Η ιστορία της Φορτέτζα το φρούριο του Ρεθύμνου (φώτο)

Σύμφωνα με μια από τις πρώτες θεωρίες που διατυπώθηκαν για το Ρέθυμνο, το ακρωτήριο πάνω στο οποίο απλώνεται σήμερα η πόλη ήταν αποσπασμένο από τη βόρεια ακτή, σχημα­τίζοντας ένα είδος βραχονησίδας την οποία ένωνε με την απέναντι στεριά στενή λωρίδα γης. Με την πάροδο των αιώνων οι προσχώσεις που προκλήθηκαν από τις βροχές και από την ίδια τη θάλασσα κάλυψαν τον κενό χώρο ανάμεσα στη νησίδα και την ξηρά, σχημα­τίζοντας το ακρωτήριο του Ρεθύμνου.

Τα νεολιθικά όστρακα που βρέθηκαν από επιφανειακές έρευνες στο βραχώδη λόφο μαρτυρούν την ύπαρξη ζωής στη φάση αυτή. Για την ύπαρξη οικισμού στα υστερομινωικά χρόνια δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως απέδειξε η αποκάλυψη λαξευτού, κτερισμένου τάφου της τελευταίας φάσης της υστερομινωικής περιόδου (ΥΜ 111 = 1350-1250 π.Χ.) στην περιοχή Μασταμπάς, καθώς και άλλων στις περιοχές Βομβόττληκτα (ΥΛΛ II περιόδου) και κοντά στη Μητρόπολη. Οι πλουσιότερες όμως και σαφέστερες μαρτυρίες για την αρχαία πόλη του Ρεθύμνου προέρχονται από τις επιγραφές και τα νομίσματα του 4ου και 3ου αι. π.Χ.

Αλλά και οι συγγραφείς του 2ου, του 3ου και του 4ου αι. μ.Χ. παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη Ρίθυμνα. Έτσι, ο Πλίνιος (1ος αι. μ.Χ.) και ο Κλαόδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) την τοποθετούν ανάμεσα στο Παντομάτριον (Πάνορμο) και την Αμφίμαλλα (Γεωργιουπολη), ενώ ο Κλαόδιος Αιλιανός (3ος αι. μ.Χ.) αναφέρει πρώτος την ύπαρξη ναού της Ροκκαίας Αρτέμιδος. Μολονότι κανένα ίχνος του ναού αυτού δε σώζεται σήμερα, η πρόσθετη πληροφορία του Η. Βellί, κατά την οποία το 1586 που επισκεύθηκε το Ρέθυμνο εντόπισε πάνω στην ακρόπολη της πόλης κίονες και λείψανα ενός αρχαίου ναού, επιβεβαιώνει ότι το αναφερόμενο από τον Κλαυδιο Αιλιανό Ιερό της Ροκκαίας Αρτέμιδος υπήρχε πάνω στο λόφο που σήμερα βρίσκεται η Φορτέτζα. Τα λαξεύματα που παρατηρήθηκαν πάνω στο φυσικό βράχο, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του φρουρίου, αποτελούν μία ακόμα απόδειξη της ύπαρξης Ιερού στο λόφο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την ανέγερση του βενετσιάνικου φρουρίου κάποια από τα κτίσματα και τις κατασκευές που συνέθεταν το Ιερό κατεδαφίσθηκαν, ενώ άλλα ενδεχομένως καλύφθηκαν από τις επιχωματώσεις που επέβαλλε η κατασκευή των προμαχώνων. Άλλωστε, ο χαρακτη­ρισμός του λόφου από τους Βενετούς ως “Παλαιόκαστρο” (= παλαιό κάστρο), δε δηλώνει τίποτε άλλο από το ότι εκεί υπήρχε οχυρός χώρος με κατάλοιπα από το παρελθόν. Για την ακριβή θέση του οικισμού της αρχαίας Ρίθυμνας τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Ωστόσο, κάποιες μαρτυρίες Βενετών σχετικά με την ανεύρεση αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια εργασιών στο λιμάνι, σε συνδυασμό με το ρωμαϊκών χρόνων ψηφιδωτό δάπεδο που βρέθηκε κατά τη θεμελίωση του Τελωνείου και το επίσης ρωμαϊκών χρόνων τμήμα οικοδομήματος με κρηπίδωμα και κίονα που αποκαλύφθηκε στο τέρμα της σημερινής οδού Αρκάδίου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός κατά τα ελληνιστικά τουλάχιστον και ρωμαϊκά χρόνια εκτεινόταν στη θέση του σημερινού Ρεθύμνου. Το ίδιο δεν αποκλείεται να συνέβαινε και με τον οικισμό της αρχαίας Ρίθυμνας που το όνομά της διατηρήθηκε ζωντανό μέχρι τις μέρες μας.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΊ, ΑΡΑΒΕΣ, ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΟΙ

Οι πληροφορίες μας για το Ρέθυμνο, τόσο για την Α’ Βυζαντινή περίοδο (325-824) όσο και κατά τη φάση της αραβοκρατίας (824-961) είναι ελάχιστες. Μοναδικοί μάρτυρες της παρουσίας των Αράβων στο Ρέθυμνο είναι τα 8 χάλκινα νομίσματα που βρέθηκαν στο χωριό Γιαννούδι και φυλάσσονται σήμερα στο αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

Η απελευθέρωση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά το 961 και η ένταξή της ξανά στη βυζαντινή αυτοκρατορία σηματοδοτεί την έναρξη της Β’ Βυζαντινής περιόδου που διήρκεσε μέχρι την άφιξη των Βενετών στο νησί, το 1204. Στη φάση αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, στο μικρό κι ασήμαντο ως τότε οικισμό του Ρέθυμνου, ήλθαν κι εγκαταστά­θηκαν 12 οικογένειες Βυζαντινών αρχόντων προκειμένου να τον ενισχύσουν.

Το σύνολο των κατοικιών περιβλήθηκε με τείχη και το Castrum Rethemi αποτέλεσε την πρώτη μορφή οχυρωμένου οικισμού, που αργότερα οι Βενετοί στα έγγραφα και τα σχεδιαγράμματά τους επισημαίνουν ως castel Vecchio.

Η περίοδος της Βενετοκρατίας τυπικά ξεκινά το 1204, οπότε με την Δ’ Σταυροφορία η Κρήτη πέρασε στα χέρια του Βονιφάτιου του Μομφερατικού που αργότερα παραχώρησε στους Βενετούς τα δικαιώματά του στη μεγαλόνησο.

Σύντομα όμως, το 1206, ο Γενουάτης πειρατής Ερρίκος Πεσκατόρε κατέλαβε το νησί και η Βενετία κατόρθωσε να το πάρει πίσω ουσιαστικά το 1210. Οι Κρητικοί αντέδρασαν στους κατακτητές κι έτσι από το 1211 ως το 1367 δεν έπαψαν να εκδηλώ­νονται επαναστάσεις, εξαιτίας των αδικιών και των πιέσεων που συχνά ασκούνταν σε βάρος τους.

Ανεξάρτητα πάντως, από τις αντιδράσεις οι Βενετοί ήταν πια οι κύριοι του νησιού κι αμέσως μετά την εγκατάστασή τους στην Κρήτη άρχισαν να εφαρμόζουν μία σειρά από διοικητικές αλλαγές με βάση το σύστημα διαίρεσης της πόλης της Βενε­τίας. Έτσι, αρχικά το νησί διαιρέθηκε σε έξι τμήματα και αργότερα, το 14ο αι., σε τέσσερα με πρωτεύουσες τα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Χάνδακο και τη Σητεία.

Σ’ ολόκληρο το νησί ανώτατη εξουσία είχε ο Δούκας (Duca) που η έδρα του βρισκόταν στο Χάνδακα. Σε κάθε μία από τις επαρχίες Χανίων, Ρεθύμνου και Σητείας διοικούσε ο Ρέκτορας (Rettore) με τη βοήθεια των δυο Συμβούλων (Consiglieri), Από το πρώτο μισό μάλιστα του 15ου αι. το κέντρο του Territorio di Rettimo εξελίχθηκε σε έδρα Λατίνου Επισκόπου. Η διοικητική αυτή αναδιοργάνωση του νησιού ωφέλησε ιδιαίτερα το Ρέθυμνο που εξελίχθηκε σε ένα από τα κυρία αστικά κέντρα του νησιού με πλούσια οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα.

ΑΠΌ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ ΤΟΥ 1571 ΣΤΗ ΡΕ0ΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453, η θέση των Βενετών στην Ανατολή άρχισε να κλονίζεται. 0 Γ βενετοτουρκικός πόλεμος (1537-1540) κόστισε στη Βενετία το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου. Κατάφεραν όμως να διατηρήσουν την Τήνο, την Κύπρο, τα έξι από τα Επτάνη­σα και την Κρήτη στην οργάνωση της στρα­τιωτικής άμυνας της οποίας άρχισαν άμεσα να ρίχνουν ιδιαίτερο βάρος.

Στο Ρέθυμνο ήδη από το 1537/38 άρχισε να καταστρώνεται πρόγραμμα οχυρωματικών έργων το οποίο ανατέθηκε στο βερονέζο αρχιτέκτονα Michele Sanmicheli. Ανάμεσα στα σχέδια που έκανε ήταν και εκείνο του χερσαίου τείχους της πόλης που θεμελιώθηκε το 1540 και ολοκληρώθηκε το 1570. Εκτός όμως από τους “επίσημους” πολέμους, οι Βενετοί είχαν να αντιμετωπίσουν και τους πειρατές που σάρωναν το Αιγαίο. Ιδιαίτερα καταστροφικές στάθηκαν οι επιδρομές του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1538, του διαδόχου του Ντραγούτ Ρεϊς το 1540 και του Ουλουτζ Αλή του 1571. Η επιδρομή του τελευταίου στις 7 Ιουλίου 1571 ήταν και η πιο καταστροφική. Ήταν η μέρα που σ’ ολόκληρο το νησί γιορταζόταν το Corpus Christi.

Η πόλη ήταν σχεδόν ερημωμένη. Οι Βενετοί άρχοντες βρίσκονταν στα γύρω χωριά οπότε οι κάτοικοι της πόλης εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και τους εκδικήθηκαν για τις πιέσεις και τις αδικίες που διέπρατταν σε βάρος τους λεηλατώντας την πόλη.

Τότε έφθασαν και οι Τούρκοι του Ουλούτζ Αλή που βρίσκοντας το Ρέθυμνο έρημο και λεηλατημένο, το τύλιξαν στις φλόγες. Τα περισσότερα σπίτια κάηκαν, τα τείχη του Castel Vecchio και το χερσαίο τείχος, που μόλις είχε ολοκληρωθεί, αφανίστηκαν. Όλα αυτά στάθηκαν η αιτία για να παρθεί η απόφαση της κατασκευής φρουρίου πάνω στο λόφο του Παλαιοκάστρου, μέσα στο οποίο σχεδίαζαν να χτίσουν και τα σπίτια της πόλης. Πράγματι το 1573, όταν ρέκτορας ήταν ο Alvise Lando έγινε η θεμελίωση του κάστρου. Τα αρχικά σχέδια έκανε ο αρχιτέκτονας Sforza Pallavicini και την επίβλεψη ανέλαβε ο μηχανικός Gian Paolo Ferrari.

 Επειδή όμως το έργο θα καθυστερούσε και οι κάτοικοι ανυπομονούσαν, άρχισαν να ξαναχτίζουν τα σπίτια τους στην παλιά πόλη χρησιμοποι­ώντας μάλιστα οικοδομικό υλικό από το χερσαίο τείχος και συχνά χτίζοντας κατοικίες δίπλα σ’αυτό. Άλλωστε, και μετά την ολοκλήρωση του περιβόλου της Φορτέτζας, διαπιστώ­θηκε ότι ο χώρος ήταν πολύ περιορισμένος για να μπορέσει να περιλάβει όλες τις κατοικίες, οπότε αποφασίστηκε ότι ο χώρος του κάστρου θα φιλοξενούσε τη βενετική διοίκηση, τη λατινική επισκοπή και τις στρατιωτι­κές αρχές σε μόνιμη βάση και θα χρησίμευε ως καταφύγιο για τους κατοίκους σε περίπτωση ανάγκης.

Με την ισοπέδωση των κτιρίων που προκλήθηκε από την καταστροφή του 1571 αλλά και από τους συχνούς σεισμούς, εξαφανίστηκαν τα στοιχεία γοτθικής αρ­χιτεκτονικής που κοσμούσαν τα αρχιτεκτονήματα της πόλης με κύρια χαρακτηρι­στικά τα δίκεντρα  οξυκόρυφα τόξα, τους θόλους, τους πλοχμούς, τις οδοντώσεις και τα φυλλώματα.

Από εκεί και στο εξής, κατά το τρίτο τέταρτο δηλαδή του 16ου αι., ο χαρακτήρας της πόλης γίνεται ανα­γεννησιακός, σύμφωνα με τα βενετσιάνικα πρότυπα. Στη φάση αυτή εντάσσεται η ανέγερση πολυτελών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων και η πόλη αποκτά, όπως και η Βενετία, κεντρική πλατεία (piazza),

Λέσχη Ευγενών (Loggia), κρήνες όπως η Rimondi, μεγάλο ηλιακό ρολόι, κεντρική οδό και μικρές παρακαμπτήριες που οδηγούσαν στους ναούς, τα μοναστήρια, τα αρχοντικά και τις απλές κατοικίες. Τα περισσότερα από τα λαμπρά αυτά οικο­δομήματα με τα ποικίλα θυρώματα, άλλοτε απλά και άλλοτε εξαιρετικά μνημειακά με παραστάδες, κίονες και περίτεχνους θριγκούς, αντιπροσωπευτική όλων των ρυθμών της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής (δωρικού, ιωνικού, κορινθιακού, συνθέτου), στέκουν ακόμα και σήμερα μάρτυρες της λαμπρής αυτής φάσης της ρεθεμνιώτικης ιστορίας.

Μέσα σ’ αυτό το αναγεννησιακό περιβάλλον, στο οποίο οπωσδήποτε υπερτερούσε το ελληνικό στοιχείο, προέκυψε η σύζευξη των δύο πολιτισμών με ιδιαίτερου ενδιαφέροντος αποτελέσματα στον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο. Λόγιοι, όπως ο Ζαχαρίας Καλλιέργης, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Μάρ­κος Μουσουρος και ο Άγγελος Βεργίκιος διέπρεψαν στην Ευρώπη, ενώ ο Γεώρ­γιος Χορτάτζης, ο Τρώιλος και ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής διακρίθηκαν για τις λογοτεχνικές τους ικανότητες και συνέβαλαν στην άνθιση της κρητικής λογοτεχνίας. Αλλά και η αναγέννηση στη ζωγραφική, όπου βέβαια η βυζαντινή παράδοση συνέχισε να διαδραματίζει το σημαντικότερο ρόλο, εκφράστηκε από καλλιτέχνες όπως ο Εμμανουήλ Λαμπάρδος και ο Εμμανουήλ Μπουνιαλής που αποτέλεσαν άξιους εκπροσώπους της Κρητικής Σχολής.

Ο Ρεθύμνιος Μάρκος Μουσούρος (1470- 1517), λόγιος και φιλόσοφος της Αναγέννησης. Στενός συνεργάτης του περίφημου Βενετού τυπογράφου ‘Αλδου Μανούτιου και του Έρασμου. Καθηγητής στα Πανεπιστήμια της Ρώμης, της Πάδοβας και της Βενετίας, επιμελήθηκε δεκάδες εκδόσεις. Χαρακτηριστικό είναι το επίγραμμα του στο «Μέγα Ετυμολογικόν” του Καλλιέργη, όπου υμνεί την αξιοσύνη των Κρητικών.

 ΑΠΌ ΤΟΥΣ ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΡΕΟΥΜΝΟΥ

Την ειρήνη που είχε καταφέρει να εξασφα­λίσει η Βενετία από το 1573 κ.ε., ώστε να διατηρήσει τις κτήσεις που της είχαν απομείνει στην Ανατολή, ήρθαν να ταράξουν οι επιδρομές χριστιανών πειρατών και κυρίως των Ιωαννιτών Ιποτών στα μέσα του 17ου αι. Καταλυτική για τη διατάραξη της ισορροπίας στάθηκε η επίθεσή τους εναντίον Τούρκων προσκυνητών στα ανοικτά της Ρόδου το 1644. Όλα έδειχναν ότι ένας μεγάλος πόλεμος πλησίαζε. Το 1645 αποβιβάστηκαν τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα στα Χανιά και αμέσως άρχισε η πολιορκία της πόλης που μετά από δυο μήνες παραδόθηκε. Ο μεγάλος βενετοτουρκικός πόλεμος του 17ου αιώνα είχε ξεκινήσει.

Στις 29 Σεπτέμβρη τα στρατεύματα του Χουσεϊν Πασά έφθασαν μπροστά στα τείχη της πόλης του Ρεθύμνου που ήδη είχε αποδυναμωθεί εξαιτίας των τακτικών επιδρομών που έκαναν από πριν οι εγκατεστημένοι πλέον στην περιοχή των Χανίων Τούρκοι. Παράλληλα, η ανεπάρκεια στρατιωτών για την άμυνα του φρουρίου, η έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού με τους χωρικούς της επαρχίας του Ρεθύμνου, ο λοιμός που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του και η αδυναμία του βενετικού στάλου να βοηθήσει λόγω της Θαλασσοταρα­χής, καθιστούσαν το Ρέθυμνο ιδιαίτερα ανίσχυρο μπροστά στον καλά οργανωμένο εχθρό. Παρόλα αυτά, όταν οι Τούρκοι άρχισαν με μανία να επιτίθενται στα τείχη της πόλης και να τα κανονιοβολούν, οι Βενετοί δεν έχασαν το κουράγιο τους. Ακόμα και όταν έγινε η μεγάλη έφοδος στον προμαχώνα της Αγίας Βαρβάρας, εγκατέστησαν δυο ρθίπβΓβ στη Φορτέτζα και ως την τελευταία στιγμή πάλευαν με κάθε μέσο για να μην πλησιάσει ο εχθρός στο κάστρο. Οι πολίτες και οι άμαχοι είχαν συ­γκεντρωθεί μέσα στο φρούριο όπου η κατάσταση ήταν δραματική λόγω του λοιμού, των τραυματιών και της έλλειψης τροφίμων και κυρίως πυρομαχικών. Όταν ο διοικητής Μίnοttο συνειδητοποίησε την αδυναμία για περαι­τέρω άμυνα σήκωσε λευκή σημαία και διαπραγματεύτηκε, ευτυχώς με ευνοϊκούς όρους, την παράδοση του Ρεθύμνου: όσοι κάτοικοι επιθυμούσαν μεταφέρθηκαν στο Χάνδακα, ενώ όσοι έμειναν έγιναν φόρου υποτελείς στο Σουλ­τάνο. Η Φορτέτζα του Ρεθύμνου παραδόθηκε στους Τούρκους στις 13 Νοεμβρίου 1646.

Από το 1646 ως τις αρχές του 20ου αιώνα

Από το 1646 ξεκινάει η περίοδος της τουρκικής κατοχής του Ρεθύμνου κατά την οποία δεν έγιναν σημαντικές αλλαγές στις βενετσιανικές οχυρώσεις. Οι Τούρκοι, πέρα από κάποιες προσθήκες και αλλαγές που φρόντισαν να κάνουν ώστε να τονίσουν την παρουσία τους στην πόλη, σε γενικές γραμμές δεν έδωσαν καμιά ιδιαίτερη σημασία στη συντήρηση των οχυρώσεων που σύντομα άρχισαν να παρουσιάζουν μία εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης.

Εκτός από το γνωστό μικρό οχυρό που έκτισαν μπροστά από την ανατολική πύλη της Φορτέτζας (το σημερινό αρχαιολογικό μουσείο) για λόγους κάλυψής της, όλες οι άλλες μαρτυρίες για οχυρωματικά έργα είναι αόριστες. Για την εικόνα που παρουσίαζε το Ρέθυμνο στη φάση αυτή πολύτιμος οδηγός μας συνεχίζουν να είναι τα σχεδιαγράμματα και οι χάρτες της εποχής, μολονότι στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα σχέδια που έγιναν στο β’ μισό του 17ου αι. δεν παρουσιάζουν με ακρίβεια την πόλη της εποχής αυτής αλλά την πόλη όπως ήταν στα τελευταία χρόνια της βενετοκρατίας.

Οι τουρκικές επεμβάσεις, με τα τζαμιά, τους μιναρέδες και τα σαχνισιά, θα αρχίσουν να επισημαίνονται στα σχέδια που γίνονται από το 18ο αιώνα κ.ε.

Για την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη στις αρχές του 20ου αιώνα, ανεκτίμητες είναι οι πληροφορίες που παρέχει το μνημειώδες έργο του Giuseppe Gerola, Monumenti Veneti nell isola di creta. Όταν ο Gerola επισκέφθηκε το Ρέθυμνο, η ανοικοδόμηση της νέας πόλης είχε ξεκινήσει, αλλά ευτυχώς διασώζονταν ακόμα πολλά τμήματα από τις βενετσιάνικες οχυρώσεις, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί με τις τούρκικες επεμβάσεις.

Ο Γάλλος περιηγητής J. Pitton Tournefort, στο σχέδιο αυτό του 1700, δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι Τούρκοι στην πόλη του Ρεθύμνου και στο λόφο της Φορτέτζας: η πόλη έχει γεμίσει μιναρέδες, ο οχυρωματικός περίβολος δε διακρίνεται καθόλου και μέσα στη Φορτέτζα, στη θέση του καθεδρικού ναού, έχει κτιστεί τζαμί με μιναρέ.

 Στον τοπογραφικό χάρτη του Άγγλου αξιωματικού του ναυτικού G. Wilkinson, που σχεδιάστηκε το 1850, δίδεται η πλήρης εικόνα του Ρεθύμνου, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέσα στο 18ο αιώνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα οικοδομικά τετράγωνα μέσα στο φρούριο της Φορτέτζας που δείχνουν ότι ο λόφος κατοικήθηκε την εποχή της τουρκοκρατίας, το πενταγωνικό οχυρό που έκτισαν οι Τούρκοι στα ανατολικά της κεντρικής πύλης της Φορτέτζας για να την προστατεύσουν καθώς και η προσθήκη που έκαναν στο ανατολικότερο τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου της πόλης.

Η Φορτέτζα στα νεώτερα χρόνια

Αν και οι Βενετοί δεν κατάφεραν να πείσουν τους ρεθυμνιώτες να κατοικήσουν μέσα στη Φορτέτζα, δεν έγινε το ίδιο και με τους Τούρκους οι οποίοι έχτισαν σπίτια μία πληθώρα κατοικιών μέσα στα τείχη. Με την αποχώρηση των Τούρκων από το Ρέθυμνο η φτω­χολογιά της πόλης άρχισε σιγά-σιγά να μετακομίζει στο λόφο και να χρησιμοποιεί τα κενά σπίτια.

Στη διάρκεια της κατοχής από τους Γερμανούς η Φορτέτζα χρησιμοποιήθηκε σαν τόπος φυλάκισης και εκτέλεσης πατριωτών. Οι Γερμανοί μάλιστα τοποθέτησαν ένα μεγάλο πυροβόλο στο όρυγμα του προμαχώνα του Αγίου Νικολάου το οποίο επιτηρούσε όλο το Ρέθυμνο από τη μεριά της θάλασσας.

Μετά την κατοχή, στο φρούριο κατοίκησαν πένητες και ιερόδουλες. Σπίτια ιερόδουλων υπήρχαν επίσης και σε όλη την οδό Χειμάρρας με αποτέλεσμα η περιοχή να υποβαθμιστεί για αρκετά χρόνια. Στη δεκαετία του 1960 η πολιτεία προσέφερε στη φτωχολογιά που κατοικούσε στο φρούριο κατοικίες έξω απ’ την πόλη και κατεδάφισε όλες τις τρώγλες μέσα σ’ αυτό. Στα επόμενα χρόνια άρχισε η διαδικασία συντήρησης και αποκατάστασης του φρουρίου. Σημαντική ήταν η μελέτη ανάδειξής του από το μεγάλο Έλληνα αρχιτέκτονα Πικιώνη, που όμως δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ σημείο αναφοράς για την Φορτέτζα παραμένει η μελέτη της Δρ. αρχιτέκτονος Στεριώτου.

Στα πλαίσια ανάδειξης του χώρου διαμορφώθηκε το θέατρο «Ερωφίλη” στον προμαχώνα του Αγίου Ηλία, όπου κάθε καλοκαίρι από το 1986 κ.ε. πραγματοποιουνται οι κύριες εκδηλώσεις του φημισμένου πια “Αναγεννησιακού Φεστιβάλ” Ρέθυμνου.

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Ο οχυρός περίβο­λος της Φορτέτζας του Ρεθύμνου που χτίστηκε από του Βενετούς πάνω στο λόφο του Παλαιο­κάστρου στα βόρεια της πόλης διατηρείται ως σήμερα σχεδόν ακέραιος και με αναλλοίωτη την αρχική του χάραξη.

Το μήκος του φθάνει τα 1307 μ. και περιλαμβάνει τέσσερις προμαχώνες, τρεις στη νότια πλευρά (Αγίου Παύλου ή S.ta Maria, Αγίου Ηλία και Αγίου Λουκά) και έναν στην ανατολική (5. Salvatore ή Αγίου Νικολάου), που αποτελούν τις κύριες θέσεις άμυνας, καθώς και τα ευθύγραμμα τείχη που ενώνουν τους προμαχώνες (cortine). Στη δυτική και τη βόρεια πλευρά το βραχώδες έδαφος επέβαλε την κατασκευή απλού τείχους με τρεις προεξοχές (Αγίου Πνεύματος, Αγίας Ιουστίνης, Αγίου Σώζοντος) που έγιναν με οδηγό τα βράχια του λόφου και που εξασφάλιζαν την επιτήρηση της ακτής, της ενδιάμεσης βόρειας cortina καθώς και της βοηθητικής βόρειας πυλίδας. Εκτός από το συνολικό σχήμα χάραξης του φρουρίου που είναι μη κανονικό και οι ίδιοι οι προμαχώνες δεν είναι πλήρεις και μάλλον χαρακτηρίζονται “ημιπρομαχώνες” (Semibastion). Πιο συγκεκριμένα, έχουν δυο μέτωπα και η γωνία ποικίλει στον κάθε προμαχώνα. Αλλά και τα πλευρά τους δεν είναι πλήρη: π.χ στον προμαχώνα του Αγίου Λουκά δεν υπάρχει δεύτερο πλευρό, ενώ και στους τέσσερις το ένα μόνο πλευρό αποτελείται από το orecchione (spalla με κυκλική απόληξη και από μικρό ευθύγραμμο τείχος που ενώνει το orecchione με την cortina. Το μικρό αυτό τείχος αντιστοιχεί στη “χαμηλή πλατεία όπου τοποθετούσαν τα κανόνια που εξασφάλιζαν τη βασική άμυνα του φρουρίου.

Το τείχος του περιβόλου που το μέγιστο πάχος του φθάνει τα 1,74μ., συγκρατεί τις επιχωματώσεις εξωτερικά και έχει κτιστεί με κανονικές

ορθογωνικές πέτρες ενώ εσωτερικά αποτελείται από απλή τοιχοποιία. Από κάτω προς τα πάνω χωρίζεται στα εξής τμήματα: scarpa. cordone και parapetto. Η scarpa, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα του τείχους σε ύψος και φθάνει μέχρι το έδαφος του εσωτερικού του φρουρίου, είναι κεκλιμένη για να συγκρατεί τις επιχωματώσεις και για να αντικρούει τα βλήματα των πυροβόλων όπλων.

Το cordone, που συνίσταται από μία σειρά λίθων με ημι κυκλι­κή απόληξη εξωτερικά είχε κυρίως διακοσμητικό ρόλο αλλά παράλληλα εμπόδιζε την αναρρίχηση στο τείχος. Τέλος, το parapetto είναι το τμήμα του τείχους πάνω από το cordone στο οποίο ανοίγονται οι κανονιοθυρίδες και οι πολεμίστρες ενώ παράλληλα εξασφαλίζει την κάλυψη των στρατιωτών. Πίσω από το parapetto, στο βόρειο τμήμα του περιβόλου, υπάρχει ένα είδος υπερυψω­μένου διαδρόμου (banchetta) για τη διακίνηση των στρατιωτών πίσω από το τείχος.

Στην ανατολική πλευρά του οχυρού περιβόλου ανοίγεται η κεντρική πόλη του Φρουρίου, ανάμεσα στους προμαχώνες του Αγίου Παύλου και του Αγίου Νικολάου.

Η θέση της εισόδου

Στις παραστάδες του εξωτερικού θυρώματος της πύλης που είναι χτισμένο με ορθογωνικές πέτρες, διαμορφώνονται βάσεις και επίκρανα πάνω στα οποία στηρίζεται το τόξο της εισόδου. Πάνω από το κλειδί του τόξου σχηματίζεται ορθογωνική εσοχή μέσα στην οποία θα πρέπει να ήταν τοποθετημένο ανάγλυφο με το λέοντα του Αγίου Μάρκου, έμβλημα της βενετικής δημοκρατίας. Γύρω από το εξωτερικό θύρωμα σχηματίζεται παραλληλόγραμμο πλαίσιο με ημικυκλική την άνω του πλευρά.

Επιλέχθηκε σοφά μια και από τα ανατολικά το φρούριο διέτρεχε μικρότερο κίνδυνο επίθεσης, ενώ παράλληλα η πρόσβαση σ’ αυτήν από την πόλη ήταν άμεση. Οι δύο προμαχώνες στα βόρεια και στα νότια της εξασφάλιζαν την κάλυψή της, ενώ από τα ανατολικά έμενε ουσιαστικά ακάλυπτη, μια και το πενταγωνικό οχυρό που υψώνεται μπροστά της (σημερινό αρχαι­ολογικό μουσείο) δεν υπήρχε στα χρόνια της βενετοκρατίας αλλά αποτελεί τουρκική προσθήκη.

Η κεντρική πύλη συνολικά αποτελείται από μία στοά μήκους 26,80μ. και πλάτους 3,80μ. και καλύπτεται από ημικυλινδρικό θόλο.

Η στοά καθώς και οι τρεις χώροι που ανοίγονται στα βόρεια της και καλύπτονται επίσης με ημικυλινδρικους θόλους, έχουν διαμορφωθεί μέσα στις επιχωμα­τώσεις του τείχους. Εκτός από την κεντρική πύλη, οι ανάγκες εφοδιασμού ενός φρουρίου με τρόφιμα και πολεμοφόδια σε περίπτωση πολιορκίας, επέβαλαν την κατασκευή και άλλων βοηθητικών πυλίδων σε κατάλληλα σημεία του οχυρού περιβόλου. Στη Φορτέτζα υπάρχουν δύο πυλίδες, μία στη δυτική πλευρά και μία στη βόρεια.

Τη βόρεια συνέδεε μονοπάτι με την ακτή, όπου με τη βοήθεια σκάλας υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης σε μικρά πλοιάρια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διέφυγαν αρκετοί κατά την πολιορκία του φρουρίου από τους Τούρκους.

Η κατοικία των Συμβούλων

Το χώρο της αιχμής της Αγίας Ιουστίνης είχε επιλέξει ο ευγενής Κρητικός Φραγκίσκος Λαμπάρδος για να χτίσει το πολυτελές σπίτι του που αργότερα το παραχώρησε στη Βενε­τική διοίκηση, για να χρησιμεύσει ως κατοικία ενός από τους δύο Συμβούλους, μια και ο άλλος έπερεπε να μένει μέσα στην πόλη, ώστε να παρακολου­θεί από κοντά τα γεγονότα και να εξασφαλίζει την τάξη. Η χρήση του διώροφου κτιρίου αλλά και του συγκροτήματος που βρισκόταν στα δυτικά του και που λειτουρ­γούσε ως στρατώνας, μαρτυρείται από τον υπομνηματισμό των βενετσιάνικων σχεδια­γραμμάτων.

Ο Basilicata στο σχεδιάγραμμα του 1618 για το κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται στην αιχμή της Αγίας Ιουστίνης σημειώνει στον υπομνηματισμό: Ρ. casa del conseier (=κατοικία του Συμβούλου) και Ρ: Quartieri (=στρατώνες).

 Η κατοικία του Ρέκτορα

Στα δυτικά της κεντρικής πλατείας της φορτέτζας, απέναντι από τον καθεδρικό ναό κατασκευάστηκε το κτιριακό συγκρότημα της κατοικίας του Ρέκτορα, τμήμα του οποίου διατηρείται ως τις μέρες μας. Το κτίριο που θεμελιώθηκε το 1 575 και η κατασκευή του ολοκληρώθηκε το 1582 εγκαινίασε με την παραμονή του ο ρέκτορας Anzolo Barocci, ο οποίος εξακολούθησε να κάνει μετατροπές ως το 1584, μια και το θεωρούσε ιδιαίτερα ψηλό κι εκτεθειμένο στο ύψωμα του Αγίου Αθανασίου, στα δυτικά της πόλης. Η επιβλητικότητα και η πολυτέλεια του μαρτυρούνται στα έγγραφα της εποχής όπου αναφέρεται ότι είχε 49 πόρτες, 81 παράθυρα, δύο σκάλες κι εξώστες. Δυστυχώς όμως τίποτα δε σώζεται σήμερα από το συγκρότημα αυτό εκτός από τμήμα των φυλακών που ο Barocci κατασκεύασε στα ανατολικά της κύριας κατοικίας.

Ο Καθεδρικός Ναός Το τέμενος του Sultan Ibrahim

Στην κεντρική πλα­τεία της Φορτέτζας, απέναντι από το επιβλητικό συγκρότημα της κατοικίας του ρέκτορα, θεμελιώθη­κε από τον επίσκοπο Chiapone το 1583 ο καθεδρικός ναός του Ρέθυμνου που αφιερώθηκε στον «Αγιο Νικόλαο. Η ανάγκη κατασκευής νέου καθεδρικού ναού ήταν επιτακτική, μια και η επιδρομή του Ουλουτζ Αλή το 1571 είχε αφανίσει τον παλαιό. Ο επίσκοπος Carrara. αρνήθηκε το 1585 να λειτουρ­γήσει στο ναό αυτό λόγω της στενότητας του χώρου αλλά αργότερα, το 1586, ο ρέκτορας Benetto Βembo φρόντισε να αποκατασταθεί η λειτουργία του ναού γιατί θεωρούσε απαραίτητο οι στρατιώτες να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Στα ερείπια του καθεδρικού ναού του San ΝίcοΙο, που, η θέση του μαρτυρείται από τα βενετικά σχεδιαγράμματα, χτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατί­ας το τέμενος του Sultan Ibrahim, καταστρέφοντας σχεδόν κάθε ίχνος από το προηγούμενο βενετσιάνικο κτίριο. Ο τεράστιος ημισφαιρικός τρούλος, η κόγχη του μιχράμπ στο κέντρο της ΝΑ πλευράς και ο μιναρές που υψώθηκε δίπλα στην είσοδο αποτέλεσαν τα στοιχεία που προσδιόριζαν το νέο, μουσουλμα­νικό χαρακτήρα του κτιρίου.

 

Οι αποθήκες του βόρειου τείχους

Το βασικό συγκρότημα αποθηκών του φρουρίου είναι κατασκευασμένο κατά μήκος του βόρειου τείχους, στο τμήμα ανάμεσα στις αιχμές της Αγίας Ιουστίνης και του Αγίου Σώζοντος. Οι λόγοι που επέβαλαν την ανέγερσή τους στο σημείο αυτό ήταν από τη μια η μεγάλη απόσταση από την επικίνδυνη και περισσότερο ευάλωτη νότια πλευρά του τείχους και από την άλλη η εγγύτητά του με τη βόρεια πυλίδα απ’ όπου γινόταν ευκολότερα ο ανεφοδιασμός του φρουρίου, μια και υπήρχε μονοπάτι που τη συνέδεε άμεσα με την ακτή. Η θέση των αποθηκών παρέμεινε σταθερή όχι μόνο στα χρόνια της βενετοκρατίας αλλά και κατά την τουρκοκρα­τία, όπως αποδεικνύεται από όλα τα σχεδιαγράμματα της Φορτέτζας. Το συγκρότημα θεμελίωσε το 1584 ο ρέκτορας Anzolo Barocci και τις τελευταίες επεμβάσεις έκανε ο ρέκτορας Nicolo Priuli το 1591.

Η εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου

Κοντά στον προ­μαχώνα του Αγίου Νικολάου βρίσκεται μονόχωρο, θολω­τό εκκλησάκι που φέρει το όνομα του αφιερωτή του, Θεό­δωρου Δε Χιόστακ, Ρώσου διοικητή του Ρέθυμνου.

0 Άγιος Θεόδωρος ο Τριχινάς που εγκαινιάσθηκε στις 21 Μαρτίου 1899, πιθανότατα κατασκευάσθηκε πάνω σε παλαιότερη εκκλησία; όπως μαρτυρούν κάποια βενετσιάνικα σχεδιαγράμματα που στη θέση αυτή του φρουρίου απεικονίζουν μικρό κτίσμα που μοιάζει με εκκλησία.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο: Φορτέτζα το Φρούριο του Ρεθύμνου,  

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter
Click to rate this post!
[Total: 1 Average: 5]

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!