Ο Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων (Φουστανελάς)

Ο νέος Άγιος των Ιωαννίνων εορτάζει στις 17 Ιανουαρίου σταθερά, είναι πολιούχος της πόλεως των Ιωαννίνων, και στις 17 Ιανουαρίου 2018 ανακηρύχθηκε προστάτης των τσολιάδων της προεδρικής φρουράς.

Η ιστορία του

Ευλογημένος νέος μάρτυς του Χριστού Γεώργιος, το καύχημα των Ιωαννίνων, γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της επαρχίας Γρεβενών ονόματι Τσουρχλι στους χίλιους οκτακόσιους οκτώ χρόνους από Χριστού.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών περίπου, άρχισε να εργάζεται σαν μισθωτός ιπποκόμος κοντά σε Τούρκους αξιωματικούς. Στην αρχή σε κάποιον αγά που είχε στρατοπεδεύσει για ξεκούραση στο χωριό του… Στη συνέχεια πήγε στη δούλεψη άλλων Τούρκων αξιωματικών, ώσπου γύρω στα εικοσιδύο του χρόνια προσελήφθη στα Γιάννενα, από τον Χατζή Αβδουλλάχ εφέντη. Αυτός ήταν από τους έμπιστους αξιωματικούς του Ιμήν πασά. Ο Ιμήν διαδέχτηκε τον πατέρα του στη θέση του Βαλή των Ιωαννίνων το 1830, όταν εκείνος έγινε Μέγας Βεζύρης στην Κωνσταντινούπολη.

Τα χρόνια που ο Γεώργιος δούλευε κοντά στους Τούρκους απέκτησε και ένα καινούργιο όνομα. Τον αποκαλούσαν γκιαούρ Χασάν δηλαδή άπιστο Χασάν Συνήθιζαν αυτοί, ξεκινώντας με αστεία, να τουρκεύουν τους Χριστιανούς αρχίζοντας από το όνομα και τη φορεσιά.

Αυτός όμως ο ευλογημένος παρέμενε χριστιανός. Και όταν έβρισκε εύκαιρία σύχναζε στις εκκλησίες όπου και προσευχόταν… το 1836… Τη χρονιά κατά την οποία επέστρεψε για δεύτερη φορά ο Ιμήν στα Γιάννενα, ο Γεώργιος αρραβωνιάστηκε μια χριστιανή κοπέλα, την Ελένη…

Κάποιος από τους Τουρκογιαννιώτες χοτζάδες… τον σταμάτησε κάποια μέρα και τον ρώτησε μπρέ εσύ είσαι Τούρκος! πως θέλεις να πάρεις Χριστιανή γυναίκα;

Ο Γεώργιος του απάντησε σαν Χριστιανός που είμαι, ζητώ να πάρω γυναίκα Χριστιανή.

Οργίστηκε τότε ο χότζας κι αμέσως έτρεξε στον Μεχκεμέ, το τουρκικό ιεροδικαστήριο, όπου συκοφάντησε τον ευλογημένο Γεώργιο λέγοντας· «κάποιος Τούρκος ζητεί να πάρει γυναίκα Χριστιανή! εγώ τον ηξεύρω δια Τούρ­κον».

Ο Κατής, ο Τούρκος ιεροδικαστής… τον ρώτησε γι’ αυτά που τον κατηγορούσαν…

Και εκείνος ο μακάριος αποκρίθηκε όχι! Χριστιανός ήμουν και είμαι. Και λέγοντας αυτά έκαμε το σημείο του ζωοποιού Σταυρού… Ο Κατής έστειλε τον μάρτυρα του Χριστού μαζί με έκθεση της υπόθεσης στον Βαλή των Ιωαννίνων…

Διέταξε τότε ο Βαλής να τον εξετάσουν για να δουν μήπως είχε εξισλαμιστεί παλαιότερα. Η σωματική έρευνα απέδειξε ότι δεν είχε δεχτεί περιτομή.Έτσι με βεζυρική προσταγή ο Κατής έγραψε στον κατάλογο του Μεχκεμέ, το λεγόμενο καϊδί, ότι ο Γεώργιος ήταν χριστιανός, υιός του Κωνσταντίνου-Γεώργη… Αφού ελευθερώθηκε από την άδικη κατηγορία, παντρεύτηκε την Ελένη ανήμερα της εορτής του αγίου Δημητρίου το 1836…

Μία μέρα, ήταν Τετάρτη, κάθισαν να φάνε οι δυό τους μαζί με κάποιον παπά του χωριού. Το φαγητό ήταν κουκιά βραστά με λάδι. Εκεί που έτρωγαν, ο θείος του και ο παπάς παρατήρησαν ότι αυτός έτρωγε μόνο ξερό ψωμί. Τού είπαν φάγε κι εσύ μαζί μας καλότυχε το φαγητό μας ούτε κρέας, ούτε ψάρια είναι, αλλά μόνο κουκιά. Τούς απάντησε τότε ο μακάριος κουκιά αλλά με λάδι. Κι εγώ δεν έμαθα Τετάρτη και Παρασκευή να τρώγω λάδι. Μη νοιάζεστε όμως για μένα. Εσείς φάτε και χαρείτε. Το μεσημεριανό μου είναι πάντα πρόχειρο. Και λέγοντας αυτά πήρε μερικές ελιές και στη συνέχεια πήγε στην εργασία του…

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ιμήν … μαζί με τον Αβδουλλάχ έφυγαν από τα Γιάννενα…

Καλόψυχος άνθρωπος καθώς ήταν ο Αβδουλάχ, όχι μόνο δεν αρνήθηκε τη χάρη που του ζήτησε ο ιπποκόμος του αλλά, δείχνοντας ότι ήταν ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες του, τον πρότεινε στον Μουσελίμη των Φιλιατών…

Στα Γιάννενα επέστρεψε τις ημέρες των Χριστουγέννων του 1837… παραμονές της πρωτοχρονιάς του 1838, η γυναίκα του Ελένη γέννησε το πρώτο τους παιδί… στις επτά Ιανουαρίου 1838, ανήμερα του Προδρόμου, βάπτισε το γιο του και όπως συνηθίζονταν τότε, του έδωσε το όνομα του αγίου της ημέρας τον ονόμασε Ιωάννη.

Ύστερα από λίγες ημέρες συνέβη το εξής περιστατικό. Ενώ ξημέρωσε και έπρεπε να σηκωθεί από το κρεββάτι του, αυτός συνέχισε να κοιμάται μέχρι αργά το απόγευμα. Και μολονότι οι δικοί του τον σκούνταγαν, αυτός δεν ξυπνούσε. Έμοιαζε σαν να είχε φύγει από τούτον τον κόσμο.

Όταν σηκώθηκε ζήτησε κάτι να φάγει. Έστρωσαν τότε την τάβλα και αυτός δεν είπε τη συνηθισμένη ευχή «εις το όνομα του Χριστού» παρά μόνο «δόξα σοι ο Θεός!». Παραξενεμένοι οι δικοί του τον ρώτησαν γιατί άλλαξε τον τύπο της προσευχής. Και εκείνος ο μακάριος απάντησε· ώ καημένοι, δεν λέτε καλά όπου ηξεύρω και τόσο;

Την επομένη ημέρα σηκώθηκε το πρωί και ζήτησε την καλή του φορεσιά, που τις γιορτινές μέρες δεν είχε φορέσει, κι αυτό παραξένεψε τη γυναίκα του.

‘Όταν ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για να φύγει, επέστρεψε πίσω και κοίταξε στοχαστικά τους δικούς του. Τού είπαν με έκπληξη τι μας κοιτάς έτσι;

Και εκείνος, πάλι σύντομα, τους αποκρίθηκε τι σας πειράζει αν σας κοιτώ; Και αφού επαναλήφθηκε η σκηνή αυτή ακόμη δύο φορές, έφυγε οριστικά από το σπίτι του.

Εμείς δεν ξέρουμε γιατί συνέβησαν αυτά τα γεγονότα, ασφαλώς όμως ήταν προοίμια σε όσα ακολούθησαν. Και τώρα ντυμένα με το φως της αγιότητας, γίνονται σύμβολα που μας αποκαλύπτουν τα θελήματα της Αγίας Τριάδος.

Ο βαθύς εκείνος ύπνος συμβολίζει την τέλεια απόρριψη και λησμονιά κάθε γήινου φρονήματος. Τα καινούργια ρούχα, τη Δεσποτική δόξα που περιβλήθηκε σαν Μάρτυρας. Η στοχαστική ματιά, τέλος, με την οποία κοίταξε τους δικούς του, την οξύτατη βοήθεια που προσφέρει σε όλους όσους τον επικαλούνται… προς την αγορά των Ιωαννίνων… τον συνάντησε ο καταραμένος χότζας, που τον είχε κατηγορήσει όταν αρραβωνιάστηκε την Ελένη.

Τον τράβηξε αμέσως από το γιλέκο και άρχισε να φωνάζει συ έγινες Τούρκος! πως ζεις τώρα χριστιανικά;

Ο μακάριος Γεώργιος ταράχτηκε, αλλά του αποκρίθηκε φρόνιμα· ούτε ποτέ έγινα Τούρκος, ούτε αρνήθηκα τον Χριστό μου. Ήμουν και είμαι χριστιανός!

Τότε συγκεντρώθηκε πλήθος μουσουλ­μάνων με το μέρος του χότζα και πλήθος χριστιανών με το μέρος του Γεωργίου μεταξύ των οποίων ήταν και ο αδελφός της γυναίκας του, ο Αλέξιος, που τυχαία περνούσε από εκεί. Άρχισε να γίνεται θόρυβος και οχλαγωγία, καθώς μας διηγήθηκαν οι προεστοί της Κόνιτσας Γεώργιος Διαμαντίδης και Αδάμ από το χωριό Πάδες, που ήταν παρόντες στο περιστατικό.

Εκεί κοντά διέμενε ο Νταούτ πασάς, ο διοικητής του τακτικού στρατού, που ακούγοντας τις φωνές έστειλε ανθρώπους του για να δουν τι συμβαίνει. Αυτοί έφθασαν στο σημείο της συμπλοκής και μαθαίνοντας από το χότζα γιατί έγινε η αναστάτωση, συνέλαβαν τον Γεώργιο και τον οδήγησαν στον Νταούτ. Εκείνος, αφού άκουσε τις κατηγορίες, αποφάσισε να τον στείλει στον Μεχκεμέ. Ήταν πρωί της δωδέκατης Ιανουαρίου 1838…

Ο Κατής ήταν ο ίδιος που τον είχε δικάσει και την προηγούμενη φορά. Αν και γνώριζε την υπόθεση, ρώτησε ξανά τον Μάρτυρα στα τούρκικα Χριστιανός είσαι σύ;

Ναι, αποκρίθηκε ο μακάριος.

Τον ξαναρωτά έναν καιρό ήσουν Χριστιανός, μα τώρα είσαι Τούρκος;

Όχι, του απαντά, Χριστιανός ήμουν και είμαι καθώς και συ μαρτυρείς και με έχεις περασμένο στο καϊδί σου.

Λέει τότε ο Κατής τότε ήταν ένας μάρτυς μα τώρα μαρτυρούν πολλοί ότι είσαι Τούρκος. Και κατά τη μαρτυρία τους πρέπει δύο πράγματα να κάμεις η να τουρκέψεις η να χαλασθείς.

Τότε ο Άγιος του είπε μη γίνει ν’ αρνηθώ το άγιο όνομα του Χριστού. Ας λένε αυτοί. Άδικα φωνάζουν καθώς και πρώτα.

Έτυχε μάλιστα να είναι εκεί και ένας ηλικιωμένος αρνησίχριστος, ως εβδομήντα ετών, ο όποιος είχε αρνηθεί τη χριστιανική πίστη και έγινε μωαμεθανός σε τέτοια ηλικία. Αυτός ο ελεεινός βλέποντας τον Άγιο του είπε μωρέ, εγώ είχα εβδομήντα χρόνους σ’ αυτή την πίστη και την άφησα και έγινα μουσουλμάνος!

Τότε, χωρίς να φοβηθεί καθόλου από το πλήθος των εξαγριωμένων Τούρκων, ντυμένος με τη δύναμη και τη σοφία του Παρα­κλήτου, στράφηκε ο Μάρτυς του Χριστού προς τον κακόγερο καυτου λέει· ώ βρωμερέ! Αφήνω αυτούς τους αδιάντροπους και λέω εσένα· όσο για την πίστη μου γνωρίζω καλά ότι είναι λαμπρότερη και από τον ήλιο. Αυτό μόνο σου λέω με, ποια συνείδηση αποχωρίστηκες από τα παιδιά σου, που ο μεγαλύτερος είναι παπάς; δεν σε πόνεσε η ψυχή σου βρομισμένε κακόγερε;…

Αυτά μας τα διηγήθηκε ο γραμματέας του Κατή Γεώργιος, ανιψιός του κυρ-Οικονόμου από τα Δολιανά…

Όταν βρέθηκε στα μπουντρούμια της φυλακής ο Μάρτυς του Χριστού, γνωρίστηκε με τους Χριστιανούς καταδίκους… βλέποντας τον ολιγόλογο, φοβήθηκαν μήπως τουρκέψει. Γι’ αυτό τον προέτρεψαν να μαρτυρήσει για την πίστη του Χριστού…

Όταν ξημέρωσε η Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 1838, οδηγήθηκε και πάλι ο Μάρτυς του Χριστού μπροστά στον Κατή. Οι Τούρκοι που ήταν εκεί, οι χοτζάδες και οι άρχοντες, του έδωσαν υποσχέσεις ότι θα τον ευεργετήσουν αν γινόταν μωαμεθανός, αλλά και απειλές ότι θα τον βασανίσουν αν δεν γινόταν, όμως το μόνο που άκουγαν από τον μακάριο Γεώργιο ήταν· Χριστιανός είμαι, Χριστιανός θα πεθάνω!

Έτσι, οδηγήθηκε και πάλι στη φυλακή, αλλά αυτή τη φορά τον βασάνισαν με τρόπο παρόμοιο μ’ αυτόν που είχε βασανιστεί και ο Τροπαιοφόρος Γεώργιος. Τον ξάπλωσαν κατά γης και ακινητοποίησαν τα πόδια του βάζοντάς τα μέσα σε ξύλο. Του έβαλαν ακίδες στα νύχια. Και για να τον εξαντλήσουν περισσότερο του έβαλαν μια μεγάλη πέτρα, γύρω στα πενήντα κιλά, πάνω στο στήθος του.

Όταν ξύπνησαν οι συγκρατούμενοι, το πρωί της Παρασκευής, τον ρώτησαν· πως πέρασες αδελφέ; εμείς φοβηθήκαμε μήπως πεθάνεις από το βάρος της πέτρας.

Και εκείνος ο μακάριος τους αποκρίθηκε εγώ δεν αισθάνθηκα πόνο αλλά κοιμήθηκα ωσάν σε παπλώματα Μάλιστα είδα και κάποιον λευκοντυμένο γέροντα που μου είπε στα τούρκικα μη φοβάσαι Γεώργιε εγώ γρήγορα σωτηρία σου δίνω.

Την Παρασκευή, που είναι ημέρα αργίας για τους μουσουλμάνους, παρέμεινε στη φυλακή υπομένοντας τα βασανιστήρια.

Όταν ξημέρωσε το Σάββατο οδηγήθηκε για τρίτη φορά μπροστά στον Κατή για να κηρύξει εκ τρίτου την Αγία Τριάδα. Ο Κατής ήταν σύντομος, τι λέγεις; Ήρθε η ώρα να χαλαστείς. Θα σε κάμω ιλιάμι! δηλαδή: τι θα κάνεις; θα πάρω απόφαση να πεθάνεις.

Και ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού, χωρίς να φοβηθεί καθόλου, ατάραχος και θαρραλέος του είπε ότι θέλεις κάμε! δεν σε φοβάμαι! όχι ένα ιλιάμι αλλά εκατό!…

Βλέποντας ο Κατής τη γενναιότητα του Γεωργίου, θέλησε να τον αθωώσει. Αλλά όταν ανακοίνωσε σε δικούς του τη σκέψη του αυτή, η καταραμένη γενιά των Τουρκογιαννιωτών ξεσηκώθηκε με παρακίνηση των χοτζάδων και των ουλεμάδων, και κυρίως από κάποιον Σιέχ Άλή, ο οποίος θεωρούνταν έβληά, δηλαδή άγιος. Και μπροστά στον Μεχκεμέ οι πιο φανατισμένοι άρχισαν να φωνάζουν «να χαλα­στεί ο υβριστής του μωαμετισμού!.

Κι έτσι, αλλά και με την πίεση του Κεχαγιάμπεη στον οποίο κατέφυγαν οι Τουρκογιαννιώτες πρόκριτοι, ο Κατής αποφάσισε να κρεμαστεί ο Γεώργιος. Λένε μάλιστα ότι, όταν υπέγραψε την άδικη απόφαση, ένας τρομερός κρότος και αναβρασμός της λίμνης ακούστηκε ώστε πολλοί φοβήθηκαν.

Το μεσημέρι του Σαββάτου ο Άγιος ήταν πάλι στη φυλακή.

Εν τω μεταξύ οι τότε Μητροπολίτες Ιωαννίνων, Άρτης και Γρεβενών, μαζί με προεστούς της πόλης, βλέποντας το άδικο της απόφασης, προσπάθησαν να την ανατρέψουν. Γι’ αυτό παρουσιάστηκαν δυό φορές στον Διοικητή των Ιωαννίνων, αλλά αυτός τους είπε ότι απόφαση Κατή δεν μπορούσε να αλλάξει.

Από την άλλη, οι Τούρκοι δεν σταμάτησαν να επισκέπτονται τον Άγιο στο κελλί της φυλακής, ιδιαίτερα οι χοτζάδες, και να τον παρακινούν ν’ αλλαξοπιστήσει…

Ο δεσμοφύλακας του πρότεινε κάτι πονηρό. Να τουρκέψει στα Γιάννινα και να κατεβεί στην ελεύθερη Ελλάδα για να ξαναγίνει χριστιανός… Και σ’ αυτόν, που νόμιζε ότι η πίστη μπορεί να περιπαιχτεί, απάντησε εγώ χριστιανός πεθαίνω! τι άλλο καλύτερο;

Ήταν τόσο ήρεμος και ήσυχος, όσο κανείς άλλος. Αυτό μας το διηγήθηκαν όσοι τον επισκέφθηκαν στη φυλακή, και μάλιστα η γυναίκα του. Και πως να μην είναι γεμάτος γαλήνη και σιγουριά αφού επάνω του είχε σκηνώσει ο Παράκλητος; Επιβεβαιώθηκαν τα λόγια του Προφήτη επί τώ Θεώ ήλπισα, ού φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος» (Ψαλμ. νε, 12)…

Τέλος, ξημέρωσε η Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1838, εορτή του αγίου Αντωνίου. Γύρω στις δέκα το πρωί εμφανίστηκαν στη φυλακή οι δήμιοι…

Όταν έφθασαν στην περιοχή μπροστά στην κυρία πύλη του Κάστρου, όπου λέγεται Κουρμανιό και ήταν η αγορά της πόλης, έστησαν την αγχόνη απέναντι από τον γωνιακό προμαχώνα.

Τον ρώτησαν για τελευταία φορά τι είσαι σύ;

Χριστιανός, αποκρίθηκε ο μακάριος, προσκυνώ τον Χριστόν μου και τη Δέσποινα μου Θεοτόκο.

Λέγοντας αυτά, παρακάλεσε τους δημίους να του λύσουν τα χέρια. Στη συνέχεια έκανε το σημείο του Σταυρού και έκραξε προς τους χριστιανούς που παρακολουθούσαν από μακριά συγχωρήστε με αδελφοί και ο Θεός να σας συγχωρήσει.

‘Ύστερα του πέρασαν τη θηλειά και τραβώντας τον παρέδωσε το πνεύμα.

Τελειώθηκε ο γενναίος αθλητής νεότατος, σε ηλικία τριάντα ετών…

Από το πρώτο βράδυ η Αγία Τριάδα κάλυψε με το φως της Δόξας της το σώμα του Μάρτυρα. Τόσο, ώστε να το δουν όλοι αμυδρά, χωρίς όμως να πάθουν τίποτε όσοι ήταν ανάξιοι να κοιτάξουν. Γιατί την ώρα της Μεταμορφώσεως ακόμη και ο Πέτρος, η κορυφή της θεολογίας, φοβήθηκε και σκέπασε το πρόσωπό του πέφτοντας κάτω.

Πρώτοι είδαν το γεγονός οι Τούρκοι φύλακες της κεντρικής πύλης. Κάθε νύχτα ένα φως σαν χρυσό στεφάνι κατέβαινε πάνω στο κεφάλι του Αγίου. Αυτοί έλεγαν μεταξύ τους μπάκ, μπάκ μπού σαϊτάν λαρί, δηλαδή κοίτα, κοίτα τι σατανικά πράγματα! Και όταν πλησίαζαν για να το αγγίξουν, το στεφάνι ανέβαινε προς τα επάνω, ενώ όταν έφευγαν αυτό κατέβαινε πάλι στην τιμία κάρα.Έτσι πυροβόλησαν μερικές φορές το λείψανο προσπαθώντας να διώξουν τη Δόξα του Θεού!

Αλλά το θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία και πολλοί πήγαν για να δουν με τα μάτια τους το Ουράνιο φως. Μάλιστα, κάποια τουρκάλα πήγε κρυφά τη νύχτα και τράβηξε μια κάλτσα από τα πόδια του Μάρτυρος. Την πήρε για να θεραπευθεί η άρρωστη αδελφή της, πράγμα το όποιο έγινε αμέσως και μαθεύτηκε σ’ όλη την πόλη, σαν μία ακόμη βεβαίωση για την αγιότητα του απαγχονισμένου. Και άλλοι πολλοί είδαν το άγιο φως που στεφάνωσε τον Μάρτυρα και το διηγούνταν στους απογόνους τους.

Την τρίτη ήμερα, ζήτησαν το άγιο σκήνος οι συνάδελφοί του ιπποκόμοι από τις τουρκικές αρχές. Και για να πάρουν την άδεια δωροδόκησαν ίσως τον φιλάργυρο Μουσταφά Νουρή πασά.Έτσι, αργά το απόγευμα της δεκάτης ενάτης Ιανουαρίου, πήγαν στο Κουρμανιό και το κατέβασαν από την κρεμάλα. Μεταξύ τους ήταν ο ευταξίας της Μητροπόλεως Γαβριήλ και μερικοί χριστιανοί μαζί με τον Πρωτοπαπά του Αρχιμανδρείου Θεόδωρο.

Ενώ έκανε δριμύτατο κρύο το σώμα του Αγίου ήταν ζεστό, μαλακό και χωρίς να έχει μελανιάσει, ωσάν να τον είχαν απαγχονίσει λίγη ώρα νωρίτερα. Με δέος και συντριβή, εξ αίτιας και αυτού του θαύματος, το τύλιξαν με βελέντζα και το κατέβασαν σε βάρκα που περίμενε στην τάφρο τού Κάστρου. Από εκεί, ακολουθώντας τα νερά της λίμνης, με μεγάλη προφύλαξη πήγαν στη συνοικία που λέγεται Σιαράβα, όπου βρίσκεται ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Αθανασίου.

Μέσα στον Ναό περίμεναν αρχιερείς με προεξάρχοντα των Ιωαννίνων Ιωακείμ, καθώς και πλήθος χριστιανών. Σαβάνωσαν το άγιο λείψανο στο παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, που βρίσκεται στον γυναικωνίτη και έψαλλαν την έξόδιο ακολουθία χριστιανικώς και μεγαλοπρεπώς. Γνώριζαν ότι κήδευαν έναν άγιο. Τον ενταφίασαν έξω από το αριστερό παραπόρτιο του αγίου βήματος, εκεί που ο τάφος βρίσκεται ακόμη και σήμερα.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο:

Ο νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων.

Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου.

Αν σας άρεσε η δημοσίευση δηλώστε ότι σας αρέσει, ευχαριστώ. 

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

One thought on “Ο Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων (Φουστανελάς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *