Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη 1770 (πλήρη περιγραφή)

17 ΙΟΥΝΙΟΥ 1771 

Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται από τότε πού εμαρτύρησε εδώ, στο τουρκοκρατούμενο Μεγάλο Κάστρο, ο πρώτος Κρητικός επαναστάτης, πού, υστέρα από εκατό χρόνια δουλείας, σήκωσε όπλα στον πανίσχυρο δυνάστη!

Ας αναδιφήσουμε στην ένδοξη Κρητική Ιστορία να παρακολουθήσομε τα δραματικά γεγονότα της άτυχης επανάστασης, που φέρει το όνομα του πρωταγωνιστή της.

Αλλά πρώτα ας ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία του χώρου, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, δηλαδή την επαρχία Σφακίων, γιατί οι επαναστατικές ρίζες των Σφακιανών βυθίζονται βαθιά στους προηγούμενους αιώνες.

Οι Κρητικοί που κατοικούν στην ορεινή αυτή επαρχία, οι Σφακιανοί ή Σφακιώτες, περισσότερο ενδογαμικοί από τους άλλους Κρητικούς, διατήρησαν και διατηρούν ακόμη και σήμερα τον αρχαίο κρητικό, δωρικό ανθρωπολογικό τύπο. Όταν το 1182 ήλθαν στην Κρήτη τα 12 αρχοντόπουλα του Βυζαντίου τα Σφακιά δόθηκαν στην οικογένεια των Σκορδίλιδων, όπως αναφέρει το σχετικό παραχωρητήριο του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού. (Χριστ. Κρήτη, Β’ 43).

Οι Σκορδίλιδες έκαναν επιμιξίες με το εγχώριο στοιχείο και κατά τη Βενετοκρατία οι περισσότεροι εξέχοντες Σφακιανοί φέρουν το επώνυμο Σκορδίλης, όπως αναφέρει ο Φοσκαρίνι στην έκθεσή του του 1575 και ο Τρ βάν στο Χρονικό του, (σελ. 81): Σκορδίλης Ψαρομήλιγγος, Σκορδίλης Σαρακηνός, Σκορδίλης Τραχηνός κλπ. Και ή μεγάλη γενιά των Παττακών της Ίμπρου καταγόταν από τούς Σκορδίλιδες.

Οι Σφακιανοί φημίζονται για το παράστημα τους και τις πολεμικές αρετές τους και όσοι επισκέφτηκαν την επαρχία τους τούς εθαύμασαν και τους περιγράφουν με

θαυμασμό. Ο Φοσκαρίνι τους θαυμάζει και αναφέρει στην έκθεσή του (1° 58 ) ότι είναι προ παντός ανδρείοι και χειρίζονται τόσο καλά το τόξο και το άρκομπούζιο όσο μπορεί να επιθυμεί κανείς.

Ένας Γάλλος βοτανολόγος  που επισκέφτηκε τα Σφακιά το 1550 τούς περιγράφει με τα ίδια περίπου λόγια, που τους περιέγραψε αργότερα και ένας άγνωστος Κρητικός ριμαδόρος στο τραγούδι του Αληδάκη:

 Και μπογαράδες και λιγνοί με τσοί μακρές χερούκλες και με τα στήθια τ’ ανοικτά και με τσοί ποδαρουκλες, με τα μακρέντωνε μαλλιά, με τσοί πισωκαυκάλες, τα μπέθια των τα μαλλιαρά και τσ ανοιχτές κουτάλες και μια τουφέκα γαργερή βαστούσιν εις τη χέρα στη μέση ένα μπίστολο και μια σκουρομαχαίρα, στη ράχη ένα σάκκουλο με τα χοντρά βαστάγια….

Κατά τη Βενετοκρατία τα Σφακιανά βουνά δεν συμπεριελήφθησαν στα 394 φέουδα, πού μοίρασαν την Κρήτη οι Βενετοί και την διένειμαν στους αποίκους, πού εγκατέστησαν στο νησί. Η ποιμενική κτηνοτροφία από την οποία αποζούσαν οι ορεινοί κάτοικοι ήταν πάντα στα χέρια των ορεσίβιων Κρητικών, πού ζούσαν πάνω στα βουνά τους απομονωμένοι, μισοελεύθεροι και σχεδόν ασύδοτοι. Οι άγονοι βράχοι των Λευκών Ορέων δεν τράβηξαν το ενδιαφέρον του κατακτητή. Οι Σφακιανοί δεν είχαν τις υποχρεώσεις πού είχαν φορτώσει οι Βενετσάνοι φεουδάρχες στους κατοίκους των πεδινών και γόνιμων περιοχών, τους οποίους είχαν υποχείριους σε κάθε στιγμή.

Τα Σφακιά την εποχή εκείνη αποτελούσαν μια Ιδιότυπη διοικητική περιφέρεια. Όλες οι επαρχίες της Κρήτης διοικούνταν από καστελάνους, που η δικαιοδοσία τους ήταν περισσότερο στρατιωτική παρά πολιτική. Τα Σφακιά διοικούνταν από Προβλεπτή, πού ήταν πολιτική προσωπικότητα, με ειδικές πολιτικές και δικαστικές εξουσίες Δηλαδή υπήρχε ειδικό διοικητικό καθεστώς μόνο για την επαρχία Σφακίων.

Οι Βενετοί μόλις σταθεροποιήθηκαν στην Κρήτη έκτισαν σε κάθε επαρχία ένα φρούριο, το Καστέλο, για την ασφάλεια του διοικητή, του καστελάνου και τής φρουράς του. Στα Σφακιά δεν έκτισαν τέτοιο καστέλι τους πρώτους αιώνες. Τελευταία έκτισαν και στη Χώρα ένα μικρό και ασήμαντο φρούριο, για τη στέγαση του προβλεπτή και της υπηρεσίας του. Αλλά δεν αποτέλεσαν ποτέ καστελανία.

Οι προβλεπτές και οι ρετούρηδες των Χανίων προσπαθούσαν να συγκρατούν τους Σφακιανούς με ειρηνικά μέσα, για να μην κατεβαίνουν από τα βουνά τους και να ενοχλούν και να ζημιώνουν με τις επιδρομές τους τούς φεουδάρχες Βενετσάνους και ντόπιους. Οι Σφακιανοί ήταν οι μόνοι από τους Κρητικούς πού δεν αισθάνθηκαν το βενετσάνικο ζυγό και τις πιέσεις των φεουδαρχών. Οι Σφακιανοί δεν επιστρατεύονταν στις εξουθενωτικές αγγαρείες και την οικοδόμηση των τειχών και των άλλων δημοσίων έργων. Στον πολύτιμο κώδικα του Καστροφύλακα αναφέρονται οι οφειλές αγγαρειών των επαρχιών όλων εκτός από τα Σφακιά. Ο ίδιος κώδικας αναφέρει ονομαστικά όλα τα χωριά τής Κρήτης με τον αριθμό των κατοίκων των ικανών για εργασία. Και ο Foscarini αναφέρει ότι οι Σφακιανοί εξαιρούνται από την αγγαρεία και τις γαλέρες .

Αλλά παρ’ όλη αυτή τη σχετική ελευθερία οι Σφακιανοί εξακολουθούσαν τις επιδρομές των στις πεδινές περιοχές και εζημίωναν τους φεουδάρχες. Δεν έλειπαν επίσης οι μικροεπαναστάσεις στη Δυτική Κρήτη, στις όποιες έπαιρναν μέρος και οι Σφακιανοί, όπως στη γνωστή και διαπιστωμένη τώρα από νεώτερες έρευνες, επανάσταση του Καντανολέου.

Γι αυτό ή Βενετία έστειλε το 1569 τον τρομερό Μαρίνο Καβάλι για να καθησυχάσει την περιοχή αυτή της Δυτικής Κρήτης. Ο Καβάλι, ο πιο αιμοβόρος, με κακούργα ένστικτα, από όλους τους γενικούς Προβλεπτές που πέρασαν από την Κρήτη, εξεστράτευσε στα Σφακιά με μεγάλη στρατιωτική δύναμη και κατάστρεψε τα πάντα. Χάλασε τα χωριά, δεν άφησε πέτρα επί πέτρας και εξολόθρευσε πολλούς Σφακιανούς. Αιχμαλώτισε επίσης πολλούς και άλλους ανασκολόπισε και άλλους εξόρισε. Όσοι προφθάσαν βγήκαν στα βουνά για να γλυτώσουν. Αλλά ο Καβάλι τούς επικήρυξε και εδήλωσε, ότι ο μόνος τρόπος για να τούς δοθεί χάρη ήταν να του παρουσιάσουν την κεφαλή ενός στενού συγγενή των! Αναφέρεται σαν παράδειγμα, ότι ένας παπάς από τούς Πάτερους — Ζάππα παρουσιάστηκε στον Καβάλι με δυό αδελφούς του και δυό γιους του με ένα κεφάλι ο καθένας τους. Σκότωσαν ένα άλλο γιο του, ένα γαμπρό του και δυό ανεψιούς του ! Ή καταστροφή των Σφακιών τότε ήταν ολοκληρωτική, όπως και κατά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, υστέρα από 200 χρόνια.

Ύστερα από τον Καβάλι ήλθε το 1574 ο Γενικός Προβλεπτής Γκιάκομο Φοσκαρίνι, ολωσδιόλου το αντίθετο του Καβάλι. Συνετός και πολιτικότερος χρησιμοποίησε την πειθώ αντί την βία για να πειθαρχήσει τους ατίθασους Σφακιανούς που διέφυγαν το πογκρόμ του Καβάλι και να καθησυχάσει τα πνεύματα. Πήγε στα Σφακιά ύστερα από πρόσκληση των ίδιων των Σφακιανών, οι όποιοι τον υποδέχτηκαν με σημαίες. Ο Φοσκαρίνι έκανε συμφωνία με τούς Σφακιανούς, πού σύμφωνα μ αυτή ανάλαβαν την υποχρέωση να στέλνουν οκτώ άνδρες για κάθε γαλέρα πού θα εξοπλιζόταν στα Χανιά, όπου τούς κάλεσε και πήγαν με πανηγυρική πομπή με τις σημαίες τους.

Το 1589 ο Γεν. Προβλεπτής Ζυanne Mocen go αναφέρει στην έκθεσή του (Μνημεία I, 9) ότι οι Σφακιανοί ήταν τότε 2500 ψυχές. Απ αυτούς οι 900 ήταν στρατεύσιμοι για τον εγχώριο στρατό. Αλλά δεν ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν στις αγγαρείες και στα κάτεργα, γιατί θεωρούνταν άρχοντορωμαίοι, απόγονοι των 12 αρχοντόπουλων πού αποίκισαν την Κρήτη το 1182, όπως είναι γνωστό και από σχετικό έγγραφο του  Αλεξίου Κομνηνου αυτοκράτορας των Ρωμαίων (Χρ Κρ. Β’ 38) που ανέφερα προηγουμένως.

Ο ίδιος προβλεπτής αναφέρει, ότι πολλοί Σφακιανοί και κυρίως από τη γενιά των Παπαδοπουλών, ήταν ναυτικοί. Άρα από την περίοδο εκείνη ασχολούνταν με τα ναυτικά επαγγέλματα. Τα βουνά τους ήταν κατάφυτα από δάση πελώριων κυπαρίσσων που τους έδιναν την ξυλεία για να ναυπηγούν τα καράβια τους, με τα όποια όργωναν από τότε τις θάλασσες.

Τον Ιούνιο του 1645 νέος κατακτητής, πιο βάρβαρος και πιο αιμοβόρος, πάτησε τα χώματα τής Κρήτης. Από τότε ανοίγει μια καινούργια σελίδα τής Κρητικής Ιστορίας, γεμάτη αίμα και δάκρυα. σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε κύριος όλης της Κρήτης, εκτός από το Χάνδακα.

Οι ορδές των Τούρκων ξεχύθηκαν στις πλούσιες περιοχές και άρπαξαν τα κτήματα και τα άλλα αγαθά των Βενετών και Κρητικών αρχόντων. Τα ορεινά Σφακιά δεν τράβηξαν το ενδιαφέρον τους. Σε ορεινά χωριά γενικά οι Τούρκοι δεν κατοίκησαν ποτέ Σ’ αυτά κυριαρχούσε το χριστιανικό στοιχείο ενώ στα πεδινά κυριαρχούσαν οι Τούρκοι. Στην απογραφή του πληθυσμού του 1834 πού δημοσίευσε ο Pashley (II. 311) στα Σφακιά αναφέρονται μόνο 848 οικογένειες Χριστιανών. Ούτε ένας Τούρκος δεν κατοικούσε τότε εκεί.

Το 1648, ύστερα από την ήττα των Σφακιανών με τον Ματθαίο Καλέργη στη μάχη του Αρμυρού Αποκορώνου, οι Τούρκοι μπήκαν στα Σφακιά και τα κατάλαβαν.

Το 1650 ή επαρχία των Σφακίων παραχωρήθηκε με αυτοκρατορικό μιλκναμέ ως τεμλίκι, δηλαδή σαν φέουδο, στο Γαζί Χουσεϊν πασά, ως ανταμοιβή των υπηρεσιών του για την κατάχτηση της Κρήτης.

Το 1658 ο Γαζί Χουσεϊν πασάς αφιέρωσε με επίσημο αφιερωτήριο μπροστά στο Ιεροδικαστήριο του στρατοπέδου το τεμλίκι του αυτό, δηλαδή την επαρχία Σφακίων, στις ιερές πόλεις των Μουσουλμάνων Μέκκα και Μεδίνα, και όρισε να στέλνονται κάθε χρόνο από τα εισοδήματα τής επαρχίας του 3000 γρόσια στους φτωχούς της Μεδινά και 2000 γρόσια στους φτωχούς της Μέκκας. Δηλαδή τα Σφακιά, όπως και πολλές άλλες περιοχές της Κρήτης, έγιναν βακούφι. Αυτό σημαίνει ότι έγιναν θείο κτήμα και ο πρώην κάτοχος πού το αφιέρωσε θεωρείται έπειτα ενοικιαστής και επλήρωνε ενοίκιο, το λεγόμενο ι τ ζ α ρ έ, στο Ίδρυμα που το αφιέρωσε. Οι κάτοικοι των βακουφικών χωριών θεωρούνταν προνομιούχοι. Απολάμβαναν ορισμένες ασυδοσίες και ελευθερίες, και δεν τούς καταπίεζαν όπως καταπίεζαν τούς κατοίκους των χωριών, πού δεν ήταν βακουφικά.

Πολλοί συγγραφείς που απασχολήθηκαν με την ιστορία των Σφακίων αναφέρουν, ότι οι Σφακιανοί δεν πλήρωναν στους Τούρκους άλλους φόρους παρά μόνο τα 5000 γρόσια, πού έδιναν σαν ιερό δώρο στις ιερές πόλεις, μέχρι το 1770. Η άποψη αυτή καταρρέει, ύστερα από τη δημοσίευση 45 επισήμων εγγράφων του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου στα Κρητικά Χρονικά (θ’, 213-333) από τον γνωστόν μας κ. Νικόλαο Σταυρινίδη, των ετών 1659 μέχρι του 1770, πού αφορούν τα Σφακιά. (Με την εύκαιρία τούτη είμαι υποχρεωμένος να τονίσω και από τη θέση αυτή τη μεγάλη σημασία πού έχει για την Ιστορία της Κρήτης το Τουρκικό Αρχείο Ηρακλείου, και ότι είναι απόλυτος ανάγκη να δημοσιευθεί η μεταφραστική εργασία του κ. Σταυρινίδη, για να γίνει κτήμα όλων και κυρίως των ασχολουμένων με την ιστορία της ιδιαιτέρας μας πατρίδος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας).

Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά ύστερα από το 1690 οι Σφακιανοί όχι μόνο δεν βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους άλλους ραγιάδες της Κρήτης αλλά πλήρωναν περισσότερους φόρους απ’ αυτούς. Γιατί εκτός από τους λοιπούς φόρους, δηλαδή τον κεφαλικό φόρο τζιζιγιέ, την δεκάτη των προϊόντων τους, το φόρο αδικημάτων και εγκλημάτων, το δεσποτικό φόρο και άλλους ακόμη, οι Σφακιανοί πλήρωναν και τα 5000 γρόσια επί πλέον για το Ιερό Δώρο.

Όπως είπα και προηγουμένως οι Σφακιανοί ασχολούνταν με τη ναυτιλία από την εποχή των Βενετών. Η επίδοση τους στο ναυτικό επάγγελμα εξακολούθησε και τον πρώτο αιώνα τής Τουρκοκρατίας. Τα βουνά τους τους προστάτευαν από τις καταπιέσεις και τις ενοχλήσεις των αγάδων και απομονωμένοι και απερίσπαστοι ναυπηγούσαν τα καράβια τους στο Μπόσγιαλο και στο Λουτρό, με τα οποία ταξίδευαν σ’ όλη τη Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα, Αποκομίζοντας πλούσια κέρδη. Η Χώρα των Σφακιών και το Λουτρό δεν είδαν ασφαλώς λαμπρότερες ημέρες, Οικοδομές καλύτερες από τα τούρκικα σεράγια, Αποθήκες γεμάτες διάφορα εμπορεύματα φερμένα από μακρινές χώρες, Πλουσιοπάροχα τα μέσα για μια ζωή άνετη και ευχάριστη, πού τη ζήλευαν οι αγάδες και αυτοί οι πασάδες,

Ή επικοινωνία με τον ελεύθερο κόσμο στα διάφορα λιμάνια πού ταξίδευαν είχε, φυσικά, επίδραση στους Σφακιανούς ναυτικούς, στον τρόπο της ζωής και της σκέψης τους, Κάνοντας σύγκριση αυτής με την αβάσταχτη ζωή των ραγιάδων της Κρήτης ή ψυχή τους επαναστατούσε και η σκέψη να δουν το νησί τους ελεύθερο διαμορφωνόταν καθαρότερη, διαυγέστερη.

Για της εμπορικές δοσοληψίες τους και τους λογαριασμούς που έπρεπε να κάνουν για τα εμπόρια και τις μεταφορές τους ήταν ανάγκη να μάθουν γράμματα, οι σχέσεις, εμπορικές ή φιλικές, που δημιουργούσαν στα διάφορα λιμάνια τους επέβαλαν να μάθουν ξένες γλώσσες, για να μπορούν να συνεννοούνται με τους συνεργάτες τους στο εξωτερικό, Έτσι οι δουλειές τους τούς επέβαλαν να μαθαίνουν γράμματα και να αποκτούν ένα πνευματικό επίπεδο ανώτερο, ενώ οι άλλοι ραγιάδες στέναζαν κάτω από το γιαταγάνι του γενίτσαρου, αγράμματοι, αμόρφωτοι, δυστυχείς, με μόνη σκέψη την επιβίωσή τους

Ένας από τους εγγράμματους, μορφωμένους και πολυταξιδεμένους Σφακιανούς ήταν και ο Ιωάννης Βλάχος, ο γνωστός στην ιστορία Δασκαλογιάννης. Τότε, και μέχρι των ημερών μας σχεδόν προσφωνούσαν δάσκαλο όποιο

ήξερε να διαβάζει έστω τα έντυπα γράμματα των εκκλησιαστικών βιβλίων. Το κοινό κρητικό επώνυμο Δασκαλάκης εχει την ετυμολογία του από το προσωνύμιο αυτό. Και ο Ιωάννης Βλάχος ήταν γνωστός στα Σφακιά με το όνομα Δάσκαλος και με το όνομα αυτό αναφέρεται σε τουρκικό έγγραφο του 1750. (Σταυρινίδη, Συμβολή κλπ. Κρ. Χρ* Θ’ 284) Ο δούλος Δασκαλογιάννης γραμματικός του Καστελιού.

Το επώνυμο Βλάχος αναφέρεται στην Κρήτη και σε παλιά κρητικά κείμενα. Ένας από τους λογιότερους και πολυγραφότατους της εποχής του ήταν ο Ηρακλειώτης Γεράσιμος Βλάχος, πού γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1607. Ο Μουρέλλος μάλιστα αναφέρει στην ιστορία του, ότι ο Δασκαλογιάννης ήταν από την οικογένεια του Γεράσιμου Βλάχου, αλλά δεν τεκμηριώνει την πληροφορία του, ως συνήθως.

Πότε γεννήθηκε ο Δασκαλογιάννης ; Δεν ξέρομε την ακριβή χρονολογία της γεννήσεώς του. Άλλοι αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1722 και άλλοι αναφέρουν το έτος 1730. Οι χρονολογίες αυτές είναι συμπερασματικές από άλλα γεγονότα, γιατί δεν σώθηκε γραμμένη σε ληξιαρχικά βιβλία, όπως συμβαίνει με άλλα ιστορικά πρόσωπα, Βιτσέντσος Κορνάρος κλπ. Βέβαιο όμως είναι ότι γεννήθηκε στην Ανώπολη των Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε υψόμετρο 600 μ., μακρυά από τη θάλασσα περί τα δυό χιλιόμετρα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης, φέουδο των Σκορδιλών κατά τη βυζαντινή περίοδο. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος καραβοκύρης και τον εμόρφωσε στο εξωτερικό, πιθανότατα στην Ιταλία όπου σπούδαζαν οι Κρητικοί, αφού μιλούσε και την Ιταλική γλώσσα. Το ανάστημά του ήταν μέτριο, αλλά ήταν ωραίος και εύχαρις. Είχε φυσική ευφράδεια και εύκολα έπειθε. Είχε τέσσερις αδελφούς : Το Νικόλαο ή Χατζή Σγουρομάλλη, τον Παύλο, το Μανούσο και τον Γεώργιο. Είχε πάρει σύζυγο τη Σγουρομάλλινη ή ξανθομάλλινη από το Ρέθυμνο και είχε αποκτήσει 4 θυγατέρες και δυό γιους : τη Μαρία, την Ανθούσα, την Ελευθερούσα, το όνομα της τέταρτης δεν αναφέρεται, τον Ανδρέα και τον Νικολάκη.

Είχε τέσσερα μεγάλα τριίστια καράβια και εταξίδευε ο ίδιος στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας. Στις συναλλαγές του δεν δυσκολευόταν γιατί μιλούσε έκτος από τα Ιταλικά και τα ρωσικά. Οι ναυτεμπορικές του επιχειρήσεις τον είχαν κάνει πλουσιότατο και πρώτο των Σφακιανών σε πλούτο και σε μόρφωση. Ήταν ο μόνος στην Κρήτη που φορούσε ευρωπαϊκή στολή με καπέλο, όπως τον περιγράφει και ο Μπάρμπα Παντζελιός :

Κάθε Λαμπρή και Κυριακή ήβανε το καπέλο

και του Πρωτόπαπα λεγε: Το Μόσκοβο θα φέρω…

Έκτος από τις ναυτεμπορικές του δουλειές, πού ήταν η κύρια απασχόλησή του, έβλεπε και μελετούσε τον τρόπο της ζωής των ελεύθερων ανθρώπων και συγκρίνοντάς τον με τα βασανιστήρια και την τυραννία των συμπατριωτών του θα του γεννούνταν σκέψεις για την απελευθέρωσή τους. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε οι Χριστιανοί της Κρήτης ήταν τέτοια που ο ίδιος έλεγε, ότι αν συνεχιστεί θα χαθεί υστέρα από λίγα χρόνια ο Χριστιανισμός από την Κρήτη.

Με τέτοιους διαλογισμούς ο Δασκαλογιάννης βρέθηκε στις συσκέψεις των Ελλήνων του εξωτερικού, που γινόταν στο Τριέστι με την υποκίνηση του Ορλώφ για επανάσταση της υπόδουλης Ελλάδας. Η Ρωσία για να φέρει αντιπερισπασμό στους Τούρκους, που ετοίμαζε πόλεμο εναντίον τους, έστειλε το 1769 το ρωσικό στόλο της Βαλτικής με τον Θεόδωρο Ορλώφ για να ξεσηκώσει την Ελλάδα. Ο Δασκαλογιάννης άκουσε την πρόταση του Ορλώφ για επανάσταση σε κατάλληλη ψυχολογική στιγμή και την αποδέχτηκε αμέσως. Έδωκε πίστη και βασίστηκε στα μεγάλα λόγια και τις υποσχέσεις για ρωσική βοήθεια, ξένων προς τον αγώνα για την απελευθέρωσή της Κρήτης προσώπων, που μοναδικός σκοπός τους ήταν η εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

Ο ρωσικός στόλος, σύμφωνα με έγγραφο του Τουρκικού

Αρχείου της 31 Ιανουαρίου 1770 (Σταυρινίδης δ.π. 229,331) πού Αναφέρει την «τρομακτική», όπως την Αποκαλεί, είδηση. Αποτελούνταν Από 28 γαλιόνια των 60 τηλεβόλων το καθένα, 22 φρεγάδες και 4 πλοία «μπόμπα»*

Ο Δασκαλογιάννης γύρισε στα Σφακιά γεμάτος όνειρα και ενθουσιασμό για την Απελευθέρωση της Κρήτης. Εκμυστηρεύτηκε στους Σφακιανούς τους σκοπούς του να ελευθερώσει την Κρήτη με την βοήθεια των Ρώσων, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να πιστέψουν και αυτοί, ότι ήλθε η ώρα να ελευθερωθεί το Γένος των Ελλήνων από τους Αγαρηνούς, με τη βοήθεια του ξανθού γένους, δηλαδή των Ρώσων, όπως προέλεγε ο χρησμός τής Ο π τ α σ ί α ς του Αγαθαγγέλου, ενός περίεργου βιβλίου, πού κυκλοφορούσε ευρύτατα τον 18ο αιώνα, δηλαδή ακριβώς εκείνη την εποχή, στο υπόδουλο Γένος. Το βιβλίο αυτό, όποιος κι Αν ήταν ο σκοπός του συγγραφέα και Ανεξάρτητα από την προφητική του άξια, είναι γεγονός ότι είχε μεγάλη επίδραση στο φρόνημα των Ελλήνων και Αναπτέρωσε και ενίσχυσε αναμφισβήτητα τις ελπίδες των και την πίστη των για την Απελευθέρωση και την Ανάσταση του Γένους και την επανάκτηση της εθνικής κληρονομιάς.

Ό Δασκαλογιάννης πήρε μαζί του μερικούς σημαίνοντας Σφακιανούς και πήγε στην Πελοπόννησο για να συνεννοηθεί με τους Πρόκριτους του Μοριά και να καθοριστεί από κοινού ο χρόνος του ξεσηκωμού. Έπειτα συνέχισε το ταξίδι του προς το Τριέστι τον Αύγουστο 1769 και φόρτωσε το καράβι του με δικά του έξοδα τα απαραίτητα πολεμοφόδια για τον Αγώνα. Το φθινόπωρο γύρισε στα Σφακιά και Άρχισε την προετοιμασία του Αγώνα Εκάλεσε στον Εμπρόσγιαλο όλους τους προύχοντες Σφακιανούς να συσκεφθούν και να πάρουν την μεγάλη Απόφαση.

Η συνέλευση αυτή των Σφακιανών λέγεται, ότι έγινε στη μονή της Θυμιανής Παναγίας κοντά στους Κομητάδες, όπου συνήθως γινόταν οι συνελεύσεις των για ζητήματα μεγάλης σπουδαιότητας. (Μ. Δρακάκη, Ή Θυμιανή Παναγία, Κρ. Έστ. 69, 8). Κανένας δεν είχε αντίρρηση. Μόνο ο Πρωτόπαπας των Σφακίων δεν συμφωνούσε, γιατί προέβλεπε την έκβαση του άνισου αγώνα.

Ετόσες ο Πρωτόπαπας κουνεί την κεφαλή του, συλλογισμένος βρίσκεται, πολλά Θωρεί ή ψυχή του.

«Δάσκαλε Γιάννη», λέει του, «έλα στο λοϊσμό σου, ούλης τσή Κρήτης το λαό θα πάρεις στο λαιμό σου.

Και θε να βάλεις τα Σφακιά εκεί που δε χωρούναι κι ούλλοι πασάδες κι η Τουρκιά επά θα μαζωχτουσι.

Κι ώστε να ‘ρθούν τα κάτεργα κι ο Μόσκοβος να φτάξει, δε θα *χει σπίτι Σφακιανός εις τα Σφοκιά να κάτσει.

Ο ενθουσιασμός των συγκεντρωμένων δεν άφησε να ακουστεί ή λογική γνώμη του Πρωτόπαπα. Μα αλίμονο αν στις μεγάλες αποφάσεις κυριαρχούσε η ψυχρή λογική και η σύνεση. Και οι Σφακιανοί ετόλμησαν αφήνοντας τους κινδύνους και τις συνέπειες της αποτυχίας.

Η Συνέλευση ανακήρυξή παμψηφεί στρατάρχη και Γενικό αρχηγό του επικείμενου αγώνα το Δασκαλογιάννη. Όρισε επίσης τους άλλους αρχηγούς, μεταξύ των σπουδαιοτέρων οικογενειών του κάθε Χωριού.

Ο Δασκαλογιάννης οργάνωσε και ένα ειδικό σώμα των λεγομένων Νυκτοπολεμιστών — ένα λόχο καταδρομών θα λέγαμε σήμερα — από τους πιο γενναίους και ώκύποδες Σφακιανούς, με σκοπό να κάνουν καταδρομές τη νύκτα στα τούρκικα χωριά. Οι Τούρκοι τους έλεγαν Σεΐτάν τακιμί, δηλαδή Σώμα Δαιμόνων.

Ο Αλέξιος Ορλώφ, πού βρισκόταν τότε στην Πάρο με το ρωσικό στόλο, έστειλε επιστολή στο Δασκαλογιάννη, και του υπόσχεται και πάλι βοήθεια αφού αρχίσει τον αγώνα. Οι Σφακιανοί δεν είχαν πια καμμιά αμφιβολία για τη ρωσική βοήθεια, αφού είχαν γραπτή διαβεβαίωση του αρμόδιου εκπρόσωπου της Ρωσίας, Δεν ήταν δυνατόν να πιστέψουν, ότι μια αυτοκρατορία ομόδοξη, με τόσες δυνάμεις, μπορούσε να τους εγκαταλείψει στα νύχια αιμοβόρου θηρίου να τους κατασπαράξει.

Την ήμερα του Ευαγγελισμού στις 25 του Μάρτη 1770 συγκεντρώθηκαν στην Ανώπολη και με αφάνταστο ενθουσιασμό ύψωσαν τη σημαία της επαναστάσεως, χαιρετίζοντας την με πυροβολισμούς και δάκρυα χαράς. Πίστεψαν, ότι υστέρα από 100 ακριβώς χρόνια, από τότε πού ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Κρήτης, χρόνια γεμάτα αίμα και δάκρυα, ήλθε ή ώρα να ανακτήσει η Κρήτη τη χαμένη ελευθερία της από τον αβάσταχτο τουρκικό ζυγό.

Ύστερα από λίγες μέρες, στις 4 του Απρίλη 1770, ημέρα του Πάσχα, συγκεντρώθηκαν 2000 άνδρες Σφακιανοί στο μικρό οροπέδιο της Κράπης στο ερημοκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που υπάρχει και σήμερα στη μέση του οροπεδίου, επανηγύρισαν τη δεύτερη Ανάσταση του Σωτήριος με ασπασμούς και πυροβολισμούς, συμπόσια και χορούς στο ανοιξιάτικο τοπίο της Κράπης, όπου αρχίζουν τα περίφημα στενά του Κατρέ, οι Θερμοπύλες των Σφακίων.

Την τελευταία αυτή στιγμή ζήτησαν τη βοήθεια των ραγιάδων των γύρω επαρχιών, της Κυδωνίας, του Αποκορώνου και του Αγίου Βασιλείου, διαβεβαιώνοντας τους για τη βοήθεια της Ρωσίας, για τη βέβαιη νίκη και την απελευθέρωσή τους. Τμήματα του στρατού με τον Μοράκη και τον Μανούσακα διατάχτηκαν να καταλάβουν την επαρχία του Αγίου Βασιλείου και του Αμαρίου, για επίδειξη δυνάμεως, ώστε να τους πείσουν να πάρουν μέρος στον κοινόν αγώνα. Αλλά ήταν αργά. Η επανάσταση αποφασίστηκε και οργανώθηκε από τους Σφακιανούς, ερήμην των ραγιάδων της άλλης Κρήτης, δίχως καμιά προσυνεννόηση μ’ αυτούς. Γι αυτό δεν εκινήθηκαν να τους βοηθήσουν στον αγώνα, πού, ως φαίνεται, τον θεωρούσαν αγώνα των Σφακιανών. Επίσης πιθανόν είναι, επειδή ζούσαν με τους Τούρκους και ήξεραν την ακαταμάχητη δύναμή τους να μη πίστεψαν στη νικηφόρα έκβαση του αγώνα, οπότε η εξολόθρευση τους ήταν βεβαία. Άλλωστε πως θα ήταν δυνατόν να βοηθήσουν και αν είχαν μυηθεί εγκαίρως, και αν είχαν τη διάθεση να πολεμήσουν, δίχως όπλα; οι Σφακιανοί, απομονωμένοι στα βουνά τους, μακρυά από αγάδες και γενίτσαρους, είχαν διατηρήσει τα όπλα τους, και ο Δασκαλογιάννης συμπλήρωσε τον οπλισμό τους από το εξωτερικό και τους εφοδίασε με πολεμοφόδια. Άρματα δε μας λείπουνε και μονετσιά ναι πλήθια, λένε οι Σφακιανοί. Ενώ οι ραγιάδες των άλλων επαρχιών, που ζούσαν κάτω από τή διαρκή παρακολούθηση των Τούρκων, ήταν εντελώς άοπλοι. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν πήραν μέρος στον αγώνα οι Χριστιανοί των άλλων επαρχιών Αυτό ήταν θεία πρόνοια και εύδοκ ί α Θ ε ο υ, όπως λέει ο ιστορικός των Σφακίων Παπαδοπετράκης (σ. 128). Γιατί, όπως εξελίχτηκε ή επανάσταση, οι Χριστιανοί της άλλης Κρήτης θα εξολοθρευόταν όλοι, αν επαναστατούσαν.

Ο Δασκαλογιάννης κατέλαβε τη Μαλάξα και περίμενε το ρωσικό στόλο να καταπλεύσει στον κόλπο των Χανίων, να αρχίσει τον κανονιοβολισμό από τη θάλασσα και οι Σφακιανοί την επίθεση από την ξηρά, όπως είχαν συμφωνήσει, για να κυριεύσουν τα Χανιά.

Οι αγάδες της Κυδωνιάς, του Αποκορώνου, του  Αγίου Βασιλείου και του Ρεθύμνου τρομοκρατήθηκαν και άφησαν τα χωριά τους και έτρεξαν στα φρούρια των Χανιών και του Ρεθύμνου για ασφάλεια, γιατί κι αυτοί είχαν πληροφορηθεί από την κατασκοπεία τους για την παρουσία του ρωσικού στόλου στα νησιά του Αιγαίου και για την επικείμενη επίθεσή του στην Κρήτη.

Αλλά ο Αλεξέϊ Ορλώφ με το ρωσικό στόλο αντί να πλεύσει προς τα Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί με γράμμα του στον Δασκαλογιάννη, έπλευσε προς τον Τσεσμέ, όπου καταναυμάχησε τον τουρκικό στόλο και του δόθηκε ο τίτλος Τσεσμένσκη, δηλαδή νικητής του Τσεσμέ.

Ο Δασκαλογιάννης είδε τα σχέδια του να καταρρέουν,

ύστερα από την εγκατάλειψη των Ρώσων. Αλλά δεν υπέκυψε Συνέχισε τον αγώνα έστω και αν άρχισε να χάνεται κάθε ελπίδα επιτυχίας.

Οι Τούρκοι, όταν βεβαιώθηκαν ότι εξέλειπε ο κίνδυνος του ρωσικού στόλου άρχισαν να οργανώνουν εκστρατεία στα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης συγκαλεί σύσκεψη των αρχηγών στο Ασκύφου, για να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση, ύστερα από την παρασπονδία του Ορλώφ. Αποφάσισαν να συνεχίσουν τον αγώνα και να μοιράσουν τις δυνάμεις τους, για να αναγκάσουν τους Τούρκους να διασκορπίσουν τις δικές τους δυνάμεις, για να τους αντιμετωπίσουν ευκολότερα.

Ο Δασκαλογιάννης με 600 άνδρες θα έμενε στα ριζά του Αποκορώνου. Ο Μανούσακας και ο Μοράκης με 500 θα καταλάμβανε τα ρεθεμνιώτικα, ο Βουρδουμπάς, ο Σκορδίλης και ο Χούρδος με 400 άνδρες θα φρουρούσαν τις διαβάσεις από τον Άγιο Βασίλειο και ο Μπουνάτος με 200 άνδρες θα αναλάμβανε τή φύλαξη της Σαμαριάς για να προστατεύσει τα γυναικόπαιδα πού είχαν καταφύγει μέσα στον Φάραγγα.

Αντίθετα από τις προβλέψεις και τα σχέδια του Δασκαλογιάννη οι Τούρκοι, πού, ως φαίνεται, τα έμαθαν από τους κατασκόπους των, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους, 12000 τουρκικό στρατό και τουρκοκρητικούς, πού διψούσαν για αίμα και πλιάτσικο στα πλούσια Σφακιά, στις Βρύσες Αποκορώνου, απ όπου αρχίζει και σήμερα ο δρόμος προς τα Σφακιά,

Οι Βρύσες γυρωτρίγυρα μαυρίζου σαν τα δάση κι από τρεις τόπους ξεκινούν εις τα Σφακιά να πάσι Μαυρίζουσι τα λιόφυτα και ούλα τα χωράφια από το πλήθος της Τουρκιάς κι απού τα μπαϊράκια, και διπλοχηζιρεύγονται εις τα Σφακιά να βγούσι.

Μαζί τους έσυραν και 4000 Χριστιανούς σακκουλιέρηδες, δηλαδή αχθοφόρους, για να μεταφέρουν τα πράγματά τους στις προσβάσεις των Σφακιανών βουνών.

Ο Δασκαλογιάννης αναγκάστηκε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και πάλι στην Κράπη, για να αναχαιτίσει την προέλαση των Τούρκων στα Σφακιά. Η πρώτη επαφή με τον εχθρό έγινε στο Σελί της Κράπης στις 24 του Απρίλη 1770. Ο Δασκαλογιάννης απώθησε τα αλλεπάλληλα κύματα των ορδών του εχθρού, προξενώντας του μεγάλη φθορά, με ελάχιστες δικές του απώλειες. Εκατό σακκουλιέρηδες, πού είχαν βάλει οι Τούρκοι στην πρώτη γραμμή, αυτομόλησαν τη νύκτα και ενώθηκαν με τους Σφακιανούς.

Την επόμενη μέρα οι Τούρκοι άλλαξαν τακτική. Άντι να επιτίθενται κατά μάζες αραίωσαν και άρχισαν να σκαρφαλώνουν στα υψώματα της Κράπης. οι Σφακιανοί για να μη περικυκλωθούν τραβήχτηκαν σε θέσεις ψηλότερα και οι Τούρκοι βγήκαν στην Κράπη, όπου αναπαύτηκαν δυό μέρες για να αναλάβουν δυνάμεις, γιατί το πέρασμα των στενών του Κατρέ, όπου είχε συγκεντρώσει τις δυνάμεις του ο Δασκαλογιάννης, ήταν πολύ δυσκολότερο.

Αλλά στο μεταξύ ο σερασκέρης Χασάν πασάς με δύναμη 8000 Τούρκους εβάδιζε προς τον Καλλικράτη από τον Άγιο Βασίλειο. Οι Καλλικρατιανοί και οι Ασφεντώτες έτρεξαν να προστατεύσουν τα χωριά τους, πού φυσικά δεν κατόρθωσαν, 250 άνδρες αυτοί να αναχαιτίσουν 8000 καλά οπλισμένους. Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει (σ. 134) ότι των Μουσουλμάνων οι πόδες εβεβήλωσαν το πρώτον την Ιεράν και ένδοξον ταύτην χώραν εις 26 Απριλίου 1770.

Στον Καλλικράτη έσφαξαν και αιχμαλώτισαν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν, έκαψαν και ανέσκαψαν το χωριό έκοψαν τα δέντρα και ξερίζωσαν τ αμπέλια κι έπειτα προχώρησαν στο Ασφέντου όπου επανέλαβαν τα ίδια. Οι Καλλικρατιανοί άρχισαν τον κλεφτοπόλεμο, δεν τους άφηναν ήσυχους και τους προκαλούσαν σοβαρές ζημιές.

Οι άλλοι Τούρκοι αφού αναπαύτηκαν στην Κράπη εδοκίμασαν να περάσουν τα στενά του Κατρέ Αλλά οι Σφακιανοί διεκδικούσαν σπιθαμή προς σπιθαμή τη στενή δίοδο με μεγάλες απώλειες του εχθρού, Οι Τούρκοι προσπάθησαν και πάλι να υπερφαλαγγίσουν τους Σφακιανούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν με σοβαρές απώλειες. Στις 4 του Μάη μπήκαν στ Ασκύφου και την επόμενη έφθασε και ο στρατός του Σερασκέρη και αποτέλεσαν μια ενιαία στρατιά από 25000.

Από το Σελί της Κράπης ως το Ασκύφου οι απώλειες των Τουρτών ήταν 800 και των Σφακιανών 75 άνδρες.

Ο Δασκαλογιάννης, παρά την τεράστια αριθμητική υπεροχή του εχθρού, έδωσε φονικότατη μάχη στα στενά της Ίμπρου, που κράτησε δυό συνεχείς μέρες, με σκοπό όχι, φυσικά, να εμποδίσει την προέλαση του εχθρού αλλά να τον καθυστερήσει, για να δοθεί καιρός στα γυναικόπαιδα να επιβιβαστούν στα καράβια, γιατί δεν υπήρχε πια άλλη σωτηρία. Από τους 800 άνδρες του σκοτώθηκαν οι 300. Αλλά και οι Τούρκοι πλήρωσαν με 1000 νεκρούς τη μάχη της Ίμπρου.

Η κατάσταση ήταν απερίγραπτα τραγική. Οι γυναίκες άφηναν κατά γης τα μωρά τους για να σκάψουν με πέτρες η με ξύλα λίγο χώμα, όπου υπήρχε κι αυτό, να θάψουν τον άνδρα τους, η τον πατέρα τους η τον αδελφό τους, για να μην τούς φάνε τα όρνεα.

Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν ότι επρόκειτο να επιβιβαστούν στα καράβια τα γυναικόπαιδα και έτρεξαν 6000 προς την Ανώπολη να τα εμποδίσουν. Επτακόσιοι Σφακιανοί που βρισκόταν στην περιοχή έτρεξαν να τα προστατεύσουν. Πάνω από το Λουτρό γίνεται άγρια μάχη, με το μαχαίρι, γιατί με τα όπλα υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσουν τα γυναικόπαιδα. Από τους 700 οι 300 σκοτώθηκαν και αν δεν πρόφθανε ο Κούτσουπας με 200 άνδρες να κτυπήσει τούς Τούρκους από τα νώτα δεν θα έμενε ούτε ένας. Στο μεταξύ έφτασαν και οι Νυκτοπολεμιστές κι έτσι σώθηκαν από τα νύχια των Τούρκων 4000 γυναικόπαιδα παρ όλο που τραυματίστηκαν πολλά. Τότε αιχμαλωτίστηκε και ο αδελφός του Δασκαλογιάννη Νικολάκης Σγουρομάλλης.

Οι Τούρκοι μπήκαν τέλος στην Ανώπολη. Χίλια γυναικόπαιδα προσπαθούσαν να περάσουν το φαράγγι της Αράδενας προς τα Κρούσια. Φαίνεται ότι δεν τα είχαν αντιληφθεί οι Τούρκοι. Αλλά διακόσιοι Σφακιανοί έτρεξαν προς το μέρος που ήταν, ενώ τους κυνηγούσαν οι Τούρκοι οι όποιοι είδαν τα γυναικόπαιδα. Άρχισε άγρια αλληλοσφαγή. Άνδρες και γυναίκες πολεμούσαν απεγνωσμένα ώσπου σκοτώθηκαν όλοι και όλες. Μόνο εκατό γυναικόπαιδα που αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι επέζησαν από το άγριο ανθρωπομακελειό.

Οι Τούρκοι συνέχισαν το εξοντωτικό τους έργο κόβοντας δένδρα, ξερριζώνοντας αμπέλια. Όσους άνδρες συλλάμβαναν τους έσφαζαν επί τόπου. Τις άσχημες γυναίκας, τα παιδιά και τους γέρους εγκρέμιζαν στους γκρεμνούς για να διασκεδάζουν.

Ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τη γυναίκα του με τις δυό μεγάλες κόρες του, τη Μαρία και την Ανθούσα στο Λουτρό για να μπουν στο καράβι του. Αλλά στο δρόμο τραυματίστηκε η Σγουρομάλλινη. Οι κόρες της νόμισαν ότι σκοτώθηκε και απελπισμένες έτρεχαν χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν και έπεσαν στα χέρια των Τούρκων, που, όταν έμαθαν ότι είναι κόρες του αρχηγού τις παράδωσαν στο Σερασκέρη. Η Σγουρομάλλινη όταν συνήλθε κατόρθωσε να φθάσει στο καράβι νομίζοντας ότι οι κόρες της είχαν πάει πριν.

Ο Δασκαλογιάννης κατέβηκε στο Λουτρό Έμαθε το χαμό των παιδιών του και βλέποντας τη γενική καταστροφή του τόπου του κτυπούσε το κεφάλι του. Στην απελπισία του αποφάσισε να παραδοθεί στον πασά. Αλλά πήρε γράμμα από την Πελοπόννησο και του έγραφαν την καταστροφή του Μόριά και να μην τολμήσει να παραδοθεί στον πασά. Και οι άλλοι αρχηγοί δεν τον άφησαν να πραγματοποιήσει τη σκέψη του.

Ο πασάς του έστειλε επιστολή προσκαλώντας τον να παραδοθεί με την υπόσχεση ότι δεν θα τον βλάψει και ότι θα εγκαταλείψει αμέσως τα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης συγκάλεσε γενική συνέλευση στα Κρούσια και τους ανακοίνωσε το γράμμα του πασά. Ή συνέλευση αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα και απάντησαν στον πασά ότι δεν θα παραδοθούν ποτέ! Ώστε να στέκουν τα βουνά κι οι Σφακιανοί να ζούσι τσοί Τούρκους θα τσοί μάχονται και δα τσοϊ πολεμούσι!

Η τελευταία πράξη του αιματηρού δράματος παίχτηκε στο φαράγγι της Αράδενας, ένα από τα πιο ωραία και πιο επιβλητικά των Λευκών Ορέων με κατακόρυφες πλευρές εκατοντάδες μέτρα.

Τσ’ Αράδενας το φάραγγα οι Σφακιανοί σταθήκαν,

Χίλιοι τριακόσιοι τέσσερις, μετρηθήκαν.

Δώδεκα μέρες πολεμούν, ούλοι μικροί μεγάλοι,

Τη νύχτα τσ’ έπατήσασι από το Διαλισκάρι,

Δίδουν τσ Άράδενας φωθιά, κεντοϋ τον Αϊ Γιάννη.

Στα Κρούσασοι γλυτώσαμε με το Δασκαλογιάννη.

Στο ίδιο φαράγγι το 1867, σε μήκος μετώπου 6 μίλια, αντιμετώπισαν 4000 Κρητικοί επαναστάτες 25000 Τούρκους με τον Ομέρ πασά.

Οι Τούρκοι βρισκόταν στο ανατολικό χείλος του φάραγγα και οι Σφακιανοί στο δυτικό. Η διάβαση γίνεται μόνο από ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Δυό ολόκληρες μέρες δίχως διακοπή συνεχίστηκε η μάχη. Οι Τούρκοι ήταν αδύνατο να το περάσουν παρ’ όλη την αριθμητική υπεροχή τους. Γι’ αυτό μοιράστηκαν σε τρία τμήματα. Ένα έμενε στην ίδια θέση για να συνεχίσει να απασχολεί. Το άλλο πήγε προς βορρά για να βρει άλλη δίοδο και το τρίτο τράβηξε προς τις εκβολές του φάραγγα αθέατο. Το τελευταίο αυτό τμήμα πέρασε αθέατο τη νύχτα το φαράγγι και περικύκλωσε τούς Σφακιανούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να φύγουν όσοι μπόρεσαν, γιατί σκοτώθηκαν κάμποσοι.

Άλλη τραγική σκηνή διαδραματίζεται στο άλλο φαράγγι, το περίφημο της Σαμαριάς. Εκεί μέσα είχαν ζητήσει άσυλο τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα. Ο Γιάννης Μπονάτος φύλασσε την είσοδο από την Αγιά Ρουμέλη, τις λεγόμενες Πόρτες, με 200 Σφακιανούς. Οι Τούρκοι αποπειράθηκαν να μπουν στο φαράγγι, αλλά τα πυρά του Μπονάτου δεν τους άφησαν να προχωρήσουν. Μα η άλλη είσοδος του Φάραγγα από το Ξυλόσκαλο ήταν αφρούρητη και ανενόχλητοι μπήκαν οι Τούρκοι, κατέβηκαν στο φαράγγι και άρπαξαν κάμποσα γυναικόπαιδα οι Νυκτοπολεμιστές κατέφθασαν, τούς καταδίωξαν και διέσωσαν τα υπόλοιπα.

Κάνου νά ιποϋσι στο λαγγό στσή Σαμαριάς τον πάτο.

Στ ισί Πόρτες άπαντήξασι το Γιάννη το Μπονάτο,

Και κάνει τωνε πόλεμο κι όπίσω τσοί κωλώνει.,,

Μ’ άλλοι πού το Ξυλόσκαλο ε μπήκαν ισια κάτω, κι όσας ευρήκαν φιμελιές τις κάνουν άνω κάτω,

Γιατί σαν ξέγνιοι οι Σφακιανοί πώς από κει δεν μπαίνουν λίγ’ήσαν οι βαρυόμοιροι και που να πρωτοπηαίνου !

Οι Σφακιανοί που γλύτωσαν δεν εμούτισαν, δεν παραδόθηκαν στον πασά. Διασκορπίστηκαν στα γνώριμα βουνά τους, για να σωθεί ο καθένας όπως μπορούσε. Μερικοί φύγαν από την Κρήτη και δεν ξαναγύρισαν πια. Δεν είχαν καρδιά να αντικρίσουν τα ερείπια που κάπνιζαν ακόμη. Όσοι έμειναν κατεβαίναν τη νύκτα από τις κορυφές των βουνών σαν αετοί στα τουρκοχώρια των γύρω επαρχιών, σκοτώνοντας όσους αγάδες συναντούσαν και άρπαζαν ότι έβρισκαν για να θρέψουν τα πεινασμένα παιδιά τους.Οι αγάδες δεν τολμούσαν να βγουν από τα σπίτια τους, ήταν τρομοκρατημένοι παρά τη νίκη τους.

Ο πασάς δεν ήθελε ναφίσει τα Σφακιά, καταστρεμμένα μεν αλλά και πάλι ανυπότακτα, αφού κανένας δεν εμούτισε. (Είναι ή λέξη της εποχής, δηλαδή δεν δήλωσε υποταγή).

Ασφαλώς είχε μάθει ο πασάς για τη διάθεση του Δασκαλογιάννη να παραδοθεί και για να τον ενθαρρύνει ώστε να πραγματοποιήσει τη σκέψη του, του έστειλε και άλλο γράμμα σε ήπιο ύφος:

Σαν έρθεις να μιλήσομε και σαν ανταμωθούμε ούλα θε να συμπαθησιούν και φίλοι θα γενούμε.

Ο πασάς, για να τον ενθαρρύνει ακόμη περισσότερο υποχρέωσε τον αδελφό του Νικολάκη, πού τον κρατούσε αιχμάλωτο, και του έγραψε, ότι δεν θα πάθει τίποτε αν παραδοθεί. Αλλά στο τέλος της επιστολής σημείωνε ένα κεφαλαίο γράμμα Μ, πού εννοούσε μην παραδοθείς.

Ο Δασκαλογιάννης, κάτω από το βάρος της ευθύνης για μια τέτοια πρωτοφανή καταστροφή της επαρχίας του, έστω και αν αίτια ήταν ή φιλόδοξη επιθυμία να ελευθερώσει την Κρήτη από τους τυράννους, θεώρησε τον εαυτό του κυρίως υπεύθυνο για την καταστροφή αυτή και ήθελε να παραδοθεί στον πασά, νομίζοντας ότι έτσι θα εξιλεωθεί. οι συναγωνιστές του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από την πράξη αυτή της απελπισίας, αλλά δεν το κατόρθωσαν.

Μα λέει κι ο Μανουσακας : «Κάμετώς άγαπάτε, εγώ δεν το Θωρώ καλό εις τον πασά να πάτε.

Εγώ κι ο Βολουδόπολος, ο Χούρδος και οι γι άλλοι δεν προσκυνούμε μεις πασά και βασιλιά κεφάλι.

Εις τα φαράγγια, στα γκρεμνά θα πα να κατοικούμε, κι ώστε να στέκει ένας μας, Τούρκους θα πολεμούμε…

Ο Δασκαλογιάννης αποχαιρέτησε στα Κρούσια τους συντρόφους του και κατέβηκε με 6 παπάδες στην Ανώπολη, όπου παραδόθηκε στον πασά που βρισκόταν εκεί. Αυτός διέταξε ισχυρό σώμα να τον συνοδεύσει στο Φραγκοκάστελο, όπου ήταν ο Σερασκέρης, να του τον παραδώσουν.

Ο πασάς τον δέχτηκε με «σατραπικό .μειδίαμα», λέει ο Παπαδοπετράκης, και άρχισε να τον ανακρίνει. Εκεί του παρουσίασε την κόρη του Μαρία για να τον ευχαριστήσει και έπειτα έκαναν συνθήκη με το Δασκαλογιάννη σαν εκπρόσωπο και αρχηγό της επαρχίας, πού έλεγε :

«Προς τους καπεταναίους των Σφακίων.

Με τον Γενικόν Αρχηγόν σας, τον όποιο θεωρώ φίλο και όχι αιχμάλωτο, έδεσα τις ακόλουθες συμφωνίες, που πρέπει να παραδεχθείτε όλοι, άλλως θα σας καταστρέψουμε ολωσδιόλου.

Πρώτον : ‘Ο αρχηγός Δασκαλογιάννης και οι αδελφοί του δεν θα επιστρέφουν στα Σφακιά παρά υστέρα από τρία χρόνια, αλλά θα παραμένει μαζί μας, με την περιποίηση που απαιτεί η θέση τους.

Δεύτερον: Πρέπει να δηλώσουν εγγράφως οι Σφακιανοί, ότι αναγνωρίζουν την τουρκική κυβέρνηση της Κρήτης.

Τρίτον: Οι Σφακιανοί θα εξακολουθήσουν να έχουν τα όπλα τους: θα διοικούνται σύμφωνα με τα έθιμά τους και θα πληρώνουν κάθε χρόνο 5000 γρόσια.

Ο Δασκαλογιάννης υποχρεώθηκε να γράψει στους Σφακιανούς συνιστώντας την αποδοχή της συμφωνίας.

Την επιστολή του Δασκαλογιάννη και τη συμφωνία του με τον πασά μεταφέραν δυό Χριστιανοί από το Μπρόσνερο στου Ασκύφου, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα υπολείμματα των Σφακιανών. Σε γενική συγκέντρωση άναθέσαν στους πιο συνετούς να συσκεφθούν και να πάρουν μια απόφαση. Οι εκλεγέντες προσευχήθηκαν σιωπηλοί στην εκκλησία, για να τους φωτίσει το θείον να δώσουν την απάντηση που επιβάλλαν οι περιστάσεις.

Ύστερα από την προσευχή δεν τολμούσε κανένας να μιλήσει. Δεν ήθελε κανένας να αναλάβει την ευθύνη για μια τέτοια σοβαρή απόφαση. Στο τέλος ο Μόρος έλυσε τη σιωπή και τους λέει: «Αδέλφια, έχομε καλά τουφέκια και καρδιές μεγάλες, μα χυθήκαμε οι μισοί. Τα πολεμοφόδια μας εξαντλήθηκαν και ο Θεός και οι άνθρωποι μας έγκαταλείψαν. Ο χειμώνας πλησιάζει. Για όλα αυτά πρέπει να υποκύψομε σήμερα για να μπορέσομε αργότερα να επαναλάβομε τον αγώνα».

Ή γνώμη του έγινε αποδεκτή από όλους, και γράψαν στον πασά . «Δεχόμαστε τη συμφωνία του αρχηγού μας με τον εξοχότατο Βεζίρη της Κρήτης, άναγνωρίζομε την τουρκική κυβέρνηση και υποσχόμεθα να πληρώνομε 5000 γρόσια και εμπιστευόμαστε τη ζωή του αρχηγού μας στην τιμιότητα του εξοχότατοι βεζίρη».

Την απάντηση αυτή έστειλαν την ίδια μέρα στον πασά με 500 πρόβατα δώρο. Ο Πρωτόπαπας και άλλοι 6 παπάδες με 75 οπλαρχηγούς και προκρίτους, βασιζόμενοι στις «συμφωνίες» του Χασάν πασά, νόμισαν πως μπορούσαν ακίνδυνα να παρουσιαστούν σ’ αυτόν, δηλώνοντας την υποταγή τους, και πήγαν ένοπλοι. Αλλά οι Τούρκοι ποτέ δεν ετήρησαν τις συμφωνίες που υπόγραφαν σ’ όλη τη διάρκεια των πολυχρονίων αγώνων του Κρητικού λαού. Πολύ περισσότερο τότε που ήσαν παντοδύναμοι δεν ήταν δυνατόν να τις τηρήσουν. Ο πασάς διάταξε αμέσως και τους αφόπλισαν και τούς πήρε μαζί του στο Ηράκλειο, για να κοσμήσουν τον θρίαμβό του. Μετά τους έριξε στις φυλακές του Κούλε, όπου τους εβασάνιζαν. Μερικούς κρέμασε αμέσως. Άλλοι απέθαναν από τα βασανιστήρια. Όσοι έζησαν κατόρθωσαν να δραπετεύσουν υστέρα από τρία χρόνια. Μερικοί κατέφυγαν στον Κουρμούλη στον Κουσέ, ο όποιος τους περιέθαλψε και τους έστειλε στα Σφακιά. Άλλοι κατέφυγαν στη Γέργερη, στο σπίτι του Βαγιονιού. Τούς περιποιήθηκε, τους έδωσε ρούχα και στιβάνια, γιατί ήταν ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι, ώσπου ήλθαν συγγενείς τους από τα Σφακιά και τους παραλάβαν.

Τον Δασκαλογιάννη και την κόρη του κράτησε στο σεράγιο του ο πασάς, γιατί ήθελε να τον χρησιμοποιήσει δόλωμα, για να συλλάβει και τους άλλους τρεις αδελφούς του, που είχαν καταφύγει στα Κύθηρα. Για το σκοπό του αυτό Ανάγκασε τον Δασκαλογιάννη να γράψει επιστολή στους αδελφούς, σύμφωνα με σχέδιο που του έδωσε ο πασάς, όπου έγραφε, ότι δήθεν πέρνα καλά και είναι σχεδόν ελεύθερος και τους προσκαλούσε να έλθουν κι αυτοί στον τόπο τους, αφού δεν πρόκειται να πάθουν τίποτε.

Ο Δασκαλογιάννης κατάλαβε, φυσικά, τους σκοπούς του πασά και έγραψε στο τέλος της επιστολής τρία κεφαλαία Μ, το συνθηματικό γράμμα που του είχε γράψει ο αδελφός του, για να τους αποτρέψει να έλθουν. Ο πασάς είδε το τρία Μ και ρώτησε το Δασκαλογιάννη ποια είναι ή σημασία τους. Αυτός του απάντησε, ότι έχει συνήθεια να γράφει κάτω από την υπογραφή του τα τρία Μ που σημαίνουν: Μαρία, Μνήσθητι Μετανοημένου.

Οι αδελφοί του κατάλαβαν τη σημασία των συνθηματικών Μ και, με διάφορες προφάσεις, δεν έπεσαν στην παγίδα.

Ο πασάς αφού είδε ότι δεν πρόκειται να επιτύχει τη σύλληψη και των άλλων αδελφών, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση των σχεδίων του. Δηλαδή να τον παραδώσει στο μαινόμενο πλήθος να τον εκτελέσει.

Στις 17 Ιουνίου 1771, ημέρα Παρασκευή, αργία των Μουσουλμάνων για να μπορούν να παρευρεθούν στο μαρτύριο του ήρωα, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στους δημίους του. Οι Τούρκοι του Μεγάλου Κάστρου, που με σαδισμό και Ιδιαίτερη ευχαρίστηση παρακολουθούσαν πάντα τις εκτελέσεις των Χριστιανών, είχαν συγκεντρωθεί στον τόπο του μαρτυρίου.

Αλλά που ήταν ο τόπος αυτός ; Οι γνώμες των ιστορικών δεν συμφωνούν. Ο Παπαδοπετράκης, ο πλησιέστερος προς τα γεγονότα και πρώτος και κυριότερος ιστορικός της επαναστάσεως του 1770, ο όποιος γράφει (154), ότι παρέλαβε από τον Ίωάν. Πωλιουδάκη ανέκδοτα έγγραφα σχετικά με την επανάσταση, αναφέρει, ότι η εκτέλεση έγινε εις την πλατείαν, την ούσαν προς την ανατολικήν πύλην του Ηρακλείου, τουρκιστί ονομαζομένην «Ατ—Μεϊντάν.

Η ανατολική πύλη ήταν η πύλη του Άγ. Γεωργίου η Λαζαρέτο, στη νότια πλευρά της σημερινής πλατείας Ελευθερίας απέναντι στον κινηματογράφο «Ήλεκτρα». Η πλατεία κατά τη Βενετοκρατία ονομαζόταν camρο Μatzio, δηλαδή Πεδίον του Άρεως, επειδή γυμναζόταν εκεί οι στρατιώτες, που στρατωνιζόταν στους μεγάλους στρατώνες του Άγ. Γεωργίου, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής Νομαρχίας, Δικαστηρίων κλπ.

Με την εύκαιρία αναφέρω, ότι ο τόπος των εκτελέσεων των επαναστατών κατά τη Βενετοκραία – διότι πριν από το Δασκαλογιάννη πολλοί άλλοι πατριώτες από όλη την Κρήτη εμαρτύρησαν εδώ στο Μεγάλο Κάστρο για την ελευθερία της Κρήτης η λεγόμενη Ρiazza della Forca, δηλαδή ή πλατεία της αγχόνης, ήταν στη σημερινή πλατεία μπροστά από τη Λέσχη Αξιωματικών, όπου ήταν πάντα στημένο το Ικρίωμα για τους απαγχονισμούς.

Ο Μπάρπα Πατζελιός, που ήταν σύγχρονος των γεγονότων και πρέπει να τα γνώριζε από προσωπική αντίληψη, παρ’ όλο που μερικοί πιστεύουν, ότι το ιστορικό ενδιαφέρον πού παρουσιάζει το τραγούδι του είναι μικρότερο από

ότι είχε νομισθεϊ (Λαούρδας 7), αναφέρει:

Δεν τον απόπιε τον καβέ, παίρνουν του το τσιμπούκι, πιάνου και κατεβάζουν τον κάτω στο τιμουρούκι.

Που ήταν το τιμουρούκι; (=όργανο βασανιστηρίων). Δεν είναι γνωστό. Πιθανόν να εννοεί την ξύλινη εξέδρα, που αναφέρει ο Παπαδοπετράκης (154).

Ο Μουρέλλος (σ. 192) αναφέρει ότι η εξέδρα έγινε κάτω από ένα πλάτανο της πλατείας, που είναι η κρήνη Μοροζίνι, αλλά δεν αναφέρει ως συνήθως την πηγή. Ο Τιλάκης (σ. 1424) αντιγράφει τον Παπαδοπετράκη και ο Κριάρης δεν ομιλεί καθόλου για τον τόπο του μαρτυρίου.

Τέλος άλλοι πιστεύουν ότι εξετελέσθει μέσα στις φυλακές του Κουλέ. Πιθανόν να υπάρχουν θετικότερες σχετικές πληροφορίες στους κώδικες του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου, και γι αυτό επιβάλλεται, επαναλαμβάνω, να δοθεί η δέουσα σημασία για την ερευνά του και τη δημοσίευσή του, γιατί θα φωτίσει πολλές σκοτεινές σελίδες, έστω και από τουρκικής πλευράς, της αιματόβρεκτης ιστορίας του νησιού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Ο τραγικός πρωτομάρτυρας της Κρητικής Ελευθερίας δέθηκε καλά πάνω στο «θρονί» και ο δήμιος άρχισε το απαίσιο έργο του, γδέρνοντας τον ζωντανό με κοφτερό μαχαίρι κατά τον Παπαδοπετράκη, με πυριτόλιθο, δηλαδή τσακμακόπετρα, κατά τον Κριάρη, υπό τους καγχασμούς του βάρβαρου πλήθους και του ίδιου του πασά! Μπροστά του έβαλαν ένα καθρέπτη για να μεγαλώνουν την οδύνη του. Έπειτα έφεραν δεμένο και τον αδελφό του Χατζή Σγουρομάλλη, και όταν είδε ο ένας τον άλλο έμουγκαλίσθησαν ως βόες δις και τρις κατά την έκφραση του Παπαδοπετράκη. Από τη στιγμή αυτή ο Σγουρομάλλης τρελάθηκε.

Ο Δασκαλογιάννης υπέστη το φρικτό μαρτύριο με μεγάλη καρτερία δίχως να εκστομίσει ούτε ύβρεις ούτε ένα ωχ ! Τέλος υπέκυψε. Ύστερα από δυό μέρες, που έμεινε πάνω στο «θρονί» δεμένος και κατακομματιασμένος, έπιτρέψαν σε μερικούς Χριστιανούς να τον θάψουν.

Τον έθαψαν σ’ ένα λάκκο νοτιοανατολικά της Άκ Τάμπιας. Δηλαδή στην περιοχή που είναι σήμερα το βρεφοκομείο Γερωνυμάκη. Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει (σ. 156) ότι ο υπερογδοηκονταετης Τούρκος Χασάν Μαράζης, που παρευρέθηκε στην εκδορά, διηγήθηκε τη σκηνή στων Ίωάν. Πωλιουδάκη το 1838, και του έδειξε τον τόπο πού τον έθαψαν. Εάν η πληροφορία είναι αληθής ίσως να βρίσκονται ακόμη κάπου εκεί τα λείψανά του, αν δεν βρέθηκαν και πετάχτηκαν κατά την θεμελίωση καμιάς οικοδομής.

Τι απέγινε ή οικογένεια του Δασκαλογιάννη;

Είδαμε ότι οι τρεις αδελφοί του Παύλος, Μανοϋσος και Γεώργιος ήταν στα Κύθηρα και γλύτωσαν. Ο αδελφός του Νικολάκης η Χατζή Σγουρομάλλης συνελήφθη αιχμάλωτος και τρελάθηκε βλέποντάς τον να τον γδέρνουν.

Η γυναίκα του, η Σγουρομάλλινη, πληγώθηκε, όπως είδαμε, αλλά κατόρθωσε να φθάσει στο καράβι (Μουρέλλος 162) και ασφαλώς θα πήγε στα Κύθηρα, όπου ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τις δύο μικρότερες θυγατέρες του και τους γιους του Ανδρέα και Νικόλαο. Τις δύο μεγαλύτερες κόρες του, τη Μαρία και την Ανθούσα, τις πιάσαν αιχμάλωτες οι Τούρκοι. Τη Μαρία έδωσε ο πασάς στον Δεφτερντάρη του Μεγάλου Κάστρου, ο οποίος την πήρε γυναίκα του και εγκαταστάθηκε στην Κωσταντινούπολη. Ως φαίνεται δεν ήταν φανατικός Τούρκος και της επέτρεπε να ζει σαν Χριστιανή. Απόκτησε μαζί του δύο γιους. Το 1816 πέθανε ο άνδρας της και έπειτα πέθαναν και τα παιδιά της και κληρονόμησε την τεράστια περιουσία, που της επέτρεπε να ζει πλουσιοπάροχα. Το 1821 γύρισε στην Ελλάδα και βοήθησε την επανάσταση.

Για την τύχη της Άνθουσας δεν υπάρχουν θετικές πληροφορίες. Άλλοι λένε πως έπεσε σε πηγάδι και αυτοκτόνησε και άλλοι ότι πουλήθηκε σκλάβα. Ο Νικόλ. Ζουδιανός από τις Δάφνες αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμά του (ΕΕΚΣ, Γ’, 308) ότι οι κόρες του Δασκαλογιάννη που αιχμαλωτίστηκαν ήταν τρεις και όχι δύο. Οι δυό ήταν άγαμες και η Ανθούσα ήταν παντρεμένη με κάποιο Παχυνάκη, υποδηματοποιό, και την επιστρέψαν οι Τούρκοι στον σύζυγό της, με τον όρο να κατοικήσουν στο Ηράκλειο· Απόκτησε έξι παιδιά: Τον Ανδρέα Παχυνάκη η Παχανδρουλή, που έδρασε στην επανάσταση του 1821 και πήρε μέρος στην κατάληψη της Γραμπούσας, τον Γεώργιο, που τον κρέμασαν οι Τούρκοι γιατί σκότωσε ένα Τούρκο στις Δαφνές, τον Ιωάννη, την Κατίγκω, την Ελένη και την Πηνελόπη. Ο Ιωάννης εγκαταστάθηκε έπειτα στις Δαφνές και στους απογόνους του ήταν κοινότατο το όνομα Ανθούσα.

Οι άλλες δυο κόρες παντρεύτηκαν πλούσιους βέηδες, η μια τον Αμπλουσαμέτ και η άλλη τον Γιαλί Χουσεΐν αλλά δεν τις έξεβίασαν να αλλάξουν θρήσκευμα.

Τι εστοίχισε στα Σφακιά η επανάσταση του Δασκαλογιάννη; Ο Παπαδοπετράκης αναφέρει, ότι ο πληθυσμός της επαρχίας ήταν 11100 κάτοικοι. Άπ αυτούς 3600 σκοτώθηκαν η αιχμαλωτίστηκαν. 1500 απέθαναν από τις κακουχίες. 2000 έφυγαν στα Επτάνησα, στη Βενετία και στο Τριέστι και 4000 έμειναν στην πατρώα γη. Τούρκοι σκοτώθηκαν περί 6000. Οι πληροφορίες του όμως είναι μάλλον υποθετικές. Το 1589, όπως αναφέρει ο Μοcenigο είχαν 2500 ψυχές. Το 1881 είχαν 5183 και το 1961 είχαν 3057 κάτοικους. Συνεπώς οι αριθμοί του Παπαδοπετράκη φαίνονται πολύ εξογκωμένοι.

Είναι λυπηρόν διότι δεν έχομε θετικά στοιχεία για την επανάσταση αυτή, πού έχει τόσο ενδιαφέρον για την ιστορία της Κρήτης, παρ όλο που μας χωρίζουν μόνο δύο αιώνες, ενώ για πολύ παλαιότερα γεγονότα της Κρητικής Ιστορίας έχομε πολλά γραπτά μνημεία. Αυτό οφείλεται βέβαια στην έλλειψη εγγράμματων κατά την περίοδο εκείνη. Η πνευματική άνθηση του τελευταίου αιώνα της Βενετοκρατίας είχε σβήσει εντελώς. Οι γραμματισμένοι Κρητικοί είχαν εκπατριστεί στα Επτάνησα και στη Βενετία. Εκείνοι που έμειναν είχαν λουφάξει και τους απασχολούσε μόνο η επιβίωση. Δεν τους έμενε καιρός για γράμματα. Το «κρυφό σκολειό» όπου μάθαιναν τα «κολυβογράμματα» δεν υπήρχε ακόμη ούτε αυτό.

Ο μόνος σύγχρονος των γεγονότων που τα περιέγραψε σε στίχους, σύμφωνα με την τότε συνήθεια, το 1786, είναι ο τυροκόμος Μπάρμπα Παντζελιός, αγράμματος, και ο γκαλονόμος γραμματικός του Σήφης Σκορδίλης.

Ο Ιεράς και Σητείας Γρηγόριος Παπαδοπετράκης, από τον Καλλικράτη των Σφακίων, συνέλεξε όσα έκ πολλών προγεγραμμένων έοίκασι χρήσιμα και όσα εκ παλαιών ανδρών παρεδόθη, όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογό του, και περιέγραψε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της γνωστής ιστορίας του, που εκδόθηκε το 1888, τα γεγονότα της Επαναστάσεως Δασκσλογιάννη, που αποτελεί τη μόνη πηγή από ελληνικής πλευράς, από την οποία άντλησαν οι ιστορικοί Τιλάκης, Κριάρης, Μουρέλλος κλπ. Εάν ο Παπαδοπετράκης, έστω και 100 χρόνια υστέρα από τα γεγονότα, δεν συγκέντρωνε τη διάσπαρτη μέχρι τότε παράδοση, επηρεασμένος έστω από τον «σφακιανισμόν» και ειδικότερα τον «καλλικρατισμόν» του, κατά την έκφραση του Άρχοντος του Γένους κ. Έμμαν. Πετράκη (Κρ. Χρον. Κ’, 19), ή επανάσταση του Δασκαλογιάννη πιθανόν να είχε λησμονηθεί εντελώς. Το «Τραγούδι του Μπάρμπα Παντζελιου» και το σχετικό κεφάλαιο της ιστορίας του Παπαδοπετράκη αποτελούν τη μόνη πηγή, από ελληνικής πλευράς, για την επανάσταση του 1770. Γι αυτό επιβάλλεται να ερευνηθεί επί του θέματος το Τουρκικόν Αρχείον Ηρακλείου, όπου ασφαλώς υπάρχουν ειδήσεις και στοιχεία σχετικά με την επανάσταση αυτή. Ο μόνος δε ικανός για την έρευνα αυτή είναι ο σοφός τουρκομαθής Κρητολόγος κ. Νικ. Σταυρινίδης. Ο εφοπλιστής κ. Νικ. Βαρδινογιάννης, ο όποιος ανέλαβε τη δαπάνη για την επανέκδοση της ιστορίας του Παπαδοπετράκη, άξιος θερμών συγχαρητηρίων γι αυτό, ας αναλάβει και την δαπάνη για την ερευνά αυτή και την δημοσίευση των πορισμάτων της, με την βεβαιότητα ότι προσφέρει μεγάλη υπηρεσία στην ιστορία της ιδιαίτερης του πατρίδας, τα Σφακιά, και γενικά στην ιστορία τής Κρήτης.

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη υπήρξε το πρώτο σκίρτημα της Κρητικής Ψυχής, για να δείξει στον πανίσχυρο δυνάστη, ότι δεν πέθανε από τα φρικτά βασανιστήρια στα όποια υπέβαλε τον Κρητικό Λαό για να τον εξουθενώσει, να τον εξισλαμίσει. Χαλύβδωναν την ψυχή του λαού αυτού και δυνάμωναν την πίστη του προς την απελευθέρωση. Ο ανιστόρητος κατακτητής δεν είχε υπόψει του, ότι πέρασαν πάνω απ αυτό το νησί τόσοι και τόσοι άλλοι κατακτητές πριν από αυτόν, αλλά κάνεις δεν κατόρθωσε να ριζώσει στα ιερά αυτά χώματα, στα όποια δεν ευδοκίμησε ποτέ το δένδρο της δουλείας.

Δεν πέρασαν ούτε δυό χρόνια από τότε πού ερήμαξε, στην κυριολεξία, τα Σφακιά ο Χασάν πασάς και οι Σφακιανοί πού είχαν μείνει από τη θεομηνία, αψηφώντας τούς χθεσινούς νικητές των, κατέβηκαν στο Μπρόσνερο, στη μύτη των τουρκικών αρχών των Χανίων, και εξολόθρευσαν τον τρομερό γενίτσαρο Άληδάκη.

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη έδωσε θάρρος στις καρδιές των καταφρονεμένων ραγιάδων. Οι ήρωες, τιμωροί αμείλικτοι των εγκλημάτων των αγάδων και των γενιτσάρων, ξεφυτρώνουν παντού, σ’ όλη την Κρήτη, και γράφουν με το αίμα τους σελίδες ηρωισμού εκπληκτικού, λαμβανομένου υπόψει του τόπου, του χρόνου και των συνθηκών της ζωής των. Ο Καζάνης, ο Λόγιος, ο Ξωπατέρας, ο Μαλικούτης, ο Κόρακας, ο Μαστραχάς, οι Χάληδες, ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης και τόσοι άλλοι, πού περιμένουν κι αυτοί με τη σειρά τους μνημόσυνα και ανάλογες τιμές, συνέχισαν τον αγώνα του Δασκαλογιάννη με τη συμμετοχή σ’ αυτόν και στις θυσίες ολοκλήρου του Κρητικού Λαού, και, παρά τα συμφέροντα και τη θέληση των τότε ισχυρών, ξεπετάχτηκε από τα κόκαλα βγαλμένη η πολυπόθητη Λευτεριά.

Στη μνήμη όλων εκείνων, που πρόσφεραν το τίμιο και ιερό αίμα τους στο βωμό της Ελευθερίας που μας κληροδότησαν, προτείνω ενός λεπτού σιωπή.

 Διάλεξη οργανωθείσα υπό του Δήμου ‘Ηρακλείου στις 23 Ιουνίου 1971 στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου.

ΕΚΔΟΣΉ ΒΑΓΓΈΛΗ ΑΠ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗ ΗΡΑΚΛΕΙΟ-ΚΡΗΤΗΣ 1971

Επί τη συμπληρώσει διακοσίων ετών από του θανάτου του πρώτου μάρτυρος της Κρητικής Ελευθερίας Δασκαλογιάννη, ο Δήμος της πόλεως Ηρακλείου, όπου εμαρτύρησεν, οργάνωσε εις μνήμην του σχετική ομιλίαν, γενομένην υπό του γνωστού ιστοριοδίφου κ. Στέργιου Σπανάκη την 23 Ιουνίου 1971 εις την αίθουσαν του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου ενώπιον του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ευγενίου, των Αρχών τής πόλεως, Διοικητικών, Στρατιωτικων, Δικαστικών κλπ. και πολυπληθούς ακροατηρίου. 

Η ομιλία περιέχει ενδιαφέροντα νέα στοιχεία δια την περίοδον της πρώτης Κρητικής Επαναστάσεως του 1770. Δια τον λόγον τούτον έθεωρήθη σκόπιμον, όπως εκδοθεί εις φυλλάδιον, δαπάναις του Δήμου.

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση
Facebook
YouTube
Twitter

Μενέλαος Μαρκοδημητράκης

Σας παρακινούμε να κάνετε κλικ πάνω στις διαφημίσεις μας, καθώς και να κοινοποιείται τα δημοσιεύματα που θεωρείται αξιόλογα! ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κοινοποιήστε τη δημοσίευση!