Η λειτουργία των δημοτικών σφαγείων Αρχανών

 

Το ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν σφαγεία δημοτικά στις Αρχάνες και λειτουργούσαν με μισθωμένη τη χρήση τους από το Δήμο, αποδεικνύεται και από τα διπλότυπα με τα οποία εισέπραττε το φόρο, επί των σφαζομένων ζώων, ο τότε δημοτικός εισπράκτορας Αρχανών Εμμανουήλ Κιρκικάκης1.

Επίσης γνωρίζουμε ότι ο Δήμος Αρχανών, αμέσως μετά τη συγκρότησή του, το 19ο αιώνα, καθιέρωσε το θεσμό του Κοινοτικού ιατρού ο οποίος φρόντιζε για την υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη των απόρων κατοίκων, αλλά συγχρόνως του είχαν ανατεθεί και αστυατρικά καθήκοντα. Στο αρχείο του Δήμου, αλλά και της μετέπειτα Κοινότητας των Επ. Αρχανών, συχνά συναντούμε τέτοιους ελέγχους επί των σφαζομένων ζώων από τους Δημοτικούς ιατρούς, πράγμα που είχαν σκοπό, εκτός από το έσοδο των φόρων, και την προστασία της υγείας των πολιτών. Βέβαια η σφαγή ζώων σε αποθήκες, σε μάντρες και αυλές δεν εξαλείφτηκε αυτόματα. Τούτο επιτεύχθηκε ύστερα από την πάροδο πολλών χρόνων, αλλά τουλάχιστο περιορίστηκε αρκετά και επί τέλους άρχιζε να μπαίνει κάποιος έλεγχος και φραγμός στην ασυδοσία των κερδοσκόπων των περιόδων εκείνων.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα το σφαγείο δεν είχε μία ολοκληρωμένη υγιεινή φροντίδα με τα μέτρα της εποχής μας. Τούτο αναφέρεται συχνά σε αποφάσεις των Δημοτικών συμβουλίων 1900-1920, αλλά δεν παίρνονταν και τα κατάλληλα μέτρα. Αυτό ασφαλώς μπορεί και να οφείλετο στις ανώμαλες εθνικές καταστάσεις που περνούσε η χώρα μας και που εξαιτίας τους έμπαιναν άλλες προτεραιότητες.

Μόνιμος σχεδόν καθαριστής του Δημοτικού Σφαγείου Αρχα­νών την περίοδο εκείνη, ήταν ο Ιωάννης Αντωνίου Ντουράκης, ο οποίος όχι μόνο δεν πλήρωνε μίσθωμα στο Δήμο, αλλά αμειβόταν απ’ αυτόν με 14 δραχμές τον μήνα. Ο ίδιος εκτελούσε και χρέη δημόσιου κήρυκα. Σχετικά με το θέμα του κήρυκα, σε κατάστιχο προ­ϋπολογισμού του Δήμου 1911-1918, αναφέρεται ότι ο Ιωάννης Αντ. Ντουράκης στην πλειοδοσία των ξύλων από την κοπή των δένδρων στη θέση «Μοναστηριακά» έλαβε, ως κηρύκεια, δραχμές πέντε (5).

Το 1912-1913 στο ίδιο ως άνω κατάστιχο αναφέρεται ότι ο Γεώργιος Τζενάκης, ξυλουργός, πήρε 13 δραχμές για την κατασκευή μιας ξύλινης πόρτας στο σφαγείο και για άλλες συναφείς επιδιορ­θώσεις σ’ αυτό.

Το 1920 η ίδια ως άνω πόρτα έχει ήδη καταστραφεί επειδή, γράφει, ήταν βορεινή και ο Νικόλαος Πατικαλάς τοποθετεί νέα, για την οποία λαμβάνει από το Ταμείο του Δήμου, δραχμές 57.

Το 1927 το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο Επ. Αρχανών, με Πρόεδρο το Μιχαήλ Γ. Ψαλτάκη (Ψαλτομιχάλη), διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει επαρκής επίβλεψη του σφαγείου και γι’ αυτό έχει περιέλθει σε «αθλιεστάτη» κατάσταση και λόγω αυτής ακριβώς της κατάστασης οι διάφοροι κρεοπώλες έσφαζαν μέσα σ’ αυτό άτακτα και συγκεκριμένα όπου έβρισκαν ελεύθερο χώρο, εκθέτοντας έτσι σε άμεσο κίνδυνο τη δημόσια υγεία των κατοίκων. Το αποτέλεσμα ήταν το Κοινοτικό συμβούλιο να μισθώσει, με διαγωνισμό πλέον, την καθαριότητα του σφαγείου αντί 2000 δραχ. το χρόνο, βάζοντας όμως αυστηρές προδιαγραφές για την τήρησή της2. Συγχρόνως διέθεσε 100 δραχμές στο Λεωνίδα Ζ. Μανουσάκη, σιδηρουργό, για υλικά και εργασία επιδιόρθωσης του κτίσματος.

Στην παραπάνω αναφερόμενη δημοπρασία, μίσθωσης της κα­θαριότητας του σφαγείου, τελευταίος μειοδότης αναδείχθηκε ο Δημήτριος Κυριάκου Δουνδουλάκης (Παπά-Δημήτρης), αντί 450 δρχ. λιγότερο, με την εγγύηση του Νικολ. Εμ. Αγογλωσσάκη και με πρόσθετο δικαίωμα να παίρνει και την κοπριά που θα συγκεντρω­νόταν στο σφαγείο. Για να συγκεντρώνεται προς τούτο περισσότερη ποσότητα κοπριάς, η Κοινότητα περιμάνδρωσε τον περιβάλλο­ντα χώρο με σκοπό να σταυλίζονται εκεί τα προς σφαγή ζώα, ώστε στο διάστημα που θα μεσολαβούσε για τη σφαγή να μη χάνεται η κοπριά τους.

Με τον ίδιο τρόπο ανατέθηκε και τον επόμενο χρόνο (1928) η καθαριότητα του σφαγείου στον Εμμανουήλ Μαραγκουδάκη (Αγιά-Μανώλη) τώρα μόνο με 500 δραχ. και με το δικαίωμα πάλι εκμετάλλευσης της κοπριάς τόσο του βόθρου όσο και της μάνδρας3.

Τον επόμενο χρόνο (1929) η μίσθωση της καθαριότητας του σφαγείου γίνεται από τον Κυριάκο X. I. Καλαθάκη (Μπιλτοκυριάκο) με την καταβολή στο Ταμείο της Κοινότητας μόνο 80 δρχ. και συγχρόνως να παίρνει την κοπριά του βόθρου και της μάν­δρας για δικό του όφελος4.

Το 1930 η καθαριότητα του σφαγείου ανατίθεται με πληρωμή 500 δραχ. στον Εμμαν. I. Μαραγκουδάκη καθ’ όσον φαίνεται ο τρόπος των δημοπρασιών δεν αποδείχθηκε μέχρι τότε ο καλύτερος. Συγχρόνως ο υπεύθυνος ως άνω της καθαριότητας του σφαγείου, θα μεριμνούσε και για τη μεταφορά και τον εφοδιασμό του αναγκαίου νερού που χρειαζόταν για την απρόσκοπτη λειτουργία του 5.

Το επόμενο έτος (1931) η καθαριότητα ανατέθηκε, με τον ίδιο ως άνω τρόπο, στον Χαρίλαο I. Ντουράκη, αλλά αντί 350 μόνο δραχμών και με το δικαίωμα της εκμετάλλευσης της κοπριάς του βόθρου και της μάνδρας 6.

Το επόμενο έτος (1932) η καθαριότητα του σφαγείου ανατίθεται πάλι στον Εμμ. I. Μαραγκουδάκη με την εγγύηση του Ελευθ. Αγ. Δασκαλάκη, αντί 500 δραχ. Αλλά μέσα στα καθήκοντά του ήταν, εκτός της φροντίδας της καθαριότητας του χώρου, το ασβέστωμα των τοίχων μέχρι του ύψους των κρίκων που κρεμόταν τα σφάγια, το πλύσιμο του πλακόστρωτου αγωγού που αποχετεύει τις ακαθαρσίες μέχρι το βόθρο και η καθαριότητα της παρακείμενης μάνδρας, για την εποχή που συγκεντρωνόταν και παρέμεναν εκεί ζώα. Για τα χρειώδη που θα χρειαζόταν, όπως ασβέστης, σκούπες, δοχεία λευκοσιδερένια για την μεταφορά του νερού, θα τα προμηθευ­όταν ο ενοικιαστής. Αν όλα αυτά δεν τα τηρούσε επακριβώς θα πλήρωνε ολόκληρο το ποσό των 500 δραχμών που συμφωνήθηκε να παίρνει για την καθαριότητα 7. Με τον ίδιο τρόπο συνεχίστηκε η καθαριότητα του σφαγείου και τα επόμενα 6 χρόνια.

Το 1934 γίνονται μικροδιορθώσεις στο κτίριο του σφαγείου από τον ξυλουργό Εμμανουήλ Δημ. Οικονομάκη, αξίας 169 δραχμών για τα παρακάτω είδη: 4 μάσκουλα προς 3 δρ. καθένα, 8 στηρίγματα προς 1,50 δρ., 12 καρφιά προς 0,50 δρ. το ένα, μισό κιλό μπρόκες δραχ. 8, ένα καδρόνι δρ. 46, μία κλειδαριά δραχ. 25 και εργασία δραχ. 608.

Το 1938 η καθαριότητα του σφαγείου επανέρχεται στο θεσμό της δημοπρασίας και τελευταίος μειοδότης αναδεικνύεται ο Σπύρος Αποστόλου Φωστέρης (Πίπης) με την εγγύηση του Θεοδώρου Νικολ. Μπουνάκη, αντί δραχμών 1400 και την εκμετάλλευση όλης της κοπριάς 9.

Τον επόμενο χρόνο (1939) τελευταίος μειοδότης αναδείχθηκε ο Χαρίλαος Ιωάν. Ντουράκης, με εγγύηση του Εμμ. I. Μορφιαδάκη (Μορφιάς), αντί 1300 δρ.10.

Το μέχρι τώρα περιγραφόμενο καθεστώς συντήρησης του σφαγείου Αρχανών διατηρήθηκε μέχρι και το 1962. Το 1957 όμως δια­πιστώνεται ότι το σφαγείο που είχε κατασκευαστεί πριν από 50 και πάνω χρόνια ήταν πια ακατάλληλο και δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες των ημερών, πράγμα που το διαπίστωσε και ο Νομο­κτηνίατρος από επιτόπια επίσκεψή του στις Αρχάνες. «Είναι πρωτόγονο και τελείως ασυγχρόνιστο, έγραφε, χωρίς να διαθέτει ούτε κι αυτή τη στοιχειώδη εγκατάσταση ύδρευσης για την απαραίτητη καθαριότητά του, την οποία φροντίζει αυτός που αναδεικνύεται ανάδοχος με δημοπρασία, στον οποίο παρέχεται ως αμοιβή η παραγόμενη κοπριά και για συμπλήρωση, μικρό χρηματικό ποσό».

Η κατάσταση αυτή του σφαγείου απασχόλησε σοβαρά το Δήμο μετά τον πόλεμο και έτσι μελετούσε την κατασκευή νέου σφαγείου που να συμπληρώνει τις απαιτήσεις γενικά του προορισμού του, ώστε με τον τρόπο αυτό να δημιουργηθεί ένας οικονομικός πόρος για το Δήμο.

Βέβαια ένα τέτοιο σφαγείο έπρεπε να ευρίσκεται και σε ένα ανάλογο χώρο που να μπορεί να διασφαλίσει τις προϋποθέσεις υγείας, καθαριότητας, ύδρευσης και αποχέτευσης που απαιτεί. Πάνω σ’ αυτές τις βάσεις ζητήθηκε η γνωμάτευση του Νομοκτηνιά­τρου και της ΤΥΔΚ (Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων) Νομού Ηρακλείου[1].

Αφού λήφθηκαν οι παραπάνω γνωματεύσεις και προκρίθηκε ως ο καταλληλότερος χώρος ανέγερσης εξ υπαρχής νέων σφαγείων, χώρος 125 περίπου τ.μ. λίγο πιο ΒΑ του υπάρχοντος και εντός της δημοτικής μάνδρας, ο Δήμος προχώρησε στην εν λόγω ανέγερση. Η αποπεράτωση και ο εγκαινιασμός των νέων σφαγείων έγινε το 1962 με συνολική δαπάνη κόστους 79.992 δρχ.[2].

Ομολογουμένως τα νέα σφαγεία, για την εποχή τους, θεωρήθηκαν σύγχρονα γιατί διέθεταν σύστημα ύδρευσης συνεχούς ροής, ηλεκτρική εγκατάσταση και ζεστό νερό το οποίο αρχικά διδόταν μέσω πιεστικού καζανιού, που λειτουργούσε με ξύλα και αργότερα μπήκε θερμοσίφωνας. Η δε λειτουργία του εξακολούθησε να γίνεται με μίσθωση με δημοπρασία, αλλά τώρα το μίσθωμα ήταν μεγαλύτερο γιατί τα σφάγια ήταν πολυπληθέστερα, αφού υπήρχε η ευχέρεια να καλύπτονται στα νέα σφαγεία όχι μόνο οι ανάγκες της Κωμόπολης, αλλά και άλλων οικισμών, ακόμη και μέρος του Ηρακλείου.

Είχε ακόμη οριστεί ότι η σφαγή θα γινόταν δύο φορές την εβδομάδα τακτικά και έκτακτα, σε περιόδους ζήτησης και εορτών, 4 φορές, με την παρακολούθηση κτηνιάτρου, ο οποίος θα έλεγχε επισταμένα την υγεία του ζώου πριν και κατά τη διάρκεια της σφαγής, αλλά και τις συνθήκες υγιεινής του χώρου, ώστε να δια­σφαλίζεται η υγεία των καταναλωτών, έχοντας πάντα ως συμπα­ραστάτη ένα αστυνομικό.

Το κτίριο των νέων σφαγείων αποτελείτο από τον κύριο χώρο εμβαδού 50 τ.μ., ένα άλλο χώρο 25 τ.μ. για τη σφαγή των χοίρων, μία στεγασμένη μάνδρα (αίθουσα αναμονής) για τα υπό σφαγή ζώα εμβαδού 50 τ.μ. και δύο μικρά βοηθητικά δωμάτια, ένα για το κτηνίατρο και ένα άλλο για τουαλέτα. Αρχικά τα λύματα πήγαιναν σε βόθρο, όπως προαναφέραμε, αλλά στη δεκαετία του 1975- 85 κατασκευάστηκε αποχετευτικό δίκτυο, το οποίο όμως με τον καιρό έφραξε λόγω του μικρού του εύρους και εγκαταλείφθηκε και έτσι ξαναχρησιμοποίηθηκε και πάλι ο βόθρος.

Όλοι οι χώροι αρχικά ήταν επενδυμένοι με πατητό τσιμέντο, αλλά αργότερα επενδύθηκαν με λευκά πλακάκια, οπότε ο καθαρισμός γινότανε ευχερέστερα. Σ’ αυτό βοηθούσαν και οι νιπτήρες που υπήρχαν. Ακόμη με τη βοήθεια καυστήρα, το θερμό νερό ήταν άφθονο πράγμα που επιβοηθούσε τον καθαρισμό του όλου χώρου. Αργότερα προστέθηκε και ηλιόθερμο.

Από της κατασκευής τους μέχρι και το 1976 η καθαριότητα γινότανε με μίσθωση σύμβασης έργου και ο μισθωτής πληρωνόταν από το Δήμο, ενώ τα έσοδα από τα σφάγια εισπράττονταν εξολοκλήρου από το Δήμο.

Ως καθαριστές της περιόδου εκείνης αναφέρονται ο Ιωάννης Χαριλάου Ντουράκης, ο Δημήτριος Κυρ. Δουνδουλάκης, ο Ίκα­ρος Ελευθερίου Ντουράκης, ο Μιχαήλ Ελευθ. Ντουράκης, ο Στυλ. Περισσάκης και ο Νικόλ. Σταμπουλής.

Από το 1976 και μετά, το έργο καθαρισμού και συντήρησης το ανάθεταν με πλειοδοσία. Μόνιμος σχεδόν πλειοδότης αυτής της περιόδου μέχρι και το 2000, ο Χαρίλαος Ιωάννου Ντουράκης (1950), ο οποίος αρχικά το 1976 την είχε μισθώσει με 30.000 δραχ. το χρόνο και έφθασε το 2000 να πληρώνει ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχ. Ο εν λόγω εκμισθωτής ήταν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ και εισέπραττε με αποδείξεις από τους ιδιοκτήτες 100 δραχ. για κάθε αρνί, 500 δραχ. για κάθε χοίρο και 1000 δραχ. για κάθε μοσχάρι. Επί πλέον αναλάμβανε τα έξοδα πετρελαίου του καυστήρα και τα είδη καθαριότητας[3]. Την ίδια περίοδο ο ίδιος ήταν και ο κύριος σφαγέας των ζώων.

Με τον τρόπο αυτόν φτάσαμε το 2000 μ.Χ. οπότε οι νέες απαιτήσεις της κοινωνίας αναζήτησαν νέα, περισσότερο σύγχρονα, σφαγεία με πολλαπλάσιο κι εξειδικευμένο προσωπικό, πράγματα που δεν μπορούσε να τα αποδώσει το σφαγείο των Αρχανών. Έτσι με διαταγή της Νομαρχ. Αυτοδιοίκησης έκλεισαν τα Δημοτικά σφαγεία Αρχανών κι οι ανάγκες της Κωμόπολης εξυπηρετού­νται πλέον στα νέα σύγχρονα σφαγεία που εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Μονοφατσίου του Ν. Ηρακλείου. Ανάλογα σφαγεία έχουν εγκατασταθεί και στο Δήμο Αρκαλοχωρίου, για τις Ανατολικές περιοχές του Νομού καθώς και σε Ασήμι και Μοίρες για την περιοχή Μεσσαράς.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, για το ιστορικό των σφαγείων Αρχανών, διαπιστώνουμε ότι δεν έπρεπε να καταργηθούν τα σφαγεία Αρχανών, ιδιαίτερα τώρα που υπάρχει και ο βιολογικός καθαρισμός[4]. Χάθηκε έτσι ένα σοβαρό έσοδο από το Δήμο, αλλά και η κωμόπολη έχασε χρήματα από αυτά που θα διέθεταν οι πολυπληθείς επισκέπτες της λόγω των σφαγείων. Ακόμη ότι, στα σύγχρονα σφαγεία που θα δημιουργούντο, θα έβρισκαν εργασία τουλάχιστον 10-15 άτομα πράγμα που θα μείωνε την τοπική ανεργία. Προτείνουμε στο Δήμο όπως επανεξετάσει το θέμα της επανίδρυσης συγκρο­τήματος σφαγείων τέτοιου που να καλύπτει και ένα μεγάλο μέρος των αναγκών του Ηρακλείου, πράγμα που οι Ηρακλειώτες κρεοπώλες κ.ά. θα το δουν με καλό μάτι λόγω και της κοντινής απόστασης.

 Πολλές πληροφορίες για το κεφάλαιο αυτό πήραμε από τον Χαρίλαο Ιωάννου Ντουράκη (1950) τον οποίο και από τη θέση αυτή θερμά ευχαριστούμε.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του κυρίου Νίκου Γ. Χριστινίδη τον οποίο ευχαριστούμε πολύ. Η ύδρευση των Αρχανών, 1885-1970 & το ιστορικό των δημοτικών σφαγείων τους στον 20ο αιώνα. 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter
Click to rate this post!
[Total: 1 Average: 5]

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!