Το ολοκαύτωμα της Βιάνου Σεπτέμβρης 1943

 

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΙΑΝΝΟΥ ΤΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1943

“Η λήθη είναι η άδεια που δίνουμε όλοι μας για να ξαναγίνονν τα ίδια”.

Ιάκωβος Καμπανέλης

Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων στην Επαρχία Βιάννου κατά την περίοδο 1940-1945 είναι έργο δύσκολο, επίπονο, αλλά και πηγή περηφάνιας μαζί με βαθιά συγκίνηση.

Δύσκολο, γιατί τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι αυθύπαρκτα και ξεκομμένα. Καθένα απ’ αυτά συνδέεται με πολλά άλλα που προηγήθηκαν και άλλα που επακολούθησαν. Χρειάζεται μεγάλη έρευνα και συσχετισμός, για να γίνει η σωστή εκτίμηση και αντικειμενική καταγραφή τους.

Επίπονο, γιατί το κουβάρι που περικλείει τα ιστορικά γεγονότα δεν έχει άκρη. Στο ξετύλιγμα του μίτου που τα τυλίγει, όλο και κάποιο καινούργιο στοιχείο παρουσιάζεται κι αυτό οδηγεί σε άλλα και άλλα, που δεν σου επιτρέπουν να σταματήσεις.

Πηγή περηφάνιας, γιατί το υψηλό πατριωτικό φρόνημα που κατείχε τους Βιαννίτες σ’ όλο το διάστημα της τετράχρονης σκλαβιάς, η αυτοθυσία τους στην εκπλήρωση και της πιο δύσκολης αποστολής, η άμιλλα που υπήρχε στο ποιος να προσφέρει περισσότερο και δίπλα σ’ αυτά η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αδελφοσύνη που χαρακτήριζε κάθε τους ενέργεια, δημιουργούν περηφάνια, όχι μόνο σ’ αυτούς που έζησαν από κοντά τα γεγονότα αυτά, αλλά και σ’ αυτούς που μελετούν και καταγράφουν τα γεγονότα της εποχής εκείνης.

Πηγή βαθιάς συγκίνησης, γιατί τα όσα συνέβησαν τον Σεπτέμ­βρη του 1943 στα χωριά της Επ. Βιάννου και στα γειτονικά της Επ. Ιεράπετρας ραγίζουν και την πιο σκληρή καρδιά: Όσα απ’ αυτά, στο βαθμό που μπόρεσαν και τα κατέγραψαν αυτοί που τά ζήσαν τότε, αλλά και όσα καταγράφονται ακόμη και σήμερα από τους λίγους που ζουν και διατηρούν μέσα τους άσβεστες τις μνήμες του μήνα αυτού.

Ένα μέρος από τις μνήμες αυτές, που βρίσκονται σκόρπιες στο ανέκδοτο κείμενο της Ιστορίας της Επ. Βιάννου 1940-1945, συγκε­ντρωμένες στο κείμενο που ακολουθεί, στις επόμενες σελίδες, θα παρουσιάσει σε αδρές γραμμές τις τραγικές ώρες που πέρασαν οι κάτοικοι των χωριών μας τις μαύρες εκείνες ημέρες. Σε αδρές γραμμές, γιατί το μέγεθος και η έκταση του πόνου, του ψυχικού σπαραγμού, το σάλεμα του νου, που έγινε τότε, δεν περιγράφονται με το μολύβι κι ούτε με λόγια μπορούν να διατυπωθούν. Τα νιώθουν μόνο αυτοί που έχουν ζήσει παρόμοιες στιγμές κι ευχή να μη βρεθούν ξανά σε τέτοια γεγονότα. Όσο αδρά όμως κι αν είναι διατυπωμένα, πολλά διδάγματα μπορούν να βγουν από τη μελέτη τους.

Μελέτη που πρέπει να γίνει απ’ όλους, γιατί έτσι μόνο θα ξυπνήσουν συνειδήσεις, για ν’ αντισταθούν σ’ αυτούς που με κάθε τρόπο μεθοδεύουν την επανάληψή τους κι ως ένα σημείο το πετυχαίνουν καθημερινά σε πολλές γωνιές του πλανήτη που ζούμε.

Μελέτη, για να ξυπνήσει συνειδήσεις, ώστε να παλέψουν για να μη βρεθούν άλλα παιδιά στην ανάγκη που βρέθηκε η ενδεκάχρονη, τις ημέρες εκείνες, και χαράχτηκαν στη μνήμη της όσα καταγράφει στο κείμενο που στις επόμενες σελίδες θα συναντήσει ο αναγνώστης και που μεταξύ άλλων αναφέρει:

“…Κι αν ήμαστε παιδιά, σηκώσαμε κι εμείς στους ώμους μας βαρύ φορτίο, γιατί νιώθαμε εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι απ’ όλους, γιατί πεινούσαμε, γιατί κρυώναμε, γιατί σαν παιδιά δεν νιώθαμε πια τη ζεστασιά της οικογένειας. Δεν είχαμε δικαίωμα να κάνομε όνειρα, το μόνο που ονειρευόμαστε εκείνες τις κρύες νύχτες ήταν ένας κόσμος πιο ανθρώπινος, χωρίς πόλεμο, χωρίς νεκρούς, χωρίς δάκρυα, χωρίς πόνο, με λίγη χαρά και ελπίδα και αγάπη.

Μισώ τον πόλεμο, γιατί μας κατακρεούργησε τη ζωή και μας οδήγησε σε αδιέξοδα. Μας στέρησε ό,τι πολυτιμότερο είχαμε και κανένας δεν μπόρεσε να ρίξει λίγο βάλσαμο στις πληγές μας…”.

Σεπτέμβρης 1943. Στα βουνά της Βιάννου έχει το λημέρι της μια ομάδα ανταρτών. Οι Γερμανοί έχουν εγκαταστήσει φυλάκιο από τρεις στρατιώτες στο πλησιέστερο χωριό Κάτω Σύμη, τόπο εφοδιασμού των ανταρτών σε τρόφιμα και αλλά εφόδια.

Η συνθηκολόγηση των Ιταλών και η πληροφορία που έδωσαν άνδρες της συμμαχικής αποστολής που βρίσκονταν σ’ επαφή με τον αρχηγό των ανταρτών, ότι θα γίνουν αποβάσεις συμμαχικών δυνάμεων στην παραλιακή περιοχή της Επαρχίας Βιάννου, δημιούργη­σαν ενθουσιασμό. Το γερμανικό φυλάκιο στη Σύμη εξουδετερώθη­κε με το φόνο των δύο Γερμανών στρατιωτών (ο τρίτος έλειπε). Επακολούθησε σύγκρουση των ανταρτών με γερμανικές δυνάμεις που στάλθηκαν στη Σύμη. Οι απώλειες των Γερμανών σε νεκρούς, τραυματίες κι αιχμαλώτους ήταν σημαντικές.

Σκληρή ήταν η διαταγή που δόθηκε από τον Διοικητή του Φρουρίου Κρήτης.

“Καταστρέψετε την Επαρχία Βιάννου. Εκτελέσετε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών, και όλους που συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας”.

14 Σεπτεμβρίου. Τα χωριά της Βιάννου κατακλύζονται από τα γερμανικά τάγματα θανάτου: τις δυνάμεις εκείνες που για τη δραστηριότητά τους ο Χίτλερ είχε πει: “Όταν ο κόσμος βλέπει τις νεκροκεφαλές των ανδρών των ΕS-ΕS, λιποθυμά από το φόβο του”.

Με προτεταμένα τα όπλα τρέχουν μέσα στα χωριά από δρόμο σε δρόμο. Από σπίτι σε σπίτι. Σπουν τις πόρτες όπου είναι κλειστές. Αρπάζουν τους άνδρες και τους οδηγούν στον τόπο της εκτέλεσης. Κι όποιος δεν μπορεί να βαδίσει εκτελείται επί τόπου: στο κρεβάτι, στην αυλή, στο δρόμο.

Σε μερικά χωριά μαζεύουν και τα γυναικόπαιδα. Τα διαχωρίζουν μετά κι εκτελούν τους άνδρες. Αλλού σκοτώνουν και γυναίκες και παιδιά.

377 άνδρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας από 8 μηνών αγέννητο ως 96 χρονών κατάκοιτοι στο κρεβάτι εκτελούνται. Σωροί τα πτώματα στους δρόμους, στις αυλές, στα χωράφια, στις λαγκαδιές. Σκηνές αλλοφροσύνης σ’ όλα τα χωριά.

Οι μνήμες που ακολουθούν παρουσιάζουν ένα πολύ μικρό κομμάτι από την εικόνα που είχαν τα χωριά της Βιάννου και τα γειτονικά της Ιεράπετρας για πολλές ημέρες από τις 14 του Σεπτέμβρη και έπειτα.

Την εκτέλεση των 125 ανδρών, που συνέλαβαν οι Γερμανοί μέσα στο χωριό Αμιρά κι οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης, στη θέση Αμπέλια” πιο κάτω από τον τελευταίο οικισμό, περιγράφει ο Γιώργης Τσαγκαράκης. Πρόλαβε κι έφυγε από το χωριό. Δεν μπόρεσε όμως ν’ απομακρυνθεί πολύ. Καλυμμένος από ένα κλαδί, απέναντι από τ’ “Αμπέλια”, παρακολουθούσε κι έλεγε αργότερα:

“Στην αρχή ομάδες ομάδες, οι συγγενείς, οι φίλοι κατηφόριζαν και οδηγούνταν στον τόπο της σφαγής. Ύστερα έβλεπα τα πολυβό­λα να κλαδεύουν τους ανθρώπους και ομάδες ομάδες να σωριάζονται μαζί στο χώμα, σαν θερισμένα στάχυα”.

Θυμάται χαρακτηριστικά την τελευταία ομάδα και λέγει:

“Οι χωριανοί μου στημένοι στη γραμμή κι απέναντι τους δυο πολυβόλα. Περίμεναν τις τελευταίες τους στιγμές να πλησιάζουν. Δόθηκε η εντολή να πυροβολήσουν. Το ένα θερίζει τα κορμιά. Το άλλο σκόπευε στον αέρα. Ο χειριστής ασφαλώς δεν ήθελε να σκοτώνει αθώους.

Ο επικεφαλής αξιωματικός τον βλέπει. Τον σκοπεύει με το πιστόλι στο κεφάλι κι ο Γερμανός στρατιώτης πέφτει νεκρός. Τον πήραν αργότερα μαζί τους. (Υποθέτουν ότι ήταν Αυστριακός, ύστερα από διασταύρωση πληροφοριών πως οι Αυστριακοί στρατιώτες σε πολλές περιπτώσεις δεν εφάρμοζαν διαταγές για αντίποινα τέτοιας μορφής).

Οι Γερμανοί απομακρύνθηκαν από τον τόπο της εκτέλεσης. Έμεινε ο σωρός των νεκρών. Ανάμεσά τους λίγοι που οι σφαίρες που τους βρήκαν δεν ήταν γι’ αυτούς θανατηφόρες. Όμως τα τραύματά τους ήταν βαριά. Πονούν και αρχίζουν να ζητούν βοήθεια. Νερό! φωνάζουν.

Ένα δεν τον βρήκε καμιά σφαίρα. Ξεπετρώνεται από τα σώματα που τον πλάκωναν. Θέλει να βοηθήσει, μα πώς;

Νερό! φωνάζουν οι τραυματίες. Τρέχει στη βρύση των Μελλιανών, που ήταν κοντά. Παίρνει από γειτονικό σπίτι ένα σταμνί και πηγαίνει στη βρύση να το γεμίσει νερό. Τρέχουν οι γυναίκες να τον βοηθήσουν. Να μάθουν τι έγινε στ’ Αμπέλια. Αλλά περαστικός Γερμανός τον βλέπει και τον πυροβολεί. Ο Ματθαίος Βασιλικάκης πέφτει νεκρός δίπλα στη βρύση με το σταμνί στο χέρι.

Οι Γερμανοί έφυγαν από τ’ Αμιρά. Οι γυναίκες τρέχουν στον τόπο της εκτέλεσης. Στο αντίκρισμα των νεκρών παιδιών τους, των συζύγων τους, των πατεράδων τους, των αδελφών τους ξεσπούν… Ακολουθούν σκηνές αλλοφροσύνης, σκηνές που η πένα δεν μπορεί να τις περιγράψει. Τούφες τούφες τραβιούνται και φεύγουν τα μαλλιά της κεφαλής. Τα μάγουλα σκίζονται από τα νύχια των χεριών. Τα δάκρυα τρέχουν ποταμός.

  • Παιδί μου, πατέρα μου, Νίκο μου, Μανόλη μου, Αριστομένη μου, Γιώργη μου…. Πού είσαι; Δεν με ακούς;

Παραμορφωμένα κεφάλια από τις σφαίρες που τα βρήκαν, έγιναν αγνώριστα.

Ψάχνει η καθεμιά να βρει τον δικό της άνθρωπο, τους δικούς της.

Βρίσκει τον άνδρα της και δίπλα τον πατέρα του, πιο πέρα τον άλλο του γιο και παραδίπλα τον τρίτο αδελφό. Μεγάλος ο σωρός των σκοτωμένων.

Πού και πού ακούγεται ένα: Ω!… Βοήθεια!…

Είναι η φωνή των τραυματισμένων που το ανακάτεμα τους κάνει να πονούν ακόμη πιο πολύ.

Κι αρχίζει το ψάξιμο για να τους βρουν.

Ένας από αυτούς, ο Μιχάλης Βερυκοκάκης, βαριά τραυματι­σμένος, αφηγείται αργότερα:

“Μετά που γύρισα από την Αλβανία, οργανώθηκα στην Εθνική Αντίσταση. Κείνη την ημέρα μού ’χε δώσει ο Αρχηγός εμπιστευτική διαταγή να την πάω στην Πάνω Βιάννο. Στο δρομολόγιο με συνέλαβαν οι Γερμανοί και μαζί με άλλους με πήγαν στον τόπο της εκτέλεσης. Ήμαστε στη γραμμή γύρω στα 20 άτομα. Άρχισαν να μας βάζουνε τα πολυβόλα με πυρά φραγμού. Κτυπήθηκα με τέσσερις σφαίρες. Δυο στο δεξί πόδι, μια στο αριστερό και μια στο δεξί χέρι. Έπεσα κάτω και έκανα τον πεθαμένο. Όταν μας έριξαν χαριστική βολή, οι σφαίρες έπεσαν στο καπέλο μου. Έμεινα σ’ αυτό το σημείο ακίνητος. Σαν έφυγαν οι Γερμανοί και που είχε αρχίσει η αιμορραγία, έβγαλα τη στρατιωτική μου ζώνη και έδεσα το πόδι μου. Με τα κορδόνια των παπουτσιών έδεσα το άλλο πόδι και το χέρι. Ήρθε μετά μια γυναίκα, η Αγγελική, και μου λέει:

  • Ζωντανός είσαι;

Της λέω, ζωντανός αλλά τραυματισμένος.

Φέρανε κι άλλες ομάδες και τις εκτελέσανε. Το πόδι μου πονούσε, το κούνησα λίγο κι άγγιξα το Νικολή Λουλάκη.

Μου λέει: Ζεις;

  • Ζω, μόνο σήκω να βγούμε σε καμιά ελιά, γιατί θα μας ρίξουν στο γκρεμό. Τότε γυρίζει ο “απόστρατος”, ο κουνιάδος μου, και μου λέει:
  • Μην κουνηθείς, γιατί μας έφαγες κι εμάς.

Όταν άκουσα ότι ζουν κι άλλοι,είπα: Στο έλεος.

Όταν τελείωσαν οι εκτελέσεις, έφυγαν οι Γερμανοί για το χωριό. Ήρθανε οι γυναίκες και τραβούσανε τα μαλλιά τους και κλαίγανε. Μόλις με βλέπει η γυναίκα μου, 16 χρονών τότε, έγκυος 8 μηνών, βγάζει το φόρεμά της και το φορώ”.

Οι Γερμανοί έφυγαν από τ’ Αμπέλια. Μα για τις γυναίκες των Αμιρών άρχισε ένας τιτάνιος, φρικιαστικός, γεμάτος τραγωδία αγώνας κι ένα μεγάλο ερωτηματικό, όπως έχουν μαζευτεί στη μεγάλη πεζούλα στ’ Αμπέλια και κάτω από τη μεγάλη δετάδα. Με δυσκολία βρίσκει και χωρίζει σε μια άκρη η καθεμιά το δικό της άνθρωπο. Σκοτωμένοι άνδρες, ξαπλωμένοι στο αιματοποτισμένο χώμα, που μυρίζει, και πάνω τους σκυμμένες οι ζωντανές γυναικείες μορφές, κλαίνε, κλαίνε, κλαίνε απελπισμένα.

Τοποθετούν δίπλα στον πατέρα τα παιδιά, τ’ αδέλφια, τ’ αξαδέλφια. Δυο και τρεις και τέσσερις η κάθε οικογένεια. Και η γριαΣυγγελάκαινα τον άνδρα της και τέσσερις γιους: το Γιάννη και τον Αριστομένη πατρεμένους με παιδιά και τον Παύλο με το Μαθιό νέους ανύπαντρους.

  • “Τρεις γυναίκες, η Ζαμπία Παντουβάκη, η Ευτέρπη Μικρογιαννάκη και η Ελένη Βαρδή τρέχουν για να επιδέσουν τραυματίες και να θάψουν τους νεκρούς τους. Περνώντας από το σπίτι του Εφέτη ένας Γερμανός, που ήταν ακόμη στο χωριό, τους λέει:
  • Κομ ια (ελάτ’ εδώ). Ακουμπίζουν τις πλάτες τους στον τοίχο και χωρίς να φοβηθούν, χωρίς να κλάψουν στέκουν σαν μάρμαρα. Στο αριστερό χέρι κρατά το ταχυβόλο, με το δεξιό βγάζει το πιστόλι. Ατάραχες τον κοιτάζουν περιφρονητικά. Τη στιγμή αυτή πα­ρουσιάζεται ένας γέρος στα χαλάσματα μιας ερειπωμένης φάμπρι­κας: ο Γεώργιος Βασιλικάκης. Του ρίχνει. Αστοχεί η σφαίρα. Μ’ ένα πήδο χάνεται. Τρέχει ο Γερμανός, τον βρίσκει και τον σκοτώνει. Οι γυναίκες γλύτωσαν. Κι όταν πια στέρεψαν τα δάκρυα και η φωνή κόπηκε, πήραν τη μεγάλη απόφαση: να μεταφέρουν τα κουφάρια στα σπίτια στο νεκροταφείο. Και γέμισε η αυλή… Και τα μνήματα δεν τους χωρούσαν. Κι άνοιγαν καινούργιους λάκκους στα γύρω χωράφια.

Μια χαροκαμένη μάνα απλά κι αυθόρμητα μοιρολογάται κι από το μοιρολόι δίνει την τραγική μαρτυρία.

“Κι όποια δεν είχε συντρομή, νά ’χει αδερφό η κύρη εκεί τον εχωμάτιζε μην τον ε φάνε οι σκύλοι.

Κατάμουτρα τους ρίχνανε τις πέτρες και το χώμα και θά ’χονν πόνο στην καρδιά σε όλα τους τα χρόνια, Μηδέ καμπάνα νεκρικιά, μηδέ κι ακολουθία, μηδέ καντήλι χύσανε στ αραχνιασμένο μνήμα”.

Πολλές σελίδες θα μπορούσαν να γεμίσουν με όσα κάθε γυναίκα και παιδί έζησαν τις ώρες εκείνες σ’ όλα τα χωριά. Στο Βαχό, στ’ Αμιρά, στο Κεφαλοβρύσι, στον Κρεββατά, στον Αγιο Βασίλειο, στον Πεύκο, στη Σύμη, στο Μύρτο, στα Γδόχια, στη Ρίζα, στις Μουρνιές, στον Παρσά, στις Μάλες, στο Χριστό, στους Μύθους. Λίγα όμως απ’ αυτά έχουν καταγραφεί. Κι απ’ αυτά πολύ λίγα έχουν γίνει γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Σιγά σιγά ξεχνιούνται και χάνονται, κι όπως λέει ο Καμπανέλης: “Η λήθη είναι η άδεια που δίνομε όλοι μας για να ξαναγίνουν τα ίδια”.

Μια από τις σκηνές της ημέρας αυτής, που μόνο κινηματογρα­φική ταινία θα μπορούσε ν’ αποδώσει, κι αυτή με σχετική ακρίβεια, δίνει όσα έμειναν στη μνήμη της Ελπίδας Τσαγκαράκη- Βαρδάκη, ύστερ’ από 52 χρόνια από τότε που ενδεκάχρονο τότε παιδί μάζεψε κι έθαψε τον πατέρα της δάσκαλο Νίκο Τσαγκαράκη:

Γράφει η Ελπίδα:

“Κάθε χρόνο στις 14 του Σεπτέμβρη, τα χωριά της Βιάννου ξα­ναζούν το φοβερό εφιάλτη της ολοκληρωτικής καταστροφής, που έγινε εκείνη τη μαύρη μέρα του 1943. Γεγονότα σημαντικά που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου μας, ιδιαίτερα αυτής της μικρής γωνιάς της γης, που έζησε τη μεγαλύτερη τραγωδία των τελευταίων δεκαετιών. Οι Γερμανοί σκότωσαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο και αποδεκάτισαν σχεδόν όλο τον ανδρικό πληθυσμό της επαρχίας, σε μια επίδειξη ισχύος του ναζιστικού κτήνους, του οποίου η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη αρχίσει. Η ιστορική αλήθεια στο ση­μείο αυτό είναι αδέκαστη. Αλήθεια που βασίζεται σε ατράνταχτα βάθρα και σκιαγραφεί τα γεγονότα μέσα απ’ τις μνήμες που στάζουν αίμα όλων εκείνων που έμειναν και ζουν ακόμα για να θυμούνται τη φρίκη που μόνο αυτός ο πόλεμος μπόρεσε να γεμίσει την ψυχή τους. Έμελλε να γίνουν μάρτυρες μιας ανεπανάληπτης καταστροφής κι ενός ασύγκριτου πόνου που γέννησε ο χαμός των πιο αγαπημένων τους προσώπων. Μια θυσία μεγάλη, μια θυσία υπέροχη, που όλοι εμείς πληρώσαμε πανάκριβα χάνοντας ό,τι πιο πολύτιμο είχαμε, τους δικούς μας, για να κερδίσουμε την ελευθερία, ένα νόημα, που ο πόνος δεν μας άφηνε τότε να καταλάβουμε πόσο απαραίτητο ήταν.

Ύστερα από τόσα χρόνια και μετά από μια πολύπαθη διαδρομή

στη ζωή, θεωρώ χρέος ιερό στη μνήμη του πατέρα μου, να γράψω κι εγώ δυο λόγια για τη ματωμένη του ιστορία. Μας άφησε φεύγοντας, όπως έφυγαν κι όλοι οι άλλοι, μέσα σ’ ένα σύννεφο δόξας και τιμής κι ένα στεφάνι που μόνο στους γνήσιους πατριώτες αγωνιστές αξίζει, εγκαταλείποντάς μας σ’ έναν ωκεανό λύπης και δυστυχίας.

Ζούσα στο χωριό Αμιρά. Γερμανική κατοχή. Ο πατέρας μου είχε γυρίσει από τον Αλβανικό πόλεμο. Προσπαθούσαμε λοιπόν μέσα από φοβερές συνθήκες να επιβιώσουμε. Ήμουν 11 χρονών και μπορούσα να θυμάμαι καλά όλα τα γεγονότα που διαδραματίστη­καν το φοβερό Σεπτέμβρη του 1943, το μήνα που σημάδεψε τη ζωή μου ολόκληρη. 14 του Σεπτέμβρη, το ξημέρωμα που θα θυμάμαι, με πόνο για πάντα, γιατί έχασα ό,τι πιο ακριβό είχα στη ζωή μου, τόν πατέρα μου.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι σ’ όλους γνωστά από την επίσημη ιστοριογραφία. Η αφορμή δόθηκε από αντιστασιακές επιχειρήσεις που εξελίχτηκαν στο χωριό Σύμη και που σαν παιδί εγώ δεν μπορούσα να δώσω ενδιαφέρον σ’ αυτά καθεαυτά τα γεγονότα. Έζησα όμως το φόβο και τον πανικό των μεγάλων. Οι άνδρες φρόντισαν να κρυφτούν, με όποιο τρόπο μπορούσαν. Οι Γερμανοί όμως που αντιλήφθηκαν τον πανικό των κατοίκων όλης της περιοχής, κατάφεραν με τέχνασμα να τους ξεγελάσουν για να τους πείσουν να επιστρέψουν στα χωριά τους. Πήγαν λοιπόν στο χωριό Αγιος Βασίλειος κι άρχισαν να δίνουν υποσχέσεις στους κατοίκους, ότι αν οι άνδρες γυρίσουν πίσω, δεν θα διατρέχουν κανένα κίνδυνο, οπότε δεν υπάρχει λόγος να κρύβονται. Είπαν πως αυτοί που έφταιξαν για τα γεγονότα της Σύμης είχαν βρεθεί και θα τιμωρούνταν. Επομένως όλοι ήταν ελεύθεροι να γυρίσουν στα σπίτια τους χωρίς κανένα φόβο.

Έτσι τους παρέσυραν όλους και γύρισαν στα σπίτια τους. Ξημέρωσε λοιπόν η 14η του Σεπτέμβρη, μέρα γιορτής του Σταυρού, κι ο κόσμος παρακολουθούσε τη λειτουργία στην εκκλησία. Ενώ η λειτουργία προχωρούσε, Γερμανοί άρχισαν να εμφανίζονται, όλο και πιο πολλοί, και να ζώνουν τα χωριά. Αρκετοί κατάφεραν να ξεφύγουν, γιατί αντιλήφθηκαν πολύ γρήγορα τις προθέσεις των Γερμανών. Όσοι έμειναν όμως, έμελλε να σηκώσουν το Σταυρό, το Σταυρό που γιορταζόταν εκείνη τη μέρα, το Σταυρό του μαρτυρίου, το Σταυρό της εκτέλεσης.

Οι Γερμανοί ήρθαν σαν εκτελεστές, μιας ποινής που μόνο ένα δικαστήριο πολέμου μπορεί να εκδώσει και να εκτελέσει. Ποινή λοιπόν ο θάνατος.

Θυμάμαι, τρέχω πίσω και θυμάμαι κείνο το φθινοπωρινό πρωινό, που ήρθε με την παγωνιά του θανάτου. Ο πατέρας μου, πριν φύγει απ’ το σπίτι, ήπιε μια φασκομηλιά, παίρνοντας μαζί του ένα κουλουράκι, που μετά βρέθηκε στην τσέπη του, ενώ τον είχαν εκτελέσει. Τι τραγική ειρωνεία! Ένα άρτιο κουλουράκι, αφάγωτο στην τσέπη ενός νεκρού, διαμελισμένου απ’ το ναζιστικό πυροβόλο…

Έδωσαν λοιπόν εντολή οι εκτελεστές ναζί να μαζευτούν οι άνδρες του χωριού, αφού προηγουμένως είχαν πάρει ομήρους γυναίκες και τις είχαν πάει στη Βιάννο. Απειλούσαν πως, αν δεν μαζευτούν όλοι, θα σκοτώσουν γυναίκες και παιδιά.

Μαζεύτηκαν λοιπόν οι περισσότεροι. Τους πήγαν καταρχήν προς το νεκροταφείο, αλλά ο χώρος δε τους βόλευε και γύρισαν πίσω. Η ώρα προχωρούσε και τελικά κατευθύνθηκαν προς το κάτω μέρος του χωριού, σε μια τοποθεσία που λεγόταν Αμπέλια”. Εκεί συντελέστηκε και η τελευταία πράξη του δράματος, το μεγάλο έγκλημα. Ο τόπος των εκτελέσεων, εκεί που άλλοτε η γη ήταν όμορφη, εύφορη κι έδινε τους καρπούς της, μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκε σε “κρανίου τόπο”. Αυτή η γη, που ανάστησε όλους αυτούς τους ανθρώπους, με την αγάπη της, τώρα γίνεται ο τάφος τους. Αυτή που δέχτηκε τις ρίζες τους και άφησε να μεγαλώσουν και ν’ αναθρέψουν τόσα παλληκάρια, τώρα δέχεται ζεστό το αίμα τους να τρέχει πάνω της και να την ποτίζει.

Στήθηκαν λοιπόν τα πολυβόλα και οι άνδρες χωρίστηκαν σε ομάδες από 25-30 άτομα η καθεμιά. Τα πολυβόλα έσπασαν τη νεκρική σιγή που είχε απλωθεί. Οι πρώτοι νεκροί άρχισαν να πέφτουν.

Ο πατέρας μου έτυχε στην ομάδα με τους τελευταίους. Η τραγική ειρωνεία σ’ όλο της το μεγαλείο: να περιμένεις το θάνατο με τη σειρά σου! Τώρα που το σκέφτομαι, θαρρώ πως δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε τραγικότερο.

Από κάποιον που επέζησε τραυματισμένος μετά απ’ όλον αυτόν τον όλεθρο, μάθαμε πως τους έβαζαν να κάθονται πάνω στις λεγά­μενες “ντετάδες” κι εκεί τους κτυπούσαν αλύπητα με τα πολυβόλα από δεξιά κι αριστερά. Ο πατέρας μου λοιπόν δε δέχτηκε να καθίσει με τους άλλους, αλλά κατέβηκε προς τα κάτω και με το θάρρος που πάντα τον διέκρινε άρχισε να φωνάζει προς όλους: “Οι Έλληνες δεν σκοτώνονται μ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν πυροβολούνται πισώπλατα, αλλά ορθώνουν τα στήθη τους στο θάνατο. Οι Έλληνες πατριώτες πεθαίνουν όρθιοι, σαν ήρωες, αφήνοντας πίσω ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, γυναίκες παιδιά, μανάδες, πατεράδες και παιδιά που τώρα θα γεννηθούν. Αδέλφια, δείξτε θάρρος, γιατί έτσι πρέπει. Ας κάνουμε κι εμείς αυτό που ο Σολωμός λέει:

“Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς να πλημμυρίζει μέσα σου κάθε είδους μεγαλείο”.

Ζήτω η Ελλάδα, Ζήτω η Πατρίδα”.

Και τα πολυβόλα τον γάζωσαν, τον κομμάτιασαν μ’ όλη τους τη μανία. Μόνος, ολομόναχος δέχτηκε τα βόλια που του άνοιξαν το στήθος και του πήραν το κεφάλι. Ακολούθησαν κι οι άλλοι, ώσπου τα πολυβόλα σίγησαν κι η ατμόσφαιρα πλημμύρισε απ’ τη μυρωδιά της ανυπέρβλητης θυσίας. Το αεράκι που φύσαγε, γέμισε τα στήθη μας και μας έδωσε λίγο κουράγιο για να τρέξομε και ν’ αντικρίσομε τη φριχτή εικόνα του θανάτου, τη σκληρή πραγματικότητα του χα­μού. Πώς αντέξαμε, Θεέ μου, πού βρήκαμε τη δύναμη!

Εμείς όλοι, γυναίκες, άλλες ετοιμόγεννες όπως η χαροκαμένη μάνα μου, τα παιδιά, με κλάματα κι ένα φόβο που δεν έμοιαζε με κανένα προηγούμενο, ακούγαμε από μακριά τα πολυβόλα να κρο­ταλίζουν και ξέραμε πως οι άνθρωποι μας έφευγαν απ’ τη ζωή και περνούσαν στην αιωνιότητα. Κι αυτός ο πόνος διαπερνούσε το βάθος της ψυχής μας κι ο ίδιος πόνος συνοδεύει ακόμα και σήμερα τη ζωή μας ολόκληρη.

Όταν τέλειωσαν το απάνθρωπο έργο τους, δόθηκε η άδεια να πάμε να δούμε τους νεκρούς μας και το γρηγορότερο να τους θάψουμε, αλλιώς θα τους έκαιγαν. Κι άλλα συναισθήματα λοιπόν ήρθαν να συμπληρώσουν το χορό του καημού, του πόνου, του φόβου, της αγωνίας που πλησίαζε την τρέλα. Δεν μπορεί ανθρώπινη φαντασία να συλλάβει την τραγικότητα των στιγμών. Πώς μπορέσαμε κι αντικρίσαμε αυτό το θέαμα! Κορμιά που κείτονταν στο χώμα κι οι εκτελεστές με τις μαύρες στολές και τις νεκροκεφαλές στα κεφάλια τους να στέκονται από πάνω σαν κοράκια έτοιμα να κατασπα­ράξουν τη λεία τους. Άνδρες ηρωικά πεσμένοι καταγής, άψυχα κουφάρια αιματοκυλισμένα, ήταν η επισφράγιση της τραγωδίας μας. Δεν είμαι συγγραφέας ούτε ποιήτρια, αλλά μια γυναίκα απλή που θεωρώ πως ό,τι κι αν γραφτεί, απ’ όποιον κι αν γραφτεί είναι λίγο για ν’ απεικονίσει όλα όσα έγιναν, μα πιο πολύ όλα όσα αισθανθήκαμε όλοι εμείς που ζήσαμε το χαμό και το ξεκλήρισμα στις οικογένειές μας.

Μια γιαγιά οδύρεται για τον άνδρα της και τους γαμπρούς της, μια μάνα ετοιμόγεννη (γέννησε σε 12 μέρες την άτυχη αδελφή μου) να ξεσκίζει τις σάρκες της για τον άνδρα της, τον πατέρα της, τους συγγενείς, κι εγώ 11 χρονών παιδί στη μέση αυτού του κυκεώνα ν’ αντικρίζω έναν πατέρα κομματιασμένο με την καρδιά να φαίνεται στο στήθος του και το κεφάλι του διαλυμένο -τα μυαλά του είχαν εκσφενδονιστεί πολλά μέτρα πιο πέρα- ένιωσα να φτάνω τα όρια της τρέλας, ένιωσα να σπαράζω σαν ζώο πληγωμένο. Έναν πατέρα που δεν μπορούσα να γνωρίζω και μια μάνα που δεν ήθελε να ζήσει, αλλά να πεθάνει μαζί του. Τότε ήμουν παιδί, αλλά και τώρα που είμαι ηλικιωμένη, ζω μ’ αυτές τις αναμνήσεις τις φοβερές, που σφράγισαν τη ζωή μου και θά ’ναι ολοζώντανες μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Οι Γερμανοί δε σταματούσαν να ουρλιάζουν και με τα αυτόματα τους σκορπούσαν παντού το φόβο.

Η μάνα μου με υποχρέωσε να γυρίσω στο σπίτι και να φέρω ένα υφαντό σεντόνι και μια μεταξωτή πετσέτα για να τυλίξουμε το σώμα του πατέρα μου.

Ο φόβος με διαπερνούσε, όμως δεν μπορούσα να της αρνηθώ, γιατί έβλεπα στα μάτια της ζωγραφισμένη την απελπισία και τον καημό για όσα έχανε κείνη την ώρα. Επέστρεψα στον τόπο των εκτελέσεων, κρατώντας το σεντόνι και την πετσέτα. Το στρώσαμε καταγής με τη γιαγιά μου, σηκώσαμε τον άτυχο γιο αυτής της γης (τη μάνα του πατέρα μου την κρατούσαν όμηρο στη Βιάννο), σαν άχραντα μυστήρια, και τον βάλαμε πάνω στο σεντόνι. Προσπάθησα να μαζέψω όσα μυαλά γινόταν από δω κι από κει που είχαν πεταχτεί και με την πετσέτα δέσαμε όσο κεφάλι είχε απομείνει απ’ τον αγαπημένο μου πατέρα. Η θέα της καρδιάς του, που δεν κτυπούσε πια, μ’ έκανε να χάσω τις αισθήσεις μου. Έπρεπε όμως να συνέλθω και να σταθώ, γιατί οι Γερμανοί δεν άφηναν περιθώριο για εκδηλώσεις συναισθηματικές. Τον δέσαμε λοιπόν στο σεντόνι, τον φορτώσαμε στο γαϊδούρι και κινήσαμε για το νεκροταφείο. Όταν φτάσαμε εκεί, ο θρήνος είχε πάρει άλλες διαστάσεις. Έπρεπε να βρεθούν μνήματα για όλους. Ο πατέρας μου, ο λατρευτός μου πατέρας πού θα ’βρισκε ανάπαυση; Ξεκινά λοιπόν ένας μαραθώνιος που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Η γιαγιά μου άρχισε να σκάβει κι εγώ με το φουστάνι μου έβγαζα το χώματα απ’ έξω. Η μάνα μου δίπλα στον πατέρα μου να οδύρεται και να βγάζει τα μαλλιά της. Τέλειωσε η ταφή του πατέρα μου, φυσικά χωρίς παπά, χωρίς ψαλμωδία, χωρίς καμιά διαδικασία για κανέναν. Αρχίζει η ταφή του θείου και φτάνει η σειρά του παππού μου. Τότε άρχισαν ξανά τις απειλές οι Γερμανοί, πως, αν δεν τελειώναμε μέσα σε 2-3 ώρες, θα τους έκαιγαν.

Τότε η απελπισία έγινε αβάσταχτη. Πήγαμε στον τόπο των εκτελέσεων. Δεν προλαβαίναμε να μεταφέρομε τον παππού και ν’ ανοίξομε μνήμα για να τον θάψουμε. Τότε βρέθηκαν δυο κοπέλες, που έθαβαν εκεί επί τόπου τον πατέρα τους και τον αδελφό τους και δέχτηκαν να φιλοξενήσουν στο μνήμα τους και τον παππού μου. Τους αποχαιρετίσαμε ευλαβικά, με πόνο είπαμε το στερνό αντίο και φύγαμε, ενώ πια είχε νυχτώσει. Χωρίς ένα “Κύριε ελέησον”, χωρίς καμιά τελετή. Όλα ήταν περιττά κείνη την ώρα κι όλοι νιώθαμε μια απέραντη μοναξιά και μια ατέλειωτη πίκρα. Έπρεπε να γυρίσουμε στα σπίτια μας, όχι για να κοιμηθούμε, μα για να κλάψουμε και να θρηνήσουμε για τους ανθρώπους μας που χάθηκαν τόσο άδικα για μας και δίκαια θά ’λεγε κάποιος ιστορικός για την υπόθεση της πατρίδας, της ελευθερίας.

Αυτοί χάθηκαν, έμεινε ο πόνος, η απόγνωση, η πίκρα κι ήρθε αργότερα να μας βρει ο χειμώνας, το κρύο, η πείνα, τα καινούργια παιδιά που ήρθαν σ’ αυτόν το χαροκαμένο τόπο, όπως η αδελφή μου, ο ξάδελφός μου. Τα βάσανα πολλά, στερήσεις, και παρηγοριά καμιά, μονάχα το όνομα των καινούργιων παιδιών… Τους δώσαμε, βλέπετε, το όνομα των χαμένων πατεράδων μας.

Μετά τις εκτελέσεις των ανθρώπων, οι Γερμανοί σκόπευαν να κάψουν και τα χωριά όλα, όπως ήδη είχαν αρχίσει να κάνουν. Τότε ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος επενέβη ευτυχώς και πρόλαβε να αποφευχθεί κι αυτή η τραγωδία, που θα συμπλήρωνε και θα ολοκλήρωνε το σκοτωμό τόσων ανθρώπων. Νιώθω λοιπόν χρέος να πω πως χρωστούμε πολλά σ’ αυτόν τον Αγιο Άνθρωπο που μας συνέτρεξε στον πόνο μας και βοήθησε να μην αφανιστούμε εντελώς.

Ο θάνατος που σκόρπισαν οι Γερμανοί ναζιστές δημιούργησε μια τεράστια καταστροφή στον τόπο μας, έκανε να μαυροφορεθούν μανάδες, χήρες, ορφανά, ακόμα και τα μωρά που γεννήθηκαν, τα ’ντυσαν στα μαύρα. Βαρύ πένθος απλώθηκε σ’ όλη την περιοχή. Οι γυναίκες δεν μπόρεσαν να συνέλθουν εύκολα. Η μάνα μου για δυο χρόνια σαν να ’ταν νεκρή. Δεν επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο. Τα ψυχικά της τραύματα ήταν εξίσου θανατηφόρα με αυτά που έγιναν από τα γερμανικά πολυβόλα. Εμείς τα παιδιά στερηθήκαμε τα πάντα: το γέλιο, τη χαρά, το χάδι, τη στοργή. Ακόμα κι η αγάπη των μανάδων μας ήταν σιωπηλή, γιατί ήταν πονεμένες και φορτωμένες τον αγώνα για επιβίωση κάτω από συνθήκες απάνθρωπες. Κι αν ήμασταν παιδιά, σηκώσαμε κι εμείς στους ώμους μας βαρύ φορτίο, γιατί νιώθαμε εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι απ’ όλους, γιατί πεινούσαμε, γιατί κρυώναμε, γιατί σαν παιδιά δε νιώθαμε πια τη ζεστασιά της οικογένειας. Δεν είχαμε δικαίωμα να κάνομε όνειρα, το μόνο που ονειρευόμαστε εκείνες τις κρύες νύχτες ήταν ένας κόσμος πιο ανθρώπινος, χωρίς πόλεμο, χωρίς νεκρούς, χωρίς δάκρυα, χωρίς πόνο, με λίγη χαρά και ελπίδα και αγάπη. Μισώ τον πόλεμο, γιατί μας κατακρεούργησε τη ζωή και μας οδήγησε σε αδιέξοδα. Μας στέρησε ό,τι πολυτιμότερο είχαμε και κανένας δεν μπόρεσε να ρίξει λίγο βάλσαμο στις πληγές μας. Τα μνημόσυνα που κάθε χρόνο γίνονται από τότε δεν μπόρεσαν ν’ αγγίξουν την πραγματική διάσταση της αξεπέραστης θυσίας, ούτε να ελαφρύνουν τον καημό αυτών που έζησαν τον όλεθρο και την καταστροφή.

Εκείνοι που έζησαν τον ανεμοστρόβιλο του ναζιστικού μένους, σβήνουν ένας ένας κι η ζωντανή μαρτυρία τους χάνεται. Πόσοι ασχολήθηκαν με τις μνήμες μας, απ’ όλους εκείνους που μεγαλοστομούν σε κάθε επέτειο, πόσοι ακούμπησαν με αγάπη και πόνο το χέρι τους στην καρδιά μας, που ακόμα κτυπά από το φόβο του θανάτου που σκόρπισαν οι Γερμανοί κατακτητές; Σαν έρχονται οι φοβερές θύμησες στην επιφάνεια της ψυχής μου, αισθάνομαι να καίγονται τα σωθικά μου σαν από λάβα ηφαιστείου. Τα μαυρισμένα σωθικά μου έχουν γίνει ένα ταπεινό εικονοστάσι, όπου σκεπάζω με δάφνες και βασιλικούς τις μορφές όλων εκείνων που θυσιάστηκαν για χάρη μας”.

Μια άλλη από τις τόσες σκηνές της ημέρας εκείνης δείχνει η Φωτεινή Βερυκοκάκη, 17 χρονών κοπέλα τότε, έγκυος πέντε μηνών στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, που αφηγείται:

“Ο άνδρας μου, Γιάννης Βερυκοκάκης, που είχαμε παντρευτεί το Δεκέμβρη του .1942, έλειπε από το χωριό κείνη την ημέρα. Οι Γερμανοί, όταν με συνάντησαν στο δρόμο, μου είπαν:

“Παρτί, εσύ έγκυος”.

Αλλά πού να πάω, γύριζα σαν τρελή στο χωριό εδώ κι εκεί. Έβλεπα τους άνδρες να οδηγούνται στο απόσπασμα και τις γυναίκες να κλαίνε. Τα δικά μου δάκρυα είχαν στερέψει. Καθώς γύριζα σ’ ένα ακρινό σπίτι στο χωριό, βλέπω ένα σκοτωμένο. Όποιος τολμούσε να φύγει τον σκότωναν πισώπλατα. Βλέπω το κουφάρι του ματωμένο και μια γουρούνα να το γυρίζει γύρω γύρω. Είχε φάει την κοιλιά του και τα έντερα. Τρόμαξα, όταν είδα αυτή τη φρικτή εικόνα, να κατασπαράζει η γουρούνα ένα χωριανό μου”.

Και η Φωτεινή συνεχίζει:

“Γυρνώντας πάνω κάτω στο χωριό, χωρίς να ξέρω τι να κάνω, βλέπω ένα χωριανό μου να κρατά ένα λαγήνι.

  • Πού πας; του λέω, και μου είπε:
  • Ανάμεσα στους σκοτωμένους υπάρχουν και ζωντανοί. Δεν σκοτώθηκαν όλοι, μου λέει. Και τους πάω νερό.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του, και μια σφαίρα που τον βρίσκει, τον σώριασε κάτω. Το λαγήνι έσπασε κι εγώ έβλεπα το νερό να σμίγει με το αίμα.

Οι Γερμανοί που τον σκότωσαν στέκονταν πέντε μέτρα πιο πέρα. Τον άνδρα μου τον σκότωσαν στον Κρεββατά που τον βρήκαν εκεί. Εγώ γέννησα το χειμώνα. Μόνη χωρίς άντρα, χωρίς βοήθεια. Έκανα κορίτσι. Το βάφτισα και το έβγαλα Ιωάννα, το όνομα του πατέρα του. Το παιδί ήταν ασθενικό. Ήθελε φάρμακα, γιατρό, μα πού να βρεθούν. Ένας Θεός ξέρει πώς το μεγάλωσα”.

Γυναίκες και παιδιά φρόντισαν σ’ όλα τα χωριά για την ταφή των τόσων νεκρών.

Στ’ Αμιρά μπόρεσαν και βοήθησαν τέσσερις άνδρες απ’ τους λίγους που διέφυγαν τη σύλληψή τους από τους Γερμανούς. Ένας απ’αυτούς, ο Γιώργης Τσαγκαράκης, αναφέρει:

“Όταν πήγαμε να περισυλλέξουμε τους νεκρούς, βρεθήκαμε σ’ ένα συγκλονιστικό θέαμα. Ο τόπος ήταν σπαρμένος με πτώματα. Η γη ποτισμένη με αίματα και τα πτώματα των ανθρώπων διαλυμένα. Αλλουνού έλειπε το κεφάλι, αλλουνού το σαγόνι… Είχαν διαλυθεί από τις ριπές των πολυβόλων. Άλλους φορτώναμε στα ζώα, άλλους τους θάφταμε επί τόπου, σε άλλους ρίχναμε λίγο χώμα από πάνω για να μην είναι εκτεθειμένοι. Ποιος να θάψει τόσους νεκρούς; Πώς να τους χωματίσουμε, 3-4 άνδρες και γυναίκες; Ήτανε κι ένας σκύλος εκεί. Είχανε σκοτώσει το αφεντικό του και πιστό σκυλί καθώς ήτανε δεν έφευγε από κοντά του. Τον έβλεπε νεκρό τον αφέντη του και καθόταν από δίπλα κι έκλαιγε.

Στο μοιρολόι ούρλιαζε, κτυπιόταν. Νηστικός ο σκύλος* όμως δεν άντεξε, φαίνεται. Δεν ήθελε να φύγει από το πλευρό του αφέντη του. Σε λίγο βλέπω το σκύλο πιο πέρα να κρατά μια ανθρώπινη κεφαλή και να την τρώει μέσα στα κλάματα και στα μοιρολόγια. Έκοβε κομμάτια το κρέας και το έτρωγε. Συγκλονίστηκα, κυνήγησα το σκύλο, πήρα την κεφαλή και την έθαψα. Το σώμα ήταν αλλού. Λυπήθηκα το σκύλο. Τον έβλεπα που γύρναγε εδώ κι εκεί απαρηγόρητος. Για πολλές μέρες έκλαιγε συνέχεια και δεν πατούσε στο χωριό. Σκέφτηκα ότι αφού έφαγε ανθρώπινο κρέας θά ’χει αγριέψει, τον πήρα έξω από το χωριό και τον σκότωσα”.

Το δράμα μιας μάνας στον Κρεββατά θυμάται και αναφέρει ο Νίκος Διακάκης σ. δάσκαλος σήμερα, μικρό παιδί τότε:

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΒΙΑΝΝΟΥ (14 Σεπτεμβρίου 1993)

Αβάσταχτος πόνος

Συμπληρώνονται φέτος πενήντα ακριβώς χρόνια, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1943 που τα τάγματα θανάτου των Χιτλερικών, με έμβλημα τη νεκροκεφαλή, έσπειραν τον όλεθρο και το θάνατο στα χωριά της Βιάννου. Πενήντα χρόνια, από τα θλιβερά εκείνα γεγονότα με τις 377 εκτελέσεις μένουν άσβηστα κι ανεξίτηλα, όπως τα έζησα τότε και τυπώθηκαν στην παιδική μου μνήμη.

Ξεχωρίζω απ’ αυτά ένα δράμα, μια κραυγή πόνου ανείπωτου κι αβάστακτου, μιας χαροκαμένης μάνας, που η μοίρα της έπαιξε παράξενο τραγικό παιγνίδι.

Εκείνη τη θλιβερή μέρα, όλες οι άλλες γυναίκες του χωριού έκλαιαν κι οδύρονταν για τα αδικοσκοτωμένα παιδιά τους, τους άνδρες, τ’ αδέλφια τους.

Μα η θεία Κατερίνα δερνόταν διπλά και θρηνούσε διαφορετικά κι αλλιώτικα απ’ τις άλλες: “Εγώ σε σκότωσα, παιδί μου, εγώ σε σκότωσα, γιε μου”.

Πού να φανταστεί κανείς, πώς να το πιστέψει πως τέτοιες ώρες, τέτοια μέρα, μια μάνα μπορούσε να σκοτώσει το παιδί της! Κι όμως θρηνούσε απαρηγόρητη κι ο πόνος της έβγαινε βαρύς κι ασίγα­στος. Κι ήταν η ίδια τύπος άκακος, συμπονετικός, καλοσυνάτος, πράγμα που δε φαινότανε εύκολα, γιατί αυτή η τρυφερή ψυχή είχε παρουσιαστικό γεροδεμένης, χοντροκομμένης γυναίκας, με αδρά, ασουλούπωτα χαρακτηριστικά. Η καλοσύνη της όμως και ο καλός χαρακτήρας της ήταν γνωστός στο χωριό.

Είχε βρει από τον άνδρα της προγόνια, τρία μικρά αγόρια, το τρίτο μάλιστα ήταν μωρό, γιατί η μάνα του πέθανε στη γέννα της. Απόχτησε και η ίδια άλλα τρία δικά της, δυο κόρες κι ένα γιο. Κι ήταν τώρα μάνα έξι παιδιών.

Δυσκολεύτηκε πολύ να τ’ αναθρέψει, μα ποτέ δεν ξεχώρισε τα παιδιά από τα προγόνια της. Και το σπουδαιότερο, κατάφερε να νιώθουν το ίδιο και κείνα.

Τέτοια ήταν λοιπόν η θεία Κατερίνα, που σήμερα χτυπιόταν και δερνόταν: “Παιδί μου, εγώ σε σκότωσα”.

Μα πώς γίνηκε το κακό κείνη τη συφοριασμένη μέρα; Το τάγμα θανάτου είχε εξαπολύσει τους δημίους του στους δρόμους και τα φτωχόσπιτα του χωριού. Τα πολυβόλα, στημένα στα ψηλότερα δώ­ματα, κροτάλιζαν δαιμονισμένα. Οι τουφεκιές έπεφταν πυκνές κι αντιλαλούσαν άγρια οι απέναντι πλαγιές. Οι κλειστές πόρτες των σπιτιών άνοιγαν με πάταγο από τα βίαια χτυπήματα των υποκοπάνων. Τα γυναικόπαιδα, οι βάρβαροι τα αμπάρωναν στα σπίτια. Τους άνδρες, τους έπαιρναν μαζί τους και κανείς δεν ήξερε πού τους πήγαιναν, τι τους έκαναν. Πήραν και της θείας Κατερίνας το στερνοπαίδι, το Στελιανό, 19-20 χρονών τότε, κι έκλεισαν την ίδια με τις κόρες της στο σπίτι.

Ο άνδρας έλειπε στη Μεσαρά. Ο μεγαλύτερος γιος της ήταν αντάρτης του Μπαντουβά. Ο δεύτερος δεν είχε γυρίσει ακόμη, από τότε πού ’φυγε στην Αλβανία. Κι ο τρίτος γύρισε από την Αλβανία και σήμερα του Σταυρού, πιάστηκε από τους εκτελεστές και στήθη­κε μπρος στο απόσπασμα. Όμως σώθηκε την τελευταία στιγμή βάζοντάς το στα πόδια.

Περίπου δέκα μέτρα έξω και απέναντι από την πόρτα της θείας Κατερίνας, πάνω στο δώμα, στήθηκε ένα πολυβόλο, που έριχνε συνεχώς στα τριγύρω.

Κάποια στιγμή η θεία Κατερίνα ξεθάρρεψε, άνοιξε τη πόρτα κι έκανε μερικά βήματα στο δρόμο. Μα τι να δει! Το παιδί της ήταν ξαπλωμένο στο κατηφορικό δρομάκι, μπρούμυτα, ακίνητο. Σάστισε, κιτρίνισε, έσυρε φωνή κι έτρεξε κοντά του. Πάνω στο κορμί του άρχισε να κλαίει και να μοιρολογιέται. Ο Γερμανός πυροβο­λητής, που ήταν ψηλότερα, παρακολουθούσε. Κάποια στιγμή ο Στελιανός, που δεν είχε κτυπηθεί από τις σφαίρες και προσποιού­νταν το σκοτωμένο, ψιθύρισε στη μάνα του: “Σώπα, μάνα, ζωντανός είμαι”. Κι εκείνη παρηγορήθηκε κι αθόρυβα, προσποιητά, απομακρύνθηκε από το γιο της, πού ’μεινε ακίνητος στην ίδια θέση.

Όταν μετά από λίγη ώρα ξαναβγήκε η θεία Κατερίνα από το σπίτι της, πάγωσε. Ο Στελιανός της έπλεε σε μια κόκκινη λίμνη.

Ο χτηνάνθρωπος πολυβολητής δε συγκινήθηκε από αυτά που παρακολούθησε, από πάνω. Δεν ξύπνησαν μέσα του ανθρώπινα αισθήματα, αλλά αιμοβόρα κι αιμοδιψή πάθη. Μόλις έφυγε η μάνα με συγκρατημένη ανάσα, σημάδεψε από ψηλά το γιο της και του τίναξε τα μυαλά.

“Μάνα, σώπα, ζωντανός είμαι”. Το μυστικό που προδόθηκε είχε τίμημα βαρύ. Για τη μάνα, αβάσταχτο πόνο. Κι έμεινε απαρηγόρη­τη και θλιμμένη ως το τέλος της ζωής. Και ποτέ δεν έπαψε να κατα­ριέται τον εαυτό της, γιατί συνέργησε, έστω κι άθελά της, στο θάνατο του παιδιού της”.

Αποκορύφωμα της θηριωδίας, της βαρβαρότητας, της έλλειψης κάθε ίχνους από ανθρώπινη συνείδηση των ορδών που εξαπέλυσαν οι Γερμανοί στα χωριά της Επαρχίας Βιάννου ήταν η χρησιμοποίη­ση ξιφολόγχης για να εξοντώσουν αυτούς που με το όπλο δεν μπόρεσαν να σκοτώσουν. Χαρακτηριστική περίπτωση ο φόνος των αδελφών Απόστολου και Χαράλαμπου Βαρδάκη στον Αγιο Βα­σίλειο.

Αλλά και τσεκούρια χρησιμοποίησαν, για να ολοκληρώσουν αυτό που με τα όπλα δεν μπόρεσαν να κάνουν.

Η παιδική μνήμη του οκτάχρονου τότε Στυλιανού Μανδαλάκη (αργότερα δασκάλου) κατέγραψε:

“Στο σπίτι μας μπήκαν τρεις Γερμανοί κι εγώ, οκτάχρονο τότε παιδί, τους ακολούθησα να βλέπω τα τουφέκια τους. Έψαξαν παντού μέσα στο σπίτι για άνδρα κι αφού δεν βρήκαν, έφυγαν και μπήκαν βιαστικά στο γειτονικό σπίτι. Βρήκαν μοναχή μια γριά, την Τσιτσινιά, που μόλις τους είδε, έκανε όρκους πως δεν είχε αυγά, γιατί αυτά νόμισε πως της ζητούσαν. Κι αφού δεν βρήκαν άνδρα κι εκεί, άρπαξαν μια μανάρα κοφτερή και πήγαν στο διπλανό σπίτι που ήταν κουρείο. Η πόρτα δεν άνοιγε. Της πέταξαν δυο φορές μια μεγάλη πέτρα κι ύστερα τη διάλυσαν με τη μανάρα. Εκεί τους πρόλαβε η γριά Τσιτσινιά μ’ ένα αυγό στο χέρι, διαβεβαιώνοντάς τους πως ήταν το μοναδικό που είχε. “Να” έλεγε”, “Θεός και ψυχή μου, δεν έχω άλλο”.

Κι εκείνος ο καταραμένος Γερμανός, γεμάτος οργή και κατα­φρόνια, κτύπησε με τη χερούκλα του το κοκαλιάρικο χέρι της γριάς που κρατούσε το αυγό κι έφυγε βιαστικός, ενώ η γριά Τσιτσινιά έβαλε το πονεμένο χέρι της κάτω από τη μασχάλη της κι έφυγε με βογγητά.

Ο Γερμανός κτύπησε μετά την πόρτα του Βασιλογιώργη, συντα­ξιούχου αξιωματικού. Από μέσα ακούστηκε η φωνή: “Μομέντο, καμαράτο” κι η πόρτα άνοιγε σιγά σιγά. Ο Βασιλογιώργης πρότεινε μ’ επισημότητα το χέρι του στο στρατιώτη, μα εκείνος με περιφρόνηση και βλοσυρότητα του έδειξε τη σκάλα.

Ο γηραιός αξιωματικός ανέβαινε ένα ένα τα σκαλοπάτια. Στο πέμπτο δέχτηκε πισώπλατα μια σφαίρα. Έπεσε ανάσκελα και το κεφάλι του έφτασε κοντά στα πόδια μας. Ο αιμοχαρής Γερμανός σήκωσε τη μανάρα που κρατούσε ακόμη και κτύπησε με μανία το κεφάλι του πληγωμένου αξιωματικού. Το κεφάλι άνοιξε κι ένα πο­ταμάκι από μυαλά και αίμα κύλησε κάτω, ενώ σύγκορμο το θύμα, ο άλλοτε γενναίος αξιωματικός, ο Βασιλογιώργης, σφάδαζε και πετούσε φούσκες το αίμα από τις πληγές που του άνοιξε ο απάνθρωπος ναζί. Εγώ τα ’χασα κι εξαφανίστηκα”.

Ανάλγητοι παρακολουθούν οι Γερμανοί το δράμα που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια τους. Γελούν και κοροϊδεύουν τις γυναίκες και ακούγονται να τις απομιμούνται χλευαστικά: “Παναγία μου! Παναγία μου!”.

Στον Κρεββατά στήνουν γλέντι δίπλα από τα πτώματα που άφησαν στο χωριό. Χορεύουν και τραγουδούν υπό τον ήχο ενός γραμμοφώνου που είχαν μαζί τους, και πίνουν κρασί με το δισκοπότηρο του παπά που πήραν από τη διπλανή εκκλησία του Αϊ- Γιάννη.

Και ο Νίκος Διακάκης θυμάται:

  • “Μέρα σημαδιακή της ψυχής μου που έζησα κατά παράξενη συγκυρία το δράμα του μικρού χωριού μου Κρεββατά. Οι δρόμοι του, εκείνο το απομεσήμερο, ήταν έρημοι από ζωή, διάσπαρτοι όμως από τα κουφάρια της γερμανικής θηριωδίας. Μόνος ζωντανός εγώ, ανάμεσα σε τόσους σκοτωμένους, διάβηκα από τη μια άκρη ως την άλλη κι αντίκρισα, άθελά μου, όλο το μακάβριο θέαμα. Άλλοι ξαπλωτοί, άλλοι καθιστοί, άλλοι μπρούμυτα ή ανάσκελα, σε λίμνες κατακόκκινες, δημιουργούσαν πίνακα φρικιαστικό και αποτρόπαιο. Από το χωριό είχαν διαβεί οι ορδές των θύννων…. Οι στρατιώτες της συμφοράς ξεκουράζονταν τώρα, ικανοποιημένοι, στις άκρες του δρόμου, πριν αναχωρήσουν. Οι γυναίκες είχαν πληροφορηθεί τα θλιβερά γεγονότα, τις εκτελέσεις όλων των ανδρών, κι αλλόφρονες και περίτρομες, ξεχύθηκαν στους δρόμους, όπου αντίκρισαν το μακάβριο έγκλημα… Ο θρήνος ξέσπασε γοερός, θρηνούσαν μάνες, αδελφές, κόρες κι όχι μόνο. Οι θρήνοι κι οι κραυγές από τα αντικρινά χωριά έσμιγαν με τους θρήνους τους και το θέαμα και το άκουσμα, ήταν σπαραγμός καρδιών.

Και ξάφνου, μέσα σ’ αυτό το σύθρηνο, τον ομαδικό οδυρμό, ένα μοναχικό γραμμόφωνο αρχίζει τη μουσική του. Οι πολιτισμένοι, μουσικόφιλοι φονιάδες του Χίτλερ χρειάζονταν μουσική μετά τη σφαγή των αθώων.

Η μουσική του γραμμοφώνου κείνη την ώρα, που έσμιγε στ’ αυ­τιά μας με τις άναρθρες στριγγλιές κραυγές των γυναικών, συνέθεταν μια μακάβρια συναυλία, που ανθρώπινος νους αδυνατεί να χωρέσει. Είχα το “προνόμιο” να ιδώ και να ακούσω τα φρικτά αυτά γεγονότα κι έμειναν έντονα στην ψυχή μου κι ας πέρασαν πενήντα χρόνια. Ήταν πια απόγευμα, όταν το γραμμόφωνο σίγησε. Οι βάρβαροι έφευγαν, μα το δράμα του μικρού χωριού βρισκόταν στην αποκορύφωσή του”.

Περίθαλψη τραυματιών

Λίγοι σώθηκαν από τις ομαδικές εκτελέσεις που έγιναν. Άλλοι, γιατί έπεσαν κάτω πριν τους βρουν οι σφαίρες των γερμανικών πολυβόλων και καταπλακώθηκαν από τα πτώματα των άλλων, κι άλλοι, γιατί αστόχησαν οι γερμανικές σφαίρες. Όλοι τους όμως είχαν κάποιο τραύμα και μερικοί πέθαναν τις επόμενες ημέρες. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στα σπίτια τους, για να τους δοθεί κάποια περίθαλψη. Τέσσερις οι τραυματίες στο Βαχό: ο Γιάννης του Πέτρου, ο Μαθιός του Νταλιάνη, ο Χαρίλαος του Ζερβογιώργη και ο Γιώργης Μπαρμπαγαδάκης από τον Άγ. Βασίλειο.

Ο γιατρός Γρηγόρης Ζερβουδάκης, που βρέθηκε στο χωριό κι ο πατέρας του ήταν μεταξύ των σκοτωμένων, τρέχει να επιδέσει τους τραυματίες. Οι Γερμανοί περνούν πάνω από το χωριό και οι γυναίκες τον διώχνουν μην τον βρουν οι Γερμανοί και τον σκοτώσουν κι αυτόν. Μα εκείνος δεν φεύγει. Αυτή την ώρα νιώθει την ανάγκη να φροντίσει και να σώσει τους τραυματίες κι αδιαφορεί για τη δική του ζωή. Τι ψυχικό μεγαλείο!

Στ’ Αμιρά οι τραυματίες είναι πολλοί. Ο Γιώργης Καρακωνσταντάκης θυμάται και αφηγείται:

“Η οργάνωση είχε πάρει απόφαση, όλοι οι άνδρες ν’ απομα­κρυνθούν από το χωριό. Έτσι τη νύχτα της 13ης προς την 14η Σεπτεμβρίου εγώ και πολλοί χωριανοί μου βρεθήκαμε στη θέση Μακρυθεριά, περιφέρεια Βαχού, όπου βρέθηκαν και μέλη της Επαρχιακής Επιτροπής του Ε.Α.Μ. Τις πρωινές ώρες της 14ης παρουσιάστηκαν στην κορυφή στης Πλακωτής το χαράκι μερικές χωριανές μου και καλούσαν τους άνδρες τους να πάνε στο χωριό, γιατί αν δεν τους βρουν εκεί οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια τους. Αυτό είπαν στον Αγ. Βασίλειο που είχαν πάει το βράδυ της προηγουμένης και δεν πείραξαν κανένα. Δυστυχώς, πλανήθηκαν πολλοί, έφυγαν και πήγαν. Τους βρήκαν αργότερα εκεί οι Γερμανοί και τους σκότωσαν.

Από κει που βρισκόμουνα μαζί με άλλους μάθαμε τις εκτελέσεις που έγιναν στο Βαχό. Τις απογευματινές ώρες, με πολλές προφυλάξεις πήγα στο χωριό και με φρίκη αντίκρισα το κακό που είχε γίνει. Σκοτωμένος ο πατέρας μου, 71 χρονών, ο γαμπρός μου και πολλοί στενοί συγγενείς μου. Έμαθα ότι υπήρχαν και πολλοί τραυματίες. Ο Σταύρος Χαλκιαδάκης, ο Μιχάλης Βερυκοκάκης, ο Μανώλης Παντουβάκης, ο Λευτέρης Αναστασάκης, ο Νίκος Λουλάκης, ο Νί­κος Τσαγκαράκης, Μιχάλης Βαρδιατζάκης και άλλοι.

Σκέφτηκα τότε να γυρίσω στη Μακρυθεριά και να πω στο γιατρό Παπαμαστοράκη, που ήταν εκεί, να πάμε να επιδέσει τους τραυματίες. Ο γιατρός δέχτηκε. Το πρωί της 15 Σ/ρίου, με πολλές προφυλάξεις πήγαμε στ’ Αμιρά. Ο γιατρός πήγε στα σπίτια που είχαν κρύψει τους τραυματίες κι εγώ έστειλα γυναίκες στα υψώματα, γύρω από το χωριό, στο Σελί και στον Αγ. Χαράλαμπο. Από τα σημεία αυτά, αν έβλεπαν κινήσεις Γερμανών προς το χωριό να μου κάνουν σήμα να το δω από την αυλή της εκκλησίας όπου βρισκόμουν και να ειδοποιήσω το γιατρό να προφυλαχτούμε.

Ευτυχώς ο γιατρός πρόλαβε κι έδεσε τους τραυματίες, με τα πρόχειρα μέσα που διέθετε, χωρίς να παρουσιαστούν Γερμανοί. Έδωσε οδηγίες στο τι να κάνουν. Πολλοί απ’ αυτούς τις επόμενες ημέρες μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο σε νοσοκομεία και επέζησαν, αλλά οι περισσότεροι απ’ αυτούς με μεγάλη αναπηρία”.

Ο Σταύρος Χαλκιαδάκης δυστυχώς, ενώ έπρεπε να μείνει σε ακινησία, από τον φόβο των δικών του μήπως τον βρουν οι Γερμανοί, που ξαναπήγαν στο χωριό την επομένη, μεταφέρθηκε σε πιο ασφαλές μέρος. Προκλήθηκε έτσι αιμορραγία και πέθανε τις επόμενες ημέρες”.

Ιδιαιτερότητα παρουσιάζουν οι εκτελέσεις που έγιναν στη Σύμη. Η δασκάλα Στέλλα Μιχαλάκη, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, τα εξιστορεί σε γραπτό που άφησε: “Τα 27 θύματα που θρήνησε η Σύμη, κι όσοι άλλοι σκοτώθηκαν στην περιφέρεια της Σύμης από άλλα χωριά, σκοτώθηκαν μεμονωμένα και σε διάφορα σημεία.

Στις 12 του Σεπτέμβρη, την ώρα της μάχης, η Μαρία Γ. Μεταξάκη 45 χρονών, πήγαινε άφοβα να πάρει τη μάνα της από το χωριό και σκοτώθηκε στη θέση Κόψα. Την ίδια μέρα σκοτώθηκε και ο αντάρτης Απόστολος Ε. Βαγιωνάκης 24 χρονών παλληκάρι, παντρεμένος, με μικρό παιδί, από τους Μύθους, στη θέση Καμπιά. Μέσα στο χωριό βρέθηκε πεθαμένος από πείνα ή ασφυξία (ποιος μπορούσε τότε να εξακριβώσει) μέσα σ’ ένα στάβλο, ο ηλικιωμένος και παράλυτος Στυλιανός Μυλωνάκης.

Στις 14 του Σεπτέμβρη στη θέση Αλευρά σκοτώθηκαν οι αδελ­φοί Απόστολος και Διομήδης Παπαδάκης από τα Γδόχια 60 χρονών ο πρώτος, κάτοικος Μουρνιών, και 55 ο δεύτερος, κάτοικος Αθηνών. Πούλησε το σπίτι του στην Αθήνα και πήγε στο χωριό για να σώσει από την πείνα τα 4 παιδιά του. Τα δυο αδέλφια πήγαν στην Πάνω Σύμη και πήραν τη μάνα τους Καλλιόπη χήρα Παπαδάκη 90 χρονών, που έμενε εκεί, για να τη σώσουν. Επειδή όμως δεν μπορούσε να καθίσει στο μουλάρι που είχαν μαζί τους, λόγω ηλικίας, την μετέφεραν στα χέρια τους, πιασμένα καρεκλάκια. Οι αιμοβόροι υπήκοοι του Χίτλερ δεν συγκινήθηκαν από την εικόνα αυτή, όταν τους συνάντησαν στην περιπολία που έκαναν στην περιοχή αυτή. Τους πυροβόλησαν και σκότωσαν μπροστά της και τα δυο παιδιά της. Μετά από δυο μέρες περαστικός τη βρήκε ξαπλωμένη στη μέση του δρόμου, που τον παρακάλεσε και την πήγε στη σκιά ενός δέντρου. Αργότερα βρέθηκε κομματιασμένη μ’ ένα μισοφαγωμένο αχλάδι στο στόμα.

Στην ίδια θέση και την ίδια μέρα σκότωσαν και τον Εμμανουήλ Δασκαλάκη και λίγο πιο κάτω στο Λυγιόλακκο τον Γεώργιο Γιανναδάκη, 78 χρονών από τα Γδόχια. Πήγε να πάρει από το βουνό τη νύφη του που είχε γεννήσει. Η γυναίκα και το μωρό σώθηκαν, γιατί είχαν προχωρήσει λίγα βήματα πιο μπροστά την ώρα εκείνη και δε φαίνονταν.

Στη θέση Καρτσίδω εκτελέστηκε ένας γέρος 85-90 χρονών, ο Νικόλαος Πανακάκης, που δεν θέλησε να ακολουθήσει τα παιδιά του, γιατί όπως είπε ήταν γέρος και θα σέβονταν τα χρόνια του οι Γερμανοί.

Στη θέση Κορνιακτός, σε μια κρύπτη, βρέθηκε νεκρός ο Μιχάλης Αρχοντάκης 85 χρονών. (Τον τραυμάτισαν ασφαλώς, αποτραβήχτηκε εκεί και πέθανε). Λίγο πιο πάνω σ’ ένα αμπέλι ο Ιωάννης Ζερβουδάκης από τη Ρίζα, 50 χρονών, και στη θέση Λάπαθο ο

Μανώλης Ψυμουλάκης που κακοποιήθηκε στον κορμό ενός δένδρου, γιατί είχε βρεθεί εκεί ένα όπλο κρυμμένο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου στη θέση Ρούσο σκότωσαν τον Γεώργιο Μπεκράκη 79 χρονών και την ίδια μέρα τον Ιωάννη Καλυκάκη 60 χρονών. Στην περιφέρεια Λουτρακίου κοντά στα Γδόχια σκότωσαν τρεις γυναίκες κι ένα μωρό έξι μηνών. Τη Ζαχαρένια X. Ρηνάκη 22 χρονών, τη μάνα της Καλλιόπη Κ. Συγγελάκη 45 χρονών, την πεθερά της Μαρία χήρα Ρηνάκη 50 χρονών. Μάζευαν χαρούπια ξένοιαστες. Την ώρα εκείνη η Ζαχαρένια, στον ήσκιο ενός δένδρου, βύ­ζαινε το μωρό της. Εκεί δέχτηκαν και οι δυο τα φονικά βόλια.

Στις 17 Σεπτεμβρίου στη θέση Πλάκα σκότωσαν τον Μηνά Ε. Καρπαθάκη 18 χρονών. Τον είχαν συλλάβει ως όμηρο. Την ίδια μέρα στη θέση Κόψα σκότωσαν τον Λευτέρη Παυλάκη από το Ρέθυμνο, που ήταν υπηρέτης στη Σύμη.

Ο Απόστολος Χαμηλάκης, μαθητής στην 7η τάξη του οκταταξίου Γυμνασίου Βιάννου 17 χρονών, υπηρέτησε στο αντάρτικο ως αγγελιοφόρος. Δούλεψε όσο κανείς άλλος. Πήρε μέρος στη μάχη και διακρίθηκε για το θάρρος του. Μετά τη μάχη και τη μετακίνηση των ανταρτών από την περιοχή, η μάνα του τον παρακάλεσε να μην ξαναφύγει από κοντά της. Και το παλληκάρι της απάντησε: “Η πατρίδα δεν μου λέει αυτό τώρα. Αν σκοτωθώ, νά ’σαι για μένα περήφανη”. Σε μια αποστολή για πατριωτική υπηρεσία, συνελήφθη από Σουμπερίτες (συνεργάτες των Γερμανών) στον Αϊ-Γιώργη τον Επανωσήφη και εκτελέστηκε στις 28 Οκτωβρίου 1943. Αντίκρισε με καταπληκτική ψυχραιμία το θάνατο, όπως είπαν οι μοναχοί της Μονής. Κάπνισε αφελέστατα το τσιγάρο του, αφού ζήτησε άδεια γι’ αυτό. Κι όταν του είπαν:

  • Τι το θέλεις το τσιγάρο, αφού σε λίγο θα γίνεις αεροπλάνο;

Ο Απόστολος απάντησε:

  • “ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ, ΑΛΛΑ ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ”.

Για τον Απόστολο Χαμηλάκη, ο Θωμάς Μανιάτης θυμάται και γράφει:

“Αρχές Οκτωβρίου 1941, μαζί με τον μακαρίτη ίλαρχο Δη μ. Αντωνιάδη, γυρίζαμε τα χωριά της Βιάννου ως μέλη της αντιστάσεως της περιφέρειας, της οποίας αρχηγός ήταν ως γνωστόν ο

ήρωας ταγματάρχης Αλέξανδρος Ραπτόπουλος. Μια ημέρα, όπως ανεβαίνομε το δρόμο από το Γυμνάσιο προς την Ρούσα Κεφάλα, μας πλησίασε ένα παιδί, φορούσε κοντά παντελόνια και είχε στο χέρι του τα βιβλία του. Όπως μας είπε, τον έλεγαν Απόστολο Χαμηλάκη, ότι ήταν από τη Σύμη και πήγαινε στην Τρίτη Τάξη Γυμνασίου. Μας παρακάλεσε να τον χρησιμοποιήσουμε ως ταχυδρόμο, για να μεταφέρει διάφορα μηνύματα σε πρόσωπα της οργανώσεως στα γύρω χωριά. Μας έκανε εντύπωση το θάρρος του και η ευγένεια των τρόπων του.

Πράγματι τον χρησιμοποιήσαμε αρκετές φορές και μετέφερε μηνύματα στη Σύμη στο δικηγόρο Εμμ. Φραγκάκη, στον Πεύκο στον ενωμοτάρχη Ιερωνυμάκη, στη Ρίζα στο δάσκαλο του χωριού, στις Μουρνιές κλπ. Αρα η προσχώρησή του στην Αντίσταση αρχίζει από το 1941.

Μετά την απελευθέρωση συναντήθηκα με πολλούς Βιαννίτες και τους ρωτούσα για την τύχη διαφόρων φίλων και γνωστών. Ρώτησα και για τον Αποστόλη και έμαθα για τον ηρωικό του θάνατο. Στη μνήμη μου, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια (52), φέρνω αμυδρά την παιδική του μορφή. Αυτό που συγκράτησα γι’ αυτό το παιδί είναι ότι είχε ένα αδελφό δέκα χρόνια τουλάχιστον μεγαλύτερο του (δεν γνωρίζω αν είχε κι άλλα αδέλφια), αυτόν τον είχα γνωρίσει. Επίσης η φωνή του ήταν κάπως λεπτή. Ας είναι λοιπόν ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει, όπως σκεπάζει τόσους και τόσους λεβέντες της αιματοβαμμένης και αδούλωτης ΚΡΗΤΗΣ”.

Και η Στέλλα Μιχαλάκη συνεχίζει:

“Στις 7 Νοεμβρίου 1943, στη νεκρή ζώνη, στην Πάνω Σύμη σκό­τωσαν τον Χαράλαμπο Κ. Ψαλτάκη 37 χρονών, που πολλά είχε προσφέρει στο αντάρτικο. Μαζί του και τον Νικόλαο Γ. Βροντινό 18 χρονών. Πήγαν κι οι δυο (γαμπρός και γιος του Βροντινού) να γλυτώσουν το κοπάδι του πατέρα τους από τους Γερμανούς. Την ίδια μέρα η Μαρία Πανακάκη, 89 χρονών, κάηκε ζωντανή στην Πάνω Σύμη”.

Πολλές είναι και οι σκηνές που ξετυλίγονται και στα γειτονικά χωριά της Επαρχίας Ιεράπετρας. Μια απ’ αυτές, γεμάτη από το με­γαλείο της αγάπης της μάνας προς το παιδί της, δίνει με στίχους ο λαϊκός ποιητής της εποχής εκείνης Γιώργος Πατεραντωνάκης: Θέ μου μεγαλοδύναμε, πώς το βαστά η καρδιά τους, μανάδες να σκοτώνουνε με τα μωρά παιδιά τους;

Νέους και γέρους πιάσανε, γυναίκες και παιδία, τους πήγαν και τους έκλεισαν μέσα στην εκκλησία. Φρουρό ’χαν και τους φύλαγε ως ότου να βραδιάσει, στην πόρτα δεν αφήνανε κανείς να πλησιάσει.

Ύστερα, σαν εβράδιασε, αχ τι κακό μεγάλο, που δεν εξαναγίνηκε στον κόσμο τέτοιο άλλο.

Τους άνδρες διατάξανε για να τους τουφεκίσουν κι από τα γυναικόπαιδα μακριά να τους χωρίσουν.

Μια Λεβεντάκη Φωτεινή, την τόλμη πού τη βρήκε! και ανάμεσα στους Γερμανούς και στο παιδί της μπήκε. Δεκατριώ χρονώ ήτανε, χαριτωμένο αγόρι, εις αιμοβόρος Γερμανός το τράβα με το ζόρι, μέσα στους άνδρες ήθελε να το ανακατώσει την ώρα της εκτέλεσης θάνατο να του δώσει.

Τότε φωνάζει το παιδί: Μάνα! βοήθησέ με, από τα χέρια του εχθρού γρήγορα γλύτωσέ με.

Η μάνα του σαν αστραπή τα χέρια της απλώνει με χειρισμό επιδέξιο και το παιδί της σώνει.

Σφιχτά κρατούσε το παιδί από τις δυο μασχάλες κι έτρεχε από τη μύτη της το αίμα στάλες στάλες.

Ο στρατιώτης τό ’πιασε πάλι από το χέρι και το τραβάει δυνατά, μα το παιδί υποφέρει.

Η μάνα του που τό ’βλεπε, σκοτώνεται, δακρύζει, και για να σώσει το παιδί πολλώ λογιώ πασχίζει.

  • Εγώ καλά κατάλαβα απ’ τη στιγμή την πρώτη είσαι πολύ αιμοχαρής, λέει του στρατιώτη.

Αν δεν αλλάξει η γνώμη σου νά ’ρθεις στο λογικό σου, μ αυτό το ξίφος που κρατάς θα κόψω το λαιμό σου! Εχύμηξε επάνω του, τα νύχια της καρφώνει στο χέρι του το δεξιό και τον εξαιματώνει.

Τότε αφήνει το παιδί και το μπιστόλι βγάνει.

Πριν το προτείνει, πρόφθασε και άρπαξε την κάννη. Μέσα στην ύστατη στιγμή έφθασε ο λοχαγός του γιατί τον αντιλήφθηκε ποιος ήταν ο σκοπός του

 και ζωηρά τον φώναξε να τον ακολουθήσει να το αφήσει το παιδί ήσυχο πια να ζήσει.

Η ηρωίδα Φωτεινή έσωσε το Μανώλη, κανείς δεν το περίμενε και τη θαυμάζουν όλοι.

Ομαδικές αλλά και μεμονωμένες ήταν οι εκτελέσεις και στα χωριά αυτά. Αλλά τις εκτελέσεις διαδέχθηκαν η εκκένωση των χωριών και το κάψιμο τους.

120 οι νεκροί στα επτά χωριά, έμειναν άταφοι, εγκαταλελειμμένοι, βορά στους σκύλους και στα όρνεα, σκόρπιοι στα χωριά που κάηκαν αλλά και στα διπλανά που γλύτωσαν από τη φωτιά. Ύστερ’ από 45 μέρες, τότε που επετράπη η είσοδος στην απαγορευ­μένη αυτή περιοχή, με πόνο ψυχής μάζεψαν κι έθαψαν τα κομμά­τια που βρέθηκαν από τα μέλη των πτωμάτων που ήταν σκόρπια παντού. Αλλού τα χέρια, αλλού τα πόδια, αλλού το κεφάλι. Κορμιά ακρωτηριασμένα, καταξεσχισμένα και φαγωμένα από τους σκύ­λους και τα όρνια.

Και ο λαϊκός ποιητής γράφει.

Στα γδοχιανά τα χώματα, όπου και να πατήσεις, αραχνιασμένα μνήματα παντού θα συναντήσεις.

Στα γδοχιανά τα χώματα τα αιματοβαμμένα αιώνια θα βρίσκονται κόκαλα σκορπισμένα.

Άταφοι έμεναν για πολλές ημέρες και σ’ άλλα χωριά. Ο Στυλ. Μπελιμπασάκης, από τους ομήρους στο Γυμνάσιο Βιάννου, στο ημερολόγιό του γράφει:

“Εν συνεχεία της πορείας μας προς επιστροφήν προτού φθάσομεν εις το χωριό Πεύκος αντικρύσαμεν το πρώτον θύμα της γερμα­νικής θηριωδίας, του διδάσκαλον Συκολόγου Αριστομένην Μηλιαράκην ημιαποσυντεθειμένον. (Είχαν περάσει 11 μέρες από την εκτέλεσή του). Περάσαμε με σφιγμένη την καρδιά και ο Θεός να τον συγχωρέσει. Συνεχίσαμεν την πορείαν μας περνώντας από τον Επάνω Πεύκο-Χάνι. Όλα τα μαγαζιά, σπίτια και υποθηκοφυλακείον καημένα. Στον κάτω Πεύκο κάηκαν επίσης τα 2/3 του χωριού”.

Κι ο τότε δάσκαλος στο Μύρτο Απόστολος Παπαδημητρόπουλος, με το δικό του τρόπο δίνει μια εικόνα της εποχής εκείνης. Η15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1943 Μαύρος πέπλος τα πάντα σκεπάζει,

Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές.

Ταχυβόλα, μαχαίρια, μπιστόλια, φλόγες, κρότοι αρμάτων, κραυγές.

Του βουνού κουκουβάγιες και γύπες κατεβήκαν στα μέρη αυτά και θρηνούσαν, σαν είδαν και κείνα τη φρικτή των χωριών συμφορά Λαγκαδιές ποτίστηκαν με αίμα, ρεματιές ενωθήκαν σφικτά, με καρδιές που χτυπούσαν με τρόμο, μήπως δούνε τη φρίκη ξανά.

Τον γιαλού τα γοργά κυματάκια δεν χτυπούν όπως πριν μαλακά, τα λουλούδια και κρίνα του κάμπου δε μυρίζουν σαν πριν χαρωπά.

Γερμανοί, Γερμανοί, Γερμανοί αιμοβόροι κακούργοι, απαίσια των θύννων φυλή, των Ελλήνων η δόξα θα μείνει αιώνια στον κόσμο αγνή.

Τα παιδιά του Σχολείου και τ’ άλλα τώρα δίνομε όρκο κρυφό πως θα χτίσομε πάλι πατρίδα από στάχτη, φωτιά και καπνό.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το έντυπο: Μνήμες από το ολοκαύτωμα της επαρχίας Βιάνου το Σεπτέμβρη του 1943, Ηράκλειο 1995

 

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!