Βώσακος-βώτομος-βώτυρος

ΔΩΡΙΚΟΊ ΨΊΘΥΡΟΙ (Α’)

Αφιερώνεται στον Π. Πρεβελάκη

 Ο Βώσακος είναι μια ορεινή τοποθεσία στον Μυλοπόταμο, ένα τραχύ βουνοκάμπι στα Ταλαΐα όρη — τον σημερινό Κουλούκουνα. Χρειάζεται ν ανηφορίσεις πολύ και να περάσεις πολλά κατσάβραχα και σκληρούς ασπαλάθους, για να πας. Αλλά αξίζει τον κόπο! Οι ορειβάτες θα δοκιμάσουν καλά τα πλεμόνια τους, οι εραστές του παλιού θα βρουν το ομώνυμο Μοναστήρι, ερειπωμένο βέβαια και έρημο, αλλά πάντοτε ενδιαφέρον (σώζεται εκεί και μια φάμπρικα ολόκληρη, όχι όμως για την έκθλιψη της ελιάς, αλλά της… μελόπιττας), και οι κυνηγοί άφθονο κυνήγι, ιδίως, αυτή την εποχή, μπεκάτσες. Αν τώρα κανένας δεν είναι ούτε ορειβάτης ούτε εραστής του παλιού ούτε κυνηγός ούτε μελισσουργός, ενδιαφέρεται όμως για τις λέξεις, θα βρει κι αυτός, ο δυστυχισμένος, το εύρημά του. Κι αυτό θα είναι η λέξη Βώσακος…

Τη λύση για την ηλικία και την ποιότητα της λ. Βώσακος μου την εχάρισε —χωρίς βέβαια να ξέρει το πρόβλημα— μια γυναίκα. Ήταν η νοικοκυρά του σπιτιού, όπου μας φιλοξένησαν προ ήμερων στο χωριό – αφετηρία του τελευταίου κυνηγίου.

—Φάε, μου λέει κάποια στιγμή. Τ’ αυγά είναι τηγανισμένα με βώτυρο.

Γεμάτος ευγνωμοσύνη για τη… λέξη έφαγα και τα αυγά —παρά το ότι τα τρώγω μόνο με το λάδι, από παιδική συνήθεια. Κ’ ύστερα ήρχισεν ο μύλος: «Βώτυρος» αντί «βούτυρος». Οι Δωριείς προτιμούσαν το ω στη θέση του ου: «μώσα» αντί «μούσα», «κώρος» αντί «κούρος»… Εμείς οι Κρητικοί είμαστε απόγονοι των Δωριέων. ’Άρα το «βώτυρος» είναι, για μας, το γνήσιο και το… αριστοκρατικό. Μα τότε και το «Βώσακος» είναι δωρική λέξη. «Ας την αναλύσουμε. Το πρώτο συνθετικό είναι, βέβαια, ο «βούς» με τη δωρική του μορφή. Το δεύτερο πρέπει να είναι ο σακός (στην αττική διάλεκτο σηκός), που θα πει μάντρα. Άρα Βώσακος εσήμαινε: «μάντρα των βοδιών». Και το τοπωνύμιο αποδεικνύεται μαθουσάλειο, ενώ συγχρόνως η τοποθεσία φαίνεται εξαιρετικά κατάλληλη για τη διατροφή και τη φύλαξη των βοδιών.

Ύστερα —σαν ενίσχυση του συμπεράσματος— έφερεν η μνήμη και ένα άλλο τοπωνύμιο γνωστότατο στους… Ζαριανούς, το Βώτομο. Ξέρουμε τη λέξη βούτομον, που θα πει, κατά το λεξικό της Σουίδας: «φυτάριον παραπλήσιον καλάμω όπερ εσθίουσιν οι βόες». Ξέρομε ακόμη πως το φυτάριον αυτό φυτρώνει σε υγρά μέρη. Στο «Βώτομο» του Ζαρού υπάρχουν πολλά νερά. Λοιπόν το τοπωνύμιο είναι κι αυτό η δωρική μορφή του «βούτομον», σύνθετη από τα: βους και τέμνω (=κόβω), γιατί, όπως είδαμε, βώτομον είναι το καλαμόχορτο, που το κόβουν, το τρώνε δηλαδή, τα βόδια…

Βώτυρος, Βώσακος, Βώτομος. Φωνές αρχαιοπρεπείς και μυστικές της μεγάλης Δωρικής Μάνας!

Από το βιβλίο του Μενέλαου Παρλαμά, Από τη ζωή των λέξεων.

 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!