Η ιστορία του ιερού ναού των Σταυροφόρων στο Ηράκλειο

Στην οδό Μάρκου Μουσουρου, συνέχεια της οδού 1821 του Ηρακλείου Κρήτης, βρίσκεται ο περικαλλής ναός της Παναγίας των Σταυροφόρων. Πριν ανεγερθεί ο σημερινός Ναός, στη θέση αυτή υπήρχε παλαιότερος ναός στο όνομα της Παναγίας. Λέγεται δε ότι στο ναό αυτόν εκκλησιάζονταν οι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά, όταν ήρθε από το Βυζάντιο το 961 μ.Χ. και απελευθέρωσε τη Κρήτη από τους Άραβες (Σαρακηνούς).

Ως προς τον χρόνο ανέγερσης του σημερινού ναού οι γνώμες των αρχαιολόγων διχάζονται. Ομιλούν για το 13ο η 14ο η και το 15ο αιώνα. Η ανέγερση του από τους Ενετούς τον 14ο αιώνα συγκεντρώνει τις περισσότερες πληροφορίες. Ωστόσο, υπάρχει σοβαρή μαρτυρία που τοποθετεί το Ναό σε πρωιμότερη περίοδο, τέλη του 13ου. Σε συμβόλαιο συμβολαιογράφου του Χάνδακα P. Scafton το 1271, αναφέρεται ο Frater Iacobus Priorospitalis Marie crociferorum (Καλόγηρος Ιάκωβος Κοινοβιάρχης του ξενώνος της Παναγίας των Σταυροφόρων) Ίσως στο μέλλον, καθώς και η ιστορική έρευνα προάγεται, το θέμα να φωτιστεί περισσότερο.

Ο ναός λοιπόν ήταν αφιερωμένος στην Παναγία (San-ta Maria κατά τη Λατινική προσωνυμία) και ήταν ναός του Δυτικού δόγματος. Γύρο από το ναό κτίστηκαν κελλιά και ξενώνες, για να διαμένουν μοναχοί και προσκυνητές, όταν περνούσαν από το Χάνδακα με προορισμό τους Αγίους Τόπους γι αυτό και ο ναός προσονομάστηκε Παναγία των Σταυροφόρων. Η ονομασία όμως αυτή δεν προέρχεται από τους σταυροφόρους η τις σταυροφορίες,δήθεν ότι χτίστηκε από αυτούς γεγονός που προκύπτει από τη χρονολογική κατάταξη των γεγονότων. Καθότι η σταυροφορίες και οι οκτώ έγιναν μέχρι το 1265, ενώ ο ναός κτίστηκε στις αρχές του 14ου αιώνα. Η ορθότερη λοιπόν ονομασία, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι Παναγία των Σταυροφορούντων,δηλαδή των φερόντων σταυρόν, προφανώς εκ του μοναχικού τάγματος στο οποίο ήταν αφιερωμένος.

Εύρισκαν λοιπόν στο μοναστηριακό αυτό συγκρότημα ανάπαυση και φιλοξενία οι ταξιδιώτες, προσκυνητές των Αγίων Τόπων. Διότι ο ναός αναφέρεται από τις πηγές στα μεγάλα μοναστηριακά συγκροτήματα από τον πρώτο αιώνα της Ενετοκρατία (13-17).

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι, μέχρι το 1950ο ναός ήταν γνωστός στο λαό του Ηρακλείου ως Άγιος Μάρκος. Διότι κατά τη μακρά περίοδο της δουλείας ήταν φυσικό να αδυνατίσει η παράδοση ότι ο ναός ήταν χριστιανικός αφιερωμένος στη Θεοτόκο, και εφόσον μάλιστα ανήκε στο καθολικο δόγμα και έφερε ξενόγλωσση ονομασία Santa Maria. Αυτό δε σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέσα στο ναό βρέθηκε η εικόνα του Ευαγγελιστού Μάρκου, προστάτου των Ενετών, τον οποίο εκτιμούν ιδιαίτερα ως πολιούχο, με το σύμβολο του Ευαγγελιστού, που είναι λέων πτερωτός η μη.

Ενώ ο Άγιος Μάρκος είναι άλλος ναός των Ενετών, όπου λειτουργούσε παλαιότερα ο κινηματογράφος Μινώα, σήμερα δεν η γνωστή Βασιλική του Αγίου Μάρκου.

Αρχιτεκτονική

Το μνημείο είναι εκ τον καλυτέρων ενετικών μνημείων του Ηρακλείου. Είναι τρίκλιτος ξυλόστεγος Βασιλική. Αλλά πριν αναφερθούμε στην αρχιτεκτονική της θα κάνουμε μια γενικότερη αναφορά στην αρχιτεκτονική της Βυζαντινής Βασιλικής. Έτσι ονομάζονται τα επιμήκη ευκτήρια οικοδομήματα, τα οποία χωρίζονται εσωτερικά με κιονοστοιχίες σε κλίτη. Στην ανατολική στενή πλευρά είναι εφοδιασμένα με ημικυκλική εξέχουσα αψιδα (κόγχη), στη δυτική δε με στενομήκη νάρθηκα. Ο όρος (Βασιλική) δεν δημιουργήθηκε από τους Χριστιανούς. Προέρχεται από τους Ρωμαίους ειδωλολάτρες (bacilica), οι οποίοι ονόμαζαν έτσι τα κτίσματα της Ρωμαϊκής αγοράς, δηλαδή πολύστυλα οικοδομήματα χρησιμοποιούμενα για εμπορικές συναλλαγές. Αλλά και οι Ρωμαίοι τόσο το όνομα τους, όσο και το σχέδιο των Βασιλικών τα είχαν παραλάβει εκ των Αρχαίων Ελλήνων. Έτσι οι κοσμικές Ρωμαϊκές βασιλικές προήλθαν εκ των αρχαίων Ελληνικών στοών, δηλαδή από τα μεγάλα και στενομήκη υπόστυλα οικοδομήματα. Από απόψεως μορφολογίας η βασιλική διαιρείται πάντοτε σε κλίτη η δρόμους (δρομικές βασιλικές). Τα κλίτη είναι συνήθως τρία εκ των οποίων το μεσαίο είναι ευρύτερο και ψηλότερο. Αλλά είναι δυνατόν τα κλίτη να είναι και πέντε ακόμα και παραπάνω, όπως στη Ρώμη, την Αφρική, την Καρχιδόνα. Οι κίονες είναι αράβδοτοι και φέρουν κιονόκρανα συνήθως κορινθιάζοντα. Τα παράθυρα δίλοβα η τρίλοβα, ώστε να επιχέεται άφθονο φως. Το μεσαίο κλίτος καλύπτεται με στέγη αμφίκλινη (σαμαρωτή), ενώ τα πλάγια με μονόρικτη (επικλινή).

Περίοδος Τουρκοκρατίας 1669-1898

Το Σεπτέμβριο του 1669 οι Τούρκοι κατέλαβαν τον Χάνδακα και μετέτρεψαν τον ναό σε τουρκικό τζαμί. Για την εκπόρθηση και κατάληψη του αγωνίστηκε ο Ατζεβουτ πασάς. Γι αυτό οι Τούρκοι και έδωσαν σε αυτόν τον ναό, το οποίον μετέτρεψε σε τζαμί από τους πρώτους. Ο ναός μετονομάστηκε τότε, (τέμενος Ατζεβούτ), σε γλώσσα δε του λαού (τέμενος Αγκαβούτ). Ο ναός είχε πολλά τόξα, το τόξο λέγεται στην τουρκική (κουχιακ) γι αυτό το τέμενος προσωνομάστηκε (Κιουχιακλή) η (χουσακλή), ταζμί δηλαδή με πολλά τόξα και καμάρες. Στην επίσημη εφημερίδα (Κρήτη) σε πλειστηριασμό, τον οποίο εξεθεσε ο δικηγόρος Αριστείδης Σεργιανίδης, ο μετέπειτα αρμοστής της Ελλάδος στη Σμύρνη, το Τέμενος ονομάζεται (Κουσακλή Τζαμίσι) και η προ αυτού οδός ονομάστηκε (Κουσακλή Τζαμί).

Κατά τα τελευταία χρόνια το τέμενος χρησιμοποιήθηκε και ως τυπογραφείο. Στα έτη δε 1885-1888 λειτούργησε μέσα σε αυτό και το τυπογραφείο της εφημερίδας <Μίνως> που μεταφέρθηκε στις 12 Ιανουαρίου εις <Κουσακλή τζαμί> ονομάζει δε και αυτή το Τέμενος <Αγκεπουτ>. Εντός δε του Ναού κατά την κατάληψη της πόλεως υπό των Τούρκων εσφάγησαν περί τα 200 γυναικόπαιδιά που είχαν καταφύγει εκεί προς προστασία.

1922

Τον Αύγουστο του 1922 κρίθηκε οριστικά η αστική και θρησκευτική τύχη του τεμένους. Κατελήφθη από τις ελληνικές αρχές για την στέγαση των εκ της Μικράς Ασίας προσφύγων μέχρι το 1934.

Β παγκόσμιος πόλεμος

Μέχρι της εκρήξεως του Β Παγκοσμίου Πολέμου (1939) το μνημείο διετηρείτο άτρωτο. Κατά τη μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου 1941) οι Γερμανοί οργισμένοι για τη σθεναρή αντίσταση της Κρήτης, την οποία δεν περίμεναν, βομβάρδισαν ανηλεώς και αδιάκριτα, χωρίς να υπολογίζουν ούτε ναούς, ούτε μνημεία, νοσοκομεία η μουσεία. Ο ιστορικός Ναός της Παναγίας των σταυροφόρων δεν ήταν δυνατόν να διαφύγει τη μανία των επιτιθέμενων. Από τον ανηλεή εκείνο βομβαρδισμό η στέγη, τα κουφώματα, ο μιναρές, το εξωτερικό κεραμοσκεπές προαύλιο κατέρρευσαν. Τα τόξα, οι κίονες, οι καμάρες και μέρος του σημερινού Ιερού βήματος παρέμειναν άτρωτα και διεκρίνετο σαφώς η αρχιτεκτονική του καλλιτεχνήματος. Το μνημείο που αριθμούσε ζωή 6 αιώνων, μετετράπη σε ερείπιο και τόπο απορριμμάτων, και ακατανόμαστης χρήσης του κάθε ασεβούς.

Μετά την απελευθέρωση σύμφωνα με το νέο νόμο ο Εμμ. Πετράκης, με αγωγή του στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, ζήτησε και πέτυχε την ακύρωση της κατοχικής εκείνης αγοραπωλησίας και το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του. Αλλά η αλλαγή στα χέρια διαφόρων ιδιοκτητών δεν σταματάει μέχρις εδώ. Ασφαλώς η θεία πρόνοια που τα πάντα αισίως κατευθύνει, συνετέλεσε, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο το μνημείο ήταν προορισμένο. Και δεν αποτελεί αυτό μία απλή εικασία, αλλά διαφαίνεται από την όλη εξέλιξη των γεγονότων από τούδε και εξής. Το φθινόπωρο του 1954 ο Εμμ. Μαρκάκης επισκέφτηκε τον συμβολαιογράφο Άντ. Γιάνναρη και του ζήτησε τη σύνταξη συμβολαίου αγοραπωλησίας, με το οποίο πουλούσε το ερείπιο του ιστορούμενου Ι. Ναού, στη Μαρία Πορταλάκη. Την επομένη όμως, όταν επρόκειτο να υπογραφεί το συμβόλαιο, η Μαρία Πορταλάκη, από σχετικη συζήτηση, έμαθε ότι το ερείπιο αυτό ήταν Ιερός Ναός, αρνήθηκε την αγορά του και δήλωσε ότι, <δεν επιθυμεί να κτίσει το σπίτι της σε χώρο που ήταν Ιερός Ναός>. Και έτσι η αγοραπωλησία ματαιώθηκε.

Αναστήλωση του μνημείου

Η ερανική επιτροπή διενήργησε τον έρανο. Προσέφεραν οι ενοριακοί ναοί και τα μοναστήρια. Στο ίδιο διάστημα έγινε και μεταξύ των συμβολαιογράφων. Εν τω μεταξύ η εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έκαμε αναφορά στην αρμόδια υπηρεσία Αναστηλώσεων του Υπουργείου Προεδρίας της κυβερνήσεως, και ζήτησε την έγκριση αγοράς του ερειπίου και την αναστήλωση του. Η αρμόδια Επιτροπή με την υπ αριθμ. 11144/464 23-2-1957 απόφαση της, ενέκρινε την αγορά και ζήτησε την έγκριση της αναστηλώσεως από το αρμόδιο Αρχαιολ. Συμβούλιο. Η εφορία Βυζ. Αρχαιοτήτων αγόρασε το ακίνητο από τον ιδιοκτήτη Εμμ. Μαρκάκη. Το δε Αρχαιολ. Συμβούλιο με την υπ αρθιμ. 23-31-5-1958 πράξη ενέκρινε την αναστήλωση με δαπάνες της Ι. Μητροπόλεως. Μετά τις παραπάνω εγκρίσεις η εφορία Βυζ. Αρχαιοτήτων σε συνεργασία με την Ι. Μητρόπολη και τους αρμόδιους μηχανικούς, έκαμαν, αποτύπωση του σχεδίου του Ιερού Ναού με βάση τα υπάρχοντα υπολείμματα και μελέτες των διαφόρων εργασιών, οι οποίες υποβλήθηκαν στην υπηρεσία αναστηλώσεων. Επίσης ανέλαβε την αναστήλωση των φθαρμένων κολωνών και τόξων, με την ίδια πέτρα (λευκόλιθο). Ανέλαβε επίσης την ανοικοδόμηση της προσόψεως και του Πρόναου, που ήταν τελείως κατεστραμμένη πάνω στα παλιά θεμέλια, με λευκόλιθο όπως ήταν και πριν…

Τις εργασίες ανέλαβε ο εργολάβος Κ. Γ. Κασιμάτης, και την επίβλεψη ο μηχαν. Ιωάννης Βαρκαράκης. Λίγο αργότερα η Εφορ. Βυζ. Αρχαιοτήτων ανέθεσε τις μελέτες και την επίβλεψη των υ6πολοίπων εργασιών στον Αρχιτέκτονα Ιωάννη Τζομπανάκη και τη συνεργάτιδα του Έρη Μαθιουδάκη, η οποία στη συνέχεια εξεπόνησε τα σχέδια του τέμπλου, των αναλογίων των ιεροψαλτών, των προτύπων πολυελαίων, των εικονοστασίων του Ευαγγελισμού και του Αγίου Γεωργίου, του Παγκαρίου και των τριέδρων δρύινων καθυσμάτων.

Στο Διοικητικό Συμβούλιο (σύμφωνα με το καταστατικό) είχε συμμετοχή άνευ ψήφου και ο ιερεύς Ευάγγελος Πιτσουλάκης, εφημέριος της ενορίας του Αγίου Μηνά, στον οποίο υπήγετο ο αναστηλούμενος Ιερός Ναός, και ο οποίος με ζήλο επιδόθηκε στα καθήκοντα του. Όλα τα μέλη του Συλλόγου και πολλοί άλλοι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, εκτός από τις τακτικές μηνιαίες συνδρομές των, προσέφεραν ως δωρεές χρήματα, χρυσά και αργυρά κοσμήματα και νομίσματα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της γερόντισσας Ευρυδίκης Σαράφογλου. Με θρησκευτική έκσταση και δάκρυα στα μάτια προσέφερε ολόκληρο τον οικογενειακό θησαυρό της, που είχε διασώσει από τη Μικρασιατική καταστροφή, σε χρυσά νομίσματα με τα εξής λόγια, <Πάρετε τα όλα, να χτίσετε γρήγορα το σπίτι της Παναγίας>.

Έτσι, συνέχεια σε όλη τη διάρκεια της αναστηλώσεως, μόλις τελείωναν τα χρήματα και επρόκειτον να σταματήσουν οι εργασίες, την επομένη παρουσιάζονταν ένας η περισσότεροι δωρητές και προσέφεραν χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών.

Κατά την περίοδο της αναστήλωσης και μέχρι το 1962, ο ναός παραμένει ασκεπής και το πρόβλημα ήταν ότι η μεγάλη επιφάνεια και η ξύλινη κεραμοσκέπαστη απαιτούσαν μεγάλη δαπάνη και τα χρήματα είχαν τελειώσει, οι εργασίες λοιπόν σταμάτησαν. Οι δωρεές όμως των ευσεβών χριστιανών κάνουν και πάλι το θαύμα τους και έτσι οι εργασίες κατασκευής της στέγης συνεχίζονται και τελειώνουν το Μάρτιο του 1963. Την 25 Μαρτίου του 1963 τελείται η πρώτη Θεία Λειτουργία, χοροστατούντος στον εσπερινό του Σεβασμιωτάτου κ. Ευγενείου.

Την 5ην Νοεμβρίου του 1965 η Ιερά Μητρόπολη διόρισε εκκλησιαστικό Συμβούλιο και ανέθεσε σε αυτό τη διαχείριση του Ιερού Ναού (μέχρι τότε την είχε ο Σύλλογος Αναστηλώσεως). Έκτοτε ο Ναός άρχισε να λειτουργεί σαν παρεκκλήσιο του Αγίου Μηνά.

Τα εγκαίνια του Ναού πραγματοποιήθηκαν υπό του αείμνηστου αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγένιου, στο όνομα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την Κυριακή, 5 Ιουνίου του 1971.

Τα στοιχεία που παρατίθενται αντλήθηκαν από το βιβλίο που πωλείται εντός του Ιερού Ναού, με τίτλο (Ιερός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Παναγίας των Σταυροφόρων).

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter
Click to rate this post!
[Total: 1 Average: 5]

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!