ τού Παρθενώνος. Ό Καραϊσκάκης έπροσπάθησε νά λύση τήν πολιορκίαν καί πιθανότατα θά το κατώρθωνε με τήν έξοχόν του στρατηγικήν ικανότητα, αλλά δυστυχώς έφονεύθη καί αύτός, μετά δέ τον θά­νατόν του ό στρατός του ένικήθη. Τότε οι πολιορκούμενοι, τών οποίων αί τροφαί καθώς καί τά πολεμε­φόδια είχαν πάλιν έξαντληθή, έσυνθηκολόγησαν καί έξήλθαν από τήν Άκρόπολιν φέροντες τά όπλα των.

Καί ή πολιορκία αύτή έπροξένησεν, όπως ήτο φυ­σικόν, πολλάς βλάβας εις τά αρχαία μνημεία. Είπομεν οτι το Έρέχθειον είχε μεταβληθή ύπό τών Τούρ­κων, ή καί πρότερον ίσως, εις κατοικίαν’ τότε δέ διέμενεν έντός αυτού ή οικογένεια τού Γκούρα. Οί εχ­θροί έμαθαν τούτο καί έστρεψαν τά πυροβόλα των κατά τού ωραίου κτιρίου, αί δέ σφαίραι έθραυσαν ένα κίονα καί ενός άλλου τό έπιστύλιον, ώστε ή στέγη έπεσε καί έπλάκωσεν ένδεκα ψυχάς, μεταξύ τών οποίων ήτο καί ή χήρα τού Γκούρα.

Όμοίως έβλάβη πάλιν καί ό Παρθένων, προ τής δυτικής προσόψεως τού όποιου οί Έλληνες είχαν στήσει κανονιά· οι Τούρκοι είχαν τά ίδικά των εις τον λόφον τού Φιλοπάππου* και αί σφαϊραί των έκτύπων τούς κίονας τού Παρθενώνος* από τά θραύματα δε αύτών καί άλλων συντριβόμενων μαρμάρων έφονεύοντο πολ­λοί άνθρωποι. Άλλα μεγίστη θά ήτο ή καταστροφή εάν έξετελεϊτο τό σχέδιον, τό όποιον είχαν συλλάβει οι πολιορκούμενοι πριν συνθηκολογήσουν* διότι λέγε­ται ότι είχαν αποφασίσει νά κατασκευάσουν ύπονόμους ύπό τά τείχη καί ν’ ανατινάξουν εις τον αέρα όλον τό φρούριον. ’Εάν τούτο έγίνετο, βεβαίως καί αί αρχαιότητες δεν θά εσώζοντο.

Οι Τούρκοι, αφού έγειναν εκ νέου κύριοι τής Άκροπολεως, έμειναν έντός αύτής μέχρις ότου άνεγνωρίσθη ή ανεξαρτησία τής Ελλάδος καί έκλείσθη ή ειρήνη με τήν Τουρκίαν. Τον Ιανουάριον δέ τού 1833 άπεβιβάσθη ό βασιλεύς ’Όθων εις τό Ναύπλιον καί τήν 31 Μαρτίου τού αύτού έτους παρέδωκαν τήν Άκρόπολιν εις τον αντιπρόσωπον τού βασιλέως, καί εις τάς επάλ­ξεις αύτής έκυμάτισεν ή Ελληνική σημαία.

 Μετά τήν απελευθέρωσήν.

Τό 1835, όταν ή πρωτεύουσα τού ελληνικού Κρά­τους μετεφέρθη από τό Ναύπλιον εις τάς ’Αθήνας, έσκέφθησαν νά κατασκευάσουν τό άνάκτορον τού βασιλέως εις τήν Άκρόπολιν. Άλλ ή ιδέα εκείνη έναυάγησε, καί τούτο ήτο πολύ ορθόν. Εις τό μέλλον ή Άκρόπολις έπρεπε νά μείνη άπηλλαγμένη από τον θό­ρυβον στρατιωτικών φρουρών καί αύλικών ύποδοχών, ήτο τόπος, τον όποιον είχαν αγιάσει ή θρησκεία, ή τέχνη και τά παθήματα του ελληνικού λαοϋ, εις τό έξης δε έκαστος έπρεπε νά εισέρχεται εις αύτήν, ως εις ιερόν τέμενος, με εύλάβειαν, διά νά προσκύνηση καί νά θαυμάση τά έργα των προγόνων του.

Τό έθνος ήσθάνετο ότι προς τά έργα αυτά είχε μεγάλην ύποχρέωσιν* ήσθάνετο ότι την ελευθερίαν του δέν έχρεώστει μόνον εις τά λαμπρά κατορθώματά του, αλλά καί εις την συμπάθειαν των λαών τής Εύρώπης, οί όποιοι τόσον συνέτρεξαν τον άγώνά του. Την συμ­πάθειαν όμως αύτήν έχρεώστει πάλιν κατά μέγα μέρος εις τά λείψανα τής άρχαιότητος. Τά μνημεία των ’Αθηνών καί τής άλλης Ελλάδος είχαν αρχίσει νά γίνωνται γνωστά εις την Εύρώπην από τήν εποχήν τής Φραγκοκρατίας, αργότερα δέ, μέχρι τής έπαναστάσεως, πολλοί περιηγηταί ’Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί καί άλλοι τά έπεσκέφθησαν, τά έθαύμασαν καί τά περιέγραψαν. Τάς περιγραφάς αύτάς άνεγίνωσκεν ό πολιτισμένος κόσμος με ενθουσιασμόν, συγχρόνως όμως καί με μεγάλην λύπην διά τήν εξευτελιστικήν κατάστασιν, εις τήν όποιαν εύρίσκοντο οι απόγονοι τών άνδρών, οίτινες είχαν κατασκευάσει τά αριστουργήματα εκείνα. «Οταν λοιπόν τό 1821 οί Έλληνες έπανεστάτησαν, ή κοινή γνώμη τής Εύρώπης έκηρύχθη ύπέρ αύτών καί ήνάγκασε τάς Κυβερνήσεις ν’ άναλάβουν τήν προστασίαν των.

Τοιουτοτρόπως τά άφωνα αύτά έρείπια ύπήρξαν οι εύγλωττότεροι καί ισχυρότεροι συνήγοροι τοϋ άγωνιζομένου έθνους, και τό έθνος, όταν ήλευθερώθη, ήσθάνετο ότι έχρεώστει προς αύτά όχι μόνον σέβας, διότι ήσαν λείψανα των προγόνων του, άλλα καί εύγνωμοσύνην, διότι συνετέλεσαν εις την άπελευθέρωσίν του. Την εύγνωμοσύνην του δε αύτήν άπέδειξεν αμέσως μετά την άναχώρησιν των Τούρκων.

Έξ όσων ανωτέρω διηγήθημεν, δύναται έκαστος νά σχη ματίση ιδέαν περί τής καταστάσεως, εις την οποίαν άφήκαν οί Τούρκοι την Άκρόπολιν. Παντού τά ίχνη της τουρκικής κατοχής καί των καταστροφών του πο­λέμου, παντού συντρίμματα καί ερείπια! Εύθύς κατόπιν ήρχισεν ό καθαρισμός αύτης, διά νά ελευθερωθούν μετά τούς άνθρώπους καί τά μνημεία καί ν’’ άνακτήσουν, όσον ήτο δυνατόν, τό άρχαΐον κάλλος των. Έξηκολούθησε δε ό καθαρισμός πολλά έτη καί μόλις επί των ήμερων μας έτελείωσεν. Αί μικραί άθλιαι τουρκικαί οίκίαι, αί όποΐαι έκάλυπταν όλον τον μεταξύ των άρχαίων οικοδομημάτων τόπον, κατηδαφίσθησαν καί έσαρώθησαν. Κατηδαφίσθη ό προμαχών, τον όποιον οί Τούρκοι είχαν κατασκευάσει τό 1656 προ των Προ­πυλαίων, καί έξήχθη άπό αύτόν σχεδόν όλον τό υλι­κόν τού μικρού ναού τής Νίκης, ώστε έγεινε δυνατόν νά κτισθή εκ νέου ό ναός ούτος εις την πρώτην θέσιν του. Έπειτα άφηρέθησαν όλαι αί νεώτεραι προσθήκαι, αί όποΐαι παρεμόρφωναν άλλοκότως τά Προπύλαια, τό Έρέχθειον καί τον Παρθενώνα. Άνεσκάφη τό έδα­φος τής Άκροπόλεως παντού μέχρι τού βράχου, άπό τάς άνασκαφάς δε αύτάς καί άπό τήν κατεδάφισιν τώ

υστερωτέρων οικοδομών ήλθαν εις φως πλείστα αγάλ­ματα, ανάγλυφα, έπιγραφαι και άλλα αρχαία. Τέλος κατερρίφθησαν καί τα έκτος τής Άκροπόλεως, κατά τήν δυτικήν και τήν μεσημβρινήν, αύτής κλιτόν, μετα­γενέστερα οχυρώματα, μεταξύ των οποίων ήτο καί ο ύπό του Όδυσσέως κτισθείς προμάχων τής Κλεψύδρας.

Τά νείχη όμως, τα όποια περιβάλλουν τήν κορυ­φήν του λόφου, έμειναν άθικτα, καί αύτά αντιπροσω­πεύουν τάς διαφόρους έποχάς τής ιστορίας τής Άκρο­πόλεως, από τής πελασγικής μέχρι τής τουρκικής.

 

 
 

 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!